Μάχη της Δωδεκανήσου

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Μάχη της Δωδεκανήσου (1943)
Μέρος του Μεσογειακού θεάτρου του Β' Π.Π.
GreeceDodecanese.png
Χάρτης των Δωδεκανήσων
Ημερομηνία 8 Σεπτεμβρίου22 Νοεμβρίου 1943
Τόπος Δωδεκάνησα, Αιγαίο πέλαγος
Έκβαση Νίκη των δυνάμεων του Άξονα
Εμπλεκόμενες πλευρές
Ηγετικά πρόσωπα

Η Μάχη της Δωδεκανήσου του Β' Παγκοσμίου Πολέμου ήταν μια προσπάθεια των συμμαχικών δυνάμεων να καταλάβουν τα ιταλοκρατούμενα Δωδεκάνησα στο Αιγαίο, μετά από την παράδοση της Ιταλίας τον Σεπτέμβριο του 1943, και να τα χρησιμοποιήσουν ως βάσεις για επιθέσεις εναντίον των γερμανοκρατουμένων Βαλκανίων. Η συμμαχική απόπειρα απέτυχε και τα Δωδεκάνησα κατελήφθησαν από τους Γερμανούς μέσα σε δύο μήνες, ενώ οι σύμμαχοι υπέστησαν μεγάλες απώλειες τόσο σε ανθρώπινες ζωές όσο και σε πλοία[1]. Οι επιχειρήσεις στα Δωδεκάνησα διήρκεσαν από τις 8 Σεπτεμβρίου έως τις 22 Νοεμβρίου 1943.

Υπόβαθρο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα Δωδεκάνησα βρίσκονταν υπό ιταλική κατοχή από τον Ιταλοτουρκικό πόλεμο του 1911. Κατά τη διάρκεια της ιταλικής κατοχής τα στρατηγικής σημασίας νησιά έγιναν το κέντρο των αποικιακών φιλοδοξιών της Ιταλίας στην Ανατολική Μεσόγειο. Η Ρόδος, το μεγαλύτερο από τα νησιά αποτελούσε σημαντική στρατιωτική και αεροπορική βάση. Η Λέρος με το βαθύ λιμάνι της στο Λακκί (Πόρτο Λάγο) είχε μεταμορφωθεί σε μία βαρύτατα οχυρωμένη αεροναυτική βάση.

Μετά την πτώση της ηπειρωτικής Ελλάδας τον Απρίλιο του 1941 και τη συμμαχική ήττα στη μάχη της Κρήτης τον Μάιο, η Ελλάδα και τα νησιά της βρίσκονταν υπό την κατοχή των γερμανικών και ιταλικών δυνάμεων. Με την ήττα των δυνάμεων του Άξονα στη Βόρεια Αφρική την άνοιξη του 1943 ο Ουίνστον Τσώρτσιλ, ο οποίος ενδιαφερόταν έντονα για αυτή την περιοχή, έστρεψε τις βλέψεις του προς τα νησιά αυτά. Οι Βρετανοί σχεδίαζαν μια επιχείρηση για την κατάληψη των Δωδεκανήσων και της Κρήτης, όχι μόνο για να στερήσουν από τις δυνάμεις του Άξονα από τις προκεχωρημένες βάσεις τους στη Μεσόγειο αλλά και να ασκήσει πίεση στην ουδέτερη Τουρκία να εμπλακεί στον πόλεμο. Η ιδέα του Τσώρτσιλ αφορούσε τη δημιουργία μίας εναλλακτικής διαδρομής προς τη Ρωσία μέσω των Δαρδανελίων από αυτή που ακολουθούσαν τις αρκτικές νηοπομπές[2]. Η τελική έγκριση για τις επιχειρήσεις δόθηκε στη Σύνοδο της Καζαμπλάνκα και ο Τσώρτσιλ διέταξε τους διοικητές του να καταστρώσουν τα σχέδια στις 27 Ιανουαρίου 1943[3].

Τα σχέδια, με την κωδική ονομασία «Επιχείρηση Accolade», αφορούσαν μια επίθεση στη Ρόδο και την Κάρπαθο από τρεις μεραρχίες πεζικού, μία τεθωρακισμένη ταξιαρχία και τις σχετικές δυνάμεις υποστήριξης. Η απόβαση στην Κρήτη, ή οποία ήταν καλά οχυρωμένη και διέθετε ισχυρή γερμανική φρουρά, απορρίφθηκε. Το κύριο πρόβλημα που αντιμετώπιζαν οι εμπνευστές της επιχείρησης ήταν η δυσκολία να αντιμετωπίσουν το 10 Αεροπορικό Σώμα (X Fliegerkorps) της Γερμανικής Πολεμικής Αεροπορίας (Luftwaffe) εξαιτίας της ελλιπούς αεροπορικής κάλυψης, μιας και τα Αμερικανικά και Βρετανικά αεροσκάφη επιχειρούσαν από βάσεις στην Κύπρο και τη Μέση Ανατολή. Το εγχείρημα επιδεινώνονταν περαιτέρω από τις ανάγκες της επικείμενης απόβασης στη Σικελία. Οι Ηνωμένες Πολιτείες ήταν σκεπτικές για την επιχείρηση, η οποία θεωρούσαν θα είχε πολιτικά πλεονεκτήματα μεταπολεμικά μόνο για τη Μεγάλη Βρετανία και ήταν μία περιττή εκτροπή από το κύριο μέτωπο της Ιταλίας. Αρνήθηκαν λοιπόν να υποστηρίξουν την επιχείρηση, προειδοποιώντας τους Βρετανούς ότι αν προχωρούσαν με την υλοποίηση του σχεδίου τους θα το έπρατταν μόνοι τους[4].

Καθώς η παράδοση των Ιταλών φαινόταν ολοένα και πιο πιθανή, τον Αύγουστο του 1943 οι Βρετανοί ξεκίνησαν τις προετοιμασίες για να αποκτήσουν το πλεονέκτημα από μια πιθανή ιταλογερμανική ρήξη, με τη μορφή μίας μικρότερης σε κλίμακα επιχείρησης. Μια δύναμη βασιζόμενη στην 8η Ινδική Μεραρχία άρχισε να συγκεντρώνεται και ζητήθηκε αμερικανική βοήθεια για την παραχώρηση μοιρών μαχητικών αεροσκαφών μεγάλης εμβέλειας P-38 Lightning. Ως συνέπεια όμως της Διάσκεψης του Κεμπέκ και της αμερικανικής άρνησης για συνδρομή στα βρετανικά σχέδια οι δυνάμεις και τα πλοία που προορίζονταν για την «Επιχείρηση Accolade» εστάλησαν σε άλλα μέτωπα, σχεδόν μία εβδομάδα πριν από τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας στις 8 Σεπτεμβρίου[5].

Αρχικές συμμαχικές και γερμανικές κινήσεις – Η πτώση της Ρόδου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με την ανακοίνωση στης Ανακωχής οι ιταλικές φρουρές στα περισσότερα νησιά των Δωδεκανήσων ήθελαν είτε να αλλάξουν πλευρά και να πολεμήσουν στο πλευρό των Συμμάχων είτε να επιστρέψουν στα σπίτια τους. Όμως, αναμένοντας την ιταλική συνθηκολόγηση, οι γερμανικές δυνάμεις, επιχειρώντας από την ηπειρωτική Ελλάδα, προωθήθηκαν γρήγορα σε πολλά από τα νησιά ώστε να ανακτήσουν τον έλεγχο. Οι γερμανικές δυνάμεις ήταν τμήμα της 12ης Στρατιάς που διοικούνταν από τον Πτέραρχο Αλεξάντερ Λαιρ (Generaloberst Alexander Löhr).

Η σημαντικότερη γερμανική δύναμη στα Δωδεκάνησα ήταν η Μεραρχία Εφόδου «Ρόδος» (Sturm-Division Rhodos), με 7.500 άνδρες, υπό τη διοίκηση του υποστράτηγου Ούλριχ Κλέμαν (Generalleutnant Ulrich Kleemann). Η μεραρχία είχε δημιουργηθεί κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού στη Ρόδο, που αποτελούσε το διοικητικό κέντρο των Δωδεκανήσων και διέθετε τρία στρατιωτικά αεροδρόμια. Αυτός ήταν και ο λόγος που η Ρόδος ήταν ο κύριος στρατιωτικός στόχος τόσο των Συμμάχων όσο και των Γερμανών.

Στις 8 Σεπτεμβρίου η ιταλική φρουρά στο Καστελόριζο παραδόθηκε σε ένα βρετανικό απόσπασμα, το οποίο ενισχύθηκε τις επόμενες ήμερες από πλοία των συμμαχικών ναυτικών. Την επόμενη ήμερα μία βρετανική αντιπροσωπεία, με επικεφαλής των Λόρδο Τζέλικο, έπεσε με αλεξίπτωτο στη Ρόδο προκειμένου να πείσει τον Ιταλό διοικητή, Ναύαρχο Ινίγκο Καμπιόνι, να ενωθεί με τους Συμμάχους. Οι άμεσες ενέργειες των γερμανικών δυνάμεων όμως πρόλαβαν τους Συμμάχους. Χωρίς να περιμένουν τους Ιταλούς να αποφασίσουν ο Κλήμαν επιτέθηκε στην Ιταλική φρουρά των 40.000 ανδρών στις 9 Σεπτεμβρίου και την ανάγκασε να παραδοθεί στις 11 Σεπτεμβρίου. Η απώλεια της Ρόδου κατάφερε ένα βαρύ και κρίσιμο χτύπημα στις συμμαχικές ελπίδες[6].

Παρά την απώλεια της Ρόδου η Βρετανική Ανώτατη Διοίκηση επέμεινε στην κατοχή των υπολοίπων νήσων, κυρίως των τριών μεγαλύτερων, της Κω, της Σάμου και της Λέρου. Οι Γερμανοί είχαν διασπαρεί στο Αιγαίο ενώ οι Σύμμαχοι είχαν απόλυτη υπεροχή σε θάλασσα και η αεροπορική κάλυψη, την οποία παρείχαν δύο μοίρες Spitfire (η 7η Μοίρα της Νοτιοαφρικανικής Πολεμικής Αεροπορίας και η 74η Μοίρα της RAF) από την Κω κρίνονταν επαρκής[7]. Ήλπιζαν ότι από αυτά τα νησιά, με τη συνδρομή των Ιταλών, μία επίθεση εναντίον της Ρόδου θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί[8]. Έτσι από τις 10 έως τις 17 Σεπτεμβρίου η Βρετανική 234η Ταξιαρχία Πεζικού, υπό τη διοίκηση του υποστράτηγου Φ. Τζ. Ρ. Μπρίτορους (Major General F. G. R. Brittorous), προερχόμενη από τη Μάλτα, μαζί με 160 άνδρες της SBS, 130 άνδρες από το LRDG, τον 1ο Λόχο του 11ου Τάγματος Αλεξιπτωτιστών[9] και αποσπάσματα του ελληνικού Ιερού Λόχου κατέλαβαν τα νησιά Κω, Κάλυμνο, Σάμο, Λέρο, Σύμη και Αστυπάλαια, με την υποστήριξη πλοίων του Βρετανικού και Ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού. Η γερμανική αντίδραση ήταν άμεση. Στις 19 Σεπτεμβρίου η Κάρπαθος, η Κάσος και τα ιταλοκρατούμενα νησιά των Σποράδων και των Κυκλάδων ήταν σε γερμανικά χέρια. Στις 23 Σεπτεμβρίου ο αντιστράτηγος Φρίντριχ Βίλχελμ Μύλλερ (Generalleutnant Friedrich-Wilhelm Müller) έλαβε εντολή να καταλάβει την Κω και τη Λέρο. Ο Μύλλερ ήταν διοικητής της 22ης Μεραρχίας Πεζικού που φρουρούσε το «Φρούριο Κρήτη»[10].

Η μάχη της Κω[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Μάχη της Κω

Αναγνωρίζοντας το ζωτικό ρόλο του μοναδικού αεροδρομίου των Συμμάχων στην Κω η γερμανική 10η Αεροπορική Δύναμη (X Fliegerkorps) άρχισε στις 18 Σεπτεμβρίου να πραγματοποιεί βομβαρδισμούς, τόσο στο αεροδρόμιο όσο και σε θέσεις των Συμμάχων στο νησί. Παράλληλα άρχισαν να φτάνουν ενισχύσεις σε αεροσκάφη, παρέχοντας στους Γερμανούς 362 επιχειρησιακά αεροσκάφη στην περιοχή του Αιγαίου έως την 1η Οκτωβρίου[11].

Οι Βρετανικές δυνάμεις στην Κω αποτελούνταν από 1.500 άνδρες, 680 από τους οποίους άνηκαν στo 1ο Τάγμα Ελαφρού Πεζικού του Ντάρχαμ (1st Bn, Durham Light Infantry) και οι υπόλοιποι ήταν κυρίως προσωπικό της ΡΑΦ ενώ υπήρχαν και 3.500 Ιταλοί του 10ου Συντάγματος της 50ης Μεραρχίας Πεζικού «Βασίλισσα» ("Regina"). Στις 3 Οκτωβρίου οι Γερμανοί ξεκίνησαν ρίψεις αλεξιπτωτιστών και αμφίβιες αποβάσεις, σε μία επιχείρηση που έγινε γνωστή ως «Επιχείρηση Πολική Αρκούδα» (Unternehmen Eisbär), και έφτασαν στις παρυφές της πρωτεύουσας του νησιού αργότερα την ίδια μέρα. Οι Βρετανοί υποχώρησαν κατά τη διάρκεια της νύχτας και παραδόθηκαν την επόμενη ημέρα. Η πτώση της Κω αποτέλεσε καίριο χτύπημα για τους Βρετανούς καθώς τους αποστέρησε από την απαραίτητη αεροπορική κάλυψη[12]. Οι Γερμανοί αιχμαλώτισαν 1388 Βρετανούς και 3145 Ιταλούς[13]. Στις 3 Οκτωβρίου γερμανικά στρατεύματα εκτέλεσαν του αιχμάλωτο Ιταλό διοικητή του νησιού Συνταγματάρχη Φελίτσε Λέγγιο (Felice Leggio) και 101 από τους αξιωματικούς του. Οι εκτελέσεις αυτές έγιναν σύμφωνα με τη διαταγή του Αδόλφου Χίτλερ στις 11 Σεπτεμβρίου να εκτελούνται οι αιχμάλωτοι Ιταλοί αξιωματικοί[14].

Η μάχη της Λέρου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Μάχη της Λέρου

Μετά την πτώση της Κω η ιταλική φρουρά της Καλύμνου παραδόθηκε, παρέχοντας στους Γερμανούς μία πολύτιμη επιχειρησιακή βάση εναντίον του επόμενου στόχου τους, της Λέρου. Η επιχείρηση, με την κωδική ονομασία «Επιχείρηση Λεοπάρδαλη» (Unternehmen Leopard), είχε αρχικά σχεδιαστεί για τις 9 Οκτωβρίου, όμως στις 7 Οκτωβρίου το Βρετανικό Βασιλικό Ναυτικό αναχαίτισε και κατέστρεψε τη γερμανική νηοπομπή που κατευθύνονταν στην Κω. Πέρα από την απώλεια αρκετών εκατοντάδων ανδρών οι Γερμανοί έχασαν τα περισσότερα από τα βαριά αποβατικά σκάφη τους. Οι Γερμανοί αναγκάστηκαν να φέρουν σιδηροδρομικά και στις 5 Νοεμβρίου είχαν καταφέρει να σχηματίσουν ένα στόλο 24 ελαφρών οπλιταγωγών. Για να αποφύγουν τον εντοπισμό από τις συμμαχικές ναυτικές δυνάμεις τα διασκόρπισαν σε διαφορετικά νησιά του Αιγαίου και τα έκρυψαν. Παρά τις συμμαχικές προσπάθειες να εντοπίσουν και να καταστρέψουν τον εχθρικό στόλο, καθώς και τους διαρκείς βομβαρδισμούς των λιμανιών των γερμανοκρατούμενων νησιών, οι Γερμανοί υπέστησαν μικρές απώλειες και κατόρθωσαν να συγκεντρώσουν το στόλο τους, υπό τη διοίκηση του υποστρατήγου Μύλλερ, για την επικείμενη «Επιχείρηση Τυφώνα» (Unternehmen Taifun) στις 12 Νοεμβρίου.

Αεροσκάφος Junkers Ju-52m της Luftwaffe το οποίο κατερρίφθη στις 13 Νοεμβρίου 1943 κατά τη διάρκεια της Μάχης της Λέρου

Η γερμανική δύναμη εισβολής αποτελούνταν από προσωπικό προερχόμενο από όλους τους κλάδους της Βέρμαχτ, συμπεριλαμβανομένων βετεράνων από την 22η Μεραρχία Πεζικού, ένα τάγμα αλεξιπτωτιστών (Fallschirmjäger) και ένα λόχο αμφίβιων επιχειρήσεων από τις μονάδες ειδικών δυνάμεων (Brandenburger).

Η συμμαχική φρουρά της Λέρου αποτελούνταν από το σύνολο σχεδόν της 234ης Ταξιαρχίας Πεζικού, περίπου 3.000 από το 2ο Τάγμα, τους Βασιλικούς Ιρλανδούς Τυφεκιοφόρους (The Royal Irish Fusiliers), υπό τη διοίκηση του Αντισυνταγματάρχη Μώρις Φρεντς, το 4ο Τάγμα, τους Buffs του Βασιλικού Συντάγματος του Ανατολικού Κεντ (The Royal East Kent Regiment), το 1ο Τάγμα του Βασιλικού Συντάγματος του Λάνκαστερ (The King's Own Royal Regiment (Lancaster)) και το 2ο λόχο του 2ου Τάγματος του Βασιλικού Συντάγματος του Δυτικού Κεντ (Queen's Own Royal West Kent Regiment), υπό τη διοίκηση του ταξίαρχου Ρόμπερτ Τίλνεϊ, ο οποίος ανέλαβε τη διοίκηση στις 5 Νοεμβρίου. Υπήρχαν επίσης περίπου 8000 τακτικοί Ιταλοί στρατιώτες, κυρίως ναύτες, υπό τη διοίκηση του ναυάρχου Λουίτζι Μασκέρπα.

Η Λέρος υπήρξε στόχος διαρκών αεροπορικών από τη Luftwaffe, οι οποίοι ξεκίνησαν στις 26 Σεπτεμβρίου και είχαν ήδη προκαλέσει σημαντικές απώλειες και ζημιές τόσο στους υπερασπιστές του νησιού όσο και στις ναυτικές δυνάμεις. Τις πρώτες ώρες της 12ης Νοεμβρίου η γερμανική δύναμη εισβολής, χωρισμένη σε δύο ομάδες, προσέγγισε το νησί από τα ανατολικά και τα δυτικά. Παρά τις καθυστερήσεις σε ορισμένες περιοχές οι Γερμανοί κατόρθωσαν να δημιουργήσουν ένα προγεφύρωμα, την ώρα που αερομεταφερόμενες δυνάμεις προσγειώθηκαν επιτυχώς στο όρος Ράχη, στο μέσο του νησιού. Αποκρούοντας τις συμμαχικές αντεπιθέσεις και μετά την ενίσχυση των δυνάμεων τους το επόμενο βράδυ οι Γερμανοί κατόρθωσαν γρήγορα να κόψουν το νησί στα δύο, με αποτέλεσμα οι Σύμμαχοι να παραδοθούν στις 16 Νοεμβρίου. Οι Γερμανοί είχαν 520 απώλειες και αιχμαλώτισαν 3.200 Βρετανούς και 5.350 Ιταλούς στρατιώτες[15] .

Ναυτικές επιχειρήσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δεδομένου ότι το θέατρο των επιχειρήσεων αποτελούνταν από πληθώρα νησιών και του γεγονότος ότι τόσο οι Σύμμαχοι όσο και οι Γερμανοί έπρεπε να στηριχθούν σε ναυτικές δυνάμεις για ενισχύσεις και εφόδια, το ναυτικό κομμάτι της εκστρατείας ήταν ιδιαίτερα έντονο. Αρχικά η ναυτική παρουσία αμφότερων των πλευρών υπήρξε χαμηλή. Τα περισσότερα από τα συμμαχικά πλοία είχαν μεταφερθεί στην κεντρική Μεσόγειο για την υποστήριξη των επιχειρήσεων στην Ιταλία, ενώ οι Γερμανοί δεν διέθεταν μεγάλη ναυτική δύναμη στο Αιγαίο. Οι αεροπορικές δυνάμεις τους όμως τους χάριζαν αεροπορική υπεροχή, προκαλώντας πολλές απώλειες σε συμμαχικά πλοία.

Ο αντιναύαρχος Βέρνερ Λάνγκε (Werner Lange), ο Γερμανός Ναυτικός Διοικητής του Αιγαίου, προσπάθησε να ενισχύσει τις απομονωμένες γερμανικές φρουρές και πραγματοποίησε επιχειρήσεις εναντίον των συμμαχικών φρουρών, ενώ ταυτόχρονα προσπάθησε να μεταφέρει Ιταλούς αιχμαλώτους πολέμου στην ηπειρωτική χώρα, γεγονός που προκάλεσε πολλές τραγικές απώλειες. Ταυτόχρονα τα συμμαχικά πλοία προσπαθούσαν να αναχαιτίσουν τις γερμανικές ενέργειες. Κατά τη διάρκεια αυτών τον επιχειρήσεων η πρώτη συμμαχική απώλεια, στις 14 Σεπτεμβρίου, ήταν το υποβρύχιο του Ελληνικού Βασιλικού Ναυτικού Κατσώνης, το οποίο εμβολίστηκε και βυθίστηκε από το καταδιωκτικό υποβρυχίων UJ 2101. Στις 23 Σεπτεμβρίου το αντιτορπιλικό του Βρετανικού Βασιλικού Ναυτικού HMS Eclipse βύθισε την τορπιλάκατο TA 10 και το ατμόπλοιο Donizetti, στο οποίο επέβαιναν 1.576 Ιταλοί αιχμάλωτοι[6]. Η ίδια τραγωδία επαναλήφθηκε ένα μήνα αργότερα, όταν βομβαρδιστικά B-25 της USAAF και Beaufighter της RAF βύθισαν το φορτηγό πλοίο Sinfra, στο οποίο επέβαιναν 2.389 Ιταλοί αιχμάλωτοι πολέμου, από τους οποίους σώθηκαν μόνο 539[6].

Στο σημείο αυτό επενέβη δυναμικά η Luftwaffe. Στις 26 Σεπτεμβρίου 25 Junkers 88 βύθισαν το ελληνικό αντιτορπιλικό Βασίλισσα Όλγα και το Βρετανικό HMS Intrepid στον όρμο Λακκί της Λέρου, την 1 Οκτωβρίου το ιταλικό αντιτορπιλικό Euro, ενώ στις 9 Οκτωβρίου βύθισαν το HMS Panther και προκάλεσαν σοβαρές ζημιές στο HMS Carlisle. Παράλληλα η περιορισμένη εμβέλεια των αντιτορπιλικών κλάσης Hunt HMS Aldenham, Πίνδος και Θεμιστοκλής δεν τους επέτρεψε να αναχαιτίσουν τη γερμανική νηοπομπή που κατευθύνονταν προς την Κω[6].

Οι απώλειες και από τις δύο πλευρές συνεχίστηκαν, παρόλο που μετά την πτώση της Κω και της αεροπορικής κάλυψης τα συμμαχικά ναυτικά επικεντρώθηκαν κυρίως σε αποστολές εφοδιασμού των απειλούμενων νήσων Λέρου και Σάμου, πραγματοποιώντας τις αποστολές τους κυρίως τη νύχτα. Από τις 22 έως τις 24 Οκτωβρίου ένα γερμανικό ναρκοπέδιο ανατολικά της Καλύμνου προκάλεσε τη βύθιση των HMS Hurworth και HMS Eclipse, ενώ το ΒΝ Αδριάς έχασε ολόκληρη την πλώρη του. Το πλοίο παρόλα αυτά κατάφερε να φτάσει στα τουρκικά παράλια και, μετά από επιτόπιες αυτοσχέδιες επισκευές, απέπλευσε για την Αλεξάνδρεια[6].

Τη νύχτα της 10 προς 11 Νοεμβρίου μία ομάδα που αποτελούνταν από τα βρετανικά αντιτορπιλικά HMS Petard, HMS Rockwood και το πολωνικό ORP Krakowiak βομβάρδισαν την Κάλυμνο και το HMS Faulknor την Κω, όπου συγκεντρώνονταν οι γερμανικές δυνάμεις για την επικείμενη επίθεση στη Λέρο. Παρόλα αυτά, η γερμανική νηοπομπή έφτασε με ασφάλεια στη Λέρο στις 12 Νοεμβρίου, συνοδευόμενη από περισσότερα από 25 πλοία, κυρίως καταδιωκτικά υποβρυχίων, τορπιλάκατους και ναρκαλιευτικά. Τις επόμενες νύχτες τα συμμαχικά αντιτορπιλικά προσπάθησαν να εντοπίσουν και να καταστρέψουν τα γερμανικά σκάφη, χωρίς όμως επιτυχία, και περιορίστηκαν στο βομβαρδισμό των γερμανικών θέσεων στη Λέρο. Όμως με την πτώση της Λέρου στις 16 Νοεμβρίου, τα συμμαχικά πλοία αποσύρθηκαν, εκκενώνοντας τις εναπομείνασες βρετανικές φρουρές[6].

Παράλληλα οι Γερμανοί είχαν αρχίσει να χρησιμοποιούν τα Do-217 της KG.100 μοίρας σε συνδυασμό με τον νέο τηλεκατευθυνόμενο πύραυλο Henschel Hs 293, σημειώνοντας δύο επιτυχίες, την πρόκληση σοβαρών ζημιών στο HMS Rockwood στις 11 Νοεμβρίου και τη βύθιση του HMS Dulverton δύο μέρες αργότερα[6]. Οι Σύμμαχοι, μεταξύ της 7ης Σεπτεμβρίου και της 18 Νοεμβρίου 1943, συνολικά έχασαν έξι αντιτορπιλικά και δύο καταδρομικά, ενώ άλλα δύο αντιτορπιλικά υπέστησαν ζημιές[16].

Συνέπειες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά την πτώση της Λέρου η Σάμος και τα άλλα μικρότερα νησιά εκκενώθηκαν. Οι Γερμανοί βομβάρδισαν τη Σάμο με αεροσκάφη Stuka (από το 1ο Σμήνος της 3ης Πτέρυρας Stuka στα Μέγαρα), αναγκάζοντας την ιταλική φρουρά, δυνάμεως 2.500 ανδρών, να παραδοθεί στις 22 Νοεμβρίου. Με την κατάληψη της Πάτμου, των Φούρνων και της Ικαρίας στις 18 Νοεμβρίου οι Γερμανοί ολοκλήρωσαν την κατάκτηση των Δωδεκανήσων, τα οποία κατείχαν μέχρι το τέλος του πολέμου. Η Μάχη της Δωδεκανήσου είναι μία από τις τελευταίες μεγάλες ήττες του Βρετανικού Στρατού στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και μία από τις τελευταίες γερμανικές νίκες. Η γερμανική νίκη επιτεύχθηκε κυρίως λόγω της απόλυτης αεροπορικής υπεροχής τους, η οποία προκάλεσε σημαντικές απώλειες στους Συμμάχους, ιδίως σε πλοία, και επέτρεψε τους Γερμανούς να ανεφοδιάζουν και να υποστηρίζουν τις δυνάμεις τους αποτελεσματικά.

Στα πλαίσια του Ολοκαυτώματος, η συμμαχική αποτυχία να καταλάβουν τα Δωδεκάνησα επηρέασε τον εβραϊκό πληθυσμό των νησιών. Στη Ρόδο, τα 1.700 μέλη της εβραϊκής κοινότητας συνελήφθησαν από τη Γκεστάπο τον Ιούλιο του 1944 και επιβίωσαν μόνο 160.

Λαϊκή κουλτούρα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Μάχη της Δωδεκανήσου, και κυρίως η Μάχη της Λέρου, ενέπνευσε το μυθιστόρημα «Τα Κανόνια του Ναβαρόνε» του 1957 και την ομώνυμη κινηματογραφική ταινία του 1961.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Jeffrey Holland (1988). The Aegean Mission: Allied Operations in the Dodecanese, 1943. United Kingdom: Greenwood Press. ISBN 978-0-313-26283-8. 
  • Anthony Beevor (1991). Crete, The Battle and the Resistance. United Kingdom: John Murray (Publishers). ISBN 0-7195-6831-5. 
  • Peter Schenk (2000). Kampf um die Ägäis. Die Kriegsmarine in den griechischen Gewässern 1941-1945. Germany: Mittler & Sohn. ISBN 978-3-8132-0699-9. 
  • Anthony Rogers (2007). Churchill's Folly: Leros and the Aegean — The Last Great British Defeat of World War II. Athens: Iolkos. ISBN 978-960-426-434-6. 
  • Viscount Cunningham of Hyndhope (1951). A Sailor's Odyssey. England: Hutchinson & Co. (Publishers) Ltd. 
  • Hans Peter Eisenbach (2009): "Fronteinsätze eines Stuka-Fliegers" Mittelmeer 1943 ISBN 978-3-938208-96-0, Helios-Verlag Aachen.
  • Isabella Insolvibile (2010). Kos 1943-1948. La strage, la storia. Italy: Edizioni Scientifiche Italiane. ISBN 9788849520828. 
  • Ανδρουλάκης, Γεώργιος, Ημέρες πολέμου στην Κω, Το χρονικό της στρατιωτικής καταιγίδας - 1943, Ιωλκός, Αθήνα 2013, (ISBN 978-960-426-698-2)

Εξωτερικές συνδέσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Dodecanese Campaign της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).