Φασιστική Ιταλία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Σημαία της Ιταλίας κατά τη Φασιστική περίοδο

Φασιστική Ιταλία ονομάζεται το κράτος του Βασιλείου της Ιταλίας κατά την περίοδο της διακυβέρνησης από τον δικτάτορα Μπενίτο Μουσολίνι («Ντούτσε») από το 1922 έως το 1943 μετά απ' την εισβολή στη Σικελία το 1943. Διάδοχός της ήταν το ψευδοκράτος Ιταλική Κοινωνική Δημοκρατία η αλλιώς Ιταλική Δημοκρατία του Σαλό, υποτελής διοικητική οντότητα της Ναζιστικής Γερμανίας.

Αρχή του Καθεστώτος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 3 και 4 Οκτωβρίου του 1922 εισβάλλουν στις πόλεις της Γένοβας, του Λιβόρνο και της Ανκόνα οι φασιστικές ομάδες Μελανοχιτώνων του Εθνικού Φασιστικού Κόμματος και εγκαθιδρύουν τοπικές φασιστικές διοικήσεις.Ο Μπενίτο Μουσολίνι στις 28 Οκτωβρίου οργανώνει την Πορεία προς τη Ρώμη (Marcia su Roma) και στις 31 Οκτωβρίου 100.000 Μελανοχίτωνες, μέλη των Φασιστικών Φαλάγγων, εισέρχονται στη Ρώμη και παρατάσσονται απέναντι από την αστυνομία και τους Κυανοχίτωνες του βασιλικού στρατού. Ο Βασιλιάς Βίκτωρ Εμμανουήλ Γ΄ (Vittorio Emanuele III), αδυνατώντας να ελέγξει την κατάσταση και με την απειλή του εμφυλίου να επικρέμαται πάνω από τη χώρα, παραδίδει την εξουσία στον Μουσολίνι, ορίζοντάς τον πρωθυπουργό.

Αρχικά στο κοινοβούλιο υποστηρίχθηκε από τους φιλελεύθερους. Με τη βοήθειά τους εισήγαγε διατάξεις λογοκρισίας και τροποποίησε το εκλογικό σύστημα έτσι ώστε το 1925 ήταν σε θέση να αναλάβει δικτατορικές εξουσίες και να διαλύσει όλα τα άλλα πολιτικά κόμματα και τα μη φασιστικά συνδικάτα. Συνακόλουθα, διέλυσε το κοινοβούλιο και ίδρυσε, από τις εφεδρείες των Μελανοχιτώνων, τη Φασιστική Αστυνομία, με ευρείες αρμοδιότητες καταστολής. Ο κρατικός μηχανισμός, ευρισκόμενος πλέον πλήρως στα χέρια του, χρησίμευε ως μέσο προπαγάνδας και ανάσχεσης κάθε αντιπολιτευόμενης φωνής. Η δολοφονία, το 1924, από φασίστες, του σοσιαλιστή βουλευτή Τζιάκομο Ματτεόττι (Giacomo Matteotti), που προσπαθούσε να καταγγείλει τη δράση του Μουσολίνι, υπήρξε η αρχή μιας παρατεταμένης πολιτικής κρίσης στην Ιταλία, η οποία δεν έληξε παρά στις αρχές του 1925, όταν ο Μουσολίνι εγκαθίδρυσε μία προσωποπαγή ολοκληρωτική δικτατορία.

Η διακυβέρνηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Μουσολίνι απέδιδε τεράστια σημασία στην προπαγάνδα εντός και εκτός Ιταλίας. Ο τύπος, το ραδιόφωνο, η εκπαίδευση και η κινηματογραφική παραγωγή εποπτεύονταν προσεκτικά, ώστε να κατασκευάσουν την πλάνη ότι ο φασισμός ήταν το δόγμα του 20ού αιώνα που αντικαθιστούσε τον φιλελευθερισμό και τη δημοκρατία, καθώς και να καλλιεργήσουν τον μύθο του Duce (Ντούτσε, Ηγέτη), όπως αρεσκόταν να αποκαλείται. Το 1929 υπέγραψε την πρώτη συμφωνία (κονκορδάτο) αλληλοαναγνώρισης μεταξύ του Παπικού Κράτους του Βατικανού και του Βασιλείου της Ιταλίας.

Εξωτερική πολιτική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην εξωτερική πολιτική, η Ιταλία δείχνει την δύναμή της ξεκινώντας τις επεκτάσεις της. Με αφορμή τις δολοφονίες από αγνώστους,Ιταλών στρατιωτών στα ελληνοαλβανικά σύνορα, οι οποίοι είχαν αποσταλεί προκειμένου να συμμετάσχουν ως μέλη της Διεθνούς Επιτροπής για τη διευθέτηση προβλήματος μεταξύ Ελλάδας και Αλβανίας βομβαρδίζει και καταλαμβάνει την Κέρκυρα, το 1923.

Η Ιταλία θεώρησε υπεύθυνη την ελληνική κυβέρνηση και απαίτησε ικανοποίηση ηθική και οικονομική. Όταν η κυβέρνηση αρνήθηκε να παράσχει οποιαδήποτε ικανοποίηση, δηλώνοντας ότι η Ελλάδα δεν έχει καμία σχέση με το γεγονός, ο Μουσολίνι διέταξε τον ιταλικό στόλο να βομβαρδίσει και να καταλάβει την Κέρκυρα. Επιπλέον, με την καταδίκη από την Κοινωνία των Εθνών του γεγονότος του βομβαρδισμού, απείλησε με απόσυρση της Ιταλίας από τον Οργανισμό.

Λίγο αργότερα επιβλήθηκε στη Λιβύη, που βρισκόταν σε κατάσταση χαλαρής αποικιακής εξάρτησης από την Ιταλία από το 1912, πλήρης διοικητικός έλεγχος.Μετά από λίγα χρόνια το 1935 από έναν πόλεμο η Φασιστική Ιταλία καταλαμβάνει και προσαρτά από την Ιταλική Σομαλία την Αβυσσηνία (σήμερα λέγεται Αιθιοπία) και η καταδίκη της Κοινωνίας των Εθνών αναγκάζει την Ιταλία να συμμαχήσει με την Ναζιστική Γερμανία.

Έναν χρόνο αργότερα, το 1936, στον Ισπανικό Εμφύλιο Πόλεμο παίρνει το μέρος της ισπανικής Χούντας χωρίς όρους πληρωμής του τεράστιου υλικού που αποστέλλει, ενώ ακολουθούν και ιταλικά στρατεύματα, δήθεν εθελοντών, που παίρνουν μέρος αμέσως στις μάχες μετά την αποβίβασή τους στη Σεβίλλη. Εντούτοις, οι Ιταλοί στρατιώτες δεν περιμένουν να βρουν σοβαρή αντίσταση και χάνουν αρκετές μάχες, ειδικά εκείνη στην Γκουανταλαχάρα, που ο Μουσολίνι πίστευε ότι θα του ανοίξει τον δρόμο για τη Μαδρίτη. Πρόκειται για τον πρώτο θρίαμβο των Δημοκρατικών, για τον οποίο έγραψε με θερμά λόγια ο ανταποκριτής Έρνεστ Χέμινγουεϊ. Είναι αξιοσημείωτο ότι στην Ισπανία είχαν καταφύγει πολλοί αριστεροί Ιταλοί, το σώμα των "Γκαριμπάλντι" των Διεθνών Ταξιαρχιών, οι οποίοι πολέμησαν γενναία κι αποτελεσματικά εναντίον των φασιστών Ιταλών, έχοντας ανάμεσά τους πολλούς πρώην συναδέλφους του Μουσολίνι από την εποχή που ο νυν Ντούτσε βρίσκονταν στις σοσιαλιστικές τάξεις.

Η Ιταλία το 1938 κάνει τα στραβά μάτια όταν γίνεται το Άνσλους και αποκτά σύνορα με την Γερμανία και ξεχνά ότι είχε απειλήσει με πόλεμο τον Χίτλερ σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Όταν ο Χίτλερ ζητά ακόμα περισσότερα από τους Αγγλογάλλους, απειλώντας για πόλεμο σε αντίθετη περίπτωση, στο παρασκήνιο οι Άγγλοι ζητούν από τον Μουσολίνι να επέμβει και να πείσει τον Χίτλερ να δεχτεί έναν τελευταίο συμβιβασμό.

Η Διάσκεψη του Μονάχου τον Σεπτέμβριο του 1938 εξελίσσεται σε ένα υπερθέαμα: Ο ηγέτης της Φασιστικής Ιταλίας Μπενίτο Μουσολίνι κερδίζει τη φήμη του μεγάλου ειρηνοποιού, επειδή "πείθει" τον Χίτλερ, ενώ ο Άγγλος πρωθυπουργός Νέβιλ Τσάμπερλεν πιστεύει ότι κέρδισε μια ειρήνη διαρκείας ξεπουλώντας μία μικρή χώρα, την Τσεχοσλοβακία, στον Χίτλερ. Στην πραγματικότητα πρόκειται για τραγικό σφάλμα της αγγλικής διπλωματίας, γιατί ο Μουσολίνι και ο Χίτλερ είχαν προσυνεννοηθεί και είχαν από κοινού καταρτίσει τους όρους της Συμφωνίας εν αγνοία, φυσικά, των Αγγλογάλλων. Ουσιαστικά, οι τέσσερις ηγέτες, Γερμανίας, Ιταλίας, Αγγλίας και Γαλλίας δεν διαπραγματεύτηκαν τίποτα, απλά υπέγραψαν όσα οι Μουσολίνι - Χίτλερ είχαν προετοιμάσει. Επιπλέον, ο Μουσολίνι εξέφρασε υποκριτικά την δυσαρέσκειά του στον Άγγλο πρωθυπουργό Τσάμπερλεν, επειδή η Ιταλία δεν είχε κανένα όφελος από την όλη συμφωνία, παρά την καλή θέληση που επέδειξε. Υπάρχει σχόλιο σε αυτό το σημείο από τον Τσάμπερλεν, ο οποίος δήλωσε: 'Ναι, μοιάζει σαν να ανταμείψαμε το κακό παιδί (εννοεί τον Χίτλερ) και στο καλό (εννοεί τον Μουσολίνι) δεν δώσαμε τίποτε'. Η αλήθεια, όμως, είναι ότι ο Μουσολίνι ήταν έτοιμος να αναζητήσει τα δικαίωματά του στο πλευρό εκείνου που υποσχόταν περισσότερα. Χωρίς αμφιβολία, η υποχωρητικότητα των Αγγλογάλλων ενίσχυσε την απόφαση των δύο δικτατόρων να δράσουν περαιτέρω και τον Μάιο του 1939 εξαγγέλλεται το Χαλύβδινο Σύμφωνο με τον Χίτλερ. Μέσα σε ένα χρόνο ο Μουσολίνι είχε ήδη οριστικοποιήσει τα μέρη που ήθελε να κατακτήσει. Η Ελλάδα βρισκόταν, φυσικά, στην πρώτη σειρά και οι δύο δικτάτορες είχαν μάλιστα αποφασίσει τον διαμελισμό της Μακεδονίας σε Ανατολική και Δυτική, την οποία θα έλεγχαν Γερμανοί και Ιταλοί αντίστοιχα, χρησιμοποιώντας σαν "αστυνομικό προσωπικό" την συγκατοχή Βουλγάρων και Αλβανών, τους οποίους έλεγχαν. Αυτό μαθεύτηκε δια μέσου των Ελλήνων πρεσβευτών στη Μαδρίτη, πιθανόν από την υπηρεσία Άμπβερ του Βίλχελμ Κανάρις, ο οποίος επί χρόνια συνεργάζονταν με την Αγγλική Αντικατασκοπεία και είχε ήδη βοηθήσει σε απόπειρα δολοφονίας του Χίτλερ. Η κυβέρνηση Μεταξά μετά από αυτό το γεγονός συντάχθηκε στο πλευρό των Άγγλων στην αναμενόμενη διαμάχη που ήταν γνωστή ήδη από τότε. Οι εκδοχές ότι ο Μεταξάς ακολουθούσε φιλογερμανική πολιτική και ήθελε να παραδώσει την Ελλάδα στον Χίτλερ προκύπτει από εκτιμήσεις ατόμων που δεν αναφέρονται σε ιστορικά γεγονότα, αλλά κρίνουν από το γεγονός ότι το καθεστώς Μεταξά ήταν, όντως, φιλοναζιστικό. Αλλά οι πολιτικές πεποιθήσεις και η εξωτερική πολιτική σχεδόν ποτέ δεν ακολουθούν η μία την άλλη.

Μία υποχώρηση του Μουσολίνι στον Χίτλερ ήταν, επίσης, η δίωξη των Εβραίων και η δημιουργία καθεστώτος φυλετικών διακρίσεων στην Φασιστική Ιταλία. Πριν από αυτό, οι Εβραίοι δεν διώκονταν από την κυβέρνηση του Μουσολίνι, ενώ επιτρεπόταν να κατέχουν υψηλές θέσεις στο φασιστικό κόμμα. Τα μέλη της TIGR, μιας σλοβενικής αντιφασιστικής ομάδας, σχεδίαζαν να δολοφονήσουν τον Μουσολίνι στο Kobarid το 1938, αλλά απέτυχαν. Είναι, όμως, χαρακτηριστικό ότι ο Ιταλός βασιλιάς, Βίκτωρ Εμμανουήλ Γ΄, αν και σοκαρίστηκε από αυτήν την πράξη, δεν τόλμησε να αρνηθεί την υπογραφή του σχετικού νόμου, απόδειξη ότι η ισχύς του Μουσολίνι δεν αμφισβητήθηκε ποτέ από την άρχουσα ιταλική τάξη.

Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος - συνέχεια των επιχειρήσεων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Καθώς πλησίαζε ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος ο Μουσολίνι εξήγγειλε την πρόθεσή του για προσάρτηση της Μάλτας, της Κορσικής και της Τυνησίας. Τον Απρίλιο του 1939 καταλαμβάνει την Αλβανία αποκτώντας έτσι σύνορα με την Ελλάδα. Αν και επί 15 έτη διακήρυσσε τις αρετές του πολέμου και τη στρατιωτική ετοιμότητα της Ιταλίας, οι δυνάμεις του ήταν απολύτως απροετοίμαστες όταν ο Χίτλερ οδήγησε, με την εισβολή του στην Πολωνία, ολόκληρη την Ευρώπη σε ένα νέο Πόλεμο.

Η Φασιστική Ιταλία παρέμεινε ουδέτερη έως ότου βεβαιωθεί ποια πλευρά θα κέρδιζε. Μετά την πτώση της Γαλλίας το 1940 κήρυξε τον πόλεμο στους Συμμάχους ελπίζοντας ότι ο πόλεμος θα διαρκούσε μόνο μερικές εβδομάδες επιπλέον. Εντούτοις, δεν πρέπει να λησμονείται ότι τα σχέδιά του είχαν ήδη βλέψεις για τα Βαλκάνια και την Ανατολική Μεσόγειο, με σκοπό να "ανοιχτεί" στις πετρελαιοπηγές του Κόλπου και αποτελούσε μυστικό τμήμα στο "Χαλύβδινο Σύμφωνο". Πριν την Πολωνία, όμως, ο Χίτλερ είχε ξεκινήσει έντονες διαβουλεύσεις με τη Ρουμανία και τη Βουλγαρία για να τον δεχτούν σαν σύμμαχο, κάτι που εκ των πραγμάτων δεν απέφυγαν. Φυσικά οι Βούλγαροι πήραν σαν "δώρο" το Ελληνικό τμήμα της Θράκης - την οποία τελικά καταπάτησαν στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο - και οι Ρουμάνοι τη Μολδαβία, που ήταν ως τότε Ρωσική περιοχή. Ο Μουσολίνι κατάλαβε, λοιπόν, ότι μπήκε μπροστά ένα σχέδιο, που ουσιαστικά έβαζε στο χέρι πολύ σημαντικά μέρη στην Ευρώπη, αλλά εκείνος, παρά το σχέδιο του Άξονα, δεν είχε καν ενημερωθεί για την επίθεση στην Πολωνία. Κατάλαβε, επίσης, ότι μάλλον ήταν ο αιώνιος ξεγελασμένος στην υπόθεση. Αποφάσισε ότι δεν είχε άλλο χρόνο να χάσει και προσπάθησε ταχύτατα να εκτελέσει το κομμάτι της συμφωνίας που του αντιστοιχούσε. Ξεκίνησε την επίθεση εναντίον της Ελλάδας με πολύ εσπευσμένες κινήσεις και χωρίς την σύμφωνη γνώμη του Επιτελείου του, για τον Σεπτέμβριο του 1940. Οι επιτελείς του με δυσκολία κέρδισαν ένα μήνα παράταση κι έτσι, την 28η Οκτωβρίου, πραγματοποιήθηκε η επίθεση κατά της Ελλάδας.

Η επίθεσή του στην Ελλάδα στις 28 Οκτωβρίου 1940 αποκάλυψε την γύμνια της πολεμικής του μηχανής, η οποία, αν και σαφέστατα ισχυρότερη σε σχέση με τις μικρότερες χώρες, περιείχε πολλά οργανωτικά και ανεφοδιαστικά κενά, ενώ τα μηχανοκίνητα και η αεροπορία του είχαν τεχνικές επιδόσεις καλές μάλλον για το διάστημα του Μεσοπολέμου παρά για το 1940. Οι δυνάμεις του υπέστησαν πανωλεθρία και εξωθήθηκαν στην αλβανική ενδοχώρα.Από αυτή την ενέργεια η Φασιστική Ιταλία έχασε τον έλεγχο της Βόρειας Ηπείρου και μόνο η επέμβαση των γερμανικών στρατευμάτων κατάφερε να κάμψει τις ελληνικές δυνάμεις τον Απρίλιο του 1941.

Μετά απ' αυτό η Ιταλία ακολούθησε την Γερμανία στην κήρυξη πολέμου στη Σοβιετική Ένωση τον Ιούνιο του 1941 και των Ηνωμένων Πολιτειών το Δεκέμβριο του ίδιου έτους. Εδώ, πάντως, υπήρξε ένα σοβαρό διπλωματικό λάθος: οι πολυπληθείς Αμερικανοϊταλοί μετανάστες ήταν σχεδόν ολόψυχοι υποστηρικτές της Φασιστικής Ιταλίας και στράφηκαν εναντίον του μετά αυτήν την απόφαση, που, εν πολλοίς, θα του στοίχιζε και την πτώση της ιταλικής χερσονήσου το 1944.

Η πτώση και το διάδοχο κράτος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά τις στρατιωτικές αποτυχίες σε Ελλάδα, Γιουγκοσλαβία και Σοβιετική Ένωση, η δημοφιλία της Ιταλίας άρχισε να καταβαραθρώνεται ακόμα και εντός του κόμματός του Μουσολίνι. Η αποβίβαση των συμμαχικών στρατευμάτων στη Σικελία το 1943 έστρεψε εναντίον του το σύνολο των συντρόφων του. Στις 24 Ιουλίου 1943 το Gran Consiglio del Fascismo (Μεγάλο Φασιστικό Συμβούλιο) ψήφισε τη μεταβίβαση της εκτελεστικής εξουσίας στον Βασιλιά Βίκτωρα Εμμανουήλ Γ΄. Ο Βασιλιάς κάλεσε τον Μουσολίνι στα Ανάκτορα και του αφαίρεσε κάθε εξουσία, ενώ κατά την έξοδό του συνελήφθη και εξορίστηκε στο Γκραν Σάσσο (Gran Sasso), στα Αβρούζια Όρη της κεντρικής Ιταλίας, σε πλήρη απομόνωση και το τέλος της Φασιστικής Ιταλίας.

Αμέσως μετά η Γερμανία έσπευσε σε βοήθεια προς τον Μουσολίνι.Η υπογραφή παράδοσης από μέρους της νέας ιταλικής κυβέρνησης οδήγησε στην εισβολή από βορρά των ναζιστικών στρατευμάτων και την κατάληψη μέρους της βόρειας Ιταλίας. Με μία εντυπωσιακή επιχείρηση Γερμανοί αλεξιπτωτιστές απελευθέρωσαν το Μουσολίνι και τον φυγάδευσαν στα γερμανοκρατούμενα εδάφη. Εκεί ίδρυσε την συνέχεια της Φασιστικής Ιταλίας, την Repubblica Sociale Italiana (Ιταλική Κοινωνική Δημοκρατία) η αλλιώς Ιταλική Δημοκρατία του Σαλό.