Βίλχελμ Κάιτελ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Βίλχελμ Κάιτελ, 1934. Φωτ. Γερμανικού Ομοσπονδιακού Αρχείου.

O Βίλχελμ Μπόντεβιν Γιόχαν Γκούσταφ Κάιτελ (Wilhelm Bodewin Johann Gustav Keitel) ήταν Στρατάρχης του Γ' Ράιχ και αρχηγός της OKW (OberKommando Wehrmacht = Ανώτατη Στρατιωτική Διοίκηση) στο Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Υπήρξε το δεξί χέρι του Χίτλερ σε στρατιωτικά ζητήματα, αν και ποτέ δεν πήρε δική του πρωτοβουλία[1], περιοριζόμενος στην απλή συναίνεση των όσων πίστευε ή έλεγε ο Χίτλερ.


Τα πρώιμα χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Κάιτελ γεννήθηκε στο Χελμσερόντε (Helmscherode) του Μπρούνσβικ (Brunswick) στις 22 Σεπτεμβρίου του 1882. Ο πατέρας του ήταν γαιοκτήμονας. Το οικογενειακό περιβάλλον φρόντισε να εμφυσήσει στον νεαρό Βίλχελμ ισχυρό το αίσθημα της αφοσίωσης. Τα βασικά του ενδιαφέροντα ήταν αρχικά τα άλογα και το κυνήγι, αλλά ο στρατός του Ράιχ του άσκησε ισχυρή έλξη (όπως, άλλωστε, και σε πολλούς νέους της γενιάς του). Αποφάσισε, έτσι, να ακολουθήσει στρατιωτική καριέρα. Η απόφαση αυτή ήταν καθοριστική για τη ζωή του, καθώς ναι μεν τον οδήγησε στην ανώτατη βαθμίδα της ιεραρχίας αλλά και στην αγχόνη.

Ο Κάιτελ εντάχθηκε στον Γερμανικό στρατό και συγκεκριμένα στο 46ο Πρωσικό Σύνταγμα Πυροβολικού. Ο νεαρός Ανθυπολοχαγός σύντομα έδειξε πολύ μεγάλες οργανωτικές ικανότητες και σε μικρό χρονικό διάστημα είχε προαχθεί σε Λοχαγό του Επιτελείου με αρμοδιότητα επί όλων των θεμάτων σχετικά με την ταχεία κινητοποίηση της μονάδας του.

Όταν άρχισε ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος, η μονάδα του Κάιτελ στάλθηκε στην πρώτη γραμμή. Εκεί ο Κάιτελ τραυματίστηκε (όχι σοβαρά) από θραύσμα βλήματος (Σεπτέμβριος 1914). Η μεγάλη καμπή στην καριέρα του έγινε τον Μάρτιο του 1915, οπότε κλήθηκε να υπηρετήσει στο Γενικό Επιτελείο. Ο Κάιτελ δεν κλήθηκε εκεί λόγω των πολύ καλών (παραδοσιακών για την Πρωσία) σπουδών, διότι δεν είχε πραγματοποιήσει στρατιωτικές σπουδές. Κλήθηκε χάρη στις οργανωτικές του ικανότητες και τη σκληρή του εργασία. Η πρώτη του επιτελική θέση ήταν πρώτος αξιωματικός του επιτελείου μιας μεραρχίας εν εφεδρεία, ενώ αργότερα (1917) τοποθετήθηκε στο επιτελείο του σώματος των Πεζοναυτών που βρισκόταν στη Φλάνδρα.

Περίοδος Μεσοπολέμου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όταν τελείωσε ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος και η Γερμανία ανασυγκρότησε τον Στρατό της με βάση την Συνθήκη των Βερσαλλιών, ο Χανς φον Ζέεκτ (Hans von Seeckt) προσκάλεσε τον Κάιτελ να ενταχθεί και πάλι στην αναδιοργανωμένη και προβλεπόμενη από τη Συνθήκη Ράιχσβερ. Ο Κάιτελ τοποθετήθηκε με τον βαθμό του Συνταγματάρχη στο αποκαλούμενο "Γραφείο Στρατεύματος" (Truppenamt), το οποίο είχε αντικαταστήσει το (μη επιτρεπόμενο από τη Συνθήκη) Γενικό Επιτελείο, ως επικεφαλής του κλάδου οργανωτικών θεμάτων. Στη θέση αυτή παρέμεινε μέχρι το 1933 και στη διάρκεια αυτής της περιόδου ο Κάιτελ πέρασε σημαντικό χρονικό διάστημα στη Σοβιετική Ένωση μελετώντας τακτική και εξοπλισμούς με αξιωματικούς του Ερυθρού Στρατού.

Στις 30 Ιανουαρίου του 1933 ο Πρόεδρος Χίντενμπουργκ ανέθεσε καθήκοντα Καγκελαρίου στον Αδόλφο Χίτλερ. Ο Κάιτελ δυσφόρησε με αυτή την είδηση [εκκρεμεί παραπομπή], ωστόσο η πειθαρχία προς τους θεσμούς τού υπαγόρευε υπακοή στις αποφάσεις του Προέδρου. Τον Οκτώβριο του ίδιου έτους ο Κάιτελ προήχθη στον βαθμό του Υποστρατήγου και ένα χρόνο αργότερα του ανατέθηκε η διοίκηση της 22ας Μεραρχίας Πεζικού, η οποία βρισκόταν υπό συγκρότηση σε πλήρη μυστικότητα στη Βρέμη. Την περίοδο εκείνη βίωσε άμεσα τις προστριβές μεταξύ του τακτικού Στρατού και των SA (Sturmabteilung), τις μονάδες κρούσεως του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος (NSDAP). H SA εκείνη την εποχή αριθμούσε περίπου δύο εκατομμύρια άνδρες.

Όπως οι περισσότεροι ανώτεροι αξιωματικοί του Στρατού, ο Κάιτελ πίστευε ότι ο Ερνστ Ρεμ (Ernst Röhm), αρχηγός των SA, θα έκανε πραξικόπημα εναντίον του Χίτλερ για να αναλάβει την ηγεσία του Κόμματος. Όταν έγινε η σφαγή της ηγεσίας των SA στις 30 Ιουνίου 1934, γνωστή με την ονομασία «Η Νύχτα των μεγάλων μαχαιριών», ο Κάιτελ δεν εξέφρασε αντιρρήσεις. Σιωπηλός παρέμεινε, επίσης, όταν τα SS δολοφόνησαν τους απόστρατους στρατηγούς Κουρτ φον Σλάιχερ και φον Μπρέντοβ. Η γνωριμία και η φιλία του με τον Βέρνερ φον Μπλόμπεργκ (Werner von Blomberg) ήταν καθοριστική: Ο Μπλόμπεργκ ανέλαβε καθήκοντα Υπουργού Αμύνης στην Κυβέρνηση του Χίτλερ και έφερε τους δύο άνδρες σε επαφή. Η αποστροφή του Κάιτελ μεταλλάχθηκε σε αφοσίωση προς τον Φύρερ ύστερα από αυτή τη συνάντηση και παρέμεινε αφοσιωμένος σε αυτόν σε όλη του την υπόλοιπη ζωή. Δεν έγινε μέλος στο NSDAP, επειδή ο νόμος απαγόρευε την ένταξη στρατιωτικών σε πολιτικά κόμματα. Ο γιος του Κάιτελ, Χάιντς, και η κόρη του Μπλόμπεργκ, Ντόρλε, αρραβωνιάστηκαν το 1938, αλλά ο Κάιτελ δεν έκανε το παραμικρό για να υποστηρίξει τον συμπέθερό του, όταν αυτός περιέπεσε στη δυσμένεια του Χίτλερ το ίδιο έτος και εκδιώχθηκε τελικά από την Κυβέρνηση.

Έχοντας πλέον αρχίσει να αποκτά όλο και περισσότερο την εμπιστοσύνη του Χίτλερ, φροντίζει να αναλάβει την αρχηγία του Γενικού Επιτελείου ο προσωπικός του φίλος Βάλτερ φον Μπράουχιτς (Walther Heinrich von Brauchitsch), εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι οι περισσότεροι στρατιωτικοί ηγέτες με κύρος αρνούνταν να υπηρετήσουν υπό τις διαταγές του Βάλτερ φον Ράιχεναου (Walther von Reichenau), ενός από τους ελάχιστους αφοσιωμένους Εθνικοσοσιαλιστές ανώτατους αξιωματικούς (4 Φεβρουαρίου 1938). Το 1939 ιδρύεται η Ανώτατη Διοίκηση των Ενόπλων Δυνάμεων (Oberkommando Wehrmacht ή OKW) και ο Κάιτελ ορίζεται από τον Χίτλερ ως επικεφαλής της. Άμεσοι συνεργάτες του εκεί είναι οι Άλφρεντ Γιοντλ (Alfred Jodl), προσωπικός στρατηγός του Χίτλερ, και Βάλτερ Βάρλιμοντ (Walter Warlimont).

Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με την έναρξη του Πολέμου ο Κάιτελ, όπως και όλοι οι Στρατηγοί, ήταν ιδιαίτερα διστακτικός[εκκρεμεί παραπομπή], αλλά προτίμησε να τηρήσει στάση αναμονής, χωρίς να εκδηλώσει τους δισταγμούς του. Όταν η έκβαση των εκστρατειών της Βέρμαχτ εξελίχθηκε πολύ καλύτερα από όσο όλοι τους περίμεναν, ο Κάιτελ (και ο Άλφρεντ Γιόντλ) απέδωσαν στον Χίτλερ τον τίτλο "του μεγαλύτερου στρατηγού όλων των εποχών ("der größte Feldherr aller Zeiten")[1].

Tον Ιούλιο του 1940, λίγο ύστερα από την τελευταία του προαγωγή σε Στρατάρχη, ο Κάιτελ καλείται από τον Χίτλερ, ο οποίος του θέτει το ερώτημα: "Πιστεύετε, Στρατάρχα, ότι αν επιτεθώ κατά της Ρωσίας αμέσως, θα καταφέρω να τη συντρίψω πριν από το χειμώνα;". Ο Κάιτελ μπροστά στην ερώτηση αυτή, όπως ο ίδιος είπε αργότερα, "ένιωσε να του κόβεται η ανάσα". Προσπάθησε να φέρει κάποιες πολιτικής φύσεως αντιρρήσεις, αλλά ο Χίτλερ τον επανέφερε στο πεδίο που αποκλειστικά τον αφορούσε: Ζητούσε τη γνώμη του μόνο για καθαρά στρατιωτικά ζητήματα.[1] Ο Κάιτελ υπέδειξε (σωστά) το αδύνατο της επιχείρησης εκείνη τη χρονική περίοδο. Ο Χίτλερ πείσθηκε από τα επιχειρήματα του Στρατάρχη[εκκρεμεί παραπομπή] και ανέβαλε την Επιχείρηση Μπαρμπαρόσσα για την επόμενη χρονιά.

Ο Κάιτελ είχε σοβαρές αντιρρήσεις για την εκστρατεία αυτή και, σύμφωνα με ορισμένες πηγές, [2] υπέβαλε την παραίτησή του από την ηγεσία της OKW. Ο Χίτλερ δεν την έκανε δεκτή. Ωστόσο, ήταν αυτός που συνυπέγραψε, τον Μάιο του 1941, την περίφημη διαταγή "Komissarbefehl", τη διαταγή, δηλαδή, να εκτελούνται οι πολιτικοί επίτροποι (κομισάριοι) των ρωσικών στρατιωτικών μονάδων που θα συλλαμβάνονταν κατά την εκστρατεία στην Ρωσία. Λίγο αργότερα (Ιούλιος 1941) υπογράφει μια νέα διαταγή, με την οποία εξουσιοδοτείται ο Χίμλερ να εφαρμόσει το πρόγραμμα της φυλετικής πολιτικής του σε όλες τις κατακτημένες περιοχές της Ρωσίας.

Στις 20 Δεκεμβρίου 1941 ο Χίτλερ διαλύει το Γενικό Επιτελείο της Βέρμαχτ αποστρατεύοντας τους φον Μπράουχιτς και Φραντς Χάλντερ (Franz Halder) και αναθέτει στον Κάιτελ την Ανώτατη Διοίκηση του Στρατού εκτός από τα θέματα του ελέγχου των επιχειρήσεων και του προσωπικού, τα οποία ο Χίτλερ κράτησε στη δική του αρμοδιότητα. Στη θέση αυτή ο Κάιτελ παρέμεινε μέχρι τις 26 Απριλίου του 1945.

Τον Σεπτέμβριο του 1942 ο Χίτλερ καλεί τον Στρατάρχη Ζίγκμουντ Λιστ (Siegmund List), τον οποίο μέμφεται για σφάλματα και παραλείψεις. Οι Κάιτελ και Γιόντλ υπερασπίζονται τον Λιστ μπροστά στον Φύρερ. Η ενέργεια αυτή έχει γι' αυτούς σοβαρές συνέπειες: Ο Γιοντλ χάνει τη θέση του "προσωπικού στρατηγού" (στρατηγού εξ απορρήτων) του Φύρερ και με τον Κάιτελ ο Χίτλερ αρνείται επί μήνες να ανταλλάξει χειραψία. Αυτή ήταν η τελευταία αντίρρηση που εξέφρασε ο Κάιτελ προς τον Φύρερ. Έκτοτε θα είναι ο άνθρωπος που θα του λέει πάντα "ναι". Το πρόβλημα που προκύπτει για τον Χίτλερ είναι ότι έχοντας χάσει την εμπιστοσύνη στους αξιωματικούς του, συσκέπτεται για τα ολοένα και σοβαρότερα προβλήματα της Γερμανίας με τους εμπίστους του, οι οποίοι, έχοντας τα δείγματα του παρελθόντος, δεν του φέρνουν καμία αντίρρηση [3]. Τα αποτελέσματα αυτής της τακτικής είναι ολέθρια για τη Γερμανία, καθώς ο Χίτλερ, έχοντας χάσει την επαφή με την πραγματικότητα, παίρνει όλο και περισσότερο παράλογες αποφάσεις. Παράλληλα, ο Κάιτελ εκδίδει διαταγές τόσο για εκτελέσεις απεργών εργατών όσο και για τη γενοκτονία των Εβραίων. Δίνει, επίσης, διαταγές για την εξόντωση όλων των συλλαμβανόμενων ανταρτών και συστήνει στους Γερμανούς πολίτες να προβαίνουν σε λυντσάρισμα των πιλότων των καταρριπτόμενων συμμαχικών αεροσκαφών.

Σημαντικό ρόλο διαδραμάτισε, επίσης, στην απόπειρα κατά του Χίτλερ στις 20 Ιουλίου 1944 από τον Συνταγματάρχη Κλάους φον Στάουφενμπεργκ (Klaus von Stauffenberg) και την ομάδα του. Ο Κάιτελ ήταν αυτός που ακύρωσε όλες τις διαταγές που είχαν εκδώσει από το Βερολίνο οι συμμετέχοντες στην απόπειρα και το συνακόλουθο πραξικόπημα.

Με την κατάρρευση της Γερμανίας, ο Κάιτελ αρνείται να εγκαταλείψει τον Φύρερ και το Καταφύγιο. Ο Χίτλερ, ωστόσο, τον υποχρεώνει να φύγει για να εξακολουθήσει να ασκεί τη διοίκηση της OKW. Καταφεύγει στο Χόλσταϊν (Holstein) μαζί με το επιτελείο του, προσπαθεί να συντονίσει τις όποιες δυνάμεις έχουν απομείνει για την υπεράσπιση της Γερμανίας, χωρίς, ωστόσο, επιτυχία. Με την κατάρρευση της γερμανικής άμυνας, ο Κάιτελ διορίζεται, από τον αντικαταστάτη του Χίτλερ Ναύαρχο Καρλ Ντένιτς (Karl Dönitz), επικεφαλής της Γερμανικής Αντιπροσωπείας για την παράδοση της χώρας μαζί με τον Αντιναύαρχο φον Φρίντεμπουργκ (von Friedeburg), εκπρόσωπο της Kriegsmarine (Πολεμικού Ναυτικού), και τον Πτέραρχο Στουμπφ (Stumpff), εκπρόσωπο της Luftwaffe (Πολεμικής Αεροπορίας). Υπογράφει την επίσημη άνευ όρων παράδοση της Γερμανίας στο Κάρλσχορστ του Βερολίνου, όπου είχε εγκατασταθεί το Αρχηγείο των Σοβιετικών δυνάμεων. Αμέσως μετά την υπογραφή, ο Κάιτελ καθαιρείται, συλλαμβάνεται από τις δυνάμεις του Ντουάιτ Αϊζενχάουερ και μεταφέρεται στο Φλένσμπουργκ, όπου και τίθεται υπό κράτηση. Στις 13 Μαΐου 1945 μεταφέρεται στο Ξενοδοχείο "Παλάς" στο Μόντορφ του Λουξεμβούργου και στις 15 Αυγούστου μεταφέρεται ξανά, αυτή τη φορά στη Νυρεμβέργη, προκειμένου να δικαστεί στην ομώνυμη δίκη. Ο Κάιτελ κρίνεται ένοχος και για τις τέσσερις κατηγορίες που του απαγγέλλονται και καταδικάζεται σε θάνατο με απαγχονισμό. Κάνει αίτηση για να εκτελεστεί, ως στρατιωτικός, από εκτελεστικό απόσπασμα, ωστόσο το Δικαστήριο απορρίπτει την αίτησή του θεωρώντας τον εγκληματία πολέμου.

Ο Κάιτελ κατά την υπογραφή της παράδοσης των γερμανικών δυνάμεων. Βερολίνο, 8/9 Μαΐου 1945

Η ποινή εκτελείται στις 16 Οκτωβρίου 1946. Ένα πρόβλημα με το σκοινί της αγχόνης παρατείνει την επιθανάτια αγωνία του επί 24 λεπτά. Τα τελευταία του λόγια ήταν: "Ich rufe den Allmächtigen an, er möge sich des deutschen Volkes erbarmen. Über zwei Millionen deutsche Soldaten sind vor mir für ihr Vaterland in den Tod gegangen. Ich folge meinen Söhnen nach. Alles für Deutschland!" (Ζητώ από τον Παντοδύναμο να δείξει έλεος στο Γερμανικό λαό. Περισσότεροι από δύο εκατομμύρια στρατιώτες πέθαναν για την πατρίδα τους πριν από εμένα. Ακολουθώ τώρα τους γιους μου. Όλα για τη Γερμανία!) [4],

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 Ρεϊμόν Καρτιέ Ιστορία του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, Εκδ. Πάπυρος, Αθήνα, 1964 (μεταφρ. από τα Γαλλικά)
  2. Spartacus School Net
  3. Καρτιέ, ό.π.
  4. Axis Biographical Research