Βίλχελμ Λιστ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Βίλχελμ Ζίγκμουντ Βάλτερ Λιστ
Bundesarchiv Bild 183-S36487, Wilhelm List.jpg
Wilhelm List signature.svg
Ο Βίλχελμ Λιστ ως Στρατηγός του Πεζικού. Φωτογραφία του 1935 περίπου
Γέννηση 14 Μαΐου 1880
Όμπερκιρχμπεργκ κοντά στο Ουλμ, Βάδη-Βυρτεμβέργη
Θάνατος 16 Αυγούστου 1971 (ετών 91)
Γκάρμις-Παρτενκίρχεν, Βαυαρία
Υπηκοότητα Flag of Germany.svg Γερμανός
Υπηρεσία/κλάδος Flag of the German Empire.svg Γερμανικό Ράιχ
Flag of Germany (3-2 aspect ratio).svg Δημοκρατία της Βαϊμάρης
Flag of the NSDAP (1920–1945).svg Ναζιστική Γερμανία
War Ensign of Germany 1903-1918.svg Ράιχσχερ (ως το 1918)
Flag of Weimar Republic (war).svg Ράιχσβερ (ως το 1935)
Balkenkreuz.svg Βέρμαχτ (ως το 1945)
Εν ενεργεία 1899-1945
Βαθμός Στρατάρχης (Generalfeldmarschall)
Διοικήσεις 14η Στρατιά, 12η Στρατιά, Ομάδα Στρατιών «Α»
Μάχες/πόλεμοι Α' Παγκόσμιος Πόλεμος

Β' Παγκόσμιος Πόλεμος

Διακρίσεις Σταυρός των Ιπποτών του Σιδηρού Σταυρού
Συγγενείς Κωνσταντίνος Λογοθετόπουλος (άντρας της ανιψιάς του)

Ο Βίλχελμ Ζίγκμουντ Βάλτερ Λιστ (γερμανικά: Wilhelm Siegmund Walther List)[1] (* 14 Μαΐου 1880, Ομπερκίρχμπεργκ του Ουλμ / Βάδη-Βυρτεμβέργη, † 16 Αυγούστου 1971, Γκάρμις-Παρτενκίρχεν) ήταν Γερμανός αξιωματικός της Βέρμαχτ (από το 1940 Στρατάρχης) κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο.

Αν και δεν φοίτησε σε κάποια στρατιωτική σχολή, ο δεκαοκτάχρονος Λιστ εισήλθε στη στρατιωτική υπηρεσία το 1898. Κατά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο υπηρέτησε κυρίως σε επιτελικές θέσεις. Παρέμεινε στο στρατό της Γερμανίας του Μεσοπολέμου, όπου έπαιξε σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση των γερμανικών Ορεινών Στρατευμάτων και στην ανάπτυξη της απαγορευμένης στη Γερμανία, από τη Συνθήκη των Βερσαλλιών, επιτελικής εκπαίδευσης. Μετά την άνοδο των Ναζί στην εξουσία (1933) ανέλαβε υψηλές διοικητικές θέσεις.

Όταν ξέσπασε ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος, ο Λιστ διοικούσε την 14η Στρατιά, με την οποία διακρίθηκε ιδιαίτερα κατά την Πολωνική Εκστρατεία, όπου έλαβε τον Σταυρό των Ιπποτών του Σιδηρού Σταυρού και κατά τη μάχη της Γαλλίας, μετά την οποία προήχθη σε Στρατάρχη. Ως διοικητής της 12ης Στρατιάς ήταν από τους κυριότερους ηγέτες κατά την Βαλκανική Εκστρατεία, μετά το πέρας της οποίας διορίστηκε για λίγους μήνες Ανώτατος Διοικητής Νοτιοανατολικής Ευρώπης στην Ελλάδα, θέση από την οποία ήταν υπεύθυνος για πολλές παραβιάσεις του Διεθνούς Δικαίου μέσω της χρήσης αντιποίνων κατά αμάχων για την δράση των ανταρτών. Έχοντας μετατεθεί σε κάποια περιθωριακή θέση στην Αρκτική μετά από μια εγχείρηση σκωληκοειδίτιδας, ανέλαβε τη διοίκηση της Ομάδας Στρατιών «Α» στη νότια Σοβιετική Ένωση το καλοκαίρι του 1942. Η αποτυχία του όμως να καταλάβει τον Καύκασο σήμανε και το τέλος της στρατιωτικής του σταδιοδρομίας, αφού απολύθηκε και τέθηκε στην εφεδρεία χωρίς να επανενεργοποιηθεί.

Λίγες ημέρες πριν τη λήξη του πολέμου συνελήφθη από αμερικανικά στρατεύματα και το 1947 ήταν ο κύριος κατηγορούμενος στη λεγόμενη «Δίκη των Ομήρων». Λόγω των εκτελέσεων ανταρτών και αμάχων την περίοδο που ήταν Ανώτατος Διοικητής Νοτιοανατολικής Ευρώπης καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη, από την οποία απελευθερώθηκε το 1952 για λόγους υγείας, έχοντας εκτίσει πέντε χρόνια. Επέστρεψε στον τόπο κατοικίας του στο Γκάρμις-Παρτενκίρχεν όπου και έζησε υπό μερικό περιορισμό ως τον θάνατό του το 1971, σε ηλικία 91 ετών.

Πρώτα χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο θυρεός του Ομπερκίρχμπεργκ

Ο Βίλχελμ Λιστ γεννήθηκε στις 14 Μαΐου 1880 στο χωριό Ομπερκίχμπεργκ (Oberkirchberg) κοντά στο Ουλμ της νότιας Γερμανίας (σήμερα τμήμα της πόλης του Ιλερκίρχμπεργκ, Illerkirchberg), γόνος οικογένειας καθολικών (ο παππούς του, από τον οποίο πήρε το όνομα, ήταν μάλιστα ιερέας). Ήταν γιος του ιατρού Βάλτερ Λιστ (Walter List, 1853-1909) και της κατά οκτώ χρόνια μεγαλύτερής του Κριστίνε Σορν (Christine Schorn, 1845-1937), κόρης εμπόρου και γαιοκτήμονα από το Λαμ πλησίον του Κόμπουργκ.[2] Το 1890 οι γονείς του μετοίκησαν στο Μόναχο, όπου ο Λιστ εισήλθε στο Γυμνάσιο «Λούιτπολντ»,[2] και παρακολούθησε ανθρωπιστικές σπουδές ως το 1898.[3] Μετά την αποφοίτησή του, ο δεκαοκτάχρονος Λιστ κατετάγη ως διετής εθελοντής, Avantageur (με τον όρο αυτό έγιναν γνωστοί οι δόκιμοι αξιωματικοί που εισέρχονταν σε στρατιωτική μονάδα χωρίς να έχουν φοιτήσει σε Σχολή Δοκίμων)[3] στο Βαυαρικό Απόσπασμα Μηχανικού (αργότερα 1ο βαυαρικό Σύνταγμα Μηχανικού) στο Μόναχο στις 18 Ιουλίου 1898.[4] Εκεί έγινε Ανθυπασπιστής στις 8 Φεβρουαρίου 1899 και Ανθυπολοχαγός στις 7 Μαρτίου 1900. Την 21η Μαρτίου 1900 μετατέθηκε στο 3ο Τάγμα Μηχανικού και από την 1η Οκτωβρίου 1902 ως τις 30 Σεπτεμβρίου 1904[4] φοίτησε στη Βασιλική Βαυαρική Σχολή Πυροβολικού και Μηχανικού, ενώ μετά την αποφοίτησή του έγινε ο Υπασπιστής του Τάγματος[1] (1908 Υπολοχαγός). Από την 1η Οκτωβρίου 1908 και για τα επόμενα τρία χρόνια φοίτησε στην Πολεμική Ακαδημία του Μονάχου,[4] πετυχαίνοντας στην εκπαίδευση για τη σταδιοδρομία του επιτελικού αξιωματικού.[3] Την ίδια χρονιά (1911) νυμφεύθηκε στο Κίτσινγκεν τη Χέντβιχ Κλάινσροτ (Hedwig Kleinschroth, 1886-1971), κόρη οικονομικού συμβούλου και ζυθοποιού, με την οποία θα αποκτούσε ένα γιο και δύο κόρες.[2]

Από τις 30 Σεπτεμβρίου 1911 και για τον επόμενο χρόνο παρέμεινε στο 1ο βαυαρικό Σύνταγμα Πεζικού König (Βασιλιάς) όπου έγινε διοικητής διμοιρίας,[2] και στις «Οχυρώσεις Ίνγκολστατ».[4] Κατόπιν αποσπάστηκε στο Κεντρικό Γραφείο του Βαυαρικού Γενικού Επιτελείου, στο οποίο εισήλθε επίσημα στις 19 Μαρτίου 1914, έχοντας προαχθεί σε Λοχαγό στις 22 Μαρτίου 1913.[4]

Α' Παγκόσμιος Πόλεμος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στις 2 Αυγούστου 1914 τέσσερις ημέρες μετά την επίσημη έναρξη του Α' Παγκοσμίου Πολέμου , ο Λιστ μετατέθηκε ως 4ος Αξιωματικός Γενικού Επιτελείου (Λογιστικής) στο Επιτελείο του ΙΙ Βαυαρικού Σώματος Στρατού. Με αυτό συμμετείχε στις μάχες στη Λοθαριγγία, στο Σομ, στην Υπρ, στη Φλάνδρα, το Λα Μπασέ και την Αμιένη, πριν ασθενήσει βαριά τον χειμώνα του 1915 και αποσυρθεί για να εγχειριστεί.[3] Για σύντομο χρονικό διάστημα (31 Μαΐου –21 Αυγούστου 1916) υπηρέτησε στο Υπουργείο Πολέμου της Βαυαρίας, πριν γίνει Ib (Αξιωματικός Προμηθειών) στο Γενικό Επιτελείου του Αποσπάσματος Στρατιάς «φον Στραντς». Στις 8 Φεβρουαρίου 1917 έγινε ο Ia (Αξιωματικός Επιχειρήσεων) της 8ης Βαυαρικής Εφεδρικής Μεραρχίας (Τρανσυλβανία και Φλάνδρα),[2] και τελικά ξανά στο Βαυαρικό Υπουργείο Πολέμου (18 Μαρτίου 1918) όπου προήχθη σε Λοχαγό στις 26 Σεπτεμβρίου 1919 και παρέμεινε μέχρι την συνθηκολόγηση του Γερμανικού Ράιχ και τη λήξη του πολέμου.[4]

Για τις υπηρεσίες του και στα δύο μέτωπα του πολέμου (Δυτικό και Ανατολικό) ο Λιστ εξήλθε του πολέμου παρασημοφορημένος με πολυάριθμες διακρίσεις, συμπεριλαμβανομένων και των δύο τάξεων του Σιδηρού Σταυρού, του Μελανού Εμβλήματος Τραυμάτων και του Σταυρού των Ιπποτών του Βασιλικού Τάγματος του Οίκου των Χόεντσολερν με διεμβολή Ξιφών.[3]

Μεσοπόλεμος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο πολυπαρασημοφορημένος επιτελικός αξιωματικός βρήκε μια θέση στον νέο «Στρατό των 100.000 ανδρών» (Ράιχσβερ). Ως αξιωματικός του «Αρχηγού του Πεζικού» (Στρατιωτικής Περιφέρειας) VII, μετά το τέλος του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, ο Λιστ κατετάγη στα Φράικορπς του διοικητή της περιφέρειας Φραντς Ρίττερ φον Έπ και συμμετείχε στις μάχες κατά των Γερμανών κομμουνιστών στη Βαυαρία, συμπεριλαμβανομένης και της διάλυσης της «Σοβιετικής Δημοκρατίας της Βαυαρίας»,[2] από τις 26 Σεπτεμβρίου 1919 πλέον ως Λοχαγός.[4] Ως την 1η Απριλίου 1923 βρισκόταν στο επιτελείο του 19ου Συντάγματος Πεζικού, ενώ ως τον Οκτώβριο του επόμενου χρόνου ήταν διοικητής του ΙΙΙ Τάγματος Ελαφρού Πεζικού (Jäger) του Συντάγματος στο Κέμπτεν (1η Οκτωβρίου 1923 Αντισυνταγματάρχης). Σε αυτή την θέση έπαιξε σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη των γερμανικών Ορεινών Στρατευμάτων (Gebirgstruppe), όντας λάτρης των ορεινών αθλημάτων και θερμός υποστηρικτής του κλάδου αυτού, που βρισκόταν ως τότε σε εμβρυϊκό στάδιο.[5] Παράλληλα έλαβε μέρος στην κατάπνιξη του Πραξικοπήματος της Μπιραρίας του Χίτλερ στο Μόναχο (1924).[2][3]

Τα επόμενα χρόνια και ως την άνοδο των Ναζί στην εξουσία (1933) ο Λιστ υπηρέτησε σε διάφορους τομείς της εκπαίδευσης επιτελικών αξιωματικών. Λόγω του ότι κάτι τέτοιο είχε απαγορευθεί από τη Συνθήκη των Βερσαλλιών, τα εν λόγω προγράμματα εκπαίδευσης διενεργούνταν μυστικά, με παραπλανητικά ονόματα όπως Führergehilfenausbildung («Εκπαίδευση Βοηθών Αρχηγού», «Αρχηγός» ονομαζόταν μια στρατιωτική περιφέρεια, όπως για παράδειγμα «Αρχηγός του Πεζικού I» αντί «Στρατιωτική Περιφέρεια Ι»).[2] Από την 1η Οκτωβρίου 1924 ως την 1η Σεπτεμβρίου 1926 κρατούσε τη θέση του Αξιωματικού Επιχειρήσεων (Ιa) στην 7η Μεραρχία της Ράιχσβερ και παράλληλα ήταν διοικητής της επιτελικής εκπαίδευσης στον «Αρχηγό του Πεζικού VII» (Μόναχο). Για τα επόμενα τέσσερα χρόνια υπηρετούσε στο Υπουργείο της Ράιχσβερ στο Βερολίνο, και συγκεκριμένα στο τμήμα Τ4 (Εκπαίδευσης του Στρατού), θέση στην οποία προήχθη σε Συνταγματάρχη την 1η Μαρτίου 1927. Εκεί ο Λιστ δημιούργησε ισχυρές διασυνδέσεις με τους κατοπινούς στρατάρχες Βέρνερ φον Μπλόμπεργκ και Βάλτερ φον Μπράουχιτς.[4]

Την 1η Φεβρουαρίου 1930 οι ανώτεροί του εμπιστεύθηκαν στον Λιστ την ηγεσία της μοναδικής τότε Πολεμικής Σχολής της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, αυτής της Δρέσδης. Λίγους μήνες αργότερα εισήλθε στις τάξεις των ανώτατων αξιωματικών με την προαγωγή του σε Υποστράτηγο (1 Νοεμβρίου 1930) και Αντιστράτηγο (1 Οκτωβρίου 1932). Ο πολλά υποσχόμενος αξιωματικός ηγήθηκε πολλών αποστολών στο εξωτερικό – για παράδειγμα στη Σοβιετική Ένωση και στην Ελβετία. [2] Με την άνοδο των Ναζί στην εξουσία ανέλαβε τη θέση του διοικητή της 4ης Μεραρχίας και της Στρατιωτικής Περιφέρειας IV (Δρέσδη). Την 1η Οκτωβρίου 1935 έφτασε το βαθμό του Στρατηγού του Πεζικού και ονομάστηκε Διοικών Στρατηγός του IV Σώματος Στρατού. Εκεί παρέμεινε για μια τετραετία και στις 4 Φεβρουαρίου έγινε διοικητής της Διοίκησης Ομάδας 2 (Κάσελ) και, μετά το Άνσλους, την 1η Απριλίου 1938 της νεοσύστατης Διοίκησης Ομάδας 5 με έδρα τη Βιέννη.[4] Ως ο στρατιωτικός με τον υψηλότερο βαθμό στην Αυστρία («Όστμαρκ» από την ενσωμάτωσή της στη Ναζιστική Γερμανία) ανέλαβε να εκπαιδεύσει τον στρατό κατά τα γερμανικά πρότυπα, ώστε να επιτευχθεί η ομαλή ενσωμάτωσή του στις νέες ένοπλες δυνάμεις της Γερμανίας (Βέρμαχτ).[2][6][7] Σε αυτή τη θέση έγινε Αρχιστράτηγος (20 Απριλίου 1939).[4]

Β' Παγκόσμιος Πόλεμος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πολωνία και Γαλλία (1939-1940)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Την 25η Αυγούστου, με την διπλωματική κρίση στην Ευρώπη να έχει κορυφωθεί, ο Λιστ ανέλαβε την ηγεσία της 14ης Στρατιάς. Εφορμώντας από την ανατολική Σλοβακία, η 14η Στρατιά προωθήθηκε πέρα από το Λβοφ, σημειώνοντας μεγάλες επιτυχίες εναντίον του πολωνικού στρατού και αιχμαλωτίζοντας 64.000 περίπου στρατιώτες. Για την επιτυχημένη του ηγεσία κατά την Πολωνική Εκστρατεία τιμήθηκε από τους πρώτους στρατηγούς της Βέρμαχτ με τον Σταυρό των Ιπποτών του Σιδηρού Σταυρού στις 30 Σεπτεμβρίου 1939.[3] Στις 25 Οκτωβρίου 1939 του ανατέθηκε η ηγεσία της 12ης Στρατιάς.[4]

Κατά την Πολωνική εκστρατεία, ο Λιστ έγινε αποδέκτης πλήθους παραπόνων που αφορούσαν την δράση των SS και των Einsatzgruppen κατά των Πολωνών πολιτών και των Εβραίων. Προφανώς ο Λιστ αντιτίθετο στην δολοφονία αμάχων και κατά τις 20 Σεπτεμβρίου έδωσε λευκή επιταγή στα στρατεύματά του να εμποδίζουν τέτοιες πράξεις, αλλά παράλληλα υπενθύμιζε πως οι Πολωνοί ήταν εχθροί του Γερμανικού λαού και ισχυρίστηκε πως οι αναφορές για ακρότητες ήταν υπερβολικές.[8]

Στις 10 Μαΐου 1941 ξεκίνησε η μάχη της Γαλλίας. Η 12η Στρατιά επιτέθηκε στο Λουξεμβούργο και, διασπώντας τη γαλλική αμυντική γραμμή στις Αρδέννες, και ως τις 15 Μαΐου είχε καταβάλει την άμυνα των υπερασπιστών της Γραμμής Μαζινό, φτάνοντας ως την Αιν (20 Μαΐου), περιοχή στην οποία διεξήγαγε με επιτυχία αμυντικές μάχες ως τις αρχές του Ιουνίου. Τελικά η στρατιά έφτασε ως το Πονταρλιέ και ο Λιστ έφτασε, σε αναγνώριση του ρόλου του στη συντριβή του γαλλικού στρατού, τον υπέρτατο βαθμό του αξιωματικού των Ενόπλων Δυνάμεων: αυτόν του Στρατάρχη, στις 19 Ιουλίου 1940.[3]

Βαλκανική Εκστρατεία (1941)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύσκεψη για την ελληνική παράδοση. Από δεξιά προς τα αριστερά: Βίλχελμ Λιστ, Χανς φον Γκράιφενμπεργκ και Ζεπ Ντίτριχ

Η αποτυχία των Ιταλών να καταλάβουν την Ελλάδα ήταν ένα στρατηγικό «αγκάθι» στα πλευρά της Γερμανίας. Αν η σχεδιαζόμενη εισβολή στη Σοβιετική Ένωση πραγματοποιούνταν με την Ελλάδα βάση των δυνάμεων της Μεγάλης Βρετανίας, η χώρα θα μπορούσε να χρησιμεύσει ως ορμητήριο επίθεσης των Δυτικών Συμμάχων κατά των ζωτικής σημασίας πετρελαιοπηγών του Πλοέστι στη Ρουμανία. Για τον λόγο αυτό η 12η Στρατιά του Λιστ ξεκίνησε από τη Βουλγαρία στις 5.15' το πρωί της Κυριακής 6ης Απριλίου 1941, μαζί με την 2η Στρατιά του Στρατάρχη Μαξιμίλιαν φον Βάιχς, τον 4ο Αεροπορικό Στόλο του Πτεράρχου Αλεξάντερ Λερ και με δύο άλλες συμμαχικές τους στρατιές.[3][9] Την σφοδρή προπαρασκευή πυροβολικού ακολούθησαν κύματα επιθέσεων μηχανοκίνητων σχηματισμών εναντίον της Γραμμής Μεταξά. Η γραμμή στα περισσότερα σημεία της κράτησε τις πρώτες ημέρες, ώστε το μεσημέρι της επόμενης ημέρας ο Λιστ σκεφτόταν να αναδιοργανώσει τις δυνάμεις του για να πετύχει τη διάσπαση της γραμμής. Ο γιουγκοσλαβικός στρατός όμως αδυνατούσε να κρατήσει ένα συμπαγές μέτωπο, έτσι την ίδια ημέρα το γερμανικό XXXX Σώμα Στρατού (Αντιστράτηγος Γκέοργκ ΣτούμεGeorg Stumme, 1886–1942)[10] υπερνίκησε την αντίσταση και προχώρησε προς τα Σκόπια, ενώ στα ανατολικά η 2η Μεραρχία Πάντσερ προχωρούσε κατά μήκος του Αξιού. Η Θεσσαλονίκη κατελήφθη από την μεραρχία το βράδυ της 8ης / 9ης Απριλίου. Το Τμήμα Στρατιάς Ανατολικής Μακεδονίας δεν είχε άλλη επιλογή από το να συνθηκολογήσει, ενώ το Τμήμα Στρατιάς Δυτικής Μακεδονίας έλαβε διαταγή υποχώρησης αφού οι Γερμανοί είχαν διασπάσει την αμυντική γραμμή στο Κλειδί, περικυκλώνοντας τα ελληνικά στρατεύματα.[9]

Η κατάσταση των ελληνικών και βρετανικών στρατευμάτων ήταν πλέον απελπιστική. Ο Γιουγκοσλαβικός στρατός είχε ήδη συνθηκολογήσει στις 17 Απριλίου[1] και ο στρατηγός Γεώργιος Τσολάκογλου, διοικητής του 3ου Σώματος Στρατού στη δυτική Μακεδονία είχε προφανώς αντιληφθεί πως βρισκόταν προ τετελεσμένου γεγονότος και αποφάσισε – δεν είναι γνωστό το αν η απόφαση ήταν αποκλειστικά δική του – να υπογράψει συνθηκολόγηση με τους Γερμανούς: εφόσον δεν υπήρχε ελπίδα ανάσχεσης των Γερμανών, η συνθηκολόγηση μαζί τους – όχι με τους Ιταλούς – θα απέτρεπε τουλάχιστον την είσοδο των Ιταλών στην Ήπειρο.[11] Τα γεγονότα τον επαλήθευσαν όταν την 21η Απριλίου 1941 η ελληνική αντιπροσωπεία με επικεφαλής τον Τσολάκογλου υπέγραψε τη συνθηκολόγηση ενώπιον του Λιστ και του Γιόζεφ «Ζεπ» Ντίτριχ, στη Λάρισα[2] με αξιοπρεπέστατους όρους για την ελληνική πλευρά.[12] Τόσο ο Λιστ όμως όσο και ο Ντίτριχ υπολόγιζαν χωρίς τον Χίτλερ. Ο λόγος ήταν πως ο Μπενίτο Μουσολίνι, έχοντας αποτύχει να κάνει από το 1941 αυτό που κατάφεραν οι Γερμανοί μέσα σε μερικές ημέρες, εξοργίστηκε όταν έμαθε πως ο ελληνικός στρατός είχε συνθηκολογήσει αποκλειστικά στους Γερμανούς και απαίτησε την παράδοση των Ελλήνων και στις ιταλικές ένοπλες δυνάμεις. Ο Χίτλερ, ο οποίος χρειαζόταν την σύμπραξη των Ιταλών για την εισβολή στη Σοβιετική Ένωση, αναγκάστηκε να ταπεινώσει τους ευνοούμενους του Λιστ και τον Ντίτριχ και να ενδώσει στις απαιτήσεις του Ντούτσε. Έτσι η συνθηκολόγηση υπογράφηκε εκ νέου και τελεσίδικα ενώπιον του Ιταλού στρατηγού Φερράρο, παρουσία του Στρατηγού Άλφρεντ Γιοντλ.[1] Στις 3 Μαΐου 1941 τα γερμανικά στρατεύματα παρέλασαν μεγαλοπρεπώς στην Αθήνα. Ο Λιστ ήταν το «τιμώμενο πρόσωπο» της παρέλασης, πλαισιωμένος από τον στρατηγό Κουρτ Στούντεντ και τον Αντιστράτηγο (κατοπινό Στρατάρχη) Φέρντιναντ Σέρνερ.[3]

Ο Λιστ δεν είχε ενεργό ρόλο κατά τη μάχη της Κρήτης, καθώς τον σχεδιασμό και την περαίωση είχε αναλάβει ο 4ος Αεροπορικός Στόλος και όχι η 12η Στρατιά. Την 20ή Μαΐου, με τους Γερμανούς αλεξιπτωτιστές να έχουν υποστεί βαρύτατες απώλειες, ο Λιστ υποστήριξε πως η επιχείρηση έπρεπε να ματαιωθεί, αλλά το πείσμα του Στούντεντ έσωσε την κατάσταση.[13]

Ανώτατος Διοικητής Νοτιοανατολικής Ευρώπης (1941)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά την κατάληψη της νήσου, ο Χίτλερ διόρισε τον Λιστ, στις 9 Ιουνίου, Ανώτατο Διοικητή Νοτιοανατολικής [Ευρώπης] (Oberbefehlshaber Südost)[14] με έδρα την Αθήνα.[2] Η αποστολή του, σε γενικές γραμμές, προέβλεπε την διατήρηση της τάξης στις κατεχόμενες από τους Γερμανούς περιοχές και στη διασφάλιση της συνεργασίας με τα ιταλικά και τα βουλγαρικά στρατεύματα.[15] Στην θέση αυτή υπαγόταν άμεσα η διοίκηση Σερβίας, Βόρειας και Νότιας Ελλάδας.[1]

Την αυταρχική γερμανική κατοχή στα Βαλκάνια διαδέχτηκε σχεδόν αμέσως η οργάνωση αντάρτικων κινημάτων, κατά βάση κομμουνιστικής ιδεολογίας. Το μεγαλύτερο πρόβλημα όσον αφορούσε τους αντάρτες ήταν το γεγονός ότι δεν έφεραν στολή, κατά παράβαση του Διεθνούς Δικαίου, και επομένως μπορούσαν ανά πάσα στιγμή μπορούσαν να κρύβονται ανάμεσα στον πληθυσμό. Για τον λόγο αυτό και ελλείψει πολιτικής στο θέμα της καταπολέμησης των ανταρτών, ο Στρατάρχης φον Βάιχς εξέδωσε, τον Απρίλιο του 1941 διαταγή, σύμφωνα με την οποία θα έπρεπε να πυροβολούνται όλοι οι άρρενες άμαχοι σε κοντινή ακτίνα από το σημείο που οι αντάρτες διενέργησαν επίθεση. Στο πνεύμα αυτό κινήθηκε και ο Λιστ, ο οποίος διέταξε, τον Σεπτέμβριο του 1941, την καταστροφή των χωριών Άνω και Κάτω Κερδύλλιο στη Μακεδονία και την εκτέλεση των κατοίκων τους σε αντίποινα για μια αντάρτικη επίθεση.[16] Κατά τον ιστορικό Μαρκ Μαζάουερ ο Λιστ δεν μπορούσε να θεωρηθεί πιστός ναζί, και επιπλέον

…ήταν καλλιεργημένο και θρησκευόμενο άτομο, ενώ είχε επίσης και οικογενειακούς δεσμούς με την Ελλάδα. [η ανιψιά του ήταν νυμφευμένη με τον Κωνσταντίνο Λογοθετόπουλο][17] Κι όμως […] δεν δίστασε να εφαρμόσει τις πιο ωμές τακτικές ενάντια σε κάθε μορφή ένοπλης αντίστασης.

Τέτοιες ήταν οι τακτικές που εφάρμοζε ο Λιστ το διάστημα που υπηρετούσε ως Ανώτατος Διοικητής Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Ο ίδιος όμως δεν είχε πολλούς λόγους να είναι ευχαριστημένος με τη νέα του θέση, η οποία δεν προσέφερε καμία δυνατότητα ανέλιξης. Η ευκαιρία του δόθηκε όταν, στις 15 Οκτωβρίου 1941 αναγκάστηκε να γυρίσει στη Γερμανία για μια εγχείρηση σκωληκοειδίτιδας. Έτσι, την άνοιξη του 1942 στάλθηκε στη Νορβηγία και τη Βόρεια Φινλανδία για να διασφαλίσει την χώρα εναντίον μιας ενδεχόμενης βρετανικής απόβασης.[2]

Διοικητής της Ομάδας Στρατιών «Α» (1942)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Μπλε Περίπτωση

Με την επιμονή του χαμερπούς Στρατάρχη Βίλχελμ Κάιτελ και του αντιδραστικού Φραντς Χάλντερ ο Λιστ ανέλαβε την διοίκηση της Ομάδας Στρατιών «Α» στη νότια Σοβιετική Ένωση, με ισχύ από την 10η Ιουλίου 1942. Σύντομα του ανατέθηκε και η πρώτη μεγάλη αποστολή, η οποία όμως έμελλε να είναι και η τελευταία.

Μετά την αποτυχία των Γερμανών να καταλάβουν τη Μόσχα τον καταστροφικό χειμώνα του 1941, ήταν έκδηλο πως ο Κόκκινος Στρατός δεν βρισκόταν στα πρόθυρα της κατάρρευσης, όπως διατυμπάνιζε ο Χίτλερ. Ο ίδιος αρνούνταν να το αντιληφθεί. Με την οδηγία υπ' αριθμόν 45 της 23ης Ιουλίου 1942, αντί να διατάξει τις Ομάδες Στρατιών «Α» και «Β» (Λιστ και φον Βάιχς αντίστοιχα) να δράσουν από κοινού, προτίμησε να τις χωρίσει. Η ομάδα στρατιών του φον Βάιχς θα έπρεπε να καταλάβει το Στάλινγκραντ και αυτή του Λιστ, αφού διασφάλιζε το Ροστόφ, θα έπρεπε να κινηθεί με σκοπό την κατάληψη του ανατολικού Καυκάσου.[18] Η αποστολή αυτή ήταν ύψιστης σημασίας: όχι μόνο θα επέτρεπε στους Γερμανούς να εκμεταλλευτούν τις πετρελαιοπηγές του Μπακού και του Καυκάσου γενικότερα, αλλά ίσως να έπειθε και την Τουρκία να μπει στον πόλεμο στο πλευρό της Γερμανίας, αλλάζοντας άρδην την κατάσταση στο Ανατολικό Μέτωπο.

Στοιχείο γερμανικού αντιαεροπορικού πυροβόλου, επανδρωμένο από άνδρες μιας ορεινής μονάδας, κάπου στον Καύκασο (Σεπτέμβριος 1942)

Πλην όμως, το σχέδιο δεν είχε πιθανότητες επιτυχίας, λόγω του ότι υπήρχε μεγάλη συγκέντρωση σοβιετικών στρατευμάτων τόσο στον Καύκασο όσο και ανατολικά του Ντον, και όχι «κάποιες εχθρικές δυνάμεις» που είχαν καταφέρει «να αποφύγουν τον αποκλεισμό» και είχαν καταφύγει ανατολικά του Ντον, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε η διαταγή υπ' αριθμόν 45.[19] Επιπλέον ο Λιστ διέθετε μόνο 16 μεραρχίες για να καλύψει ένα κατά βάση δύσβατο μέτωπο 1.000 περίπου χιλιομέτρων που υπερασπίζονταν υπεροκταπλάσιες σοβιετικές δυνάμεις.[18] Ο Λιστ μπορεί να γνώριζε πως η εκστρατεία αυτή ήταν καταδικασμένη – σε λιγότερο από τρεις μήνες άρχιζε και ο χειμώνας[20] – αλλά δεν είχε άλλη επιλογή παρά να ακολουθήσει τις παρανοϊκές αυτές διαταγές.[19]

Παρά τις αρχικές επιτυχίες των Γερμανών τα πράγματα πήραν τον δρόμο τους. Στις 5 Αυγούστου γερμανικές μονάδες διέβησαν χωρίς αντίσταση τον Ντον και κατάφεραν να προχωρήσουν σε πλάτος 150 χιλιομέτρων μέσα στον Καύκασο.[21] Ο κύριος στόχος ήταν το λιμάνι του Σουχούμι, αλλά το οδικό δίκτυο ήταν πρακτικά ανύπαρκτο και αυτό δυσκόλευε ιδιαίτερα την κατάσταση. Όταν οι Σοβιετικοί αντιλήφθηκαν την κρισιμότητα της γερμανικής εκστρατείας, άρχισαν να οργανώνουν συστηματικά το αμυντικό τους δίκτυο με αποβιβάσεις στρατευμάτων, ναρκοθετήσεις και ανατινάξεις.[22] Χωρίς σύγχρονους χάρτες απέναντι σε έναν εχθρό που γνώριζε καλά την περιοχή, με ανύπαρκτο ουσιαστικά ανεφοδιασμό και χωρίς ενισχύσεις, οι Γερμανοί ήταν καταδικασμένοι. Ο διοικητής της 1ης Ορεινής Μεραρχίας Χούμπερτ Λαντς (Hubert Lanz, 1896–1982)[23] έγραφε γύρω στις 22 Αυγούστου πως «η προέλαση μέσα από τον Καύκασο πρέπει να εγκαταλειφθεί».[24] Η σοβιετική αντεπίθεση στις 25 του μήνα καθήλωσε τους Γερμανούς στις θέσεις τους. Οι απώλειες ήταν τόσο υψηλές που η προέλαση ήταν πια αδύνατο να συνεχιστεί.[25]

Ο Χίτλερ δεν είχε πολλούς λόγους να είναι ευχαριστημένος με τον Λιστ. Ο Άλφρεντ Γιοντλ, ο οποίος είχε επισκεφθεί το αρχηγείο του Λιστ στην Ουκρανία την ίδια ημέρα, είπε στον Χίτλερ στο δείπνο στις 7 Σεπτεμβρίου πως ο Λιστ είχε απλώς ακολουθήσει τις εντολές του. Ο Χίτλερ αντέδρασε παιδιάστικά, ουρλιάζοντας «Ψέματα!».[26] Χωρίς καν να αξιώσει μια προσωπική συνάντηση, απάλλαξε τον Λιστ από τα καθήκοντά του.[27] Ούτως ή άλλως και ο ίδιος ο Λιστ είχε υποβάλει την παραίτησή του στις 10 Σεπτεμβρίου.[4] Και ο Φραντς Χάλντερ ακολούθησε τον Στρατάρχη στην απόλυση δύο εβδομάδες αργότερα.[2] Ο Λιστ, σύμφωνα με τον Λαντς, έφυγε «λέγοντας πως διαφορετικά δεν θα μπορούσε να σταθεί απέναντι στη συνείδησή του και στους γενναίους στρατιώτες του», στάση την οποία εξήρε ως «άξια μίμησης».[28] Ούτε η απόλυση του Λιστ ούτε αυτή του Χάλντερ εμπόδισε την ήττα. Με διαταγή του Χίτλερ τα γερμανικά στρατεύματα υποχώρησαν από τον Καύκασο στις 12 Δεκεμβρίου 1942.[29] Δύο μήνες αργότερα η Βέρμαχτ θα γνώριζε αποφασιστική ήττα και στο Στάλινγκραντ, σφραγίζοντας οριστικά τη μοίρα του πολέμου.

Μετά την απόλυσή του ο Λιστ τέθηκε στη λεγόμενη «Εφεδρεία του Φύρερ» (Führerreserve) από την οποία ουδέποτε ανακλήθηκε.[4] Παρέμεινε για λίγο καιρό στη Βιέννη και αργότερα επέστρεψε στην οικία του στο Γκάρμις-Παρτενκίρχεν.[3] Δεν έστειλε καμία επιστολή για επανεύρεση εργασίας, και ήρθε αρκετές φορές σε επαφή με τον πρώην επιτελάρχη του Φρίντριχ Όλμπριχτ, μέλος της Αντίστασης κατά του Χίτλερ. Μετά την αποτυχημένη απόπειρα δολοφονίας του τελευταίου μάλιστα (20 Ιουλίου 1944) δεν έκανε καν τον κόπο να στείλει ένα τηλεγράφημα για να διακηρύξει την αφοσίωσή του.[2]

Αιχμαλωσία, δίκη και μεταπολεμική ζωή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Δίκη των Ομήρων
Ο Λιστ (αριστερά) με τον Στρατηγό του Μηχανικού Βάλτερ Κούντσε κατά τη Δίκη των Ομήρων

Ο Λιστ περιήλθε σε αμερικανική αιχμαλωσία στις 30 Απριλίου 1945 στο Γκάρμις-Παρτενκίρχεν.[3] Στις 10 Μαΐου 1947, μετά την ετυμηγορία κατά των κυριότερων Γερμανών εγκληματιών πολέμου στη Νυρεμβέργη, ξεκίνησε και η Υπόθεση VII, η «Δίκη των Ομήρων», «Δίκη του Λιστ» ή «Δίκη των Στρατηγών του Νοτιοανατολικού Χώρου» (επίσημος τίτλος «Οι ΗΠΑ εναντίον Βίλχελμ Λιστ, κ. ά.» - US versus Wilhelm List, et. al.) Μαζί με τον Λιστ, στο εδώλιο του κατηγορουμένου καθόταν και ο Χουμπερτ Λαντς, όπως και άλλοι υψηλά ιστάμενοι στρατηγοί, για παράδειγμα ο Αρχιστράτηγος Λόταρ Ρέντουλιτς, συνολικά 12 στρατηγοί που κατηγορούνταν για εγκλήματα πολέμου στα Βαλκάνια.[30] Η δίκη διήρκεσε 117 ημέρες και η ετυμηγορία για τον Λιστ ήταν η εξής:

« Οι αποδείξεις δείχνουν πως μετά την συνθηκολόγηση των ενόπλων δυνάμεων της Γιουγκοσλαβίας και της Ελλάδας, και οι δύο χώρες καταλήφθηκαν εντός της σημασίας του Διεθνούς Δικαίου. Δείχνουν περεταίρω πως παρέμειναν κατεχόμενες κατά την περίοδο που ο Λιστ ήταν Διοικητής Ενόπλων Δυνάμεων Νοτιοανατολής. Είναι ξεκάθαρο από τα αρχεία πως οι αντάρτες που συμμετείχαν στα περιστατικά που δείχτηκαν από τις αποδείξεις κατά την περίοδο αυτή δεν μπορούν να θεωρηθούν έννομοι αντίπαλοι σύμφωνα με τους κανόνες που διακηρύχθηκαν προηγουμένως. Επομένως συμφωνούμε με το επιχείρημα του κατηγορουμένου Λιστ πως οι αντάρτες που αντιμετώπιζε δεν ήταν έννομοι αντίπαλοι για τους οποίους θα ίσχυε η κατάσταση του αιχμαλώτου πολέμου μετά την αιχμαλωσία τους. Είμαστε υποχρεωμένοι να παραδεχτούμε πως τέτοιοι αντάρτες ήταν francs tireurs [παράνομοι], οι οποίοι μετά την αιχμαλωσία τους μπορούσαν να εκτελεστούν. Συνεπώς καμία εγκληματική ευθύνη δεν βαρύνει τον κατηγορούμενο Λιστ λόγω της εκτέλεσης αιχμάλωτων παρτιζάνων [ανταρτών] στη Γιουγκοσλαβία και στην Ελλάδα κατά την περίοδο που ο Λιστ ήταν Διοικητής Ενόπλων Δυνάμεων Νοτιοανατολής.  »

Επιπλέον ο Λιστ αθωώθηκε για εκτελέσεις που σχετίζονταν με την «Διαταγή των Κομισαρίων». Κρίθηκε όμως ένοχος για «Μαζικούς φόνους εκατοντάδων χιλιάδων πολιτών στην Ελλάδα, στην Αλβανία και στη Γιουγκοσλαβία έχοντας διατάξει σύλληψη ομήρων και εκτελέσεις για αντίποινα» (Κατηγορία 1) όπως και για «Φόνο και κακομεταχείριση αιχμαλώτων πολέμου, και αυθαίρετο χαρακτηρισμό εμπολέμων ως "παρτιζάνων", αρνούμενός τους την κατάσταση των αιχμαλώτων πολέμου, όπως και τον φόνο τους» (Κατηγορία 3).[31]

Ο Λιστ καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη, αλλά αφέθηκε ελεύθερους για λόγους υγείας στις 24 Δεκεμβρίου 1952.[4] Επέστρεψε στο Γκάρμις-Παρτενκίρχεν, χωρίς όμως να ζήσει απόλυτα ελεύθερος – το 1957, για παράδειγμα, οι Αμερικανοί αρνήθηκαν το αίτημά του να ταξιδέψει στο νότιο Τιρόλο για κάποιο πρόβλημα υγείας.[32] Ο Βίλχελμ Λιστ πέθανε στο Γκάρμις-Παρτενκίρχεν στις 16 Αυγούστου 1971, στην προχωρημένη ηλικία των 91 ετών.[1][4]

Διακρίσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύνοψη βαθμών[4]
Γερμανικός Βαθμός Ελληνικό αντίστοιχο[Σημ. 1] Ημερομηνία
Fähnrich Ανθυπασπιστής 08 Φεβρουαρίου 1899
Leutnant Ανθυπολοχαγός 07 Μαρτίου 1900
Oberleutnant Υπολοχαγός 09 Μαρτίου 1908
Hauptmann Λοχαγός 22 Μαρτίου 1913
Major Ταγματάρχης 26 Σεπτεμβρίου 1919
Oberstleutnant Αντισυνταγματάρχης 01 Οκτωβρίου 1923
Oberst Ταγματάρχης 01 Μαρτίου 1927
Generalmajor Υποστράτηγος 01 Νοεμβρίου 1930
Generalleutnant Αντιστράτηγος 01 Οκτωβρίου 1932
General der Infanterie (Στρατηγός του Πεζικού)[Σημ. 2] 01 Οκτωβρίου 1935
Generaloberst Αρχιστράτηγος 20 Απριλίου 1939
Generalfeldmarschall Στρατάρχης 19 Ιουλίου 1940

Παρατίθενται οι διακρίσεις (παράσημα, μετάλλια και λοιπές ηθικές διακρίσεις) που απονεμήθηκαν στον Λιστ κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής του σταδιοδρομίας:[4]

Μνεία στην Αναφορά της Βέρμαχτ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ημερομηνία Πρωτότυπο κείμενο Μετάφραση
Τετάρτη,
9 Απριλίου 1941
An der griechischen Grenze durchbrachen dem Generalfeldmarschall List unterstehende Gebirgs- und Infanteriedivisionen, unterstützt von Sturzkampffliegern und Flakartillerie nach erbittertem Ringen die sogen.[annte] Metaxas-Linie, einen in jahrelanger Arbeit in das Gebirge eingebauten neuzeitlichen Befestigungswall.[33] Στα ελληνικά σύνορα οι υπαγόμενες στον Στρατάρχη Λιστ Μεραρχίες Ορεινές και Πεζικού, υποστηριζόμενες από βομβαρδιστικά καθέτου εφορμήσεως και αντιαεροπορικό πυροβολικό διέσπασαν μετά από τρομερή πάλη την επονομαζόμενη Γραμμή Μεταξά, ένα σύγχρονο οχυρωματικό τείχος χτισμένο στα όρη με πολύχρονη εργασία.

Σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Η παρένθεση στην ελληνική απόδοση δηλώνει πως δεν υπάρχει το αντίστοιχο του γερμανικού βαθμού στα ελληνικά
  2. Ο βαθμός αυτός δεν υπάρχει οργανικά στον Ελληνικό Στρατό. Τα Generalleutnant και General der... [Όπλο/Σώμα] (π.χ. Στρατηγός του Πεζικού [Infanterie], Ιπταμένων [Flieger], Ιππικού [Kavallerie], Τεθωρακισμένων [Panzertruppe], Αλεξιπτωτιστών [Fallschirmtruppe], Ορεινών Στρατευμάτων [Gebirgstruppe] κ.λπ.) αποδίδονται ενίοτε ως «Αντιστράτηγος / Αντιπτέραρχος Β' Τάξης» (ανάλογα τον κλάδο) και «Αντιστράτηγος / Αντιπτέραρχος Α' Τάξης» αντίστοιχα.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 1,3 1,4 1,5 Generalfelmarschall Wilhelm List. Άρθρο από τον ιστοχώρο Lexicon der Wehrmacht (γερμανικά)
  2. 2,00 2,01 2,02 2,03 2,04 2,05 2,06 2,07 2,08 2,09 2,10 2,11 2,12 2,13 2,14 Stumpf, Reinhard: „List, Wilhelm“, στο: Neue Deutsche Biographie 14 (1985), σ. 69. [Ηλεκτρονική έκδοση] (γερμανικά)
  3. 3,00 3,01 3,02 3,03 3,04 3,05 3,06 3,07 3,08 3,09 3,10 3,11 Ritterkreuzträger Wilhelm List. Άρθρο από τον ιστοχώρο Ritterkreuzträger 1939-1945 (γερμανικά)
  4. 4,00 4,01 4,02 4,03 4,04 4,05 4,06 4,07 4,08 4,09 4,10 4,11 4,12 4,13 4,14 4,15 4,16 Miller, Michael D. και Collins, Gareth: Generalfeldmarschall Wilhelm List. Άρθρο από τον ιστοχώρο Axis Biographical Research (αγγλικά)
  5. Kaltenegger, σ. 23
  6. Meyer (2006), σ. 38 (υποσημείωση 30)
  7. Eberle & Uhl, σ. 58
  8. Rubenstein, Richard L. & Roth, John K., σ. 148
  9. 9,0 9,1 Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΕ', σ. 444
  10. General der Panzertruppe Georg Stumme . Άρθρο από τον ιστοχώρο Lexicon der Wehrmacht (γερμανικά)
  11. Mazower, σ. 42
  12. Beevor (1991), σ. 73
  13. Beevor (1991), σ. 124 και 192
  14. Meyer, σ. 38-39
  15. Meyer, σ. 39 (υποσημείωση 31)
  16. Mazower, ό.π., σ. 199-202
  17. Mazower, σ. 45
  18. 18,0 18,1 Meyer (2009), τ. Α', σ. 118
  19. 19,0 19,1 Beevor (1999), σ. 126
  20. Meyer (2009), τ. Α', σ. 119
  21. Meyer (2009), τ. Α', σ. 119
  22. Meyer (2009), τ. Α', σ. 120
  23. General der Gebirgstruppe Hubert Lanz. Άρθρο στον ιστοχώρο Lexicon der Wehrmacht
  24. Meyer (2009), τ. Α', σ. 128
  25. Meyer (2009), τ. Α', σ. 130
  26. Beevor (1999), σ. 180
  27. Eberle & Uhl, σ. 148
  28. Meyer (2009), τ. Α', σ. 138
  29. Meyer (2009), τ. Α', σ. 129
  30. Meyer (2006), σ. 648
  31. Η δίκη των Ομήρων, δίκη του Βίλχελμ Λιστ, κ.ά. στην ιστοσελίδα του Πανεπιστημίου της Δυτικής Αγγλίας. Κατά: United Nations War Crimes Commission. Law Reports of Trials of War Criminals. Volume VIII, 1949 (αγγλικά)
  32. Wilhelm List. Άρθρο στο περιοδικό Der Spiegel, 29 Μαΐου 1957 (γερμανικά)
  33. Die Wehrmachtberichte 1939-1945 Band 1, σ. 473

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα
  • Beevor, Antony (1991): Κρήτη. Η Μάχη και η Αντίσταση. Εκδόσεις Γκοβόστη, Αθήνα 2004. ISBN 960-270-927-8
  • Beevor, Antony (1999): Στάλινγκραντ. Εκδόσεις Γκοβόστη, Αθήνα 2004. ISBN 960-270-968-5
  • Eberle, Henrik & Uhl, Mattias: Το Βιβλίο Χίτλερ. Ο απόρρητος φάκελος για τον Χίτλερ που παρέδωσαν στο Στάλιν οι Σοβιετικές μυστικές υπηρεσίες. Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2007. ISBN 978-960-04-3499-6
  • Kaltenegger, Roland: Ludwig Kübler. General der Gebirgstruppe. Motorbuch Verlag, Στουτγκάρδη 1998. ISBN 3-613-01867-5
  • Meyer, Hermann Frank: Αιματοβαμμένο Εντελβάις. Η 1η Ορεινή Μεραρχία, το 22ο Σώμα Στρατού και η εγκληματική δράση τους στην Ελλάδα, 1943-1944 (Τόμος Α). Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2009. ISBN 978-960-05-1423-0
  • Meyer, Hermann Frank: Αιματοβαμμένο Εντελβάις. Η 1η Ορεινή Μεραρχία, το 22ο Σώμα Στρατού και η εγκληματική δράση τους στην Ελλάδα, 1943-1944 (Τόμος Β). Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2009. ISBN 978-960-05-1425-4
  • Meyer, Hermann Frank: Από τη Βιέννη στα Καλάβρυτα. Τα αιματηρά ίχνη της 117ης μεραρχίας καταδρομών στη Σερβία και την Ελλάδα (4η Έκδοση). Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2006. ISBN 960-05-1112-8
  • Mazower, Mark (1994) [1993]: Στην Ελλάδα του Χίτλερ. Η εμπειρία της Κατοχής (Δεύτερη έκδοση). Εκδόσεις Αλεξάνδρεια. Σειρά: Νεότερη και Σύγχρονη Ιστορία. Αθήνα. ISBN 960-211-096-6
  • Miller, Michael D. και Collins, Gareth: Generalfeldmarschall Wilhelm List. Άρθρο από τον ιστοχώρο Axis Biographical Research (αγγλικά)
  • Rubenstein, Richard L. & Roth, John K.: Approaches to Auschwitz: The Holocaust and its Legacy. Westminster John Knox Press, 1997. ISBN 978-0-8042-0777-5 (αγγλικά)
  • Stumpf, Reinhard: „List, Wilhelm“, στο: Neue Deutsche Biographie 14 (1985), σ. 69. [Ηλεκτρονική έκδοση] (γερμανικά)
  • Die Wehrmachtberichte 1939-1945 Band 1, 1. September 1939 bis 31. Dezember 1941. München: Deutscher Taschenbuch Verlag GmbH & Co. KG, 1985. ISBN 3-423-05944-3 (γερμανικά)
  • Ritterkreuzträger Wilhelm List. Άρθρο από τον ιστοχώρο Ritterkreuzträger 1939-1945 (γερμανικά)
  • Η δίκη των Ομήρων, δίκη του Βίλχελμ Λιστ, κ.ά. στην ιστοσελίδα του Πανεπιστημίου της Δυτικής Αγγλίας. Κατά: United Nations War Crimes Commission. Law Reports of Trials of War Criminals. Volume VIII, 1949 (αγγλικά)
  • Generalfelmarschall Wilhelm List. Άρθρο από τον ιστοχώρο Lexicon der Wehrmacht (γερμανικά)
  • Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΕ'. Νεώτερος Ελληνισμός από 1913 ως 1941. Εκδοτική Αθηνών Α.Ε., Αθήνα 1978. ISBN 960-213-111-X