Βάλτερ Σιμάνα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Βάλτερ Σιμάνα (γερμ.: Walter Schimana, γενν. Τρόππαου 12 Μαρτίου 1898 - απεβ. Σάλτσμπουργκ 12 Σεπτεμβρίου 1948) ήταν μέλος του γερμανικού Ναζιστικού Κόμματος και των SS. Έφτασε ως το βαθμό του Στρατηγού (SS-Gruppenführer und Generalleutnant der Waffen-SS und Ordnungspolizei) κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου και ήταν διοικητής των SS και της γερμανικής αστυνομίας και de facto Κυβερνήτης της κατεχόμενης Ελλάδας από τον Οκτώβριο του 1943 έως και την αποχώρηση των Γερμανών τον Οκτώβριο του 1944.

Νεαρή ηλικία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Σιμάνα γεννήθηκε το 1898 στο Τρόππαου της σημερινής Τσεχίας, τότε τμήμα της Αυστροουγγαρίας, και ήταν γιος εκδότη εφημερίδας. Το 1915 εισήλθε στη Σχολή Δοκίμων της Πράγας, από όπου αποφοίτησε το 1918. Το 1920 αποχώρησε από τον αυστριακό στρατό με το βαθμό του ανθυπολοχαγού και κατόπιν εργάστηκε ως βιβλιοθηκάριος και τραπεζικός υπάλληλος.

Μέλος του NSDAP και πρώιμη σταδιοδρομία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Σιμάνα έγινε από νωρίς μέλος του Ναζιστικού Κόμματος, στις 17 Δεκεμβρίου 1926 (με αριθμό κομματικής ταυτότητας 49.042) όπως και μέλος των παραστρατιωτικής οργάνωσης SA του Κόμματος στο Μόναχο. Μετά την άνοδο των Ναζί στην εξουσία, τοποθετήθηκε το 1934, στην Αστυνομία (Schutzpolizei) με το βαθμό του Λοχαγού, και το 1936 μετατάχτηκε στην Χωροφυλακή με τον βαθμό του Ταγματάρχη. Μετά την Προσάρτηση της Αυστρίας (Anschluss), μετατέθηκε στο αρχηγείο της Αστυνομίας στην Βιέννη. Στις 15 Αυγούστου 1939 έγινε μέλος των SS με το βαθμό του Standartenführer (ανάλογο του συνταγματάρχη) και μετατέθηκε στο Γραφείο Προσωπικού των SS (SS-Personalhauptamt) στο Βερολίνο το 1941.

Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Άνδρες της Ordnungpolizei του Σιμάνα στην κατεχόμενη Ρωσία, 1942-43

Στις 4 Σεπτεμβρίου 1941 διορίστηκε διοικητής των SS και της Αστυνομίας (SS- und Polizeiführer) στην περιοχή του Σαράτοφ, στην κατεχόμενη περιοχή της ΕΣΣΔ και, αργότερα, αποσπάστηκε στο επιτελείο του Ανώτατου Διοικητή SS και Αστυνομίας της κεντρικής Ρωσίας μέχρι τον Ιούλιο του 1942, παίρνοντας μέρος σε επιχειρήσεις κατά των ανταρτών. Από τις 21 Ιουλίου 1942 έως τις 15 Ιουλίου 1943 ήταν διοικητής των SS στη Λευκορωσία, με βάση το Μινσκ. Έπειτα εκπαιδεύτηκε ως διοικητής μεραρχίας και διοίκησε την πρόσφατα σχηματισμένη 14η Μεραρχία Εθελοντών των SS "Γαλικία" (σώματα Ουκρανών εθελοντών που πολέμησαν στο πλευρό των Γερμανών) μέχρι τον Οκτώβριο του 1943. Στις 18 Οκτωβρίου διορίστηκε Ανώτατος Διοικητής των SS και της Αστυνομίας στην Ελλάδα, αντικαθιστώντας τον Γιούργκεν Στρόοπ, θέση που διατήρησε μέχρι την αποχώρηση των Γερμανών από τη χώρα τον Σεπτέμβριο - Οκτώβριο του 1944. Από τη θέση του αυτή ασκούσε έλεγχο στην δοσιλογική ελληνική κυβέρνηση. Έπαιξε ενεργό ρόλο στο διωγμό των Εβραίων της Ελλάδας και ήταν ένας από τους δημιουργούς, καθώς και στρατιωτικός διοικητής, των Ταγμάτων Ασφαλείας, στρατιωτικών μονάδων που ίδρυσαν οι Γερμανοί μαζί με τη διορισμένη κυβέρνηση προκειμένου να πλήξουν τον ΕΛΑΣ. Μετά την αποχώρηση των Ναζί από την Ελλάδα κατέλαβε ανάλογη θέση στον τομέα του Δούναβη, με βάση τη Βιέννη, όπου και παρέμεινε μέχρι τη συνθηκολόγηση των Γερμανών. Συνελήφθη από τους Συμμάχους και προφυλακίστηκε, προκειμένου να δικαστεί. Αυτοκτόνησε το 1948, πριν παραπεμφθεί σε δίκη.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]