Κάθαρση

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Γενικά με τον διεθνή σήμερα ελληνικό όρο κάθαρση, (καθαρεύουσα: η κάθαρσις, της καθάρσεως), χαρακτηρίζεται η πράξη ή το αποτέλεσμα του ρήματος καθαίρω, που σημαίνει απαλλαγή από κάτι ξένο ή βλαβερό. Συνώνυμες έννοιες είναι ο καθαρμός και ο εξαγνισμός.

Ο όρος αυτός απαντάται με διαφορετική σημασία στην ιατρική, την υγιεινή, το θέατρο και συγκεκριμένα στη τραγωδία, και σπουδαιότερα όλων στις διάφορες θρησκείες. Σημειώνεται όμως ότι τόσο στο θέατρο όσο και στις θρησκείες η κάθαρση αποτελεί μια ψυχοθεραπευτική διαδικασία.

Ο αναφερόμενος σε κάθαρση λέγεται γενικά "καθαρτήριος", ο δε τόπος που επιχειρείται συνηθέστερα αυτή, λέγεται "καθαρτήριο", (στην υγιεινή λοιμοκαθαρτήριο), ενώ το μέσον δια του οποίου επιχειρείται αυτή, ονομάζεται "καθαρτήρας", ή "καθαρτικό" (στην ιατρική), και στην αρχαιότητα «κάθαρμα».