Ανταρτοπόλεμος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο ανταρτοπόλεμος (ή και Ανορθόδοξος πόλεμος) είναι ένα είδος ένοπλης αντιπαράθεσης που υιοθετείται συνήθως από επαναστάτες ή από πολίτες που αντιστέκονται σε μια δικτατορική κυβέρνηση ή μια δύναμη κατοχής ή δρουν συμπληρωματικά ως προς τον τακτικό στρατό σε ένα γενικευμένο πόλεμο. Σκοπός, είναι η ανατροπή μίας κυβέρνησης ή κάποια εσωτερική πολιτική αλλαγή (συνήθως αλλαγή εξουσίας). Αυτή η μορφή του πόλεμου επιλέγεται όταν οι ανθρώπινοι και υλικοί πόροι δεν είναι αρκετοί, και όταν οι συνθήκες δεν είναι κατάλληλες για τον σχηματισμό ενός τακτικού στρατού. Πολλές φορές μονάδες του τακτικού στρατού μετασχηματίζονται σε αντάρτικες ομάδες για δράση σε περιοχές όπου τον έλεγχο έχει ο αντίπαλος. Ο ανταρτοπόλεμος βασίζεται σε ένα σύνολο τακτικών, μεταξύ των οποίων είναι οι αιφνιδιαστικές επιθέσεις, ενέδρες, σαμποτάζ, απόκρυψη των δυνάμεων και αποφυγή κάθε περιττής επαφής με τον αντίπαλο που δεν θα μπορούσε να φέρει νίκη με πρακτικά οφέλη και χωρίς σημαντικές απώλειες.

Χαρακτηριστικές περιπτώσεις ανταρτοπόλεμου ήταν η δράση των παρτιζάνων του Τίτο στην Γιουγκοσλαβία κατά των Γερμανών κατακτητών, η δράση (σε αρχικά στάδια) των κομμουνιστών με ηγέτη τον Μάο Τσετούνγκ στον εμφύλιο πόλεμο της Κίνας, οι αγώνες των Βιετναμέζων του Χο Τσι Μιν στην Ινδοκίνα κατά της Γαλλικής αποικιοκρατίας. Άλλα σημαντικά αντάρτικα διεξήχθησαν στην Ελλάδα, στην Αλγερία, στην Μαλαισία, στην Κούβα, στην Νικαράγουα, στο Αφγανιστάν, στην Τσετσενία.

Τακτική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σοβιετικοί αντάρτες στην Λευκορωσία το 1943.

Χαρακτηριστικό του ανταρτοπόλεμου είναι το ευμετάβλητο και η ελαστικότητα των τακτικών του. Θεμέλιο είναι η κινητικότητα: γρήγορες κινήσεις και αλλαγές θέσεων για αποφυγή περικύκλωσης ή πραγματοποίηση αντικύκλωσης. Επίσης η κίνηση κατά την νύχτα είναι συνηθισμένη για τις αντάρτικες ομάδες. Οι αντάρτες επιλέγουν πάντα απροσπέλαστα σημεία και περιοχές όπου έχουν πλεονέκτημα έναντι του αντιπάλου, εξαπολύουν αιφνιδιαστικές επιθέσεις, και προτιμούν την υποχώρηση αντί της εμμονής για διατήρηση κάποιων θέσεων όταν η κατάσταση γι´αυτούς δεν είναι πλεονεκτική.

Το σαμποτάζ είναι μία σημαντική τακτική του ανταρτοπόλεμου. Αυτό μπορεί να σημαίνει καταστροφή των υποδομών οικονομίας του αντιπάλου (εργοστάσια, μονάδες παραγωγής ενέργειας), των συγκοινωνιών (οδικό και σιδηροδρομικό δίκτυο, γέφυρες) ή των επικοινωνιών (τηλεφωνικό δίκτυο, σταθμοί ασυρμάτων). Το σαμποτάζ μπορεί να είναι εθνικής κλίμακας ή κοντά στις γραμμές μάχης. Στην πρώτη περίπτωση μπορεί να έχει χαρακτήρα προπαγανδιστικό, ή πίεσης προς την αντίπαλη κυβέρνηση, ενώ στην δεύτερη αποτελεί υποστήριξη στις πολεμικές επιχειρήσεις.

Η εκτέλεση προσώπων σημαντικών για τον αντίπαλο και που η εξόντωση τους θεωρείται ωφέλιμη θεωρείται σημαντική τακτική [1]. Η εκτέλεση άσημων προσώπων αποφεύγεται για την αποφυγή άσκοπων αντιποίνων, και χαρακτηρίζεται συνήθως ως τυφλή τρομοκρατία.

Οι τακτικές του ανταρτοπόλεμου μπορεί να χρησιμοποιούνται και από δυνάμεις τακτικού στρατού σε καταδρομικές επιχειρήσεις, ωστόσο αυτό δεν θεωρείται ανταρτοπόλεμος όταν δεν προβλέπεται η εγκατάσταση των δυνάμεων σε περιοχές με φιλικό πληθυσμό και η συνέχιση των επιχειρήσεων από εκεί. Δηλαδή, καταδρομικές επιχειρήσεις σε περιοχές ελεγχόμενες από τον αντίπαλο και επάνοδος σε περιοχές με φίλιες τακτικές δυνάμεις δεν θεωρείται σε καμμία περίπτωση ανταρτοπόλεμος.

Οπλισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο οπλισμός των ανταρτών πολλές φορές είναι ο οπλισμός του αντιπάλου. Η αντάρτικη ομάδα μετά την νίκη της σε μια επίθεση αφαιρεί τον οπλισμό από τον αντίπαλο και τον χρησιμοποιεί για να οπλίσει νεοσύλλεκτους αντάρτες ή αντάρτες που δεν είχαν οπλισμό. Αποφεύγεται οπλισμός διαφορετικός από του αντιπάλου, για την δυσκολία εύρεσης πυρομαχικών. Τα πυρομαχικά (σφαίρες, χειροβομβίδες) που ξοδεύτηκαν σε μια μάχη, λαμβάνονται από τον ηττημένο αντίπαλο.

Βαρέα όπλα όπως πυροβόλα δεν χρησιμοποιούνται συνήθως, και όταν τυχόν καταλαμβάνονται είναι πολύ πιθανό να χρησιμοποιηθούν για μία μόνο φορά εναντίον του αντιπάλου και κατόπιν εγκαταλείπονται χωρίς να υπάρχει διάθεση προστασίας τους, λόγω της δυσκολίας μεταφοράς και απόκρυψής τους. Τα βαρύτερα όπλα που χρησιμοποιούν οι αντάρτες είναι τα ελαφρά αντιαρματικά (μπαζούκα), οι νάρκες και οι αυτοσχέδιες βόμβες μολότωφ. Σε οργανωμένα αντάρτικα, δεν λείπουν τα εργαστήρια παρασκευής εκρητικών υλών που χρησιμοποιούνται σε σαμποτάζ και ενέδρες.

Αντάρτες και πληθυσμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μεγάλο μέρος των πόρων των ανταρτικών ομάδων προέρχεται από τον τοπικό πληθυσμό της περιοχής όπου είναι ενεργές. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να απολαμβάνουν την αποδοχή του πληθυσμού, κάτι που αποδεικνύεται από το ότι επιτυχημένα αντάρτικα διεξήχθησαν μόνο σε περιοχές όπου ο πληθυσμός ήταν θετικός ως προς τον σκοπό που επιδίωκαν οι αντάρτες, και οι οποίοι με την σειρά τους φέρονταν ήπια στον μη μάχιμο πληθυσμό. Στην περίπτωση επαναστατικών αντάρτικων όπως της κινεζικής επανάστασης,του εμφύλιου στην Κούβα ή της ΕΑΜικης αντίστασης, οι αντάρτικες ομάδες έπαιξαν και τον ρόλο του κοινωνικού αναμορφωτή, προωθώντας λαϊκά μέτρα όπως αγροτική μεταρρύθμιση, εκπαίδευση κλπ.

Υλικά που χρειάζονται οι αντάρτες και δεν μπορούν να αποκτηθούν από τον αντίπαλο, λαμβάνονται από τον τοπικό πληθυσμό, είτε με την μορφή κατάσχεσης από μεγαλοκτηματίες (στην περίπτωση κοινωνικών αντάρτικων) είτε με παραχώρηση «κουπονιών» [2] δηλαδή αποδείξεις και υποσχετικά για την εξόφληση των αγαθών μετά την επικράτηση επί του αντιπάλου.

Κατά την εξάπλωση ενός ανταρτοπόλεμου, οι αρχικές ομάδες αποτελούν πυρήνα στον οποίο προσέρχονται νέοι μαχητές από τις λαϊκές μάζες και με τον καιρό δημιουργούνται νέες ομάδες. Η εξάπλωση των ομάδων γίνεται σε ευνοϊκό γι’αυτές έδαφος (δηλαδή έδαφος δυσπρόσιτο στον αντίπαλο, με καλές συνθήκες για απόκρυψη και άμυνα, συνήθως δασώδες και ορεινό). Εκεί οι αντάρτικες ομάδες αναλαμβάνουν την κυριαρχία της περιοχής, την οποία οργανώνουν, δημιουργώντας μονάδες παραγωγής αγαθών που είναι απαραίτητα στον αγώνα (πολεμοφόδια, υπόδηση, ρουχισμός, τρόφιμα). Όταν ένα μεγάλο μέρος μιας περιοχής είναι πλέον απρόσιτο για τον αντίπαλο, δημιουργείται ένα νέο κράτος, με αντίστοιχες υποδομές. Τόσο στην Κούβα, όσο και στην Ελλάδα, οι αντάρτες δημιουργούσαν στις περιοχές που ήταν υπό τον έλεγχό τους, σχολεία, νοσοκομεία, εφάρμοζαν νόμους και επέβαλλαν φορολογία.

Το αντάρτικο μπορεί να δημιουργηθεί όταν έχουν ωριμάσει οι συνθήκες για κάτι τέτοιο, όταν δηλαδή η καταπίεση που νιώθει ο λαός είναι σε τέτοιο επίπεδο που να επιθυμεί την απαλλαγή του από αυτήν, ή σύμφωνα με αυτά που υποστηρίζει ο Γκεβάρα από την εμπειρία του στη Κουβανική επανάσταση, «ο ίδιος ο ξεσηκωμός δημιουργεί συνθήκες ωρίμανσης».

Οργάνωση αντάρτικου στρατού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Για ένα αντάρτικο στρατό, ο Γκεβάρα προτείνει μάχιμες μονάδες των εκατό ανδρών, χωρισμένη σε υπομονάδες 30-40 ανδρών, και με την σειρά τους σε αποσπάσματα των 8-12 ανδρών. Τονίζει ιδιαίτερα ότι οι ηγέτες των μονάδων μπορεί να έχουν κάποιους βαθμούς που όμως δεν έχουν καμμία σημασία: ο ηγέτης μιας μονάδας 40 ανδρών μπορεί να ονομαστεί συνταγματάρχης αλλά και πάλι θα έχει μόνο 40 άνδρες.

Η αρχική οργάνωση μπορεί να γίνει από μια ολιγομελή ομάδα, που κάνει μερικά χτυπήματα και κρύβεται, αποκτά επαφές με τους αγρότες, και συμπεριλαμβάνει μέσα της μερικούς από αυτούς. Οι αντάρτικες ομάδες προτιμούν ως νέα μέλη χωρικούς που έχουν γνώση της περιοχής όπου ενεργεί, κάτι σημαντικό για την γρήγορη κίνηση και την απόκρυψή της.

Αντιμετώπιση του ανταρτοπόλεμου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στον πόλεμο των Μπόερς, ο αγγλικός στρατός έκλεισε τους αμάχους σε στρατόπεδα συγκέντρωσης για να αποτρέψει τον εφοδιασμό των ανταρτών με επιτυχία. Στη φωτογραφία, γυναικόπαιδα σε στρατόπεδο συγκέντρωσης (1910).

Η καταβολή των ανταρτών είναι χρονοβόρα διαδικασία (η αντιμετώπισή τους διαρκεί πολύ καιρό) και απαιτεί τη δέσμευση πολλών πόρων, (ανθρώπινου δυναμικού, εξοπλισμών, οικονομικών πόρων) και ιδιαίτερης αντι-ανταρτικής τακτικής. Όταν από απλή ενόχληση οι αντάρτες αποτελέσουν σοβαρή απειλή, τότε για την αντιμετώπισή τους απαιτείται ισχυρή θέληση και απόφαση εκ μέρους των κυρίαρχων (κυβερνητικών) δυνάμεων. Επισημαίνεται, ότι το κόστος διατήρησης δυνάμεων ανταρτοπόλεμου είναι πολύ χαμηλότερο από το κόστος διατήρησης ενός συμβατικού/τακτικού στρατού αφού βασίζεται κυρίως σε εθελοντισμό και έντονο ψυχικό πάθος.

Για την αντιμετώπιση των ανταρτών απαιτείται ευελιξία/ευκινησία του συμβατικού/τακτικού στρατού, οικονομικός αποκλεισμός των ανταρτών, μετακινήσεις πληθυσμών, επιβολή αντιποίνων, κτλ. ώστε να στερηθεί ο αντάρτικος στρατός από τους υλικούς και ανθρώπινους πόρους του είτε λόγο του ίδιου του αποκλεισμού είτε από την κάμψη του ηθικού του ντόπιου πληθυσμού στον οποίο στηρίζεται. Συνήθως ο οικονομικός αποκλεισμός μιας περιοχής προκαλεί προβλήματα τροφοδότησης αρχικά του ντόπιου πληθυσμού και κατά συνέπεια των ανταρτών. Η μετακίνηση του πληθυσμού ισοδυναμεί με το παραπάνω, με το πλεονέκτημα ότι εκτός από τους υλικούς πόρους, στερεί τον αντάρτικο στρατό από πιθανούς ένοπλους μαχητές. Τα αντίποινα μπορεί να κάμψουν το ηθικό του πληθυσμού ώστε είτε να του διαλύσουν την διάθεση για αντίσταση, είτε να την αποτρέψουν από τον φόβο για μεγαλύτερα αντίποινα, είτε να μεταστρέψουν την υποστήριξη του πληθυσμού σε αντιπάθεια κατά του αντάρτικου στρατού.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το ιστορικά παλαιότερο παράδειγμα ανταρτών ήταν οι Καρδούχοι (πρόγονοι των Κούρδων) με τους οποίους συγκρούσθηκαν οι Μύριοι του Ξενοφώντος (Κύρου Ανάβαση - Κάθοδος των Μυρίων). Ως "ανταρτοπόλεμος" χαρακτηρίστηκε και η ισπανική αντίσταση κατά του Μεγάλου Ναπολέοντα, απ΄ όπου και έλαβε τον διεθνή όρο «guerilla», δηλαδή "μικρός πόλεμος". Ένα είδος ανταρτοπόλεμου ήταν αυτός που χρησιμοποίησε ο Ιωσήφ Γκαριμπάλντι στον πόλεμο για την ένωση της Ιταλίας. Οι Μπόερς στην Νότια Αφρική μετά την ήττα των τακτικών δυνάμεών τους αποδείχτηκαν ικανότατοι αντάρτες. Αργότερα ο Νταίηβιντ Λώρενς οργάνωσε τους Άραβες για διεξαγωγή ανταρτοπόλεμου εναντίον των Οθωμανών αλλά και η πρώτη φάση του αγώνα του Κεμάλ Ατατούρκ κατά των ελληνικών στρατευμάτων στη Μικρά Ασία ήταν ανταρτοπόλεμος.

Κατά την διάρκεια του Β’ Παγκόσμιου Πόλεμου, δημιουργήθηκαν πολλά σημαντικά αντάρτικα, όπως στην Γιουγκοσλαβία, με τους παρτιζάνους του Τίτο και του Ντράζα Μιχαήλοβιτς, στην Ελλάδα με τις ομάδες του ΕΛΑΣ, της ΕΠΟΝ και του ΕΔΕΣ, οι Μακί στην Γαλλία. Οι σοβιετικοί επίσης χρησιμοποίησαν αντάρτικες ομάδες που δρούσαν πίσω από τις γραμμές μετώπου των Γερμανών.

Με την λήξη του Β’ Παγκόσμιου Πόλεμου, δημιουργήθηκε ένα νέο κύμα ανταρτοπόλεμων. Ένας σημαντικός ανταρτοπόλεμος διεξήχθη κατά τον Ελληνικό Εμφύλιο Πόλεμο, όπου συνεπλάκησαν οι κομμουνιστές με τον τακτικό στρατό. Περισσότερα ήταν τα κινήματα κατά της αποικιοκρατίας, στις Φιλιππίνες, την Ινδονησία, την Βιρμανία. Στην Κίνα, μετά τις αρχικές του αποτυχίες, ο κομμουνιστικός ανταρτικός στρατός κατάφερε να καταλάβει το σύνολο της ηπειρωτικής Κίνας νικώντας τον τακτικό εθνικιστικό στρατό του Τσανκ Κάι Σεκ. Στο Βιετνάμ ο ανταρτοπόλεμος που διεξήγαγαν οι κομμουνιστές και ο στρατός του Βόρειου Βιετνάμ προκάλεσαν μεγάλες απώλειες στις δυνάμεις του Νότιου Βιετνάμ και των ΗΠΑ, και ήταν καθοριστικές για το αποτέλεσμα του πολέμου του Βιετνάμ.

Οι τακτικές του ανταρτοπόλεμου χρησιμοποιήθηκαν επίσης στο Αφγανιστάν και στην Τσετσενία εναντίον των Ρώσων, και στο Ιράκ εναντίον των Αμερικανών.

Παραδείγματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραδείγματα επιτυχημένου ανταρτοπολέμου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραδείγματα μη-επιτυχημένου ανταρτοπολέμου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραδείγματα συνεχιζόμενου ανταρτοπολέμου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σημειώσεις και παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Γκεβάρα σ.110
  2. «Κουπόνια της ελπίδας» Γκεβάρα σ.50
  3. «Γκουσμάν, ο διανοούμενος του τρόμου»

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]