Γραμμή Μαζινό

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τμήμα οχυρωματικών έργων της Γραμμής Μαζινό στο Σενενμπούρ (Schoenenbourg) της Αλσατίας

Η γραμμή Μαζινό (ligne Maginot) ήταν μια σειρά υπόγειων οχυρωματικών έργων, που άρχισε να κατασκευάζεται μετά τον Α' Π.Π. καλύπτοντας σε μήκος ολόκληρη τη γαλλο-γερμανική μεθόριο. Έμεινε στη σύγχρονη ιστορία ως το μεγαλύτερο σε μήκος οχυρωματικό έργο που κατασκευάστηκε στην Ευρώπη, αλλά και το ατυχέστερο παγκοσμίως αφού ουδέποτε απέδωσε του σκοπού του. Η αναφορά της γραμμής Μαζινό στους στρατιωτικούς κύκλους έχει ταυτιστεί σήμερα με την έννοια της πανωλεθρίας, μετά την οποία και καταλήφθηκε η Γαλλία στον Β' Π.Π..

Έλαβε το όνομά της από τον εισηγητή της κατασκευής της, τον τότε υπουργό Πολέμου της Γαλλίας, Αντρέ Μαζινό (André Maginot).

Το υπόβαθρο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με τη λήξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου το Νοέμβριο του 1918 η Γαλλία, παρ' ότι μια από τις νικήτριες δυνάμεις, αντιμετώπισε σοβαρό δημογραφικό πρόβλημα. Είχε χάσει περισσότερο από ένα εκατομμύριο νέους, ενώ 4 έως 5 εκατομ. ήταν οι τραυματίες της. Με τη λήξη της σύρραξης πρόβαλε επιτακτικά ένα συνακόλουθο σημαντικό πρόβλημα: Πώς θα έπρεπε να αντιμετωπιστεί ενδεχόμενη νέα σύρραξη. Το θέμα αυτό υπήρξε αντικείμενο συζητήσεων μεταξύ του Πρωθυπουργού Ζωρζ Κλεμανσώ και του Στρατάρχη Πεταίν, επικεφαλής των Ενόπλων Δυνάμεων:[1] Η Συνθήκη των Βερσαλλιών, μολονότι ικανοποιούσε την εθνική υπερηφάνεια των Γάλλων, πρακτικά εξουθενώνοντας τους ηττημένους μέχρις εξοντώσεως, αποτελούσε σημαντικό αίτιο για νέα ένοπλη σύρραξη. Την εποχή εκείνη, όμως, υπήρχαν αρκετοί Γάλλοι πολιτικοί (σημαντικότερος από αυτούς ο ίδιος ο Κλεμανσώ), οι οποίοι πίστευαν ότι η Γερμανία "την είχε γλιτώσει φθηνά". Εν τούτοις, αρκετοί σημαντικοί ηγέτες, όπως ο Στρατάρχης Φερντινάν Φος υποστήριξαν εξ αρχής ότι η Συνθήκη αυτή ήταν απλά μια ανακωχή και ότι ο πόλεμος δεν θα σταματούσε στο σημείο αυτό. Έμελλε να δικαιωθεί μόλις είκοσι χρόνια αργότερα.

Στο σημείο αυτό εμφανίστηκαν τρεις αντίθετες σχολές: Η μία, με βασικό υποστηρικτή τους Στρατάρχες Φος και Πεταίν, υποστήριζε ότι χρειαζόταν ένα μεγάλο στατικό αμυντικό έργο, μπροστά στο οποίο ακόμη και ο ισχυρότερος στρατός θα ήταν δυνατό να αναχαιτιστεί. Η άλλη σχολή, με κύριο υποστηρικτή τον (τότε) Συνταγματάρχη Σαρλ ντε Γκωλ και τον πολιτικό Πωλ Ρεϊνό υποστήριζε το ακριβώς αντίθετο: Τη δημιουργία ενός ευέλικτου στρατού, που θα στηριζόταν στην ταχύτητα και τη δύναμη πυρός των θωρακισμένων αρμάτων και την υποστήριξή του από το Πυροβολικό και την Αεροπορία. Η τρίτη, με βασικό υποστηρικτή το Στρατάρχη Ζοφφρ (Joffre) έμοιαζε αρκετά με την πρώτη: Η χώρα όφειλε να δημιουργήσει πολλές μικρές αμυντικές βάσεις, οι οποίες θα χρησίμευαν και ως ορμητήρια αντεπίθεσης[2]. Όλες όμως οι σκέψεις αυτές προσέκρουσαν σε δύο δυσχέρειες: Η μία ήταν η απροθυμία του μέσου Γάλλου πολίτη να συνεισφέρει σε έμψυχο υλικό, ύστερα από τόσες απώλειες, και η άλλη ήταν ότι, ακόμη και αν η κοινή γνώμη ήταν υπέρ της τελευταίας άποψης, η επάνδρωση αυτών των δυνάμεων απαιτούσε περισσότερους άνδρες (και, ως επιθετική, περισσότερες θυσίες) απ' όσους η εξουθενωμένη πληθυσμιακά Γαλλία μπορούσε να συνεισφέρει, δεδομένης της μείωσης των γεννήσεων που αναμενόταν (και πράγματι παρατηρήθηκε) κατά τις δεκαετίες του 1920 και 1930. Έτσι, οι υποστηρικτές της κατασκευής των αμυντικών οχυρώσεων κέρδισαν τη μάχη στο CSG (Ανώτατο Συμβούλιο Πολέμου) και το σύνολο των (γραμμικά) παραταγμένων οχυρωματικών έργων πήρε το όνομα γραμμή Μαζινό από τον Υπουργό Εθνικής Άμυνας, ο οποίος πίεζε με όσα μέσα διέθετε για την κατασκευή, διακηρύσσοντας ότι ήταν το πλέον επείγον έργο για την προστασία της χώρας. Ο Μαζινό αντικαταστάθηκε το 1924 από τον Πωλ Πενλεβέ (Paul Painlevé), εν τούτοις συνέχισε να στηρίζει το έργο συχνά συνεργαζόμενος με το νέο Υπουργό.

Σκοπός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύμφωνα με τους επινοητές της κατασκευής, αυτή θα εξυπηρετούσε τους εξής σκοπούς:

  • Απόκρουση αιφνιδιαστικής επίθεσης και κάλυψη της κινητοποίησης του Στρατού ως συνόλου (με τα δεδομένα της εποχής απαιτούνταν δύο έως τρεις εβδομάδες), ο οποίος στη συνέχεια θα την ενίσχυε.
  • Εξοικονόμηση ανθρώπινου δυναμικού (Η Γαλλία της εποχής είχε συνολικό πληθυσμό περίπου 40 εκ., η Γερμανία περίπου 70 εκ. κατοίκους)
  • Υποχρέωση του εχθρού να την παρακάμψει, αν η εισβολή γινόταν μέσω Ελβετίας ή Βελγίου
  • Προστασία της Αλσατίας - Λωρραίνης, περιοχών που είχαν αποδοθεί εκ νέου στη Γαλλία μόλις το 1918 και διέθεταν σημαντικές βιομηχανικές εγκαταστάσεις.
  • Χρήση της ως βάσης εξόρμησης εξαπόλυσης αντεπιθέσεως.

Κατασκευή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αν και ο όρος γραμμή υποδεικνύει ότι το έργο θα ήταν γραμμικό, σε ορισμένα σημεία παρουσίαζε αρκετό βάθος (20 έως 25 χλμ.). Η κατασκευή, αν και είχε υποδειχθεί από το Μαζινό ήδη από το 1922, δεν ξεκίνησε αμέσως, κύρια λόγω της επιφυλακτικότητας που έδειχναν οι γαλλικές κυβερνήσεις απέναντι στο κόστος της. Κάποια σχετική πρόοδος άρχισε να σημειώνεται μόλις το 1926, οπότε η τότε Κυβέρνηση ενέκρινε ένα κονδύλιο για την έναρξη δοκιμαστικών κατασκευών. Συνεχίζονται, παράλληλα, οι συζητήσεις στο Εθνικό Συμβούλιο Άμυνας σχετικά με το είδος και τη μορφή των οχυρώσεων. Το 1927 η αντιπαράθεση ανάμεσα στις απόψεις των στρατιωτικών λήγει με μια μορφή συμβιβασμού: Μόνιμες και ισχυρές οχυρώσεις θα κατασκευαστούν σε τρεις περιοχές: Μετς, Λοτέ (Lauter) και Μπελφόρ (Belfort). Θα κατασκευαστούν, επίσης, ελαφρότερες οχυρώσεις (οχυρώσεις εξοχής) μέσω των οποίων θα επιχειρούν τα στρατεύματα.[3] Η απόφαση αυτή πρακτικά θέτει τέρμα στο σχέδιο του Μαζινό.

Όμως το σχέδιο θα επανέλθει. Το 1930 η Γερουσία ψηφίζει το Νόμο Μαζινό, που δίνει στο εγκαταλελειμμένο σχέδιο τη δυνατότητα να προχωρήσει στην κατασκευή οχυρωματικών έργων με κονδύλιο 2,9 εκατ. γαλλικών φράγκων, "κατά μήκος της γερμανικής και ιταλικής μεθορίου". Η πίστωση αυτή αντιπροσώπευε το 5% ή 6% των συνολικών ετησίων στρατιωτικών δαπανών και χαρακτηρίστηκαν "αστείες" μπροστά στις δαπάνες που θα απαιτούσε η μηχανοποίηση του στρατεύματος. Το μισό περίπου του κονδυλίου προοριζόταν για την ενίσχυση των οχυρώσεων της Λωρραίνης, ενώ μόνο 50 εκατ. φράγκα προορίζονταν για οχυρώσεις στη βόρεια Γαλλία. Η Επιτροπή Οργάνωσης Οχυρωμάτων (γαλλ. CORF), δημιουργημένη ήδη από το 1927, επιφορτίζεται με την επιλογή των θέσεων και των σχεδίων των οχυρώσεων, ενώ η επίβλεψη ανατέθηκε στο Γαλλικό Μηχανικό.[4]. Στην πραγματικότητα, ήδη από το 1929 υπάρχει η σκέψη δημιουργίας μιας συνεχούς γραμμής πυρός από την πόλη Μαλμεντύ μέχρι την Ελβετική μεθόριο. Το σχέδιο είναι πολύ φιλόδοξο και πρόθεση είναι να αποτελείται από ισχυρές οχυρώσεις που θα στεγάζουν πυροβόλα ανά τέσσερα μίλια, γεγονός που θα σταματούσε οποιαδήποτε εχθρική επιβουλή. Ανάμεσα στις οχυρώσεις πυροβολικού θα υπήρχαν μικρότερες επανδρωμένες από το Πεζικό και εξοπλισμένες με ανάλογα όπλα (πολυβόλα και πυροβόλα μικρού διαμετρήματος, κυρίως όλμους). Την ενότητα της γραμμής θα διασφαλίζουν πολυβολεία. Το όλο σύστημα θα ενισχυθεί με δίκτυα τάφρων, καταφυγίων, αντιαρματικών εμποδίων κτλ. Όλες οι εγκαταστάσεις εφοδιασμού, διοίκησης και ενδιαίτησης θα βρίσκονται βαθιά υπό το έδαφος. Θα ξεπροβάλουν από αυτό μόνο καταφύγια, πολυβολεία ή πυροβολεία κατασκευασμένα από ενισχυμένο σκυρόδεμα. Πίσω από τη γραμμή θα βρίσκονται υπόγεια καταφύγια από μπετόν για την κάλυψη των μονάδων πεζικού που θα υπερασπίζεται το χώρο μεταξύ των οχυρών. Η κατασκευή αυτή ήταν που τελικά πραγματοποιήθηκε, κατά πολλούς ιστορικούς οφειλόμενη στη μανία του μπετόν που είχε καταλάβει εκείνη την εποχή τη Γαλλία. Η κατασκευή αυτή τελικά έδωσε την απατηλή εντύπωση ότι αυτό ακριβώς ήταν το υπέρτατο αμυντικό όπλο κατά των δυνάμεων που θα επιβουλεύονταν και πάλι την εδαφική ακεραιότητα της χώρας.

Το αποτέλεσμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Γαλλικός Στρατός επηρεάζεται βαθύτατα από την κατασκευή αυτή. Οι σκέψεις των ηγετών του (ιδιαίτερα του στρατηγού Γκαμελέν, επικεφαλής του Στρατού) είναι η σωστή επάνδρωση, ο σωστός εφοδιασμός, η ενίσχυση της γραμμής Μαζινό. Όλες οι ενέργειες του Γαλλικού στρατεύματος πρέπει να διέπονται από τη με κάθε τρόπο προάσπισή του.
Ο Ρεϊμόν Καρτιέ αναφέρει χαρακτηριστικά ότι «η υπεράσπιση της γραμμής Μαζινό κατάντησε σημαντικότερη από την υπεράσπιση της ίδιας της Γαλλίας».[5]Στο ίδιο έργο του αναφέρει, επίσης, ότι «αυτοί που την κατασκεύασαν δεν έλαβαν καθόλου υπόψη τους πως υπάρχουν και αεροπλάνα». Από την έναρξη της μάχης της Γαλλίας φάνηκαν όλες οι αδυναμίες αυτού του στατικού κατασκευάσματος: Οι δημιουργοί του, αντί να εκμεταλλευτούν το γεγονός ότι για την προάσπιση ενός οχυρού δε χρειάζονται ούτε πολλές ούτε επίλεκτες δυνάμεις, έπραξαν το ακριβώς αντίθετο. Επάνδρωσαν τη γραμμή Μαζινό με το άνθος του Γαλλικού στρατού, αφήνοντας στις μη οχυρωμένες περιοχές στρατεύματα αμφίβολης μαχητικής ικανότητας. Ο Καρτιέ αναφέρει ότι «η γραμμή Μαζινό, αντί να αποδεσμεύει δυνάμεις, γίνεται ένα σφουγγάρι που τις απορροφάει».

Ασφαλώς καμία κίνηση δυνάμεων δεν είναι δυνατή: Οι οχυρώσεις είναι στατικές, δεν επιτρέπουν καμία κίνηση, κανέναν ελιγμό. Οι Γερμανοί στρατηγοί δεν είναι, ασφαλώς, ανόητοι. Βλέποντας τη γραμμή Μαζινό κατανοούν άμεσα ότι είναι πολύ ισχυρή, αλλά και αυτό που λέει το όνομά της: Μια πολύ ισχυρά οχυρωμένη γραμμή. Αποφασίζουν, κατά συνέπεια, να την παρακάμψουν: Η εισβολή γίνεται από το Σεντάν στις 10 Μαΐου 1940, κοντά στη Βελγική μεθόριο, όπου πρακτικά δεν υπάρχει γραμμή Μαζινό: Υπάρχει μόνον ένα οχυρωμένο φυλάκιο, το οποίο καταλαμβάνεται, ύστερα από ισχυρό μπαράζ πυροβολικού, από μια μονάδα Μηχανικού και αφού όλοι οι υπερασπιστές του (104 άνδρες) πέφτουν νεκροί. Οι Γερμανοί απλά παρακάμπτουν την υπόλοιπη γραμμή, η Γερμανική Αεροπορία απλά πετά από πάνω της, ενώ τα γαλλικά στρατεύματα, κλεισμένα στο μπετονένιο οχυρό τους, δεν μπορούν να μετακινηθούν (δεν διαθέτουν μεταφορικά μέσα ούτε θωρακισμένα) και να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά τις μηχανοκίνητες και θωρακισμένες μεραρχίες των Γερμανών.
Το αποτέλεσμα είναι η στρατιωτική κατάρρευση της Γαλλίας: Στις 14 Ιουνίου καταλαμβάνεται το Παρίσι και τότε, ενώ τα Γαλλικά στρατεύματα υποχωρούν, οι Γερμανοί καταλαμβάνουν εξ ολοκλήρου τη γραμμή Μαζινό, αφού πρώτα την αποκόπτουν ολοσχερώς από την υπόλοιπη Γαλλία.

Μετά τον Πόλεμο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η γραμμή Μαζινό δεν καταστράφηκε κατά τις πολεμικές επιχειρήσεις. Μετά τον Πόλεμο επανδρώθηκε (μερικώς) και πάλι και έγιναν κάποιες τροποποιήσεις. Ωστόσο, το 1966 η Γαλλία αποχώρησε από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ και η γραμμή εγκαταλείφθηκε. Με την έναρξη του γαλλικού πυρηνικού εξοπλιστικού προγράμματος ορισμένα τμήματα πωλήθηκαν (ως καταφύγια) σε ιδιώτες, ενώ τα υπόλοιπα εγκαταλείφθηκαν. Σήμερα μόνον ένα οχυρό παραμένει σε ενεργή "υπηρεσία", αυτό στο Χόχβαλντ (Hochwald) και χρησιμοποιείται ως καταφύγιο της Διοίκησης της Αεροπορικής Βάσης του Ντράχενμπρον (Drachenbronn).

Πηγές, Αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Robert Wilde στο History.About.com, 2001
  2. History Learning Site
  3. Maginot Line History
  4. Le Tunnel
  5. Ρεϊμόν Καρτιέ, Ιστορία του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, Πάπυρος, Αθήνα, 1964

Εξωτερικές συνδέσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα