Στρατάρχης
Ο Στρατάρχης είναι ο ανώτατος δυνατός στρατιωτικός βαθμός, τον οποίο έφεραν σε διάφορες χρονικές περιόδους της Ιστορίας διακεκριμένοι στρατηγοί. Στην Ελλάδα ο συγκεκριμένος βαθμός δεν χρησιμοποιείται πλέον και θεωρείται ισοδύναμος του αρχιστράτηγου (ο πρώτος ανάμεσα στους στρατηγούς, αν και παλαιότερα θεωρούνταν αξίωμα και όχι βαθμός και απονεμόταν σε καιρό πολέμου σε ανώτατο αξιωματικό).
Πίνακας περιεχομένων |
Βυζαντινή Αυτοκρατορία[Επεξεργασία]
Ο όρος «στρατάρχης» (στρατός + άρχων) χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά στην Βυζαντινή Αυτοκρατορία, τον 9ο-11ο αιώνα και αναφέρονταν σε τάξη ανώτερων αξιωματούχων που επιτελούσαν οικονομικά και διοικητικά καθήκοντα στον στρατό, στους οποίους περιλαμβάνονταν οι Eταιριάρχες (διοικητές μισθοφορικών σωμάτων), ο Δρουγγάριος του Πλωίμου, ο Λογοθέτης των Αγελών που επόπτευε τα κρατικά ιπποφορβεία (μητάτα), ο Κόμης των Στάβλων και ο Πρωτοσπαθάριος επικεφαλής του σώματος των βασιλικών ανθρώπων. Προς το τέλος του 11ου αιώνα ο όρος έπαψε να έχει την αρχική ουσιαστική χρήση και χρησιμοποιήθηκε ως τιμητικό επίθετο για διακριθέντες στρατηγούς, με τις παραλλαγές «Μέγας Στρατάρχης» και «Πανστρατάρχης». Για παράδειγμα αναφέρονται ως «στρατάρχες» ο μυθικός ήρωας Διγενής Ακρίτας και ο θρυλικός στρατηγός του Ιουστινιανού, Βελισσάριος.
Νεότερη Ελληνική Ιστορία[Επεξεργασία]
Στην νεότερη ελληνική ιστορία, χρησιμοποιήθηκε στην Επανάσταση του 1821 για δύο από τους σημαντικότερους οπλαρχηγούς, το Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και το Γεώργιο Καραϊσκάκη. Το 1913 ο βαθμός του στρατάρχου απονεμήθηκε στον βασιλιά Κωνσταντίνο Α' μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους και χρησιμοποιήθηκε από τους εκάστοτε βασιλείς ως την οριστική κατάργηση της μοναρχίας στην Ελλάδα το 1974.
Εκτός των βασιλέων, οι μόνοι επαγγελματίες Αξιωματικοί που έφτασαν στο αξίωμα αυτό ήταν ο Θεόδωρος Γρίβας, προαχθείς στον βαθμό στις 23 Οκτωβρίου 1862 [1], μετά την έξωση του βασιλιά Όθωνα και μόλις μία ημέρα πριν τον θάνατό του, και ο Αλέξανδρος Παπάγος, την 28η Οκτωβρίου 1949, ως αναγνώριση των υπηρεσιών που προσέφερε στη χώρα κατά τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940 και τον εμφύλιο πόλεμο. Ο βαθμός δεν έχει χρησιμοποιηθεί μετά το 1974.
Άλλες χώρες[Επεξεργασία]
Στις περισσότερες δυτικές χώρες, ο αντίστοιχος βαθμός (αγγλ. Marshal ή Field Marshal, γερμ. Feldmarschall, γαλλ. Maréchal, ρωσ. Маршал, κλπ) προέρχεται από τον αρχαίο γερμανικό τίτλο Marh-scalc («ιπποκόμος») της φραγκικής βασιλικής αυλής (πρβλ. αντίστοιχα τον πρωτοστράτορα στο Βυζάντιο). Σε ορισμένες χώρες όμως, χρησιμοποιείται για κατώτερους βαθμούς, π.χ. στην Ισπανία o mariscal de campo και στη Γαλλία o maréchal de camp στο παρελθόν ήταν βαθμοί ισοδύναμοι του υποστρατήγου, στο δε σύγχρονο ιταλικό στρατό, maresciallo αντιστοιχεί στον ανθυπασπιστή, και στον γαλλικό στρατό επιβιώνει ο βαθμός του Maréchal des logis, που αντιστοιχεί σε λοχία.
Στις ισπανόφωνες χώρες, ο ανώτατος βαθμός είναι αυτός του Capitán general, ενώ στις αραβικές χρησιμοποιείται ο αντίστοιχος όρος Mushir. Στις ΗΠΑ, λόγω της ήδη διαδεδομένης χρήσης του όρου «marshal» από την ομοσπονδιακή αστυνομία, προτιμήθηκε ο βαθμός να ονομαστεί General of the Army (Στρατηγός του Στρατού).
Δείτε επίσης[Επεξεργασία]
Βιβλιογραφία[Επεξεργασία]
- ↑ Γεωργίου Ρούσσου, Νεώτερη Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, 1826-1974, Ελληνική Μορφωτική Εστία, Αθήναι, 1975, τόμος 4, σελ. 13-14.
| Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Stratarches της Αγγλόγλωσσης Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες). |