Ώτος ο Αλωέως

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Ώτος ο Αλωέως
Οικογένεια
Γονείς Ποσειδώνας και Ιφιμέδεια
Αδέλφια Εφιάλτης

Ο Ώτος φέρεται ως μυθικός γίγαντας της ελληνικής μυθολογίας. Μαζί με τον Εφιάλτη είναι γνωστοί και ως Αλωάδες, οι γιοί του Αλωέως. Εισήγαγαν την λατρεία των Μουσών στον Ελικώνα, και ήταν ιδρυτές της Άσηρας καθώς και άλλων πόλεων. Οι τάφοι τους κατά μια εκδοχή βρίσκονται στην Ανθηδόνα της Βοιωτίας, αλλά και κατά μια άλλη στη Νάξο, όπου τιμώνταν ως ήρωες.

Ο Ώτος και ο Εφιάλτης, έπλευσαν στο νησί που τότε ονομαζόταν Στρογγύλη, πολέμησαν και νίκησαν τους Θράκες, και μετονόμασαν το νησί, με το όνομα Δίας. Οι Θράκες έμειναν εκεί περισσότερα από 200 χρόνια οπότε και το εγκατέλειψαν λόγω ξηρασίας. Οι Κάρες διαδέχθηκαν τους Θράκες και από τον βασιλιά τους Νάξο πήρε το νησί το σημερινό του όνομα.

Κατά τον ψ-Απολλόδωρο (Βιβλιοθήκη)

Κανάκη δὲ ἐγέννησεν ἐκ Ποσειδῶνος Ὁπλέα καὶ Νιρέα καὶ Ἐπωπέα καιὶ Ἀλωέα καὶ Τρίοπα. Ἀλωεὺς μὲν οὒν ἐγημεν (παντρεύτηκε) Ἰφιμέδειαν τὴν Τρίοπος, ἥτις Ποσειδῶνος ἠράσθη (ερωτεύτηκε), καὶ συνεχῶς φοιτὼσα ἐπὶ τὴν θάλασσαν, χερσίν ἀρυομένη τὰ κύματα τοῖς κόλποις ἐνεφόρει (παίρνοντας με τα χέρια τα κύματα τα έριχνε στον κόλπο της). Συνελθὼν δε αυτῇ Ποσειδὼν (Και αφού κοιμήθηκε μαζί της ο Ποσειδώνας) δύο ἐγέννησε παίδας, Ὦτον καὶ Ἐφιάλτην, τοὺς Ἀλωάδας λεγομένους. Οὗτοι κατ’ ἐνιαυτὸν ηὔξανον (μεγάλωναν κάθε χρόνο) πλᾶτος μὲν πηχιαῖον, μῆκος δὲ ὀργυιαῖον, ἐννέα δὲ ἐτῶν γενόμενοι καὶ τὸ μὲν πλᾶτος πηχῶν ἔχοντες ἐννέα τὸ δὲ μέγεθος ὀργυιῶν ἐννέα, πρὸς θεοὺς μάχεσθαι διενοοῦντο (σκέφτηκαν να τα βάλουν με τους θεούς), καὶ τὴν μὲν Ὀσσαν ἐπὶ τὸν Ὄλυμπον ἔθεσαν, ἐπὶ δὲ τὴν Ὄσσαν θέντες τὸ Πήλιον διὰ τῶν ὀρῶν τούτων ἠπείλουν εἰς οὐρανὸν ἀναβήσεσθαι (από αυτά τα βουνά απειλούσαν ν’ ανέβουν στον ουρανό), καὶ τὴν μὲν θάλασσαν χώσαντες τοῖς ὄρεσι ἐκποιήσειν ἔλεγον ἤπειρον (και να κάνουν τη θάλασσα γη παραχώνοντάς την με βουνά), τὴν δὲ γῆν θάλασσαν (ενώ τη γη να την κάνουν θάλασσα). Ἐμνῶντο δὲ (ήθελαν δε να πάρουν γυναίκα) Ἐφιάλτης μὲν Ἧραν, Ὦτος δὲ Ἄρτεμιν. Ἔδησαν (δέσανε) δὲ καὶ Ἄρην, τοῦτον μὲν οὖν Ἑρμῆς ἐξέκλεψεν (απελευθέρωσε). Ἀνῆλε δὲ τοὺς Ἀλωάδας ἐν Νάξῳ Ἄρτεμις δι’ ἀπάτης, ἀλλάξασα γὰρ τὴν ἰδέαν εἰς ἔλαφον διὰ μἐσων αὐτῶν ἐπήδησεν, οἱ δὲ βουλόμενοι εὐστοχῆσαι του θηρίου ἐφ’ ἑαυτοὺς ἠκόντισαν (Η Άρτεμις εξολόθρευσε τους Αλωάδες με απάτη. Άλλαξε τη μορφή της σε ελάφι και πήδησε ανάμεσά τους, κι εκείνοι θέλοντας να πετύχουν το ζώο, αλληλοακοντίστηκαν)

Κατά τον Αριστοφάνη, στο ‘Συμπόσιον’ του Πλάτωνος, κατά την προσπάθειά τους ν’ ανέβουν στον ουρανό τους κεραυνοβόλησε ο Δίας, ο οποίος επιπλέον (κατά τον Αριστοφάνη του Συμποσίου μόνο) τους χώρησε, επειδή ήσαν κολλημένοι σε ένα σώμα με διπλά μέλη, χέρια, πόδια, και τα υπόλοιπα όργανα.