Ελληνικός Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ελληνικός Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός
Συμμετείχε στην Εθνική Αντίσταση και στα Δεκεμβριανά
Ενεργό 1942–1945
Δύναμη 50.000 – 100.000
Υπαγωγή Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο
Ηγέτες Άρης Βελουχιώτης (Καπετάνιος)
Στέφανος Σαράφης (Στρατιωτικός)
Ανδρέας Τζήμας (Πολιτικός)

Ο Ελληνικός Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός (ΕΛΑΣ) ήταν το στρατιωτικό σκέλος του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου (ΕΑΜ) κατά την τριπλή κατοχή της Ελλάδας. Ιδρύθηκε στις 16 Φεβρουαρίου του 1942 κατόπιν απόφασης που είχε λάβει τον Ιανουάριο του 1942 η συγκροτηθείσα "Κεντρική Στρατιωτική Επιτροπή" του ΕΑΜ. Μία από τις πρώτες ομάδες που ανέλαβαν δράση από έμπειρα στελέχη του ΚΚΕ στη Θεσσαλία και Μακεδονία την εποχή εκείνη ήταν και αυτή που δραστηριοποιούταν στη Φθιώτιδα από τον Άρη Βελουχιώτη, ιδεολόγο κομμουνιστή, που πολύ σύντομα ανέλαβε αρχικαπετάνιος της μεγαλύτερης και μαζικότερης αντιστασιακής οργάνωσης στην Ελλάδα, στα χρόνια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου[1].

Η δομή του ΕΛΑΣ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο ΕΛΑΣ αποτελούσε εθελοντικό αντάρτικο στρατό με τριμελή διοίκηση (Καπετάνιος, Στρατιωτικός, Πολιτικός). Ο "καπετάνιος" ήταν ο αρχηγός των ανταρτών, ενώ αναλάμβανε επίσης τις επαφές με τον πληθυσμό, την επιμελητεία και τη στρατολογία. Ο "στρατιωτικός" ήταν ο αρμόδιος για το σχεδιασμό και τη διεξαγωγή των στρατιωτικών επιχειρήσεων, ενώ ο "πολιτικός" ήταν ο αντιπρόσωπος του ΕΑΜ, ο οποίος ήταν επιφορτισμένος με τη τήρηση και τη διάδοση των σκοπών της οργάνωσης στους αντάρτες και στον πληθυσμό του χώρου δράσης.

Η πορεία του ΕΛΑΣ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τη διοίκηση του ΕΛΑΣ ασκούσε απευθείας η Κεντρική Επιτροπή του ΕΑΜ ως τη συγκρότηση Γενικού Στρατηγείου (Μάιος 1943) με τριμελή διοίκηση από τους: στρατηγό Στέφανο Σαράφη ως στρατιωτικό αρχηγό, Άρη Βελουχιώτη ως αρχηγό των ανταρτών (“καπετάνιο”) και Ανδρέα Τζήμα (Βασίλης Σαμαρινιώτης), ως πολιτικό καθοδηγητή. Πρόεδρος της Κεντρικής Επιτροπής του ΕΛΑΣ τοποθετή­θηκε με την ίδια απόφαση ο στρατηγός Νεόκοσμος Γρηγοριάδης. Στο Γενικό Στρατηγείο υπάγονταν τα στρατηγεία Μακεδονίας και Θεσσαλίας και τα Γενικά Αρχηγεία Ηπείρου και Ρούμελης. Το Γενικό Αρχηγείο Πελοποννήσου εξακολούθησε να υπάγεται απευθείας στην Κεντρική Επιτροπή, όπως και ο ΕΛΑΣ της Αθή­νας. Ο εφεδρικός ΕΛΑΣ ήταν οργανωμένος επίσης κατά αρχηγεία και υπαρχηγεία, υπαγόταν στις περιφερειακές οργανώσεις του ΕΑΜ και μόνο σε περίπτωση ανάγκης μετείχε σε επιχειρήσεις του τα­κτικού ΕΛΑΣ. Παράλληλα και σε άμεση συνεργασία με τον ΕΛΑΣ των βουνών δρούσε και η ναυτική δύναμη ΕΛΑΝ (Ελληνικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Ναυτικό). Προς το τέλος της κατο­χής, ο ΕΛΑΣ συγκρότησε την Εθνική Πολιτοφυλακή (ΕΠ). Σύμ­φωνα με στοιχεία που δίνει ο στρατηγός Σαράφης στο βιβλίο του Ο ΕΛΑΣ, οι ένοπλες δυνάμεις που υπάγονταν στο Γενικό Στρατη­γείο αριθμούσαν το καλοκαίρι του 1943 γύρω στους 10.000 άν­δρες, ενώ τον Σεπτέμβριο του 1944 η συνολική δύναμη του ΕΛΑΣ ήταν 48.940 αξιωματικοί και οπλίτες (δεν συμπεριλαμβάνονται ο ΕΛΑΣ Αθήνας, Σάμου και Μυτιλήνης). Στα τέλη του Ιουλίου 1943 συνήλθε το Ανώτατο Στρατιωτικό Συμβούλιο, στην έδρα του Γενικού Στρατηγείου στο Περτούλι Θεσσαλίας (Τρίκαλα), που αποφάσισε τη μετατροπή του ΕΛΑΣ από ανταρτικό σε τακτικό στρατό και τη μετονομασία των στρατηγείων και γενικών αρχη­γείων σε μεραρχίες και των αρχηγείων σε συντάγματα. Η διοί­κηση σε όλη την κλίμακα παρέμεινε τριμελής.

Ο συντονισμός της εξόριστης κυβέρνησης με τις αντιστασιακές δυνάμεις στην κατεχόμενη Ελλάδα υπήρξε δύσκολος. Στους κύκλους της εξόριστης κυβέρνησης αρκετοί καταδίκαζαν την ένοπλη αντίσταση στην Ελλάδα, λόγω των βάρβαρων αντιποίνων που επέβαλαν οι αρχές Κατοχής και στρέφονταν κατά άμαχων και αθώων πολιτών. Πράγματι, το 1942 υπήρξε έξαρση των ένοπλων αντιστασιακών πράξεων και ειδικά των δολιοφθορών. Οι Γερμανοί ανακοίνωσαν ότι για κάθε νεκρό Γερμανό θα εκτελούσαν 50 Έλληνες. Πολλά χωριά εξολοθρεύτηκαν.

Μνημείο για τον ΕΛΑΣ στο Γαλάτσι

Η εφαρμογή άρχισε από την 1η Σεπτεμβρίου 1943. Στις 5 Ιουλίου 1943 ο ΕΛΑΣ υπέ­γραψε συμφωνητικό με το Στρατηγείο Μέσης Ανατολής ΣΜΑ (εκπροσωπούμενο από τον αρχηγό της βρετανικής στρατιωτικής αποστολής στα ελληνικά βουνά ταξίαρχο Εντυ Μάγιερς), στο οποίο υπάγονταν ήδη όλες οι ανταρτικές οργανώσεις (ΕΛΑΣ, ΕΔΕΣ, ΕΚΚΑ), με την κοινή ονομασία "Εθνικαί Αντάρτικαί Ομάδαι Ελλάδος". Κατά το συμφωνητικό, η Ελλάδα χωριζόταν σε στρα­τιωτικές περιφέρειες υπό τις διαταγές του ΣΜΑ. Στις 29 Ιουλίου 1943 ιδρύθηκε κοινό Γενικό Στρατηγείο ΕΛΑΣ- ΕΔΕΣ στο οποίο προσχώρησε και η ΕΚΚΑ. Οι κυρίως στρατιωτικές επιχειρήσεις του ΕΛΑΣ (που περιορίζονταν αρχικά σε παρενοχλήσεις, δολιο­φθορές κ.λ.π.) άρχισαν με την κορυφαία αντιστασιακή επιχεί­ρηση της γέφυρας του Γοργοποτάμου στις 25 Νοεμβρίου 1942 που εκτελέστηκε σε συνεργασία με τις δυνάμεις του ΕΔΕΣ και με τη βοήθεια Βρετανών σαμποτέρ[2]. Από τις πιο αξιομνημόνευτες επιχειρήσεις του στη διάρκεια της κατοχής είναι η ανατίναξη της σιδηροδρομικής σήραγγας στο Κούρνοβο Φθιώτιδας (2 Ιουνίου 1943)[3], η μάχη του Φαρδύκαμπου από κοινού με την ΠΑΟ[4], οι επιχειρήσεις του θεσσαλικού κάμπου, που αναφέρονται συνοπτικά ως μάχη της σοδειάς για την αποτροπή αρπαγής της αγροτικής παραγωγής από τους κατα­κτητές[5], η μεγάλη μάχη της Πόρτας στη Θεσσαλία[6] οι επιχειρήσεις παραπλάνησης των Γερμανών σχετικά με την περιοχή της αναμενόμενης συμμαχικής απόβασης στην Ευρώπη (σχέδιο ANIMALS), για τις οποίες απέσπασε συγχαρητήρια του ΣΜΑ (15 Ιουλίου 1943)[7] και η Απελευθέρωση του νομού Έβρου κατά την τελευταία περίοδο της Κατοχής[8]. Με την κατάρρευση της Ιταλίας (9 Σεπτεμβρίου 1943), στον ΕΛΑΣ προσχώρησαν σημαντικά τμήματα των ιταλι­κών στρατευμάτων με τον οπλισμό τους, μεταξύ των οποίων η μεραρχία Πινερόλο.

Αξιοσημείωτες επίσης ήταν και οι δολοφονίες, του Γερμανού υποστράτηγου Κρεντς από τον ΕΛΑΣ Λακωνίας[9][10] και του συνταγματάρχη των Ες Ες και υπεύθυνου -μεταξύ άλλων- για τις σφαγές του Διστόμου και της Κλεισούρας, Καρλ Σουμς από τον ΕΛΑΣ Άρτας[11].

Στη διάρκειά της κατοχής σημειώθηκαν αλλεπάλληλες συγκρούσεις του ΕΛΑΣ με τον ΕΔΕΣ και την ΕΚΚΑ. Αιτία ήταν ότι ο ΕΛΑΣ, με ~100.000 ενοπλόυς και το ΕΑΜ να φτάνει τα 2 εκατομύρια,[εκκρεμεί παραπομπή] είχε την πρωτοκαθεδρία του αντιστασιακού αγώνα, κατηγορώντας πολλές φορές τις υπόλοιπες οργανώσεις για δοσιλογισμό, ενώ κατηγορήθηκε απ' τις υπόλοιπες ότι δρούσε με κομμουνιστική και μόνο προοπτική και όχι με εθνική. Τραγική κατάληξη των εμφύλιων διαμαχών ήταν η δολοφονία του συνταγματάρχη Δημήτριου Ψαρρού, αρχηγού της ΕΚΚΑ.

Με τη συμφωνία της Καζέρτας (26 Σεπτεμβρίου 1944), η κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας, που προήλθε από τη Συμφωνία του Λιβάνου (20 Μαΐου 1944), έθεσε τον ΕΛΑΣ υπό τις διαταγές του Βρετανού στρατηγού Σκόμπυ, ο οποίος ορίστηκε διοικητής όλων των ενόπλων δυνάμεων στην Ελλάδα. Η αναγκαιότητα του αφοπλισμού και της άμεσης διάλυσης του ΕΛΑΣ μετά την απελευθέρωση αποτέλεσε το επίμαχο ζήτημα που οδήγησε στη σύγκρουση του Δεκεμβρίου 1944 (Δεκεμβριανά).

Στις αρχές Δεκεμβρίου, μέσα σε μια ατμόσφαιρα δηλητηριασμένη από την ένταση και την αμοιβαία καχυποψία, το ΕΑΜ κάλεσε τους Αθηναίους σε γενική απεργία και σε διαδήλωση στην πλατεία Συντάγματος. Στόχος ήταν η έκφραση διαφωνίας με τους χειρισμούς του Πρωθυπουργού Γεωργίου Παπανδρέου. Κατά τη διάρκεια της διαδήλωσης στις 3 Δεκεμβρίου 1944, η αστυνομία άνοιξε πυρ κατά του πλήθους. Ακολούθησαν 33 ημέρες μάχης ανάμεσα στα κυβερνητικά στρατεύματα (Ορεινή Ταξιαρχία, Ιερός Λόχος, τα Κατοχικά Ταγματα Ασφαλείας και την Οργάνωση Χ, που εξοπλίστηκαν από τους Βρετανους) και τις βρετανικές στρατιωτικές δυνάμεις (των οποίων η δύναμη έφτασε τις 90χιλιάδες συνοδευόμενους από αεροπορία και ναυτικό) από τη μια πλευρά, και τον ΕΛΑΣ της Αθήνας από την άλλη (το Α' Σώμα Στρατου του ΕΛΑΣ, επικορούμενο από τάγματα του ΕΛΑΣ από Κόρινθο και Λαμία). Οι συγκρούσεις επεκτάθηκαν μερικώς και έξω από το πολεοδομικό συγκρότημα της Αθήνας (μάχες του ΕΛΑΣ με τον ΕΔΕΣ στην Ήπειρο και με τις δυνάμεις του Αντών Τσαούς στην Ανατολική Μακεδονία και έγινε σε όλους σαφές ότι οι συγκρούσεις θα γενικεύονταν αργά ή γρήγορα σε μεγαλύτερο βαθμό. Η Μάχη της Αθήνας προκάλεσε την καταστροφή αρκετών περιοχών της πόλης και το θάνατο 11.000 ανθρώπων. Όταν, τα Χριστούγεννα του 1944, ο Βρετανός Πρωθυπουργός Τσώρτσιλ επισκέφθηκε την Αθήνα, για να εξετάσει από κοντά την κατάσταση, διαμόρφωσε, μεταξύ άλλων, την άποψη ότι θα έπρεπε να επιλυθεί το πολιτειακό ζήτημα, και μάλιστα το ταχύτερο δυνατόν. Υποχωρώντας στην πίεση των Βρετανών που επιθυμούσαν τη βελτίωση της εικόνας του Έλληνα μονάρχη, ο βασιλιάς Γεώργιος διόρισε αντιβασιλέα τον σεβαστό ως τότε Αρχιεπίσκοπο Δαμασκηνό, μέχρι να διενεργηθεί δημοψήφισμα για το πολιτειακό. Επίσης με υπόδειξη των Βρετανών, σε μια κίνηση που αποσκοπούσε τον κατευνασμό της αντίπαλης παράταξης, ο βασιλιάς Γεώργιος αντικατέστησε τον Γεώργιο Παπανδρέου με τον παλιό βενιζελικό Στρατηγό Πλαστήρα.

Τον Φεβρουάριο του 1945 αποκαταστάθηκε μια επιφανειακή ηρεμία. Η κυβέρνηση και το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ υπέγραψαν τη Συμφωνία της Βάρκιζας. Με αυτήν προβλεπόταν ότι θα γινόταν πλήρης αφοπλισμός του ΕΛΑΣ με αντάλλαγμα ευρεία αμνηστία, διασφάλιση της ελευθερίας του λόγου, άρση του στρατιωτικού νόμου, αμνηστία για όλα τα "πολιτικά εγκλήματα" (όχι όμως και τα ποινικά) και προκήρυξη δημοψηφίσματος για το πολιτειακό ζήτημα (αβασίλευτη ή βασιλευόμενη δημοκρατία). Η υπογραφή της Συμφωνίας της Βάρκιζας και η υλοποίηση του αφοπλισμού του ΕΛΑΣ εγκαινίασε ό,τι η Αριστερά ονόμασε Λευκή Τρομοκρατία, ενώ παράλληλα μεγάλο μέρος του αντάρτικου οπλισμού παρέμεινε κρυμμένο. Παραστρατιωτικές οργανώσεις και ομάδες διεξήγαν εκστρατεία τρομοκράτησης και δολοφονιών κατά κομμουνιστών, επικαλούμενοι λόγους αντεκδίκησης. Για να σωθούν, πολλοι κομμουνιστες πέρασαν πλέον στην παρανομία. Μια σειρά πολιτικά αδύναμων κυβερνήσεων απέτυχαν, ακόμη και όταν το επεχείρησαν, να ελέγξουν την αυξανόμενη βία των παρακρατικών. Η χώρα κατρακυλούσε σε μια νέα περίοδο πολέμου, την ώρα που στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες άρχιζε βραδέως αλλά σταθερά το έργο της ανασυγκρότησης από τα ερείπια του Β΄ Παγκόσμιου πολέμου.

Προτεινόμενη βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Βερβενιώτη Τασούλα, «Η Πόλη σε καθεστώς νομιμοποιημένης παρανομίας. Αθήνα 1941–1949» στο Πρακτικά του Β’ Διεθνούς Συνεδρίου Η πόλη στους Νεότερους χρόνους. Μεσογειακές και Βαλκανικές όψεις (19ος– 20ος αι.), Αθήνα: Εταιρεία Μελέτης Νέου Ελληνισμού, 2000, σ. 521–542.
  • Χρυσοχοΐδης Ηλίας (Chrissochoidis Ilias), "Έγγραφα του ΕΛΑΣ στην Αμερική," Η Καθημερινή, Κυριακή 9 Μαρτίου 2014.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Ιάσονας Χανδρινός, ΕΛΑΣ, Ο μεγαλύτερος Στρατός της Εθνικής Αντίστασης, Τόμος Ά, Μονογραφίες της "Στρατιωτικής Ιστορίας"
  2. Ιάσονας Χανδρινός, Εθνική Αντίσταση 1941-1944, Η Αληθινή Ιστορία του Αντάρτικου, σελ.26-30, Μονογραφίες περιοδικού Στρατιωτική Ιστορία
  3. Στο ίδιο,σελ.45
  4. Στο ίδιο, σελ. 32-35
  5. Στο ίδιο, 78-81
  6. Στο ίδιο,σελ.44-45
  7. Στο ίδιο, σελ. 45-47
  8. Στο ίδιο, σελ.96-98
  9. Τάσος Κωστόπουλος, Η Αυτολογοκριμένη μνήμη, Τα Ταγματα Ασφαλείας και η μεταπολεμική Εθνικοφροσύνη, Φιλίστωρ
  10. Η μαύρη εθνική Πηγάδα
  11. Περιοδικό Εθνική Αντίσταση, τεύχος 76, σελ.82