Κρήτη

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Συντεταγμένες: 35°00′N 25°00′E / 35.00°N 25.00°E / 35.00; 25.00

Κρήτη
Δορυφορική εικόνα της Κρήτης
Γεωγραφία
Τοποθεσία Ανατολική Μεσόγειος
Έκταση 8.303 km2
Ακτογραμμή 1.046[1] km
Υψόμετρο 2.456 m
Υψηλότερη κορυφή Ψηλορείτης
Χώρα
Περιφέρεια Κρήτης
Περιφερειακές
ενότητες
Ηρακλείου
Λασιθίου
Ρεθύμνου
Χανίων
Δημογραφικά
Πληθυσμός 623.065 (απογραφής 2011)
Πυκνότητα 75 /km2
Εθνικότητες Έλληνες

Η Κρήτη είναι το μεγαλύτερο και πολυπληθέστερο νησί της Ελλάδας και το πέμπτο σε έκταση μεγαλύτερο της Μεσογείου, μετά τη Σικελία, τη Σαρδηνία, την Κύπρο και την Κορσική. Πρωτεύουσα και μεγαλύτερη πόλη της είναι το Ηράκλειο, το οποίο είναι έδρα της περιφέρειας Κρήτης που συμπεριλαμβάνει γειτονικά νησιά και νησίδες. Με πληθυσμό 623.065 κατοίκων, περίπου 160 χιλιόμετρα νότια της ελληνικής ηπειρωτικής χώρας και εκτεινόμενη από τα δυτικά προς τα ανατολικά, βρέχεται βόρεια από το Κρητικό και νότια από το Λιβυκό πέλαγος. Αποτελεί σημαντικό κομμάτι της οικονομίας και της πολιτισμικής κληρονομιάς της Ελλάδας, διατηρώντας τα δικά της πολιτισμικά στοιχεία. Κατά τα έτη 3000 π.Χ.-1400 π.Χ. άκμασε στο νησί ο Μινωικός πολιτισμός, ένας από τους πρώτους πολιτισμούς της Ευρώπης, με κυριότερα κέντρα του την Κνωσό, την Κυδωνία και τη Φαιστό. Θρησκευτικά, η Εκκλησία της Κρήτης είναι ημιαυτόνομη, εξαρτώμενη από το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως.

Γεωγραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το φαράγγι της Σαμαριάς

Η Κρήτη είναι το μεγαλύτερο νησί στην Ελλάδα και το δεύτερο μεγαλύτερο της ανατολικής Μεσογείου μετά την Κύπρο. Βρίσκεται στο νότιο άκρο του Αιγαίου πελάγους και καλύπτει μια περιοχή 8.336 km². Ο μόνιμος πληθυσμός της είναι 623.065 κάτοικοι, ενώ ο πραγματικός, de facto, 682.928 σύμφωνα με την απογραφή του 2011. Έχει μήκος περίπου 260 χιλιόμετρα και ποικίλλει στο πλάτος από μέγιστο 60 χιλιομέτρων, από το ακρωτήριο Δίον έως το ακρωτήριο Λίθινο, σε ελάχιστο 12 χιλιομέτρων στον ισθμό της Ιεράπετρας στην ανατολική Κρήτη. Η ακτογραμμή της παρουσιάζει βαθύ γεωγραφικό διαμελισμό, ο οποίος παρουσιάζει στην Κρήτη πάνω από 1.000 χιλιόμετρα ακτών.

Το νησί είναι εξαιρετικά ορεινό με τρεις κύριες οροσειρές, τα Λευκά Όρη (2454 μ.), την Ίδη (Ψηλορείτης) (2454 μ.) και τη Δίκτη (Λασιθιώτικα Όρη) (2148 μ.) που το διασχίζουν κατά σειρά από τη δύση ως την ανατολή. Επιπλέον ορεινοί όγκοι είναι αυτοί της Θρυπτής (1476 μ) στα ανατολικά και τα Αστερούσια Όρη (1231 μ.) στα νότια. Σ' αυτά τα βουνά οφείλεται η ύπαρξη εύφορων οροπεδίων, όπως ο Ομαλός στα Λευκά Όρη, η Νίδα στην Ίδη και το Λασίθι, και το Καθαρό στη Δίκτη. Στο νησί υπάρχουν σημαντικά σπήλαια όπως το Δικταίο και το Ιδαίο άντρο. Κύριο μορφολογικό χαρακτηριστικό της Κρήτης είναι τα επιβλητικά φαράγγια όπως το διάσημο φαράγγι της Σαμαριάς, το φαράγγι Ίμπρου, το Κουρταλιώτικο φαράγγι, το Χα και το Φαράγγι των Νεκρών.

Κλίμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Κρήτη ανήκει στη μεσογειακή κλιματολογική ζώνη που προσδίδει τον κύριο κλιματικό χαρακτήρα της, ο οποίος χαρακτηρίζεται ως εύκρατος. Η ατμόσφαιρα μπορεί να είναι αρκετά υγρή, ανάλογα με την εγγύτητα στη θάλασσα. Ο χειμώνας είναι αρκετά ήπιος και υγρός, με αρκετές βροχοπτώσεις, ως επί το πλείστον, στα δυτικά τμήματα του νησιού. Η χιονόπτωση είναι σπάνια στις πεδινές εκτάσεις, αλλά αρκετά συχνή στις ορεινές. Κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, η μέση θερμοκρασία κυμαίνεται στους 25 με 30 βαθμούς Κελσίου[εκκρεμεί παραπομπή], οπωσδήποτε πιο χαμηλά από εκείνο την ηπειρωτική Ελλάδα. Η νότια ακτή, συμπεριλαμβανομένης της πεδιάδας της Μεσαράς και των Αστερούσιων ορέων, απολαμβάνει περισσότερες ηλιόλουστες ημέρες και υψηλότερες θερμοκρασίες κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού σε σχέση με την υπόλοιπη μεγαλόνησο. Η χλωρίδα του νησιού απειλείται από τη βαθμιαία ανάπτυξη της κτηνοτροφίας.[εκκρεμεί παραπομπή]

Πανίδα και Χλωρίδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κυριότερα θηλαστικά του νησιού αποτελούν ο ασβός (άρκαλος στα κρητικά), η νυφίτσα, η ζουρίδα (πετροκούναβο), ο σκαντζόχοιρος, η μυγαλή, ο μυωξός, διάφορα είδη ποντικών και αρουραίων και πολλά είδη νυχτερίδας.[2] Επίσης, τα νερά της Κρήτης φιλοξενούν μεγάλο αριθμό θαλάσσιων θηλαστικών, όπως φυσητήρες, φάλαινες, δελφίνια και μεσογειακές φώκιες.[3] Οι ουρανοί της Κρήτης φιλοξενούν ένα μεγάλο αριθμό αρπακτικών πτηνών, με κυριότερα τους απειλούμενους γυπαετούς και χρυσαετούς, καθώς και τον μεγαλύτερο αριθμό όρνεων στην Ευρώπη. Επίσης, οι ακτές του νησιού αποτελούν σημαντικό καταφύγιο για θαλάσσιες χελώνες καρέτα καρέτα ή δερματοχελώνες.

Εκτός από τα ζώα, υπάρχουν πολλά ενδημικά είδη φυτών, ακόμη και σε στενοενδημική μορφή, δηλαδή που βρίσκονται απομονωμένα σε περιορισμένες περιοχές, όπως η Μαλοτύρα (Siderites syrioca). Στην Κρήτη υπάρχουν εκατοντάδες είδη ορχιδέας, που αποτελούν πόλο έλξης για τους λάτρεις και τους ερευνητές των φυτών. Επίσης γνωστά είναι τα βότανα της Κρήτης, όπως ο δίκταμος και η κόκκινη τουλίπα, η οποία πλέον απαντάται σε πολλά μέρη.

Πολιτισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

O Ψαραντώνης σε φεστιβάλ στο Ηνωμένο Βασίλειο

Στη Κρήτη ομιλείται η Κρητική διάλεκτος[4] η οποία θεωρείται η μακροβιότερη ελληνική διάλεκτος. Υπάρχει μεγάλη παράδοση στη μαντινάδα, ένα δεκαπεντασύλλαβο ποίημα με ομοιοκαταληξία. Η Κρήτη επίσης είναι γνωστή για τη παραδοσιακή μουσική της, χαρακτηριστικά όργανα της οποίας είναι πρωτίστως η κρητική λύρα και το λαούτο και δευτερευόντως το βιολί, το μαντολίνο και η ασκομαντούρα. Μερικοί από τους γνωστότερους Κρητικούς μουσικούς είναι ο Νίκος Ξυλούρης, ο Θανάσης Σκορδαλός, ο Κώστας Μουντάκης και ο Ψαραντώνης. Μεγάλη παράδοση υπάρχει και στο χορό με αρκετά διαφορετικά είδη τα οποία θεωρούνται συνέχεια αρχαίων χορών όπως ο πυρρίχιος.[5] Από τους πιο γνωστούς χορούς σήμερα είναι ο σιγανός, ο πεντοζάλης, ο χανιώτης, η σούστα και ο μαλεβιζιώτικος.

Χαρακτηριστική επίσης είναι και η κρητική φορεσιά, που συνήθως φοριέται από τα παραδοσιακά χορευτικά συγκροτήματα.

Στη λογοτεχνία Κρητικοί συγγραφείς έχουν προσφέρει πολλά με γνωστότερους τον Βιτσέντζο Κορνάρο που έγραψε τον Ερωτόκριτο τον 17ο αιώνα, τον Νίκο Καζαντζάκη τον 20ο αιώνα, ο οποίος προτάθηκε 3 φορές για Νόμπελ λογοτεχνίας, και τον βραβευμένο με Νόμπελ Οδυσσέα Ελύτη. Κατά τη διάρκεια της Αναγέννησης στη Κρήτη αναπτύχθηκε η Κρητική σχολή ζωγραφικής που επηρέασε τον Δομήνικο Θεοτοκόπουλο.

Το νησί είναι ακόμα γνωστό για αρκετά παραδοσιακά έθιμα όπως ο κρητικός γάμος.

Λαϊκή Τέχνη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η λαϊκή τέχνη διατηρήθηκε σε όλους τους αιώνες και βρίσκει σήμερα την έκφρασή της στα υφαντά, τα κεντήματα, τα κεραμικά, τα ξυλόγλυπτα, την μεταλλοτεχνία και τη ζωγραφική. Σε όλα τα μέρη της Κρήτης γυναίκες δουλεύουν στους αργαλειούς και άντρες στον τροχό και τον πάγκο, προσφέροντας μια μεγάλη ποικιλία από όμορφα έργα τέχνης. Αρχικά τα έργα αυτά προορίζονταν για προσωπική χρήση, αλλά με το πέρασμα των ετών έγιναν περιζήτητα όπως οι περίφημες ξυλόγλυπτες κρητικές κασέλες, τα σεντούκια, οι λύρες αλλά και τα υφαντά . Ο όρθιος αργαλειός της εποχής του Ομήρου υπάρχει ακόμα σε πολλά μέρη καθώς και ο νεότερος ο οριζόντιος. Ολόκληρες οικογένειες απασχολούνται σήμερα με την υφαντουργία, από την εκτροφή των προβάτων ως την τελική ύφανση του μαλλιού. Πολλές υφάντρες εξακολουθούν να βάφουν το μαλλί που χρησιμοποιούν με φυτικές βαφές και στη συνέχεια βυθίζουν το νήμα στη θάλασσα για να μην ξεβάφει. Τα κρητικά υφαντά, διακρίνονται για τα πλούσια και ζωηρά τους χρώματα και τα σχέδια τους που είναι είτε γεωμετρικά είτε παραστάσεις ζώων και φυτών.

Οικονομία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η οικονομία της Κρήτης, η οποία βασιζόταν κυρίως στη γεωργία, άρχισε να αλλάζει ορατά κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1970. Ενώ διατηρείται η παραδοσιακή έμφαση στη γεωργία και στην κτηνοτροφία, λόγω του κλίματος και της έκτασης του νησιού, παρουσιάζεται μια πτώση στις κατασκευές, καθώς και μια μεγάλη αύξηση στην παροχή υπηρεσιών (κυρίως σχετικών με τον τουρισμό). Και οι τρεις αυτοί τομείς της κρητικής οικονομίας, η (γεωργία, η επεξεργασία-συσκευασία, και οι υπηρεσίες), συνδέονται άμεσα και αλληλοεξαρτώνται. Η Κρήτη εμφανίζει μέσο κατά κεφαλήν εισόδημα που αγγίζει το 100% εκείνου της υπόλοιπης χώρας και η ανεργία κυμαίνεται περίπου στο 4%[εκκρεμεί παραπομπή].

Το νησί διαθέτει τρεις σημαντικούς αερολιμένες: τον αερολιμένα Νίκος Καζαντζάκης στο Ηράκλειο που είναι το δεύτερο μεγαλύτερο στην Ελλάδα σε κίνηση Επιβατών και εμπορευμάτων, τον αερολιμένα Δασκαλογιάννης στα Χανιά και το νέο, μικρότερης έκτασης αερολιμένα στη Σητεία. Περισσότερα στοιχεία για την Οικονομία της Κρήτης εδώ

Πόλεις–Χωριά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι κυριότερες πόλεις της Κρήτης είναι:

Πολιτική οργάνωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το νησί της Κρήτης είναι μία από τις 13 περιφέρειες της Ελλάδας και αποτελείται από τέσσερις περιφερειακές ενότητες:

  • Ηρακλείου 305.490 μόνιμος πληθυσμός και 338.052 πραγματικός πληθυσμός το 2011
  • Λασιθίου 75.381 μόνιμος πληθυσμός και 75.995 πραγματικός πληθυσμός το 2011
  • Ρεθύμνης 85.609 μόνιμος πληθυσμός και 97.059 πραγματικός πληθυσμός το 2011
  • Χανίων 156.585 μόνιμος πληθυσμός και 171.822 πραγματικός πληθυσμός το 2011

Δικαιοσύνη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Για τις πολιτικές και ποινικές υποθέσεις στην Κρήτη λειτουργούν τέσσερα Πρωτοδικεία (Χανίων, Ρεθύμνης, Ηρακλείου και Λασιθίου με έδρα τη Νεάπολη), 10 Ειρηνοδικεία [6] και 3 Πταισματοδικεία (Χανίων, Ρεθύμνης και Ηρακλείου). Για τις διοικητικές υποθέσεις λειτουργούν δύο Διοικητικά Πρωτοδικεία (Χανίων και Ηρακλείου). Δευτεροβάθμια δικαστήρια λειτουργούν στο Ηράκλειο και στα Χανιά. Συγκεκριμένα, για τις πολιτικές και ποινικές υποθέσεις λειτουργούν δύο Εφετεία (Κρήτης με έδρα τα Χανιά και Ανατολικής Κρήτης με έδρα το Ηράκλειο), ενώ για τις διοικητικές διαφορές λειτουργεί ένα Διοικητικό Εφετείο (Χανίων).

Τουρισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Κρήτη είναι ένας από τους δημοφιλέστερους ελληνικούς προορισμούς διακοπών. Το 15% των συνολικών αφίξεων, λιμένα και αερολιμένα, στη χώρα γίνονται μέσω της πόλης του Ηρακλείου[εκκρεμεί παραπομπή]. Το 2006 οι ναυλωμένες πτήσεις στο Ηράκλειο αριθμούσαν το 20% του συνόλου των πτήσεων ναύλωσης στη χώρα και συνολικά, περισσότεροι από δύο εκατομμύρια τουρίστες επισκέφθηκαν την Κρήτη κατά το έτος αυτό[εκκρεμεί παραπομπή]. Η αύξηση αυτή στον τουρισμό απεικονίζεται στον αριθμό κλινών των ξενοδοχείων, ο οποίος αυξήθηκε στην Κρήτη κατά 53% από το 1986 ως το 1991, ενώ το υπόλοιπο της Ελλάδας παρουσίαζε αύξηση των 25%[εκκρεμεί παραπομπή]. Η σημερινή τουριστική υποδομή στην Κρήτη εξυπηρετεί μεγάλο εύρος προτιμήσεων, από μεγάλα, πολυτελή ξενοδοχεία, με όλες τις προδιαγεγραμμένες εγκαταστάσεις (πισίνες, εγκαταστάσεις αθλητισμού και αναψυχής κλπ), έως μικρότερα ιδιόκτητα οικογένεια διαμερίσματα ή οργανωμένες κατασκηνώσεις. Η πρόσβαση των επισκεπτών στο νησί γίνεται αεροπορικώς μέσω του διεθνούς αερολιμένα στο Ηράκλειο και των κρατικών αερολιμένων στα Χανιά και στη Σητεία, ή ακτοπλοϊκώς στους λιμένες Ηρακλείου, Χανίων, Ρεθύμνου, Αγίου Νικολάου, Σητείας και Καστελίου Κισσάμου. Η επίσημη ιστοσελίδα τουρισμού της Περιφέρειας Κρήτης είναι προσβάσιμη στη διεύθυνση www.incrediblecrete.gr

Μυθολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η μάχη του Θησέα με το Μινώταυρο

Η προέλευση της λέξης Κρήτη δεν έχει καθορισθεί με βεβαιότητα. Υπάρχουν διάφορες αντικρουόμενες ετυμολογίες, κατά τις οποίες μία από τις Εσπερίδες ονομαζόταν Κρήτη, όπως Κρήτη ονομαζόταν και η σύζυγος του βασιλιά Μίνωα, καθώς και μία από τις νύμφες που παντρεύτηκε ο Δίας Άμμων. Επίσης, ο Κρης, γιος του Δία και της νύμφης Ίδας θεωρείται να έχει δώσει το όνομα του στην Κρήτη, ειδικά αφού το υψηλότερο βουνό του νησιού φέρει το όνομα της μητέρας του.

Η Κρήτη, σύμφωνα με πρόσφατα ευρήματα, κατοικείται ήδη από την Παλαιολιθική εποχή, ενώ παρουσιάζει συνεχή ανθρώπινη παρουσία τα τελευταία 10 χιλιάδες χρόνια. Αν και ο Μινωικός πολιτισμός αναπτύχθηκε κυρίως στο Κρητικό και Αιγαιοπελαγίτικο έδαφος, η Κρήτη εμφανίζει ξεχωριστή θέση στην ελληνική μυθολογία και πρωταγωνιστεί στον ελληνικό πολιτισμό από τις απαρχές του.

Ο Δίας, ο πατέρας Θεών και ανθρώπων, κατά την αρχαία ελληνική μυθολογία, γεννήθηκε στο Δικταίο Άντρο. Αφού απήγαγε την Ευρώπη από τις ακτές της Φοινίκης, στο σημερινό Λίβανο, κατέφυγαν στην Κρήτη, όπου και συνευρέθησαν. Ο μύθος τοποθετεί την πράξη κάτω από τον αειθαλή πλάτανο της Γόρτυνος, αρχαίας πρωτεύουσας του νησιού, αλλά και ολόκληρης της Κυρηναϊκής κατά το απόγειο της ακμής της επί Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Το δένδρο της Γόρτυνος διατηρείται ως τις μέρες μας ως ένας από τους ελάχιστους διασωθέντες αειθαλείς πλατάνους. Η Ευρώπη γέννησε τρεις γιους, τους Μίνωα, Ραδάμανθυ και Σαρπηδόνα. Ο βασιλιάς Μίνωας, αφού υπέταξε το νησί, παντρεύτηκε τη μάγισσα Πασιφάη, αδελφή της Καλυψώς και της Κίρκης, ομηρικών ηρωίδων της Οδύσσειας. Αφιέρωσε ναό στον Ποσειδώνα, θεό της θάλασσας, θυσιάζοντας προς τιμήν του έναν πελώριο λευκό ταύρο. Το ζώο, προσφορά στο Μίνωα από τον Ποσειδώνα, ήταν τόσο όμορφο που εκείνος αποφάσισε να το αντικαταστήσει και να θυσιάσει έναν υποδεέστερο ταύρο στην θέση του. Το μένος του Ποσειδώνα για την ιερόσυλη απόφαση του Μίνωα τον οδήγησε στο να καταραστεί την Πασιφάη να ερωτευθεί σφοδρά τον ταύρο. Εκείνη για να ικανοποιήσει τον πόθο της κρύφθηκε μέσα στο ξύλινο ειδώλιο αγελάδας, που κατασκεύασε ο αρχιτέκτονας Δαίδαλος και συνευρέθηκε με το ζώο. Ο καρπός της πράξης, μισός άνθρωπος και μισός ταύρος, ήταν το μυθικό τέρας Μινώταυρος, το οποίο αμέσως μετά τη γέννησή του φυλακίσθηκε στον Λαβύρινθο, που κατασκεύασε ο Δαίδαλος. Η πόλη της Αθήνας υποχρεώθηκε θεσμικά να στέλνει κάθε χρόνο 10 νέους και 10 νέες για να τρέφεται ο Μινώταυρος. Αργότερα, εξολοθρεύτηκε από τον Αθηναίο πρίγκηπα Θησέα, απαλλάσσοντας την Αθήνα από το βάρβαρο θεσμό.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Ιστορία της Κρήτης

Παλαιολιθική και Νεολιθική περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 2010 μετά από ανασκαφές με επικεφαλής τον Τόμας Στράσερ (T.F. Strasser) και την Ελένη Παναγοπούλου, βρέθηκαν 2000 λίθινα εργαλεία στις περιοχές Πλακιάς και Πρέβελης, που ανάγονται στην παλαιολιθική εποχή και χρονολογούνται στα 130.000 χρόνια μέχρι 190.000 χρόνια πριν από σήμερα.[7][8][9][10] Αυτό ήρθε σε αντίθεση με την επικρατούσα μέχρι τότε θεωρία, δηλαδή ότι η Κρήτη κατοικήθηκε για πρώτη φορά περί το 7000 π.Χ., την νεολιθική περίοδο.[8]

Σύμφωνα με αυτά τα πρωτοφανή δεδομένα, φαίνεται ότι πρώιμοι άνθρωποι, οι ανθρωπίδαι, μπορούσαν να κατασκευάσουν σχεδίες και να κάνουν ταξίδια στην θάλασσα, πολύ πριν τα πρώτα ταξίδια του πιο σύγχρονου ανατομικά Χόμο Σάπιενς.[11] Με αυτόν τον τρόπο έφτασαν στην Κρήτη, μέσω των βόρειων ακτών της Αφρικής και πιθανότερα εξαπλώθηκαν στην ηπειρώτικη Ευρώπη, μέσω των υπόλοιπων ελληνικών νησιών.[7]

Υπάρχουν, επίσης, σημάδια ανθρώπινης παρουσίας στην Κρήτη, τα οποία ανάγονται στη λεγόμενη Προκεραμική περίοδο ([[6100-5700 π.Χ.). Οι περισσότερες μαρτυρίες προέρχονται από τα κατώτατα στρώματα στην Κνωσό -ίσως το χώρο με την αρχαιότερη συνεχή κατοίκηση στην Κρήτη. Παρότι δεν έχουν βρεθεί ίχνη κεραμικής από εκείνη την περίοδο, υπάρχουν ενδείξεις ότι είχαν αναπτυχθεί ορισμένες δεξιότητες, και επομένως οι κάτοικοι δεν ζούσαν αποκλειστικά από το κυνήγι και το ψάρεμα.

Πολύ περισσότερα είναι τα δείγματα πολιτισμού από την πρώιμη (5700-3800 π.Χ.) και τη μέση Νεολιθική περίοδο (3800-3500 π.Χ.). Ωστόσο, παραμένει άγνωστη η προέλευση και η καταγωγή των κατοίκων της Κρήτης εκείνης της περιόδου.

Κατά τη νεολιθική εποχή και μέχρι το 4.000 π.Χ. οι κάτοικοι αναπτύχθηκαν αργά. Αρχικά καλλιέργησαν τη γη με πρωτόγονες μεθόδους, έμαθαν την εκτροφή των ζώων και σχηματίστηκαν οι πρώτοι οικισμοί. Ο πληθυσμός κατοικούσε σε λίθινα σπίτια και σπανιότερα σε σπηλιές, όπως μαρτυρούν ευρήματα στα σπήλαια της Ειλειθυίας, του Στραβομύτη, του Ελληνοσπήλαιου κ.α όπου έχουν βρεθεί όπλα, εργαλεία, αγγεία, λεπίδες και κοκκάλινοι ή λίθινοι πελέκεις, όπως και αντικείμενα θρησκευτικής λατρείας αφιερωμένα στη θεά της γονιμότητας. Το νησί απομονωμένο, λόγω της φύσης της νεολιθικής οικονομίας, βασιζόταν στην αυτάρκεια και επιβίωνε χάρη στη γεωργία και την κτηνοτροφία. Με την πάροδο του χρόνου, η σχετικά πρωτόγονη αγγειοπλαστική εξελίχθηκε με τη χρήση της φωτιάς και βελτιώθηκε καλλιτεχνικά.[12] Κατάλοιπα της συγκεκριμένης περιόδου έχουν ανεβρεθεί στη Φαιστό, στην Κνωσό και στη Σητεία.

Η ύστερη Νεολιθική περίοδος (3500-2800 π.Χ.) σηματοδοτεί την επέκταση της κεραμικής (χρήση ψημένου πηλού) σε όλο το νησί, ενώ σαφείς είναι και οι ενδείξεις προχωρημένων μορφών γεωργίας και κτηνοτροφίας. Ορισμένα από τα υλικά των ευρημάτων (όπως ο οψιανός της Μήλου ή το ελεφαντόδοντο) δείχνουν ότι υπήρχαν -έστω και περιορισμένες- επαφές με την Αίγυπτο.

Γύρω στο 2800 π.Χ., στο τέλος της ύστερης Νεολιθικής εποχής, μια σημαντικότατη αλλαγή λαμβάνει χώρα: η χρήση του χαλκού. Αντίστοιχες αλλαγές συμβαίνουν και σε άλλες περιοχές της Ελλάδας, καθώς και στις Κυκλάδες. Στην Κρήτη, όμως, φαίνεται ότι έχουμε και άφιξη νέων κατοίκων, των Μινωιτών, φορέων ενός συνολικά νέου πολιτισμού.

Η ακριβής καταγωγή των Μινωιτών δεν έχει προσδιοριστεί. Κάποιοι ερευνητές υποθέτουν ότι μάλλον ήρθαν από τη Μικρά Ασία. Σε αυτό το συμπέρασμα, τουλάχιστον, οδηγεί η κοντινή σχετικά απόσταση και η εύκολη πρόσβαση, αλλά και αντίστοιχες αλλαγές που παρατηρούνται στην υπόλοιπη νησιωτική Ελλάδα.

Η άφιξη των νέων κατοίκων δεν φαίνεται να συνοδεύτηκε από εξόντωση των παλαιότερων, αλλά περισσότερο από μία διαδικασία αφομοίωσής τους, σε μια μακρά περίοδο κατά την οποία το εμπόριο και η ναυτιλία οδήγησαν σε σημαντική οικονομική και πολιτισμική ανάπτυξη.

Προανακτορική περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Πρωτομινωική περίοδος (2800-2100 π.Χ.) είναι η πρώτη φάση ανάπτυξης του Μινωικού πολιτισμού, πριν από την εμφάνιση των μεγάλων ανακτορικών συγκροτημάτων. Η χρήση του αγγειοπλαστικού τροχού έχει πια γενικευτεί και διακρίνονται διαφορετικοί τύποι κεραμικών, οι οποίοι βοηθούν στη χρονολόγηση και στην παρακολούθηση της επικοινωνίας ανάμεσα στα διαφορετικά κέντρα του νησιού. Η οικονομία είναι ακόμη κυρίως γεωργική, γεγονός που αντανακλάται και στη δομή και την ανάπτυξη των οικισμών. Την ίδια εποχή αυξάνονται και οι ενδείξεις επικοινωνίας και επαφών με άλλες περιοχές (εξ ου και ο αυξημένος αριθμός κυκλαδικών ειδωλίων).

Σύμφωνα με τον Άγγλο αρχαιολόγο Άρθουρ Έβανς, γύρω στο 2600 π.Χ. δύο φυλετικά στοιχεία εγκαταστάθηκαν στα παράλια της Κρήτης: ένα πρωτολιβυκό προερχόμενο από την Αίγυπτο και ένα από τη Μικρά Ασία. Ο Έβανς, βασισμένος στα αρχαιολογικά ευρήματα, θεώρησε ότι οι αυτόχθονες Κρήτες αρχικά διατήρησαν τον παραδοσιακό τρόπο ζωής, γρήγορα όμως αφομοιώθηκαν με τα δύο νέα φύλα. Ωστόσο, σύγχρονη γενετική μελέτη αμφισβητεί την υπόθεση του Έβανς, δείχνοντας ότι ο μινωικός και ο σύγχρονος πληθυσμός έχουν ισχυρότερη γενετική συγγένεια με τους άλλους νεολιθικούς και σύγχρονους πληθυσμούς της Ευρώπης και αποκλείει προέλευση από τη Βόρεια Αφρική. Οι ερευνητές προτείνουν ότι ο Μινωικός πολιτισμός πιθανότατα αναπτύχθηκε από αυτόχθονα πληθυσμό της Κρήτης της Εποχής του Χαλκού.[13]

Η Μεσομινωική περίοδος (2100-1560 π.Χ.) είναι εποχή πραγματικής απογείωσης του πολιτισμού της Κρήτης, όπως προκύπτει από τη διαμόρφωση μεγάλων οικισμών, την ύπαρξη στόλου ικανού να διαπλέει ολόκληρο το Αιγαίο Πέλαγος (αλλά και να φτάνει ως την Αίγυπτο), το εύρος των οικονομικών συναλλαγών με άλλες περιοχές, την παρουσία μινωικών οικισμών, ακόμη και εκτός ορίων της Κρήτης. Οι στενές σχέσεις με την Αίγυπτο φαίνονται και από τη συχνή αναφορά αιγυπτιακών κειμένων της εποχής στους Κεφτιού, τους κατοίκους της μινωικής Κρήτης.

Με τη διάδοση της χρήσης του χαλκού αυξάνεται ο πληθυσμός του νησιού και αρχίζουν, γύρω στο 2000 π.Χ., οι πρώτες εμπορικές επαφές με τις γειτονικές περιοχές των Κυκλάδων, της Μικράς Ασίας και της Αιγύπτου, οι οποίες ευνοήθηκαν από την καίρια γεωγραφική θέση του νησιού και έθεσαν έτσι τις βάσεις της δημιουργίας του λαμπρού μετέπειτα Μινωικού πολιτισμού.

Ανακτορικές περίοδοι και Μινωικός πολιτισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μινωικό ρυτό με μορφή ταύρου. Αρχαιολογικό Μουσείο Ηρακλείου.
Μινωική τοιχογραφία από την Κνωσό.
Ανάκτορο της Κνωσού

Κατά το 1900 π.Χ. χτίζονται στην Κρήτη τα πρώτα ανάκτορα, επακόλουθο της μεγάλης οικονομικής ανάπτυξης του νησιού. Στην Κνωσό, τη Φαιστό, τα Μάλια, τη Ζάκρο, τις Αρχάνες διαμορφώνονται μεγάλα ανακτορικά συγκροτήματα, ενώ υπάρχουν ενδείξεις και για άλλα μικρότερα, όπως και για άλλες σημαντικές πόλεις (λ.χ. η Κυδωνία, στη θέση των σημερινών Χανίων).

Διαμορφώνεται τότε μία σαφής κοινωνική ιεραρχία, στην κορυφή της οποίας βρίσκονται οι ισχυροί τοπάρχες ή βασιλείς των μεγάλων πόλεων και στη βάση οι δούλοι, που ήταν απαραίτητοι για την κατασκευή τόσο μεγάλων έργων. Αυτού του είδους η κοινωνική οργάνωση διήρκεσε για μια περίοδο 600-700 χρόνων και ήκμασε κατά τη διάρκεια του Μινωικού πολιτισμού, στα μέσα της δεύτερης χιλιετίας προ Χριστού. Ανάμεσα στους διάφορους βασιλείς, και μάλλον μετά από μια περίοδο συγκρούσεων, επικράτησε τελικά ειρήνη, ίσως και λόγω της ανάγκης να αποκρουστούν εξωτερικοί κίνδυνοι. Επιπλέον, η μινωική ναυτιλία κυριαρχούσε πια στο Αιγαίο και στις εμπορικές συναλλαγές, όπως προκύπτει και από πολύ μεταγενέστερες αναφορές αρχαίων Ελλήνων ιστορικών στη μινωική θαλασσοκρατία.

Τα ανάκτορα δεν ήταν απλές κατοικίες των ηγεμόνων, αλλά κυρίως σημαντικά διοικητικά κέντρα, τα οποία διαχειρίζονταν την πολιτική εξουσία, αλλά και την οικονομική (δηλαδή, τη διαχείριση των βασικών προϊόντων, και ειδικά των εξαγώγιμων, καθώς και την εποπτεία των βιοτεχνικών δραστηριοτήτων). Επιπλέον, στο βαθμό που ο ηγεμόνας είχε και θρησκευτικές αρμοδιότητες, στα ανάκτορα ζούσε πολυπληθές ιερατείο. Το μέγεθος, επομένως, των ανακτόρων αντιστοιχεί στην ανάγκη να στεγαστεί το ιερατείο και η γραφειοκρατία που ήταν επιφορτισμένη με τη διαχείριση των προϊόντων (δεν είναι τυχαίο ότι η ανάπτυξη των ανακτόρων συμπίπτει και με την εμφάνιση της γραφής), να μπορούν να αποθηκεύονται προϊόντα, να διοργανώνονται θρησκευτικές τελετές, να γίνονται υποδοχές ξένων αποστολών, να "φιλοξενούνται" κάθε είδους δημόσιες τελετουργίες, γιορτές και θεάματα (λ.χ. τα παράτολμα ταυροκαθάψια.

Η περίοδος αυτή είναι και περίοδος "μεγάλων έργων", όπως προκύπτει από το μέγεθος των ανακτόρων, τη διαμόρφωση εκτεταμένου οδικού δικτύου ικανού να εξυπηρετεί τετράτροχες άμαξες, ή τη διαμόρφωση περίπλοκων συστημάτων αποχέτευσης όπως αυτά του ανακτόρου της Κνωσού.

Όσο για την ανάπτυξη των τεχνών, αυτή είναι εμφανής στην εξέλιξη της κεραμικής, στους περίτεχνους σφραγιδόλιθους, στη μεταλλοτεχνία και την κατεργασία των πολύτιμων μετάλλων, καθώς και στην υφαντουργία.

Η ανάπτυξη της γραφής ακολουθεί την ανάπτυξη μιας περίπλοκης διοικητικής δομής. Η πρώτη μορφή γραφής πρέπει να ήταν ιερογλυφική. Το πιο εντυπωσιακό δείγμα ιερογλυφικής γραφής είναι ο περίφημος Δίσκος της Φαιστού (1700-1600 π.Χ.), που βρέθηκε το 1908 και δεν έχει αποκρυπτογραφηθεί.

Όσο για τη θρησκεία των Μινωιτών, πιστεύεται ότι και σε αυτή την περίοδο συνεχίστηκε η λατρεία της λεγόμενης "μεγάλης θεάς", της θεάς της γονιμότητας, παράλληλα με τη λατρεία του "νεαρού θεού", που λατρεύεται άλλοτε ως γιος και άλλοτε ως σύζυγος της μεγάλης θεάς (τη λατρεία του νεαρού θεού πρέπει να απηχεί και η μεταγενέστερη λατρεία του Κρηταγενή Δία.

Αυτή η περίοδος συμπίπτει με το απόγειο του Μινωικού πολιτισμού, καθώς και με την επέκταση της επίδρασής του και εκτός των ορίων της Κρήτης, όπως προκύπτει και από ευρήματα στην ηπειρωτική Ελλάδα. Γύρω στο 1600 π.Χ., παράλληλα με τα ανάκτορα, αρχίζουν να αναπτύσσονται και οι επαύλεις, δηλαδή κατοικίες ισχυρών τοπικών αρχόντων, που υποδηλώνουν και σχετικό κατακερματισμό της εξουσίας. Ταυτόχρονα, όμως, παρατηρείται σχετική συγκέντρωση της θρησκευτικής εξουσίας στους αρχιερείς των ανακτόρων. Τέλος, κατά την περίοδο αυτή εξελίσσεται η γραφή και γενικεύεται η χρήση της Γραμμικής Α.

Περίπου το 1450 π.Χ. όλα τα ανακτορικά κέντρα καταστρέφονται. Παλαιότερα πιστευόταν ότι αιτία ήταν μια πολύ μεγάλη έκρηξη του ηφαιστείου της Θήρας, που συνοδεύτηκε από πολύ ισχυρούς σεισμούς, παλιρροϊκά κύματα και πυρκαγιές. Η υπόθεση διατυπώθηκε για πρώτη φορά από τον Έλληνα αρχαιολόγο Σπύρο Μαρινάτο στη δεκαετία του 1930. Ο Μαρινάτος υποστήριξε ότι η καταστροφή της Κνωσού και της Φαιστού προκλήθηκε από πελώρια παλιρροϊκά κύματα και νέφη στάχτης που αποδυνάμωσαν σημαντικά την εσωτερική και εξωτερική οικονομία του νησιού. Η υπόθεση αυτή δεν είναι πια αποδεκτή σήμερα[14]. Νεότερες έρευνες, όμως, χρονολογούν την έκρηξη του ηφαιστείου στον 17ο αιώνα π.Χ., οπότε τα αίτια της καταστροφής των μινωικών ανακτόρων πρέπει να αναζητηθούν είτε σε κάποιες φυσικές καταστροφές είτε σε εχθρικές επιδρομές. Σε κάθε περίπτωση, το πλήγμα ήταν ανεπανόρθωτο (από τα μεγάλα ανακτορικά συγκροτήματα μόνο η Κνωσός συνεχίζει να είναι αναπτυγμένος οικισμός)[15].

Αχαιοί[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Αχαιοί, που σύντομα θα ελέγχουν το εμπόριο στο Αιγαίο, θα κυριαρχήσουν και στην Κρήτη, όπως μαρτυρούν και οι αποκρυπτογραφημένες πινακίδες σε Γραμμική Β. Οι Αχαιοί (Μυκηναίοι) φέρνουν μαζί τους στοιχεία του δικού τους πολιτισμού, όπως είναι η έμφαση στο ρόλο του βασιλιά (του άνακτα) και ο πολεμικός χαρακτήρας της κοινωνίας τους, σε αντιδιαστολή προς το φιλειρηνικό πνεύμα των Μινωιτών.

Λίγο μετά το 1400 π.Χ. νέα καταστροφή, τα αίτια της οποίας δεν έχουν εξακριβωθεί (πιθανότατα σεισμός του 1380 π.Χ.), πλήττει το ανάκτορο της Κνωσού, σηματοδοτώντας την έναρξη μιας φθίνουσας πορείας της μετανακτορικής Κρήτης. Κατά το 1200 π.Χ., οι πηγές αναφέρουν ότι η Κρήτη διέθετε ισχυρό στόλο, ο οποίος λίμναζε και πραγματοποιούσε πειρατικές επιδρομές στην περιοχή της ανατολικής Μεσογείου[εκκρεμεί παραπομπή]. Παράλληλα η Κρήτη συμμετέχει στον Τρωικό πόλεμο, με αρχηγό το βασιλιά Ιδομενέα, γιο του Δευκαλίωνα κι εγγονό του βασιλιά Μίνωα.

Δωριείς[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γύρω στο 1100 π.Χ. καταγράφονται και στην Κρήτη σημαντικές αλλαγές που σχετίζονται με την Κάθοδο των Δωριέων: καταστρέφονται και εγκαταλείπονται μεγάλοι προηγούμενοι οικισμοί, ενώ σε ορεινά και προφυλαγμένα μέρη διαμορφώνονται οικισμοί φυγάδων ή προσφύγων, οι οποίοι προσπαθούν να προφυλαχθούν.

Οι Δωριείς εγκαθίστανται στις σημαντικότερες πόλεις του νησιού (Κνωσό, Φαιστό, Γόρτυνα, Τύλισο, Χερσόνησο, Κυδωνία κ.α.). Οι αυτόχθονες, γνωστοί και ως Ετεοκρήτες καταφεύγουν στις δυσπρόσιτες περιοχές της κεντρικής και ανατολικής Κρήτης, ενώ οι νέοι κάτοικοι εισάγουν στο νησί σειρά καινούργιων εθίμων (κάψιμο των νεκρών κ.α) και νέων παραγωγικών μεθόδων, όπως η γενικευμένη χρήση του σιδήρου, ο οποίος πλέον χρησιμοποιείται, εκτός από την κατασκευή όπλων, και στην κατασκευή εργαλείων και διακοσμητικών αντικειμένων.

Για τους πρώτους αιώνες της δωρικής Κρήτης δεν υπάρχουν πολλές πληροφορίες με εξαίρεση ορισμένα αρχαιολογικά ευρήματα (άλλωστε, και για ολόκληρο τον ελλαδικό χώρο είναι η περίοδος των λεγόμενων "σκοτεινών χρόνων").

Πολύ περισσότερες πληροφορίες υπάρχουν για τη δωρική Κρήτη μετά τον 7ο αιώνα. Στην κορυφή βρίσκονταν οι κόσμοι, ανάλογοι με τους εφόρους της επίσης δωρικής Σπάρτης. Εν συνεχεία, υπήρχε η Γερουσία ή Βουλή, σώμα ισόβιων αρχόντων με μεγάλη πείρα, και τέλος η Εκκλησία, η συνέλευση των ελεύθερων πολιτών, που όμως κατά κύριο λόγο επικύρωνε απλώς τις αποφάσεις των άλλων οργάνων. Ακόμη, στην Κρήτη διατηρήθηκε και ένας άλλος αρχαίος θεσμός του Δωρικού κόσμου, τα συσσίτια, στα οποία συμμετείχαν οι πολίτες οργανωμένοι σε ομίλους. Όσο για την αγωγή των νέων, αυτή ήταν επίσης τυπικά δωρική, με τα αγόρια να οργανώνονται σε αγέλες και την έμφαση να δίνεται στη σκληραγώγηση, την πειθαρχία, το σεβασμό προς τους μεγαλύτερους και την πολεμική τεχνική.

Οι κοινωνικές ομάδες θα διαιρεθούν σε τέσσερις κατηγορίες: στους Δωριείς, στους Περίοικους, στους Μινωίτες και στους Αφαμιώτες ή Κλαρώτες (οι δυο τελευταίες κατηγορίες περιελάμβαναν δούλους χωρίς πολιτικά δικαιώματα). Κατά τον 7ο π.Χ. αιώνα παρουσιάζεται άνθηση στην πολιτιστική και καλλιτεχνική δημιουργία της Κρήτης, η οποία όμως θα διαταραχθεί από τις εχθρικές επιδρομές που ακολουθούν.

Κλασική και Ελληνιστική περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το πιο βασικό χαρακτηριστικό της Κρήτης κατά την Κλασική εποχή είναι ότι παραμένει στο περιθώριο του ελληνικού κόσμου. Σχετικά φτωχές, οι δωρικές πόλεις της Κρήτης δεν θα συμμετάσχουν ούτε στους Περσικούς Πολέμους, ούτε στον Πελοποννησιακό Πόλεμο. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι στους συγγραφείς του 4ου αιώνα π.Χ., όπως ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης, η Κρήτη και η πολιτική της οργάνωση μνημονεύονται περισσότερο ως ενδιαφέρων αρχαϊσμός.

Η Ελληνιστική περίοδος, με τα βασίλεια των διαδόχων του Μεγάλου Αλεξάνδρου και τη μετατόπιση του ενδιαφέροντος προς τα νότια και τα ανατολικά, αναβάθμισε τη σημασία της Κρήτης, αλλά και την έκταση των επεμβάσεων στα εσωτερικά της. Το 216 π.Χ. οι Κρήτες ανακηρύσσουν το Μακεδόνα βασιλιά Φίλιππο Ε' προστάτη του νησιού, ενώ την ίδια εποχή είναι έκδηλη και η επιρροή των Πτολεμαίων. Χαρακτηριστικό αυτής της περιόδου είναι η διαμόρφωση ποικίλων ενώσεων (της Κνωσού, της Γόρτυνας, της Φαιστού), καθώς και οι κάθε είδους συγκρούσεις και διενέξεις ανάμεσα στις πόλεις του νησιού.

Παράλληλα, η Κρήτη πλήρωνε και τις συνέπειες των ανταγωνισμών της Ελληνιστικής εποχής (λ.χ. μεταξύ Μακεδόνων και Ροδίων. Την Κρήτη μαστίζει ο Κρητικός Πόλεμος, ο οποίος έληξε με ήττα των φιλομακεδονικών πόλεων της Ιεράπυτνας και της Ολούντας από την Κνωσό που συμμάχησε με τη Ρόδο και τη Ρώμη.

Μετά την υποταγή της ηπειρωτικής Ελλάδας το 146 π.Χ., η Κρήτη βρέθηκε στο στόχαστρο της επεκτατικής πολιτικής των Ρωμαίων στην περιοχή. Η αρχική απόπειρα κατάληψης της Κρήτης το 74 π.Χ. (με επικεφαλής τον Μάρκο Αντώνιο, πατέρα του ομώνυμου στρατηγού), στέφθηκε από παταγώδη αποτυχία. Το 67 π.Χ. πάντως, ο Κόιντος Καικίλιος Μέτελλος καταλαμβάνει την Κρήτη, με την Ιεράπυτνα να είναι η τελευταία πόλη που πρόβαλε αντίσταση. Η Κρήτη γίνεται έτσι ρωμαϊκή επαρχία.

Ρωμαιοκρατία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Κρήτη από δορυφόρο (NASA)

Με την κατάληψη του νησιού από τους Ρωμαίους ξεκινά μια μακρά περίοδος ειρήνης και ευημερίας στα πλαίσια της οποίας αναπτύχθηκαν εκ νέου οι πόλεις της Κυδωνίας, Κνωσού και Φαιστού. Ως διοικητικό κέντρο του νησιού ορίζεται η Γόρτυνα, η μόνη πόλη που δεν καταστράφηκε από τη ρωμαϊκή εισβολή, έχοντας συμμαχήσει με τους κατακτητές.

Η παρουσία των Ρωμαίων δεν επηρέασε ουσιαστικά την καθημερινότητα των κατοίκων, οι οποίοι διατήρησαν τη γλώσσα, τα ήθη και τα έθιμα τους. Παράλληλα, το Κοινόν των Κρητών διατήρησε την ελεύθερη λειτουργία του. Οι Ρωμαίοι κατασκεύασαν σημαντικά δημόσια έργα, λείψανα των οποίων διασώζονται μέχρι σήμερα.

Το 58 μ.Χ. η Κρήτη έρχεται σε επαφή με τον Χριστιανισμό χάρη στο μαθητή του Αποστόλου Παύλου, Τίτο, που ήταν και ο πρώτος επίσκοπος της Κρητικής Εκκλησίας.

Βυζαντινοκρατία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με τη διάσπαση του ρωμαϊκού κράτους σε ανατολικό και δυτικό το 395, η Κρήτη περνά στο πρώτο, τη μετέπειτα Βυζαντινή αυτοκρατορία. Κατά τη διάρκεια της πρώτης Βυζαντινής περιόδου η Κρήτη δοκιμάζεται κατά καιρούς από σεισμούς και από επιδρομές πειρατών αλλά και Σλάβων. Το 365 σημειώνεται δυτικά της Κρήτης ισχυρός σεισμός, με εκτιμώμενο μέγεθος περίπου 8,5 ρίχτερ. Ο σεισμός κατέστρεψε σχεδόν όλες τις πόλεις της Κρήτης, ενώ ανύψωσε το δυτικό τμήμα της μέχρι 9 μέτρα. Το τσουνάμι που ακολούθησε προκάλεσε μεγάλες καταστροφές σε όλη την Ανατολική Μεσόγειο. Κατά τον 5ο αιώνα αρχίζει να εξαπλώνεται στη νήσο ο Χριστιανισμός και η επισκοπή της Κρήτης υπάγεται στο Πατριαρχείο Κωνσταντινούπολης και χτίζονται οι πρώτες μεγάλες εκκλησίες, με κυριότερη τη βασιλική του Αγίου Τίτου, που σώζεται μέχρι σήμερα στη Γόρτυνα.

Αραβοκρατία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Κρήτη εξακολουθεί να αποτελεί τμήμα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας μέχρι και το 823, όταν, επί αυτοκράτορα Μιχαήλ Γ΄, οι Σαρακηνοί της Ισπανίας υπό την αρχηγία του Αμπού Χαφέζ επέδραμαν με 20 πλοία λεηλατώντας το νησί. Τη σθεναρότερη αντίσταση στους Σαρακηνούς κατακτητές επέδειξε η πρωτεύουσα Γόρτυνα. Το επόμενο έτος, ο Αμπού Χαφέζ επανέρχεται με 40 πλοία, κατακτά εξ ολοκλήρου το νησί και ως νέα πρωτεύουσα οι Άραβες ορίζουν το νεόκτιστο Χάνδακα.

Η σχετική παρακμή του νησιού, σε συνδυασμό με την εσωτερική κρίση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας στις αρχές του 9ου αιώνα, εξηγούν ίσως την ευκολία με την οποία οι Άραβες της Ανδαλουσίας κατάφεραν να καταλάβουν το νησί, να καταστρέψουν την πρωτεύουσα Γόρτυνα και να επιβάλουν την εξουσία τους για περίπου ενάμισι αιώνα, χωρίς ιδιαίτερη αντίδραση από τον τοπικό πληθυσμό. Το έως τότε ταπεινό Ηράκλειο Κρήτης θα εξελιχθεί τότε σε ορμητήριο πειρατών, οι οποίοι προκαλούσαν τον τρόμο σε όλο το Αιγαίο.

Οι Βυζαντινοί επιχείρησαν επανειλημμένα να ανακτήσουν το νησί, το 825-826, το 902 και το 949 διαδοχικά, χωρίς όμως αποτέλεσμα.

Ανακατάληψη Κρήτης από το Νικηφόρο Φωκά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 960/961 επί Ρωμανού Β' και πρωθυπουργού Ιωσήφ Βρίγγα, ο μάγιστρος (και μετέπειτα αυτοκράτορας) Νικηφόρος Β´ Φωκάς διετάχθη να προετοιμάσει την εκστρατεία και εξεστράτευσε κατά της Κρήτης [16][17] ελευθερώνοντας το νησί, αφού κατάφερε να αλώσει τον Χάνδακα (Ηράκλειο), στον οποίο είχαν κλειστεί οι Άραβες. Περίπου 200.000 Άραβες υπολογίζεται ότι σκοτώθηκαν κατά τις μάχες και την άλωση του Χάνδακα, ενώ άλλοι τόσοι αιχμαλωτίστηκαν[18].

Καθώς στα 136 χρόνια Αραβοκρατίας ο χριστιανικός πληθυσμός είχε συρρικνωθεί αισθητά και ελήφθησαν σημαντικά μέτρα για την αναζωπύρωσή του: τα τζαμιά μετατράπηκαν σε εκκλησίες ή ξαναέγιναν χριστιανικοί ναοί, πλήθος Κρήτες που είχαν εξισλαμιστεί με τη βία επανήλθαν στη χριστιανική πίστη, αποκαταστάθηκε η εκκλησιαστική ιεραρχία, εδραιώθηκε πλήρως η ρωμαϊκή (βυζαντινή) διοίκηση, η Κρήτη ενσωματώθηκε στην αυτοκρατορία της Βασιλίδας και εγκαταστάθηκαν νέοι πληθυσμοί (Έλληνες ως επί το πλείστον και Αρμένιοι)[19]. Σε μια προσπάθεια να ενισχυθεί η βυζαντινή παρουσία θα δοθούν σημαντικά προνόμια σε μεγάλες τοπικές οικογένειες, αρκετές από τις οποίες θα πρωτοστατήσουν αργότερα στην αντίσταση κατά των Ενετών.

Το 1092, υποκινούμενη από τους Καρύτση και Ραψομμάτη, ξεσπάει εξέγερση στην Κρήτη, η οποία σύντομα κατεστάλη. Έπειτα νέοι άποικοι εμφανίζονται στο νησί, από τους οποίους προέρχονται μετέπειτα αριστοκρατικοί οίκοι του νησιού, όπως οι Φωκάδες, Καλλέργηδες (της γενιάς των Φωκάδων)[20], Χορτάτσηδες, Μελισσηνοί, Βλαστοί κ.α. οι οποίοι όμως κατ' άλλες πηγές υπήρχαν ήδη σαν αρχοντική τάξη της Κρήτης από τα χρόνια του Νικηφόρου Φωκά, προερχόμενοι ως επί το πλείστον απ τις ρωμαϊκές (βυζαντινές) περιοχές των "Ανατολικών Αρχόντων" (Μικρά Ασία, κ.λπ.). Από το σχετικό διάταγμα (1182) του Αλέξιου Β' Κομνηνού[21], βλέπουμε την επίσημη εγκαθίδρυση στη Κρήτη των δώδεκα αρχοντικών οικογενειών της βασιλεύουσας που στάλθηκαν στη μεγαλόνησο για τη σύσφιξη σε όλα τα επίπεδα των σχέσεων Κρήτης-Κωνσταντινούπολης [22].

Ενετοκρατία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αρχική διοικητική διαίρεση Κρήτης κατά την Ενετοκρατία
Η Κρήτη το 1563. Ναυτικός χάρτης από τον Giorgio Calapoda (Παλάτι των Δόγηδων).
παλιός χάρτης της Κρήτης

Μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης, το 1204, από τους Σταυροφόρους, η Κρήτη παραχωρήθηκε στη Βενετία. Όμως ο Γενουάτης Ενρίκο Πεσκατόρε, αρχιπειρατής και κόμης της Μάλτας, θα προλάβει να καταλάβει το νησί και να κατασκευάσει οχυρά φρούρια. Δεν θα μπορέσει, όμως να αντισταθεί στην αντεπίθεση των Ενετών, και τελικά το 1211 η Κρήτη θα περιέλθει πλήρως στον έλεγχο της Βενετίας. Τα Χανιά, το Ρέθυμνο και το Ηράκλειο γίνονται ορμητήρια των Ενετών, οι οποίοι χτίζουν οχυρωματικά έργα που διασώζονται μέχρι σήμερα.

Πρωτεύουσα του νησιού ήταν και τότε το Ηράκλειο, που ονομαζόταν Χάνδακας, από το χαντάκι που περιέβαλλε τα τείχη της πόλης. Οι Ενετοί θα προσπαθήσουν να στεριώσουν την κυριαρχία τους με τη μεταφορά εποίκων, τη διαμόρφωση φεουδαρχικών σχέσεων στην ύπαιθρο, την ανοικοδόμηση εκτεταμένου δικτύου οχυρών, τη διαμόρφωση αποτελεσματικής διοίκησης. Όμως, η καθυπόταξη του νησιού κάθε άλλο παρά εύκολη υπόθεση ήταν. Αναφέρονται 27 μικρότερες και μεγαλύτερες εξεγέρσεις και επαναστάσεις κατά των Ενετών, με κυριότερες εκείνες του Αλεξίου Καλλέργη, των Αργυρόπουλων (1212), των Μελισσηνών (1230), των Χορτάτσηδων και των Καλλέργηδων (1273), και τελευταία αυτή των Καντανολέων το 1527. Μία από τις εξεγέρσεις μάλιστα, η λεγόμενη αποστασία του Αγίου Τίτου (1363-1366), ήταν κίνημα των ίδιων των Ενετών φεουδαρχών της Κρήτης, οι οποίοι διαμαρτύρονταν για την άνιση φορολογική μεταχείριση.

Οι τελευταίοι δύο αιώνες της βενετικής κατοχής χαρακτηρίζονται ως οι πλέον σκληρότεροι. Εν τούτοις, την ίδια περίοδο, η Κρήτη παρουσιάζει σημαντική πολιτιστική άνθηση. Ιδιαίτερα αναπτύχθηκε η κρητική λογοτεχνία και δημιουργήθηκαν μείζονα, παγκόσμια έργα της νεότερης ελληνικής λογοτεχνικής παραγωγής, όπως ο Ερωτόκριτος του Βιντσέντζου Κορνάρου και η Ερωφίλη του Γεώργιου Χορτάτση.

Τουρκοκρατία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 1645, με αφορμή την επίθεση πειρατών σε πλοίο με προσκυνητές, οι Οθωμανοί εκστράτευσαν κατά της Κρήτης. Τον Αύγουστο του ίδιου έτους κατέλαβαν τα Χανιά και κατά το επόμενο, το Ρέθυμνο. Ύστερα από 21 ετών διαρκή πολιορκία, ο Χάνδακας πέρασε και αυτός υπό οθωμανική κατοχή, το 1669 και το 1715 οι Βενετοί παραχώρησαν στους Τούρκους τα τελευταία φυλάκια που διατηρούσαν στο νησί. Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας ο Χριστιανισμός γνώρισε και πάλι απάνθρωπη καταπίεση. Μετά την κατάληψη από τους Οθωμανούς οι τοπικοί υπάλληλοι και διοικητές άρχισαν να επιβάλλουν βαριά φορολογία στους Κρήτες, παρ' όλο που τα σουλτανικά διατάγματα προέβλεπαν το αντίθετο. Ταυτόχρονα οι Οθωμανοί καταπίεζαν με κάθε τρόπο τον χριστιανικό πληθυσμό, απαγάγοντας και κακοποιώντας τις γυναίκες, φονεύοντας, απαιτώντας χρήματα και εμποδίζοντας την τέλεση των θρησκευτικών καθηκόντων. Λόγω αυτής της βίας πλείστοι χριστιανοί αναγκάστηκαν να ασπασθούν τον ισλαμισμό, ώστε να περισώσουν την περιουσία τους και την οικογενειακή τους τιμή. Ο Γάλλος βοτανολόγος και περιηγητής Tournefort που επισκέφθηκε την Κρήτη το 1700 αναφέρει ότι "όλοι οι μουσουλμάνοι κάτοικοι είναι εξωμότες (μπουρμά) ή τέκνα εξωμοτών". Η τουρκική λέξη "μπουρμά" σημαίνει "αυθάδης, θρασύς" και έτσι ονόμαζαν οι Τούρκοι τους εξωμότες γιατί από τον υπερβάλλοντα ζήλο του νεοφώτιστου φέρονταν χειρότερα προς τους Χριστιανούς απ' ό,τι οι Τούρκοι.

Ο Πουκεβίλ εκτιμά ότι περίπου 60.000 άλλαξαν θρήσκευμα μέσα στην πρώτη δεκαετία από την Οθωμανική κατάκτηση. Πολλοί από αυτούς που εξισλαμίζονταν τηρούσαν μόνο επιφανειακά τη μουσουλμανική θρησκεία, ενώ διατηρούσαν ακόμα και το χριστιανικό τους όνομα. Όσοι παρέμεναν κρυπτοχριστιανοί γνωρίζονταν μεταξύ τους και συνεννοούνταν με μυστικότητα, ενώ έκαναν κρυφά βαπτίσεις, γάμους και άλλες χριστιανικές τελετές. Πολλοί συν τω χρόνω εθίστηκαν στον τρόπο ζωής των Τούρκων και εξισλαμίστηκαν πλήρως. Άλλοι διατήρησαν το χριστιανικό θρήσκευμα, όπως η μεγάλη οικογένεια των Κουρμούληδων που προσέφεραν πολλά στον αγώνα για την απελευθέρωση. [23] Αναφέρεται ότι ολόκληρα χωριά του Σελίνου και Μονοφατσίου, οι κάτοικοι μαζί με τους ιερείς, πήγαιναν στα Χανιά ή το Ηράκλειο και δήλωναν ότι ασπάζονται τον Μωάμεθ. Μερικές φορές η προσέλευση ήταν τόσο μαζική ώστε οι ιμάμηδες δεν προλάβαιναν να τελέσουν τις σχετικές τελετές και αρκούνταν στη φράση: "Άιντε, Τούρκος".[24] Ο Άγγλος περιηγητής Pisly που επισκέφθηκε την Κρήτη πριν από την Επανάσταση του 1821 αναφέρει οι Αιγύπτιοι που ασκούσαν την κατοχή της Κρήτης έσφαζαν, έκαιγαν, πωλούσαν Κρητικούς ως δούλους και τους ανάγκαζαν σε εξισλαμισμό. Παιδιά μικρότερα των 5 ή 10 ετών αναγκάζονταν να αλλάξουν θρησκεία με την πειθώ και τη βία. Ο Pisly αναφέρει ότι η Κρήτη υπέφερε χειρότερα από την υπόλοιπη Ελλάδα και διότι ήταν αποκομμένη γεωγραφικά αλλά και λόγω της γενναιότητας των Κρητών[25]. Το 1855 με σουλτανικό φιρμάνι επιβλήθηκε ο σεβασμός όλων των θρησκειών στην Αυτοκρατορία και τότε πολλοί Κρητικοί που είχαν επιφανειακά εξισλαμισθεί επανήλθαν στον Χριστιανισμό[26].

Στις παραμονές της Επανάστασης του 1821, λόγω της Τουρκικής αποίκισης και των εξισλαμιστικών πρακτικών, Μουσουλμάνοι και Χριστιανοί υπολογίζονταν ως σχεδόν ίσοι πληθυσμιακά. Οι Κρήτες επαναστάτησαν τον Ιούνιο του 1821. Από τα πρώτα θύματα της Επανάστασης ήταν ο επίσκοπος Κισσάμου Άνθιμος ο οποίος παραδόθηκε από τον διοικητή των Χανίων σε ισλαμικό όχλο και κατακρεουργήθηκε. Ακολούθησε σφαγή περίπου 30 χριστιανών στα Χανιά την 17η Ιουνίου 1821, κατά τη διάρκεια μουσουλμανικής θρησκευτικής εορτής. " Στη μεγάλη σφαγή του Ηρακλείου, την 24 Ιουνίου 1821, που έμεινε στη μνήμη του λαού σαν ο μεγάλος αρπεντές, οι εξαγριωμένοι Τούρκοι κατέσφαξαν το Μητροπολίτη Κρήτης Γεράσιμο Παρδάλη και πέντε Επισκόπους : τον Κνωσσού Νεόφυτο, τον Χερσονήσου Ιωακείμ, τον Λάμπης Ιερόθεο, τον Σητείας Ζαχαρία και τον τιτουλάριο Επίσκοπο Διοπόλεως Καλλίνικο. Για δύο και περισσότερα χρόνια η Εκκλησία της Κρήτης έμεινε ακέφαλη ".[27] Με έγγραφο της 20 Μαΐου 1822 κηρύχθηκε η ίδρυση "Προσωρινής Πολιτείας της Κρήτης" και θεσπίστηκε ο καταστατικός της χάρτης.

Μετά τις αρχικές επιτυχίες της επανάστασης και επειδή ο η Οθωμ. Αυτοκρατορία ήταν απασχολημένη με την Επανάσταση στην λοιπή Ελλάδα, κάλεσε βοήθεια από την Αίγυπτο, οπότε τον Μάιο του 1822 αποβιβάστηκε στρατός από τον Αιγυπτιακό στόλο. Η επανάσταση στην Κρήτη συνεχίστηκε αμφίρροπη και σχεδόν κατεστάλη το 1824. Ακολούθησαν σκληρά αντίποινα κατά των Κρητών με σφαγές και λοιπές βιαιοπραγίες (Τσοκόπουλος, σελ. 10 κ.ε.)(Ζαμπέλιος, σελ. 410 κ.ε.). Έγινε νέα κήρυξη επανάστασης τον Ιούλιο του 1825 όταν επανήλθαν Κρήτες από την Ελλάδα και κατέλαβαν το φρούριο της Γραμβούσας. Το 1830, ενώ σχεδόν ολόκληρη η Κρήτη βρισκόταν στα χέρια των επαναστατών, υπογράφηκε το Πρωτόκολλο του Λονδίνου το οποίο άφηνε τη νήσο εκτός του ανεξάρτητου Ελληνικού κράτους. Ευρωπαϊκός στόλος υποχρέωσε τους Κρήτες να αποδεχθούν τη συμφωνία. Ο Σουλτάνος παραχώρησε την Κρήτη στον αντιβασιλέα Μεχμέτ Αλή της Αιγύπτου αντί 20 εκατομμυρίων γροσίων. Έτσι η Κρήτη έπεσε σε Αιγυπτιακή κατοχή έως το 1840, οπότε μετά από αποτυχημένη επανάσταση του Μεχμέτ Αλή κατά του Σουλτάνου, η Κρήτη ήλθε και πάλι υπό Οθωμανική κατοχή. Οι Κρητικοί μη αντέχοντας την Τουρκική κατοχή επαναστάτησαν επανειλημμένα με κυριότερες επαναστάσεις το 1841, το 1858, το 1866-1869 και το 1897-1898. Τελικά, το 1897, μετά τη δολοφονία του Βρετανού πρόξενου στα Χανιά και μερικών προξενικών φρουρών από τις τουρκικές αρχές, στόλοι της Βρετανίας, της Γαλλίας, της Ρωσίας και της Ιταλίας κατέπλευσαν στην Κρήτη θέτοντας τέλος στην Οθωμανική κυριαρχία.

Κρητική Πολιτεία και ένωση με την Ελλάδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ελλάδα και Κρήτη

Η Κρητική νήσος ανακηρύχθηκε ως αυτόνομο[28] κράτος με το όνομα «Κρητική Πολιτεία», υπό τη διοίκηση (αρμοστεία) του Πρίγκηπα Γεωργίου της Ελλάδας και υπό την προστασία των Μεγάλων Δυνάμεων, του Ηνωμένου Βασιλείου, της Γαλλίας, της Ιταλίας και της Ρωσίας. Το 1905, ο Ελευθέριος Βενιζέλος, διαμαρτυρόμενος για την κατάσταση της Κρήτης και οι υπόλοιποι Κρητικοί για τις αυθαιρεσίες του αρμοστή επαναστάτησαν ζητώντας την ένωση με την Ελλάδα. Η Κρητική πολιτεία τελικά κήρυξε την ένωσή της με την Ελλάδα και κατάργησε την αρμοστεία στις 12 Οκτωβρίου 1908 (στις 25 Οκτωβρίου με το νέο ημερολόγιο) μετά την αποδοχή των Κρητών βουλευτών από την Ελληνική βουλή[29] και την ανάληψη καθηκόντων διοίκησης από τον Στέφανο Δραγούμη ως γενικό διοικητή, όντας απεσταλμένος από την Ελλάδα .[29][30] και αναγνωρίστηκε τελικώς η ένωση με την υπόλοιπη χώρα από τις υπόλοιπες χώρες με τη Συνθήκη του Λονδίνου μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους του 1912-13. Υπολογίζεται πως κατά την ένωση οι Έλληνες αποτελούσαν το 90% των κατοίκων της Κρήτης. Η επίσημη ανακήρυξη της Ένωσης της Κρήτης με την Ελλάδα, γίνεται λοιπόν την Κυριακή της 1η Δεκεμβρίου του 1913 στα Χανιά, μέσα σε ιδιαίτερα πανηγυρικό κλίμα. Η Κρήτη ήταν ελεύθερη και ενωμένη με την Ελλάδα. Το Κρητικό Ζήτημα, που απασχόλησε επί μακρόν τη διεθνή πολιτική, είχε επιλυθεί.

Το 1923, με την ανταλλαγή των πληθυσμών με βάση τη συνθήκη της Λωζάνης, οι Τούρκοι που κατοικούσαν στην Κρήτη, περίπου 33.000, αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την Κρήτη και στη θέση τους ήρθαν Μικρασιάτες πρόσφυγες, με αποτέλεσμα ο πληθυσμός της Κρήτης να είναι εθνικά και θρησκευτικά ομογενής.[31]

Μεταφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Κρήτη έχει ένα καλά ανεπτυγμένο οδικό δίκτυο, ιδιαίτερα στο βόρειο τμήμα του νησιού. Συνδέεται ακτοπλοϊκώς καθημερινά με τον Πειραιά με τα λιμάνια του Ηρακλείου, που είναι από τα μεγαλύτερα της Ελλάδας και της Σούδας, τα οποία είναι τα κύρια λιμάνια του νησιού. Άλλα λιμάνια στη βόρεια ακτή της Κρήτης είναι της Κισάμου, των Χανίων, του Ρεθύμνου, του Άγιου Νικόλαου και της Σητείας. Υπάρχει συχνή αεροπορική σύνδεση με την Αθήνα. Στη Κρήτη υπάρχουν τρία αεροδρόμια, στο Ηράκλειο, στα Χανιά και στη Σητεία. Στο Ηράκλειο, το αεροδρόμιο του "Νίκος Καζαντζάκης" είναι το δεύτερο στην Ελλάδα σε κίνηση επιβατών και εμπορευμάτων και το πρώτο σε πτήσεις Τσάρτερς.

Στην Κρήτη υπήρξε βιομηχανικό σιδηροδρομικό δίκτυο, από το 1922 έως το 1935, το οποίο συνέδεε τον Κούλε Ηρακλείου με τον Ξηροπόταμο Ηρακλείου, κατά τη διάρκεια κατασκευής του λιμένος Ηρακλείου. Οι ράγες της γραμμής Ηρακλείου καλύφθηκαν παράνομα επί δημαρχίας Κουράκη. Μελέτες για την ανάπτυξη σιδηροδρομικού δικτύου στην Κρήτη, υπήρξαν πριν το 1900. Το καλοκαίρι του 2007, στο συνέδριο των απόδημων Κρητών, που έγινε στο Ηράκλειο, οι συγκοινωνιολόγοι Γιώργος Νάθενας και Βασίλης Οικονομόπουλος προτείνουν την ανάπτυξη σιδηροδρόμου στην Κρήτη, κυρίως στη διαδρομή Χανιά- Ρέθυμνο- Ηράκλειο, την οποία το τρένο θα διανύει σε 50 λεπτά (20+30 λεπτά), ενώ προβλέπονται επεκτάσεις προς Κίσσαμο, Νέο Αεροδρόμιο Καστελλίου Πεδιάδος και Άγιο Νικόλαο. Επίσης θα μπορεί να δρομολογηθεί rail ferry (φέρι μπόουτ που μεταφέρει τρένα) από το Καστέλλι Κισσάμου προς τη Νεάπολη Λακωνίας.[32] Tο 2012 δημοσιεύτηκαν σε εφημερίδες στοιχεία μελέτης (διπλωματικής εργασίας) για σιδηροδρομική σύνδεση Χανίων - Ηρακλείου[33].

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές και σημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. «Introduction to Crete». interkriti.org. http://www.interkriti.org/crete/introduction_to_crete.html. Ανακτήθηκε στις 2013-05-19. 
  2. "Οι νυχτερίδες της Κρήτης"
  3. "Πανίδα της Κρήτης"[νεκρός σύνδεσμος]
  4. "Κρητικό Λεξικό"
  5. Χοροί της Κρήτης
  6. * Στην περιφέρεια του Πρωτοδικείου Ηρακλείου: Ειρηνοδικείο Ηρακλείου, Ειρηνοδικείο Καστελλίου Πεδιάδος, Ειρηνοδικείο Μοιρών, Ειρηνοδικείο Πύργου Κρήτης.
    • Στην περιφέρεια του Πρωτοδικείου Χανίων: Ειρηνοδικείο Χανίων, Ειρηνοδικείο Βάμου.
    • Στην περιφέρεια του Πρωτοδικείου Λασιθίου: Ειρηνοδικείο Λασιθίου (Νεάπολη), Ειρηνοδικείο Ιεράπετρας, Ειρηνοδικείο Σητείας.
    • Στην περιφέρεια του Πρωτοδικείου Ρεθύμνης: Ειρηνοδικείο Ρεθύμνης.
  7. 7,0 7,1 Wilford, J.N., On Crete, New Evidence of Very Ancient Mariners The New York Times, 15 February 2010.
  8. 8,0 8,1 Bowner, B., Hominids Went Out of Africa on Rafts Wired, 8 January 2010.
  9. Εφορεία Παλαιοανθρωπολογίας-Σπηλαιολογίας Νότιας Ελλάδος, Ανασκόπηση εργασιών 2000-2010.
  10. Strasser F. Thomas et al. (2010) Stone Age seafaring in the Mediterranean, Hesperia (The Journal of the American School of Classical Studies at Athens), vol. 79, pp. 145-190.
  11. "Το αρχαιότερο εξακριβωμένο πρώτο θαλάσσιο ταξίδι, οπουδήποτε, ήταν η θαλάσσια μετανάστευση του ανατομικά σύγχρονου Χόμο Σάπιενς στην Αυστραλία, που ξεκίνησε πριν από περίπου 60,000 χρόνια." Bowner, B., Hominids Went Out of Africa on Rafts
  12. Νεολιθική εποχή στην Κρήτη
  13. Jeffery R. Hughey, Peristera Paschou, Petros Drineas, Donald Mastropaolo, Dimitra M. Lotakis, Patrick A. Navas, Manolis Michalodimitrakis, John A. Stamatoyannopoulos & George Stamatoyannopoulos, A European population in Minoan Bronze Age Crete, Nature Communications 4, Article number: 1861, doi:10.1038/ncomms2871, 14 May 2013.
  14. "Σαντορίνη, η μεγάλη έκρηξη", Καθημερινή, 28-02-2007
  15. Κρήτη, σελ. 14-18, Explorer (2004)
  16. Παναγή, Λουκία Σταύρου. «Η ανακατάληψη της Κρήτης από το Νικηφόρο Φωκά (961)». Μεταπτυχιακή εργασία- Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Φιλοσοφική Σχολή, Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας, 2009. http://invenio.lib.auth.gr/record/113686/files/Binder1.pdf. 
  17. Ιωάννης Α. Μελισσείδης & Πουλχερία Ζαβολέα Μελισσείδη, " Νικηφόρος Φωκάς (Ελ) Νικφούρ ", Τόμ. 1ος, σελ. 67-96 κ.α., εκδ. 3η, Εκδόσεις Βεργίνα, Αθήνα 2009, ISBN 9789608280472
  18. G.Shlumberger, Ο Αυτοκράτωρ Νικηφόρος Φωκάς, Κεφ. Άλωσις του Χάνδακος και λαφυραγωγία αυτού, (από αφήγηση του Άραβα ιστορικού Nowairi) σελ. 115, εκδότης Απ. Α. Χαρίσης, Αθήνα 1999
  19. G.Schlumberger, Ο Αυτοκράτωρ Νικηφόρος Φωκάς, Κεφ. Ολοσχερής ειρήνευσις της νήσου, σελ. 117, εκδότης Απ. Α. Χαρίσης, Αθήνα 1999,
  20. 1299 Ρωμιοσύνη, https://sites google com/site/romeandroromania/home/13th-c/1299
  21. και τα αρχεία Βενετίας (Χρονικό TRIVAN)
  22. βλ. "Χρυσόβουλο Δούκα Κωνσταντίνου", Ι. Μονή Γωνιάς, Ι. Μητρόπολη Κισσάμου και Σελίνου
  23. 0000333.tkl&do=192828.pdf&pageno=278&pagestart=1&width=405&height=592&maxpage=849&lang=el Ζαμπελίου Σπ. Ιστορία των Επαναστάσεων της Κρήτης, Αθήνα, 1893, σελ. 279-281
  24. Ζαμπέλιος, σ. 287, 288
  25. Αναφέρεται από τον Γ.Β. Τσοκόπουλο στο "Ιστορία των Επαναστάσεων της Κρήτης 1820-1889", Εκδόσεις "Μ. Σαλίβερος", Αθήνα, 1896; σελ. 8 κ.ε.
  26. Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος-Λαρούς, άρθρο "Κρήτη"
  27. Θ.Δετοράκη " Η Εκκλησία της Κρήτης "
  28. Θέματα Νεοελληνικής ιστορίας,Γ' τάξη ενιαίου Λυκείου(κατευθύνσεως), σελ. 203-208 "Ο Ελληνοτουρκικός πόλεμος 1897 και η λύση της αυτονομίας"
  29. 29,0 29,1 Θέματα Νεοελληνικής ιστορίας, Γ' τάξη ενιαίου Λυκείου(κατευθύνσεως), σελ. 221 "Η οριστική λύση του Κρητικού ζητήματος"
  30. Παναγιωτάκης Γ., Κρήτη, Ιστορία- Εικόνες, τόμος Γ΄, Ηράκλειο 1991
  31. Θεοχάρης Δετοράκης (2000). «Κρήτη». Πάπυρος Λαρούς-Μπριτάννικα. 36, σσ. 151. 
  32. ΚΩΣΤΑΣ ΝΤΕΛΕΖΟΣ (6 Δεκεμβρίου 2008) Το τρένο θα σφυρίξει στην Κρήτη τα Νέα. Ανακτήθηκε την 3 Σεπτεμβρίου 2012
  33. Τρένο και στην Κρήτη;, ΤΟ ΒΗΜΑ, 25/07/2013

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • " Χρυσόβουλο Δούκα Κωνσταντίνου ", Ι.Μονή Παναγίας Κυρίας των Αγγέλων ( Γωνιάς ), Ιερά Μητρόπολη Κισσάμου και Σελίνου ( Εκκλησία της Κρήτης ). www.imks.gr/metropolis/abbeys/men/59-gonia html
  • " Χρονικό του TRIVAN ", Εταιρεία Κρητικών Ιστορικών Μελετών ( ΕΚΙΜ ). www.ekim.gr
  • Σύγχρονος Εγκυκλοπαίδεια Ελευθερουδάκη, τόμος 15ος (1928).
  • Gustave Schumerger, Un Empereur Byzantin du 10e Siecle, Nicephore Phocas, Paris 1890 (G.Schlumberger, Ο Αυτοκράτωρ Νικηγόφορος Φωκάς, Βιβλιοθήκη Μαράσλη 1905),copyright: εκδότης Απ. Α. Χαρίσης, Αθήνα, 1999. (Ανάτυπο από έκδοση " G.Schlumberger, Ο Αυτοκράτωρ Νικηφόρος Φωκάς / κατά μετάφρασιν Ι. Λαμπρίδου, Εν Αθήναις : Π.Δ.Σακελλαρίου 1905, Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος)
  • Σπ.Ζαμπέλιου, "Ιστορικά Σκηνογραφήματα, Το ΄Επος της Κρητικής Αυτονομίας", μτφρ.,σχόλια, επιλογή εικόνων : Θ.Λουλουδάκης, (Copyright:Θ.Λουλουδάκη) Χανιά 1977.
  • Ζαμπέλιος Σπυρίδων, Ιστορία των Επαναστάσεων της Κρήτης / υπό Ζαμπελίου και Κριτοβουλίδου, συμπληρωθείσα υπό Ιωάννου Δ. Κονδυλάκη. Εκδ. "Φέξη", Αθήνα, 1893
  • Ιωάννης Α. Μελισσείδης & Πουλχερία Ζαβολέα Μελισσείδη, "Νικηφόρος Φωκάς (Ελ) Νικφούρ)", Τόμος 1ος, σελ. 67-96 κ.ά., έκδ. 3η, Εκδόσεις Βεργίνα, Αθήνα 2009, ISBN 9789608280472 Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος, Ελληνική Εθνική Βιβλιογραφία 2001/2007 κ.ά. (ΒΙΒΛΙΟΝΕΤ)
  • Γεώργιος Τ. Τσερεβελάκης, "Ο Νικηφόρος Φωκάς και η απελευθέρωση της Κρήτης από τους Άραβες (961 μ.Χ.)", Εκδ. Σταμούλη Αντ. 2009, ISBN 9789606887079 Βικελαία Βιβλιοθήκη κ.ά (ΒΙΒΛΙΟΝΕΤ)
  • Καλλέργηδες - Google Sites
  • Χρυσή Βίβλος ( Libro d Oro ), ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

wiktionary logo
Το Βικιλεξικό έχει σχετικό λήμμα:
Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα
voyage logo
Στα Βικιταξίδια υπάρχουν ταξιδιωτικές οδηγίες για τoν προορισμό