Δήλος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Συντεταγμένες: 37°24′00″N 25°16′00″E / 37.4°N 25.2667°E / 37.4; 25.2667

Δήλος
Άποψη της Δήλου.
Γεωγραφία
Αρχιπέλαγος Αιγαίο Πέλαγος
Νησιωτικό σύμπλεγμα Κυκλάδες
Έκταση 3,4 km2
Υψόμετρο 115 m
Υψηλότερη κορυφή Κύνθος
Χώρα
Περιφέρεια Νοτίου Αιγαίου
Νομός Κυκλάδων
Δημογραφικά
Πληθυσμός 14 (απογραφής 2001)

Η Δήλος, (αρχαία αττική διάλεκτος: Δῆλος και δωρική: Δᾶλος), είναι μικρή νήσος των Κυκλάδων, δυτικά της Μυκόνου. Στην αρχαιότητα υπήρξε ιδιαίτερα διάσημη ως γενέτειρα του θεού Απόλλωνα, εξ ου και η επωνυμία του Δήλιος και εκ τούτου σπουδαίο θρησκευτικό κέντρο που εξελίχθηκε ομοίως και σε εμπορικό. Ο κάτοικος της Δήλου καλείται Δήλιος, ή Δηλιεύς (στον πληθυντικό Δήλιοι ή Δηλιείς, αντίστοιχα).

Σήμερα η νήσος Δήλος υπάγεται διοικητικά στο Δήμο Μυκόνου. Ο πληθυσμός του, σύμφωνα με την απογραφή του 2011, είναι 24 κάτοικοι, οι οποίοι ανήκουν κατά κύριο λόγο στο προσωπικό του αρχαιολογικού χώρου και του αρχαιολογικού μουσείου της Δήλου (φύλακες και διοικητικοί). Το νησί διαθέτει επίσης μικρό λιμανάκι στη δυτική του πλευρά, το οποίο εξυπηρετεί τα τουριστικά πλοιάρια που φέρνουν επισκέπτες για τον αρχαιολογικό χώρο. Τα περισσότερα αναχωρούν από τη γειτονική Μύκονο.

Με το όνομα Δήλες (στον πληθυντικό) φέρονται ομού, ως σύμπλεγμα νησίδων, η Δήλος και η γειτνιάζουσα βορειοδυτικά και μεγαλύτερη αυτής ερημονησίδα Ρήνεια, διακρινόμενες μεταξύ τους με τα ονόματα Μικρά Δήλος (η Δήλος) και Μεγάλη Δήλος ( η Ρήνεια). Στους παλαιότερους χάρτες των περιηγητών και οι δύο νησίδες αναφέρονται με το όνομα «Sdiles», εκ παραφθοράς της φράσης «εις Δήλες», ή «στις Δήλες».

Γεωγραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Θέση - μορφολογία - κλίμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Δήλος, ή Δήλες βρίσκονται ΒΔ της Νάξου, Β. της Πάρου, ΒΑ. της Σίφνου και Σερίφου, 17 ν. μίλια ακριβώς Α. της Σύρου, ΝΑ. της Άνδρου και Τήνου και μόλις 2 μίλια ΝΔ. της Μυκόνου. Στην έκκεντρη θέση αυτή της Δήλου ως προς τα προηγούμενα νησιά, όλα ορατά από υψώματα των Δηλών, φέρεται να αποδόθηκε από τους αρχαίους γεωγράφους, και η ονομασία τους σε Κυκλάδες, σε αντίθεση με τα υπόλοιπα νησιά του Αιγαίου καλούμενα «Σποράδες». Εξ ου μάλιστα και η αρχαία ποιητική ονομασία της νήσου «Ιστίη» (= εστία), κατά Καλλίμαχο.

Η Δήλος έχει σχήμα κανονικό επίμηκες, κείμενη κατά διεύθυνση Βορρά - Νότου, δίνοντας την εικόνα αναρτημένης χλαμύδας, εξ ου και οι αρχαίοι την αποκαλούσαν επίσης «Χλαμυδία», (Πλίνιος, Στέφανος Βυζάντιος). Το μέγιστο μήκος της είναι 5 χλμ και το μέγιστο πλάτος της 1,3 χλμ., ο δε περίπλους της 5,5 μίλια. Η συνολική της έκταση είναι 6,85 τετραγωνικά χιλιόμετρα. Τη νήσο διατρέχει σε όλο το μήκος της μια κεντρική λοφοσειρά με κυριότερες κορυφές από Β. προς Ν. τη «Γκαμήλα» (με υψόμετρο 52,5 μ., ΝΔ. αυτής και πίσω από το αρχαιολογικό μουσείο οι «Πλάκες» (38,5 μ.). Ακολούθως περί το μέσον της νήσου και μετά από ένα ανώνυμο λόφο (73,5 μ.) υψώνεται το λεγόμενο «Κάστρο» που πρόκειται για το αρχαίο όρος «Κύνθος», με υψόμετρο 115 μ. αποτελώντας το υψηλότερο σημείο του νησιού. Εξ αυτού και οι παράλληλες ποιητικές αρχαίες ονομασίες της νήσου «Κυνθία», «Κυνθιάς», «Κύναιθος» και «Κυναιθώ». Στη συνέχεια, ΝΔ. του προηγουμένου, βρίσκεται η «Γκλαστροπή» (36 μ.) ακολουθώντας στο νότιο μέρος της νήσου και στο κέντρο αυτής η κορυφή «Κάτω Βάρδια» (83 μ.).
Η Δήλος στερείται πηγών και συνεπώς ποταμών. Τα όμβρια ύδατα σχηματίζουν μόνο τον χειμώνα ξεροπόταμους που ρέουν κάθετα της λοφοσειράς και που εκβάλουν στη θάλασσα. Σημαντικότερος εξ αυτών είναι αυτός που σχηματίζεται στις ΒΔ πλαγιές του Κύνθου και που εκβάλει δυτικά, Β. του λιμένος. Είναι ο ονομαστός των αρχαίων «Ινωπός», που λεγόταν ότι τα νερά του λάμβανε από τον ποταμό Νείλο. Μοναδική κοιλάδα της νήσου είναι αυτή που σχηματίζεται δυτικά του λόφου Κύνθου, στην οποία και αναπτύχθηκε το ιερό της Δήλου, η αρχαία πόλη και η αρχαία τεχνητή «ιερά λίμνη».
Το κλίμα της Δήλου, αν και μεσογειακό, χαρακτηρίζεται περισσότερο άνυδρο με μεγάλη περίοδο ετήσιας ξηρασίας που αρχίζει από το τέλος της Άνοιξης και συνεχίζει μέχρι τα μέσα του Φθινοπώρου. Η δε περιορισμένη χλωρίδα της Δήλου, μόνο πόες, αναπτύσσεται κυρίως από την πρωινή δρόσο. Η ηλιοφάνεια της Δήλου θεωρείται μία από τις μεγαλύτερες του ελληνικού χώρου. Οι δε ισχυροί άνεμοι που πνέουν συχνά στην περιοχή, κυρίως βόρειοι, παρέχουν μία εκπληκτική ορατότητα που φθάνει ακόμα και τα 30 ν.μίλια.

Χαρτογράφηση της Δήλου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Χαρτογράφηση της Δήλου φέρεται να ξεκίνησε από τον μεσαίωνα μαζί με την ευρύτερη περιοχή των Κυκλάδων. Ειδικότερα όμως της Δήλου, ως μεμονωμένης νήσου ξεκίνησε ουσιαστικά από την «Γαλλική αρχαιολογική σχολή της Αθήνας» που πρώτη ξεκίνησε και τις αρχαιολογικές ανασκαφές στη νήσο, καθιστάμενη έτσι η αρχαιότερη επιστημονική χαρτογράφηση ελληνικής νήσου. Ως εκ τούτου η ιστορία αυτής παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Πρώτος επιστημονικός υδρογραφικός χάρτης της Δήλου ήταν αυτός που εκπονήθηκε από το Βρετανικό Ναυαρχείο με αριθμό 1815 και που εκδόθηκε το 1847. Το 1876 οι Γάλλοι εξέδωσαν νεότερο χάρτη ο οποίος και μετατράπηκε σε γεωλογικό. Το 1908 την νέα χαρτογράφηση της Δήλου ανέλαβε η ελληνική Στρατιωτική χαρτογραφική υπηρεσία δια του αξιωματικού Χρυσανθακόπουλου, η οποία και εξέδωσε το επόμενο έτος τον πρώτο ελληνικό χάρτη της Δήλου.

Γεωλογία της Δήλου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πρώτος που μελέτησε επισταμένα, επί διετία (1906-1908), τη γεωλογική σύσταση της Δήλου ήταν ο σπουδαίος Γάλλος γεωλόγος Λουκιανός Καγιέ {Lucien Cayeux] (1864-1944), εκπονώντας σχετική μελέτη υπό τον τίτλο «Description physique de l'ile de Délos», και η οποία δημοσιεύτηκε το 1911 ως 4ο τεύχος της «Explor de Délos» της Γαλλικής (αρχαιολογικής) Σχολής Αθηνών.
Γεωλογικά η Δήλος συνίσταται από γρανίτη, γνευσίου και σχιστόλιθου ηφαιστειογενούς προέλευσης που περιγράφει αναλυτικά ο Λ. Καγιέ στην παραπάνω έρευνά του ακολουθώντας την περί Αιγηίδας αρχαία χώρα, κατά θεωρία του Φιλίπσον, δικαιολογώντας τη γεωλογική δημιουργία - εμφάνιση της Δήλου. Αξίζει όμως ν' αναφερθεί ως προς τη Δήλο, ότι ο Έλληνας γεωλόγος - μεταλλειολόγος Φωκίων Νέγρης (1846-1928) με τη δική του θεωρία περί ανύψωσης της στάθμης των υδάτων της Μεσογείου, έλαβε ως βάση τη νήσο Δήλο. Λαμβάνοντας αφορμή εξ αυτού ο Λ. Καγιέ αντέκρουσε τον Φ. Νέγρη με το άρθρο του «Fixité du niveau de la Mediterranée à l'époque historique», που δημοσιεύτηκε στον XIV τόμο του 1907 των «Annales de Géographie». Επ΄ αυτού ακολούθησε απάντηση του Φ. Νέγρη υπό τον τίτλο «Délos et la tyansgression aciuelle des mers», που δημοσιεύτηκε επίσης το ίδιο έτος.

Το έδαφος της Δήλου παρουσιάζεται σήμερα ιδιαίτερα τραχύ και βραχώδες ως συνέπεια του γεωλογικού σχηματισμού της. Ο γρανίτης της Δήλου έχοντας διακριθεί για την άριστη ποιότητά του άρχισε να λατομείται από το 1928 και να διοχετεύεται σε μεγάλες ποσότητες στην Αθήνα για έργα οδοποιίας σε χρήση γρανιτάσφαλτου. Δένδρα δεν υφίστανται στη Δήλο, αν και στην αρχαιότητα φέρεται να είχε πολλά, σύμφωνα με επιγραφές, η δε χλωρίδα της είναι πολύ φτωχή.

Ακτογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γενικά η βόρεια και βορειο-ανατολική ακτή της Δήλου παρουσιάζει έντονα τα φαινόμενα διάβρωσης και κατακερματισμού λόγω των ισχυρών βορείων ανέμων που πνέουν ιδιαίτερα συχνά στην περιοχή και των υψηλών κυμάτων που δημιουργούν και που ξεσπούν σ' αυτή. Έτσι το βόρειο τμήμα της απολήγει σε δύο μικρά αντιτακτά απόκρημνα ακρωτήρια με ΒΑ. κατεύθυνση δημιουργώντας μεταξύ τους τον όρμο Χάλαρο, ασφαλής μόνο σε ΝΑ., Ν. και ΝΔ. ανέμους Το μεν δυτικό ονομάζεται «ακρωτήριο Μόρου», το δε ανατολικό «Κακό ακρωτήρι», ή «ακρωτήριο Πατηνιώτης». Επί της ανατολικής πλευράς και σε απόσταση 0,5 χλμ νότια του προηγουμένου σχηματίζεται μικρός ορμίσκος καλούμενος «Γούρνα» ασφαλής για αγκυροβολία σε βόρειους, βορειοδυτικούς, δυτικούς και νοτιοδυτικούς ανέμους. Νοτιότερα αυτής είναι ο κάβος ή «ακρωτήριο Συκιά» στη νότια πλευρά του οποίου σχηματίζεται ο ομώνυμος ορμίσκος. Παρά την ακτή αυτού η αρχαιολογική σκαπάνη έφερε στο φως ερείπια αρχαίας εβραϊκής συναγωγής.
Η υπόλοιπη νοτιότερα ανατολική ακτή δεν παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον λόγω του ότι οι μικροί κάβοι, απολήξεις λόφων, και οι δημιουργούμενοι ορμίσκοι δεν παρέχουν πρόσβαση στο εσωτερικό της νήσου. Στο νότιο μέρος της νήσου, ακριβώς νότια του λόφου «Κάτω Βάρδια» σχηματίζεται όρμος - αγκάλη ασφαλής στους βόρειους ανέμους. Το δυτικό άκρο αυτής συνεχίζει ως μικρή χερσόνησος καταλήγοντας στο ακρωτήριο Γρανίτης που είναι και το νοτιότερο άκρο της νήσου. Ουσιαστικά πρόκειται για μικρή τριγωνική νησίδα σχήματος σπονδύλου, καλούμενη «Χερρόνησος» που προβάλει όντως ως χερσόνησος, προσβάσιμη από ξηράς δι' απλού άλματος.

Ακολουθώντας τη δυτική ακτή της νήσου από νότο προς βορρά που αποτελεί και την ανατολική πλευρά του διαύλου ή Στενού Δήλου, μετά της Ρήνειας σημαντικότερα σημεία της είναι ο όρμος Φούρνοι, περί το μέσον του διαύλου, εγγύτατα του οποίου βρίσκονται τα αρχαία λατομεία. Βορειότερα αυτού απαντώνται οι μικρές βραχονησίδες «Μεγάλος Ρεμαατιάρης» και «Μικρός Ρεματιάρης», σε ευθεία διάταξη κατά διεύθυνση του στενού. Έναντι των «Ρεματιάρηδων» επί της ακτής της Δήλου βρίσκεται ο «ορμος Λιμνιώνας» όπου και οι δύο αρχαίοι λιμένες της Δήλου: ο «ιερός λιμένας» και ο «εμπορικός λιμένας» βόρεια και συνέχεια του προηγουμένου. Δυστυχώς τα απορρίμματα εκ των πρώτων ανασκαφών ρίχθηκαν για ευκολία στη θάλασσα ακριβώς στη θέση του ιερού λιμένα. Παρά τις εν λόγω όμως επιχώσεις παραμένουν ορατά σε γαλήνη τμήματα του αρχαίου λιμενοβραχίονα. Σημειώνεται ότι όλη η ακτή από τον Λιμνιώνα μέχρι τον νοτιότερο προηγούμενο όρμο Φούρνοι στην αρχαιότητα αποτελούσε εμπορική παραλία. Βορειότερα του όρμου Λιμνιώνα βρίσκεται ο «όρμος Σκαρδανάς» που είναι και ο βορειότερος της δυτικής ακτής της Δήλου, παρέχοντας ασφάλεια σε ΒΑ., Α., ΝΑ., Ν., και ΝΔ. ανέμους και αντίστοιχους κυματισμούς. Σημειώνεται ότι στον όρμο αυτόν κατέληγε αρχικά ο ιερός ποταμός Ινωπός, ενώ αργότερα με τεχνητά μέσα οι αρχαίοι Δήλιοι μετατόπισαν την εκβολή του στον ιερό λιμένα.

Αρχαιολογικές έρευνες Δήλου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Δήλος παρά το τέλος της αρχαίας ακμής της και της τελείας ερήμωσης που ακολούθησε φαίνεται πως ποτέ δεν λησμονήθηκε. Το όνομά της παρέμεινε σ' όλους τους μεταγενέστερους με αμείωτη φήμη και θαυμασμό. Έτσι με τις πρώτες μεσαιωνικές χαρτογραφήσεις του Αιγαίου η Δήλος υπήρξε από τις πρώτες περιοχές του ελλαδικού χώρου που προκάλεσαν το ενδιαφέρον ιστορικών ερευνητών και αρχαιολόγων για ανασκαφές, τη χρηματοδότηση των οποίων ανέλαβαν στη συνέχεια αυτοκράτορες και ευγενείς. Σημειώνεται ότι κατά την περίοδο της Ενετοκρατίας όπου το ενδιαφέρον ήταν περισσότερο στραμμένο στο εμπόριο δεν αναπτύχθηκε καμία αρχαιολογική έρευνα. Πρώτος που επιχείρησε αρχαιολογική ανασκαφή στη Δήλο ήταν ο Ολλανδο-πρώσος στην καταγωγή, λόγιος αξιωματικός του ρωσικού στρατού, Pasch van Krienen, που τελούσε σε ειδική υπηρεσία, επί Αυτοκράτειρας Μεγάλης Αικατερίνης, το 1772, κατά την περίοδο που οι Κυκλάδες τελούσαν υπό ρωσική κατοχή. Ένα μεγάλο μέρος των ευρημάτων της πρώτης αυτής ανασκαφής κατέληξαν στην Αγία Πετρούπολη όπου και εκτίθενται σήμερα στο περίφημο μουσείο Ερμιτάζ, ενώ ένα άλλο μικρότερο μέρος κατέληξε στο Βουκουρέστι.
Το 1813 ο τότε τσάρος της Ρωσίας, μέσω του Ρώσου πρέσβη στην Κωνσταντινούπολη Ανδρέα Ιταλίσκη, φέρεται να χρηματοδότησε τον Χρύσανθο εξ Ιωαννίνων, που διατελούσε σχολάρχης στη Μύκονο, για τη συγγραφή και έκδοση βιβλίου σχετικά με τις γλυπτές αρχαιότητες της Δήλου που ήταν μόνιμα καταφανείς στην επιφάνεια ή που είχαν βρεθεί τυχαία από γεωργούς. Η έκδοση όμως του εν λόγω βιβλίου ματαιώθηκε για άγνωστους λόγους, Πιθανολογείται ο κίνδυνος της αρπαγής των μνημείων που ενδεχομένως θα προκαλούσε. Κατά την ελληνική επανάσταση του 1821, όπου το φιλελληνικό ρεύμα στην Ευρώπη υπήρξε ιδιαίτερα έντονο, αρχαιολογικό ενδιαφέρον για τη Δήλο επέδειξε ο παρά τον Βασιλέα της Γαλλίας, Γάλλος αρχαιολόγος ευγενής Πέτρος - Λουδοβίκος 1ος δούκας της Μπλάκας, που όμως για άγνωστους λόγους ματαίωσε τη χρηματοδότηση των ανασκαφών. Το 1829 τα μέλη της «Expédition scientifique de Morée» επεχείρησαν μια μικρή ανασκαφή χωρίς όμως άξια λόγου αποτελέσματα. Η πρώτη καθαρά επιστημονική ανασκαφή στη Δήλο ξεκίνησε επί βασιλείας Γεωργίου του Α΄, το 1873, από τη Γαλλική αρχαιολογική σχολή Αθηνών.

Η Γαλλική Σχολή εγκαταστάθηκε στην Αθήνα τον Σεπτέμβριο του 1846 επί βασιλείας Όθωνα Α΄ και πρωθυπουργού Ιωάννη Κωλέττη, αρχηγού του γαλλικού κόμματος. μετά από συνεννοήσεις που είχε ο δεύτερος με τον τότε πρέσβη της Γαλλίας στην Αθήνα Θ. Πισκατορύ, στα πλαίσια σύσφιξης των πολιτικών και πολιτιστικών σχέσεων του νεοσύστατου Βασιλείου της Ελλάδος με την Γαλλία. Έτσι περίπου 30 χρόνια αργότερα, το 1873, ξεκινούν οι ανασκαφές στη Δήλο υπό τον Γάλλο εταίρο της Σχολής Α Lebègue που συνεχίστηκαν μέχρι το 1877, το έργο του οποίου συνέχισε για πολύ λίγο ο Έλληνας αρχαιολόγος Π. Στανατάκηςμ υπάλληλος τότε της Ελληνικής αρχαιολογικής εταιρείας που είχε ιδρυθεί στην Αθήνα από το 1837. Από το 1877 τις ανασκαφές της Δήλου συνέχισε ο τότε εταίρος και στη συνέχεια διευθυντής της Γαλλικής Σχολής Θεόφιλος Ομόλ () ο οποίος και τις συνέχισε μέχρι το 1880. Από το 1881 μέχρι το 1894 τις ανασκαφές και μελέτες αυτών συνέχισαν διάφοροι άλλοι εταίροι της Σχολής, Το 1894 οι ανασκαφές της Δήλου διακόπηκαν λόγω στροφής του αρχαιολογικού ενδιαφέροντος της Σχολής στους Δελφούς μέχρι το 1902.
Το 1902 η Σχολή επανεκίνησε τις ανασκαφές στη Δήλο αυτή τη φορά συστηματικότερα και μεθοδικότερα μετά από μια γενναία χορηγία που της δόθηκε, για το σκοπό αυτό, από τον δούκα του Λουμπάτ που έφθανε τα 50.000 χρυσά φράγκα ετησίως. Οι δε ανασκαφές που ακολούθησαν αδιάκοπα μέχρι το 1914 τελούνταν υπό την εποπτεία των διευθυντών της Σχολής, αρχικά από τον Θ. Ομόλ και ακολούθως από τον Μ. Ολεώ. και από μια σειρά άλλων αρχαιολόγων εταίρων της Σωολής. Το 1914 οι ανασκαφές διακόπηκαν λόγω του τότε μεγάλου πολέμου. Μετά τη λήξη του πολέμου και χωρίς πλέον τη χορηγία του δούκα του Λαμπάτ η Σχολή ενήργησε μικρές συμπληρωματικές ανασκαφές υπό τους νέους διευθυντές της, αρχικά από τον Κάρολο Πικάρ και τον μετέπειτα Πέτρο Ρουσέλ καθώς και με άλλους εταίρους και τον αρχιτέκτονα Ιωσήφ Ρεπλά. Έκτοτε οι έρευνες κι οι μελέτες που ακολούθησαν υπήρξαν ιδιαίτερα σπουδαίες.

Παράλληλα με τις ανασκαφές και μελέτες επί των ευρημάτων της Δήλου, υπο της Γαλλικής Σχολής, επί των αρχαιοτήτων της νήσου εργάστηκαν και μελέτησαν πολλοί Έλληνες αρχαιολόγοι είτε ως επόπτες των ανασκαφών εκ μέρους του ελληνικού κράτους και έφοροι αρχαιοτήτων, είτε ως διευθυντές του πλούσιου σε εκθέματα αρχαιολογικού μουσείου της Δήλου. Μεταξύ αυτών υπήρξαν οι παλαιότεροι έφοροι όπως ο Π. Καββαδίας (1880 και 1882), ο Δ. Φίλιος (1881), ο Δ. Σταυρόπουλος (επί συνεχή 13 έτη, 1894-1907), ο Α. Κεραμόπουλος (1908) και ακολούθως ο Δ. Πίππας επί συνεχή εικοσαετία, _1909 - 1929) . Ειδικότερα ο τελευταίος εργάσθηκε επισταμένα σε ανασκαφές στη Ρήνεια και ειδικότερα στη Δήλο με αφορμή την ανάγκη που σημειώθηκε για την επίχωση κάποιων ελών της νήσου. Τούτους ακολούθησαν πολλοί άλλοι νεότεροι ερευνητές αρχαιολόγοι.
Από τις παραπάνω μακροχρόνιες και πολυδάπανες ανασκαφές, έρευνες και μελέτες των Γάλλων αρχαιολόγων και των συντονισμένων παράλληλα προσπαθειών των Ελλήνων συναδέλφων τους υπήρξαν μεγάλες και σπουδαίες αρχαιολογικές δημοσιεύσεις με τις οποίες αναπλάστηκε επί το ακριβέστερο η αρχαία πολιτική και μνημειολογική ιστορία της Δήλου, καθώς και ευρύτερα των Κυκλάδων.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μνημείο Παγκόσμιας
Κληρονομιάς της UNESCO
Δήλος
Επίσημο όνομα στον κατάλογο μνημείων Π.Κ.
Ancient Delos.jpg
Χώρα μέλος Flag of Greece.svg Ελλάδα
Τύπος Πολιτισμικό
Κριτήρια ii, iii, iv, vi
Ταυτότητα 530
Περιοχή Ευρώπη και Βόρεια Αμερική
Ιστορικό εγγραφής
Εγγραφή 1990 (14η συνεδρίαση)

Προϊστορικοί χρόνοι - Μυθολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με βάση τις παραπάνω εκτεταμένες ανασκαφές και μελέτες διαφαίνεται ότι η Δήλος, όπως άλλωστε και όλες οι Κυκλάδες, κατοικήθηκε από ανθρώπους από της προϊστορικής και προελληνικής εποχής και ειδικότερα περί το τέλος της λεγόμενης νεολιθικής εποχής ή χαλκολιθικής με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά στοιχεία του πρωτοκυκλαδικού πολιτισμού, όπως εισήγαγε τον όρο ο Χρήστος Τσούντας, δηλαδή από το 3200 π.Χ. Από δε το υλικό ορισμένων ευρημάτων, (π.χ. οψιανού), καταφαίνεται η ήδη ανεπτυγμένη την εποχή εκείνη πρώιμη ναυσιπλοΐα και εξ αυτής η ναυπηγική, η αλιεία, καθώς και το εμπόριο. Κινητά λείψανα αυτής της περιόδου, όπως λεπίδες, άγκιστρα, λίθινοι τριπτήρες, καλύμματα πίθων, θραύσματα αγγείων, πίθοι, εσχάρες κλπ βρίσκονται αποθησαυρισμένα στο αρχαιολογικό μουσείο της Δήλου και στο εθνικό αρχαιολογικό μουσείο της Αθήνας.
Κατάλοιπα της παραπάνω περιόδου αποτελούν τα ερείπια οικημάτων, αρχαιότατου οικισμού, που έφερε στο φως η αρχαιολογική σκαπάνη, επί της κορυφής του Κύνθου. κάτω ακριβώς από τους μεταγενέστερους ελληνικούς ναούς και άλλων κτισμάτων. Από δε την καμπυλόσχημη και ευθύγραμμη αρχιτεκτονική αυτών διαφαίνονται αφενός μεγάλες διαφορές με μινωικούς και μυκηναϊκούς αντίστοιχους και αφετέρου ο τότε περιορισμένος πληθυσμός ικανός να επιβιώνει στη μικρή νήσο.

Ακριβώς πότε και από που έφθασαν και εγκαταστάθηκαν στη Δήλο οι λίγοι εκείνοι πρώτοι κάτοικοι και τι γένους - έθνους ήταν δεν έχει μέχρι σήμερα προσδιοριστεί. Ο πολύ μεταγενέστερος αρχαίος ιστορικός Θουκυδίδης παραδέχεται ότι κατά την απώτατη εκείνη περίοδο της αρχαιότητας οι κάτοικοι των Κυκλάδων και ειδικότερα της Δήλου, από την οποία μάλιστα φέρεται να συνάγει τις αποδείξεις του, ήταν Κάρες. Τη γνώμη αυτή του Θουκυδίδη που επικράτησε για αιώνες πρώτος που την αμφισβήτησε ήταν ο Δανός καθηγητής της αρχαιολογίας Chr. Būnkenberg στη διατριβή του «Antiquitéw prémycéniehnew» το 1897, και στη συνέχεια ο Έλληνας αρχαιολόγος Χρήστος Τσούντας στη διατριβή του «Κυκλαδικά» που δημοσιεύτηκε στην «Αρχαιολογική εφημερίδα» το 1898. Στη συνέχεια ο Κ.Α. Ρωμαίος, με την διατριβή του «Οι Κάρες της Δήλου και η αρχαιολογική έρευνα του Θουκυδίδου» που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Ελληνικαί» (τομ. Α΄, σ. 7-77) το 1928. κατέρριψε τις υπέρ των Καρών αποδείξεις του Θουκυδίδη αντιπαραβάλλοντας στοιχεία από τα ευρήματα των τελευταίων ανασκαφών. Μετά δε και τη μελέτη των ευρημάτων των ανασκαφών που επιχείρησε ο Δ. Πίππας στη Ρήνεια, το 1924, η άποψη του Θουκυδίδη περί εγκατάστασης Καρών έχει τελείως ανατραπεί. Ομοίως και κάποιες άλλες απόψεις αρχαίων που κάνουν λόγο για Λέλεγες και τους ομοίους τους Φοίνικες έχουν καταρριφθεί με αρχαιολογικά δεδομένα ότι πολιτισμικά αυτοί οι λαοί αναπτύχθηκαν βραδύτερα από τους πρώιμους αρχαίους Έλληνες.[1]

Παρά ταύτα αν και δεν αποδείχθηκε ότι οι πρώτοι κάτοικοι της Δήλου ήταν Έλληνες με την ιστορική έννοια του όρου εν τούτοις υπάρχουν αρκετά βάσιμα στοιχεία για τον προσδιορισμό τους. Κύριο στοιχείο (χωροταξικό) είναι η θέση του παμπάλαιου οικισμού επί της κορυφής του Κύνθου και όχι σε μια προασπισμένη από τους ισχυρούς ανέμους περιοχή, και μάλιστα σε εποχή που ακόμα η τεχνολογία (ναυπηγική) δεν επέτρεπε μαζικές μετακινήσεις για τυχόν εξωτερική προσβολή. Μοναδική ερμηνεία που μπορεί να δοθεί είναι η μακρινή ανάμνηση των γεωλογικών αναστατώσεων που είχαν συμβεί στον αιγαιακό χώρο, την Αιγηίδα όπου οι κορυφές των βουνών αποτέλεσαν μοναδικούς τόπους σωτηρίας ανθρώπων και ζώων. Ένα δεύτερο βασικό στοιχείο είναι τα πανάρχαια ιερά που βρέθηκαν στον ίδιο χώρο, κάτω από νεότερα κτίσματα και ναούς αφιερωμένα σε ολύμπιες θεότητες και πρωτίστως στον Δία αλλά και τον Ηρακλή, γεγονός που αποδεικνύει την ήδη εξάπλωση της ελληνικής μυθολογίας. Ένα μάλιστα από τα μυθικά ονόματα της Δήλου, που δεν θα πρέπει να διαφεύγει της προσοχής ήταν «Πελασγία». Τέλος ο αρχαίος Έλληνας ιστορικός, γεωγράφος, «πατέρας της ιστορίας», Ηρόδοτος σημειώνει ότι οι πρώτοι κάτοικοι των Κυκλάδων ήταν οι «Πελασγοί», που αργότερα όμως ονομάσθηκαν Ίωνες».[2]
Οι Ίωνες που έλαβαν το όνομά τους εκ του μυθικού θεογενή, «εκ πατρώου Απόλλωνος», γενάρχη τους και μυθικού ήρωα της Αττικής, του Ίωνα,[3] ήταν ένας από τους βασικά τέσσερις αδελφούς συγκροτημένους πληθυσμούς - φυλές, του προϊστορικού ελλαδικού χώρου, που φέρονται να διασώθηκαν κατά τον κατακλυσμό του Δευκαλίωνα, εξ ου και η μυθολογία θεωρεί αδελφούς τους γενάρχες αυτών και κατά παραλλαγή εγγόνια του Έλληνα, (συνεπώς όλοι Έλληνες), καθώς και δισέγγονα του Δευκαλίωνα. Οι Ίωνες, περισσότερο δημιουργικοί και οξυδερκείς έχοντας αντιληφθεί το τέλος των γεωλογικών αναστατώσεων, εγκαταστάθηκαν στα παράλια του ηπειρωτικού χώρου και κυρίως στην ανατολική Αττική δημιουργώντας μάλιστα και την «ιωνική τετράπολη». Από εκεί επεκτάθηκαν στις Κυκλάδες και με προγεφύρωμα αυτές εξαπλώθηκαν στις έναντι ανατολικές ακτές του Αιγαίου όπου και θα λάβουν εξ αυτών την ονομασία Ιωνία.

Δήλος, η γενέτειρα του Απόλλωνα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ως γνωστό η Ελληνική Μυθολογία αποτελεί ένα συγκερασμό πρώιμων παρατηρήσεων της φύσης, (αστρονομικών, γεωφυσικών και γεωλογικών κλπ., καθώς και των διάφορων φαινομένων, κλιματολογικών, μετεωρολογικών κλπ.), όπου για την ερμηνεία αυτών ή των αιτιών δημιουργίας τους ακολουθήθηκε μία αξιοθαύμαστη πλοκή με ανθρώπινα ένστικτα, πάθη, επιδιώξεις και αξίες παρουσιάζοντας αυτές (τις παρατηρήσεις) με αλληγορικό ανθρωπομορφισμό σε θεϊκή υπόσταση, προκειμένου να τύχουν του απόλυτου και γενικευμένου σεβασμού. Με βάση αυτά, στο ερώτημα πως η ελληνική μυθολογία κατέστησε, (ή ορθότερα οι Ίωνες κατέστησαν), την μικρή, τραχιά και ασήμαντη νησίδα των Κυκλάδων, τη Δήλο, γενέτειρα του «πανιώνιου εθνικού θεού», Απόλλωνα, την απάντηση δίνει αυτή η ίδια η νησίδα, κατά τη γεωλογία της, την ετυμολογία του ονόματός της, τη γεωγραφική της θέση καθώς και τη σχέση της με τους Ίωνες, λαμβάνοντας υπόψη τον περίφημο γεωδαιτικό νόμο που ίσχυε, για τον καθορισμό των ιερών χώρων, στον οποίο αναφέρεται και ο σπουδαίος αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος, ο Αριστοτέλης.

Από τη γεωλογική εξέταση της νήσου φέρεται να δημιουργήθηκε είτε από κάποια ηφαιστειακή δραστηριότητα όπου και αναδύθηκε στην επιφάνεια, είτε αυτή να αποκαλύφθηκε μετά την υποχώρηση της επιφάνειας των υδάτων που προηγουμένως είχαν κατακλύσει την ευρύτερη περιοχή. Λαμβάνοντας δε υπόψη το πολύ χαμηλό μέσο υψόμετρο της νήσου θεωρείται μία από τις τελευταίες παρόμοιες γεωλογικά δημιουργίες στον αιγαιακό χώρο. Το δε από τους μυθικούς χρόνους όνομα της νήσου ετυμολογείται εκ του αρχαίου ελληνικού ρήματος «δηλόω» που σημαίνει καταφανής, φανερός, ή φανερωμένος -η, και κατ' επέκταση διαυγής, λάμπων - λάμπουσα, σε αντίθεση του «άδηλος». Έτσι ετυμολογικά το όνομα Δήλος επικροτεί και τις δύο απόψεις είτε αυτή της αιφνίδιας ανάδυσης, είτε της αποκάλυψης, (όπως παραδέχεται τη δεύτερη ο σχετικός ομηρικός ύμνος).
Σχετικά με την εξάπλωση των Ιώνων στις αντιπέρα ανατολικές ακτές του Αιγαίου εξυπακούεται ότι αυτή δεν συνέβη σε μία χρονικά επιχείριση διάπλου, αλλά σταδιακά με την ανάπτυξη της ναυπηγικής, δηλαδή ναυπηγώντας κατάλληλα πλοία, άφρακτα, κωπήλατα, αλλά και πηδαλιουχούμενα, εκτελώντας σαφώς ακτοπλοΐα, δηλαδή ακολουθώντας πορεία με τη βοήθεια σταθερών σημείων παρατήρησης στον ορίζοντα και συνεπώς ημεροπλοΐα. Με δεδομένο το τελευταίο, δεύτερο βασικό στοιχείο - προϋπόθεση του εγχειρήματος του διάπλου, μετά τη ναυπήγηση κατάλληλων πλοίων, ήταν το φως της ημέρας, στη διάρκεια του οποίου επιχειρούταν αυτός, δηλαδή ο ήλιος, τουτέστιν η αναγκαία παρουσία της αλληγορικής ανθρωπόμορφης θεότητάς του, ο Απόλλων. Τέλος τρίτο βασικό στοιχείο ήταν η κατάλληλη διάταξη νήσων που θα μπορούσαν να καλύψουν ανάγκη ακτοπλοΐας από δύση προς ανατολή, όπου τέτοια στο χώρο του Αιγαίου παρέχουν αποκλειστικά μόνο οι Κυκλάδες.

Έτσι οι Ίωνες, υπό την παρουσία - προστασία του «πατρώου θεού» του φωτός και της αρμονίας, διερχόμενοι αναγκαστικά από τις Κυκλάδες και παρατηρώντας αυτές αντελήφθησαν την «χλαμυδία» στο μέσον της νησιωτικής τριλογίας (συμπλέγματος) Ρήνειας - Μυκόνου, που ταυτόχρονα αποτέλεσε το γεωγραφικό μέσον της όλης απόστασης της διαβάσεώς τους, όπως ακριβώς και ο ήλιος λαμβάνει στο μέσον της φαινομενικής ημερήσιας διαδρομής του το μέγιστο της τιμής του κατά τη λεγόμενη μεσημβρινή διάβαση. Κατόπιν όλων των παραπάνω δεν άργησε η εν λόγω χθαμαλή, βραχώδης και «παρθένα» από ανθρώπινη ζωή νησίδα να αφιερωθεί στον Απόλλωνα και να περιβληθεί ιερότητας με θαυμάσιους στη συνέχεια σχετικούς αποκαλυπτικούς μύθους, ονοματίζοντας παράλληλα και τις γύρω αυτής νήσους Κυκλάδες.
Συνεπώς οι μύθοι έπονται πραγματικών γεγονότων και δεν προηγούνται ποτέ αυτών αφού βασικός στόχος τους είναι η ερμηνεία και η ευρύτερη ιερή αποδοχή τους από τους μεταγενέστερους. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω η αρχαία ιερότητα της Δήλου ούτε μυστηριώδης καταφαίνεται, ούτε χαμένη στο μακρινό παρελθόν είναι αλλά και ούτε απορία προκαλεί η γέννηση της θρησκευτικής γοητείας της, όπως αντίθετα υποστηρίζει ο Πιέρ Ρουσέλ στο σύγγραμμά του «Δήλος» (1925).[4]

Τον υπέροχο μύθο της γέννησης του Απόλλωνα στη Δήλο μας παρέδωσαν διάφοροι αρχαίοι Έλληνες ποιητές κατά διάφορες εκδοχές σε ύμνους που δημιούργησαν τιμώντας τον εν λόγω θεό. Εξ αυτών, όσων βεβαίως έχουν διασωθεί, κυρίαρχος είναι ο φερόμενος ως ομηρικός ύμνος «εις Απόλλωνα Δήλιον» που θεωρείται έργο Χίου ποιητή του 7ου ή 6ου αιώνα π.Χ. όπου οι αρχαίοι διέβλεπαν δημιουργό του τον Όμηρο, και μάλιστα κατά μία παράδοση ότι ο ίδιος τον απήγγειλε σε εορτή στη Δήλο, εξ ου και ομηρικός, ενώ κατ΄ άλλη παράδοση δημιουργός αυτού φέρεται ο ραψωδός Κύναιθος ο Χίος που τον απήγγειλε στις Συρακούσες. Πρόκειται για ένα εκπληκτικό ύμνο που παρουσιάζει το γεγονός με μια αξιοθαύμαστη πλοκή αλληγορικών προσώπων και καταστάσεων, στα πλαίσια βέβαια της γνωσιολογικής αντίληψης της εποχής του, που ανάγεται όμως κατά το θρυλούμενο στάδιο όπου ο Ζευς, έχει δώσει τέλος στη βασιλεία του Κρόνου και ο ίδιος έχοντας κυριαρχήσει κατά τη μυθική τιτανομαχία έχει καταστεί «πατήρ ανδρών τε θεών», συγκροτώντας παράλληλα και το Ολύμπιο Δωδεκάθεο. Σ' αυτό ακριβώς το σημείο ξεκινά η γοητευτική αλλά και εκπληκτικά αποκαλυπτική περιγραφή του μύθου.

Έτσι λοιπόν ο Κρητιγενής Δίας/Ζευς έχοντας κυριαρχήσει αποφάσισε τον περιορισμό των δυνάμεων του κρόνιου σκότους, που ακόμα επικρατούσε, με τη γέννηση του φωτός σε μία όμως αρμονική συνύπαρξη (ημερονύκτιο). Για το σκοπό αυτό «συνεζεύχθη» την τιτανίδα Λητώ προολύμπια θεότητα, συνεπώς αρχαιότερη της Ήρας, προκειμένου αυτή να κυοφορήσει τον φωτοβόλο θεό. Σημειώνεται ότι η Λητώ αποτελεί, περισσότερο κατά τη μυθολογία παρά από την ετυμολογία της, την προσωποποίηση της νύκτας, που μέσα από την απέραντη περίπτυξη του ουρανού περικλείει στα σπλάχνα της το σπέρμα του «αγίου φωτός».[5] Η γέννηση όμως ενός τόσο περίλαμπρου και τρομερού θεού ήταν φυσικό επόμενο να διεγείρει έντονες ανησυχίες για φυσικές αναστατώσεις αλλά και φόβους αντοχής του εδάφους που θα τον δεχόταν. Έτσι ο ποιητής παρουσιάζει αλληγορικά για μεν το φόβο φυσικών αναστατώσεων τη «ζηλότυπη» Ήρα, θεότητα της φυσικής και οικογενειακής γαλήνης να κατατρέχει τη Λητώ, χωρίς ιδιαίτερη μνεία, την δε ετοιμόγεννη Λητώ να περιφέρεται διάφορες περιοχές ζητώντας τη συναίνεσή τους στον επικείμενο τοκετό, αντιμετωπίζοντας τους παραπάνω φόβους.
Η δε περιγραφή της περιπλάνησης της Λητούς, που βεβαίως δεν αναφέρεται σε ηπειρωτικές χώρες, αλλά σε νησιά και εκατέρωθεν ακτές του Αιγαίου, είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτική αφού ουσιαστικά αποτελεί χαρτογράφηση των περιοχών όπου είχαν ήδη εξαπλωθεί οι Ίωνες στον εν λόγω ευρύτερο χώρο. Ξεκινώντας μάλιστα από Νότο, και συνεχίζοντας προς Δυσμάς και από εκεί προς Βορρά και ακολούθως προς Ανατολάς και νότια, στη συνέχεια συγκλίνει στις ανατολικές Κυκλάδες για να καταλήξει στην γρανιτένια Δήλο, ακολουθώντας έτσι εκπληκτικά τη φορά της αλλαγής της κατεύθυνσης των ανέμων, όπως παρατηρείται αυτή στο βόρειο ημισφαίριο.[6] Η δε παράλληλη παράθεση σημαντικών παράλιων γεωμορφών, όπως π.χ. βουνοκορφές, εκβολές ποταμών, κλπ αποκαλύπτει περίτρανα τη βασική χρήση που είχαν και έχουν αυτές, ως αναγνωριστικά σημεία, ακόμα και σήμερα, σε ημερόπλοη ακτοπλοΐα.
Τελικά η μικρή, άσημη και βραχώδης Δήλος συναινεί να γίνει γενέτειρα του τρομερού φωτοδότη θεού μετά τις διαβεβαιώσεις και τον όρκο της Λητούς ότι κανένα κίνδυνο δεν θα διατρέξει αλλά αντίθετα θα καταστεί διάσημη αφού ουδέποτε θα την εγκατέλειπε ο επικείμενος θεός.[7] Η λαμπρή γέννηση, κατά ανθρώπινα ήθη, περιγράφεται αλληγορικά στους στίχους 117 μέχρι και 132 του ομηρικού ύμνου, απόσπασμα του οποίου και ακολουθεί:

ἀμφὶ δὲ φοίνικι βάλε πήχεε, γοῦνα δ᾽ ἔρεισε
λειμῶνι μαλακῷ: μείδησε δὲ γαῖ᾽ ὑπένερθεν
ἐκ δ᾽ ἔθορε πρὸ φόωσδε: θεαὶ δ᾽ ὀλόλυξαν ἅπασαι
ἔνθα σέ, ἤιε Φοῖβε, θεαὶ λόον ὕδατι καλῷ
ἁγνῶς καὶ καθαρῶς, σπάρξαν δ᾽ ἐν φάρεϊ λευκῷ,
λεπτῷ, νηγατέῳ: περὶ δὲ χρύσεον στρόφον ἧκαν.
οὐδ᾽ ἄρ᾽ Ἀπόλλωνα χρυσάορα θήσατο μήτηρ,
ἀλλὰ Θέμις νέκταρ τε καὶ ἀμβροσίην ἐρατεινὴν
ἀθανάτῃσιν χερσὶν ἐπήρξατο: χαῖρε δὲ Λητώ,
οὕνεκα τοξοφόρον καὶ καρτερὸν υἱὸν ἔτικτεν.
αὐτὰρ ἐπεὶ δή, Φοῖβε, κατέβρως ἄμβροτον εἶδαρ,
οὔ σέ γ᾽ ἔπειτ᾽ ἴσχον χρύσεοι στρόφοι ἀσπαίροντα,
οὐδ᾽ ἔτι δέσματ᾽ ἔρυκε, λύοντο δὲ πείρατα πάντα.
αὐτίκα δ᾽ ἀθανάτῃσι μετηύδα Φοῖβος Ἀπόλλων: ‘
μοι κίθαρίς τε φίλη καὶ καμπύλα τόξα,
χρήσω δ᾽ ἀνθρώποισι Διὸς νημερτέα βουλήν.[8]


Φοῖβε ἄναξ, ὅτε μέν σε θεὰ τέκε πότνια Λητώ
φοίνικος ῥαδινῇς χερσὶν ἐφαψαμένη
ἀθανάτων κάλλιστον ἐπὶ τροχοειδέι λίμνῃ,
πᾶσα μὲν ἐπλήσθη Δῆλος ἀπειρεσίη
ὀδμῆς ἀμβροσίης, ἐγέλασσε δὲ Γαῖα πελώρη,
γήθησεν δὲ βαθὺς πόντος ἁλὸς πολιῆς.[9]

Ο μόνος αρχαίος Έλληνας που φέρεται να έγραψε για τη Δήλο και συγκεκριμένα υπό τον τίτλο «ιστορία της Δήλου και της γενέσεως των Λητούς παίδων» ήταν ο Αθηναίος ρήτωρας και σπουδαίος ευφυολόγος Δημάδης.

Πρώιμη περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 16ο αιώνα π.Χ. εξαπλώθηκαν στην περιοχή των Κυκλάδων οι Μυκηναίοι, που εγκαταστάθηκαν και στη Δήλο. Εκείνη την εποχή πρέπει να άρχισε να αποκτάει η Δήλος ιερό χαρακτήρα, κάτι που το συναντάμε ήδη μερικούς αιώνες αργότερα, την εποχή που γράφτηκαν τα Ομηρικά έπη. Την περίοδο της μετανάστευσης των Ιώνων προς τη Μικρά Ασία η Δήλος κατοικήθηκε από Ίωνες. Επειδή βρισκόταν στο κέντρο των περιοχών εγκατάστασής τους έγινε το θρησκευτικό τους κέντρο.

Κλασική εποχή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά το τέλος των Περσικών πολέμων, το 478 π.Χ., ιδρύθηκε η Δηλιακή Συμμαχία, μία συμμαχία πόλεων κρατών στην οποία την πρωτοκαθεδρία είχε η Αθήνα. Η Δήλος ήταν η έδρα της συμμαχίας και σ’ αυτήν φυλασσόταν το κοινό ταμείο μέχρι το 454 π.Χ., οπότε ο Περικλής το μετέφερε στην Αθήνα.

Την περίοδο του Πελοποννησιακού πολέμου οι Αθηναίοι, επηρεαζόμενοι από τις καταστροφές που δέχονταν τα πρώτα χρόνια του πολέμου, αποφάσισαν να προχωρήσουν στον εξαγνισμό του νησιού. Αποφάσισαν να μη γεννιέται και να μη θάβεται κανείς στο νησί. Επίσης το 422 εξόρισαν όλο τον πληθυσμό του νησιού, που εγκαταστάθηκε τελικά στο Αδραμύττιο της Μικράς Ασίας.

Λίγα χρόνια μετά το τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου ιδρύθηκε η δεύτερη Δηλιακή συμμαχία. Η Δήλος έγινε ξανά κέντρο της συμμαχίας μέχρι το 314 π.Χ., οπότε οι Μακεδόνες με βασιλιά τον Αντίγονο Γονατά απέσπασαν το νησί από τους Αθηναίους και το ανακήρυξαν ανεξάρτητο.

Ελληνιστική και Ρωμαϊκή περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γενική άποψη του αρχαιολογικού χώρου

Η περίοδος της ανεξαρτησίας που διήρκεσε από το 314 έως το 166 ήταν περίοδος ακμής για το νησί. Το νησί εξελίχθηκε σε σημαντικό εμπορικό κέντρο. Ακόμα περισσότερο θα αναπτυχθεί μετά το 166 π.Χ., όταν και πέρασε στον έλεγχο της Ρώμης. Οι Ρωμαίοι ανακήρυξαν τη Δήλο ελεύθερο λιμάνι και το νησί συγκέντρωσε εμπόρους και πλοιοκτήτες. Μετατράπηκε επίσης σε δουλεμπορικό κέντρο, αφού ήταν μία από τις κύριες εμπορικές δραστηριότητες που αναπτύχθηκαν τότε. Υπολογίζεται πως σ’ αυτή τη χρονική περίοδο, στη Δήλο κατοικούσαν 30.000 άνθρωποι, ένας πολύ μεγάλος πληθυσμός για την έκταση του νησιού.

Η Δήλος δεν αντιμετώπιζε κινδύνους επιδρομών λόγω του ιερού της χαρακτήρα. Κάτι τέτοιο, όμως, δεν εμπόδισε το βασιλιά του Πόντου Μιθριδάτη να προχωρήσει σε λεηλασία του νησιού το 88 π.Χ. Λίγα χρόνια μετά το 69 π.Χ. το νησί δέχτηκε νέα καταστροφική επιδρομή από πειρατές με αποτέλεσμα να αρχίσει σταδιακά η παρακμή του.[10]

Επόμενα χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η οδός των λεόντων στην Δήλο.

Κατά τη διάρκεια του 8ου και του 9ου αιώνα το νησί δέχτηκε διαδοχικές επιδρομές από Σλάβους αρχικά και Σαρακηνούς στη συνέχεια με αποτέλεσμα να ερημώσει τελείως. Τα επόμενα χρόνια τα ερείπια του νησιού χρησιμοποιήθηκαν ως οικοδομικά υλικά από τους κατοίκους των γύρω νησιών.[7]

Η Δήλος βγήκε από την αφάνεια στα τέλη του 19ου αιώνα, όταν ξεκίνησε η αρχαιολογική έρευνα στο νησί. Οι ανασκαφές ξεκίνησαν το 1873 από την αρχαιολογική σχολή Αθηνών και συνεχίστηκαν την περίοδο από το 1904 μέχρι το 1914. Το Αρχαιολογικό Μουσείο Δήλου κατασκευάστηκε το 1904 από την Αρχαιολογική Εταιρεία και επεκτάθηκε το 1931 και το 1972. Σημαντική ανασκαφική έρευνα έγινε και στο διάστημα 1958-1975.[10] Η Δήλος ανακηρύχθηκε το 1990 Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς από την UNESCO.

Χρονολόγιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εικόνες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. ΜΕΕ τ.Θ΄, σ.96
  2. Ηρόδοτος, Ιστορίαι, Βιβλίο Ζ΄, 95 -[...]νησιῶται δὲ ἑπτακαίδεκα παρείχοντο νέας, ὡπλισμένοι ὡς Ἕλληνες, καὶ τοῦτο Πελασγικὸν ἔθνος; ὕστερον δὲ Ἰωνικὸν ἐκλήθη κατὰ τὸν αὐτὸν λόγον καὶ οἱ δυωδεκαπόλιες Ἴωνες οἱ ἀπ᾽ Ἀθηνέων.
  3. Η ιστορία του μυθικού Ίωνα έγινε ιδιαίτερα γνωστή από την ομώνυμη τραγωδία του Ευριπίδη
  4. P. Roussel «Délos» σ.3
  5. P. Decharme: σ.118
  6. Οι περιοχές που αναφέρονται στον ύμνο κατά σειρά, (στιχ. 30-44), μεταξύ άλλων είναι: η Κρήτη, η Αθήνα, η Αίγινα, η Εύβοια, η Σκύρος, ο Άθως η Σαμοθράκη, η Ίμβρος, η Λήμνος, η Λέσβος, η Χίος, η Σάμος, η Μίλητος, η Κως, η Κνίδος, η Κάρπαθος, η Νάξος, η Πάρος και η Ρήνεια
  7. 7,0 7,1 Πολιτιστική πύλη του Αιγαίου, η Δήλος
  8. Απόσπασμα του ομηρικού ύμνου «εις Απόλλωνα Δήλιον» στιχ, 117 - 132
  9. Απόσπασμα Θεόγνιδος «Ελεγείαι» Α΄ στιχ, 5 - 10
  10. 10,0 10,1 Υπουργείο πολιτισμού, η Δήλος

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • «Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια» τομ. Θ΄, σελ.92-106
  • «Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν Ηλίου» τομ., σελ.
  • Αριστοτέλους «Πολιτικά»
  • Ευριπίδου «Ίων» (τραγωδία)
  • Ηροδότου: «Πολύμνια», βιβλίο Ζ'
  • Θεόγνιδος: Ελεγείαι Α΄
  • Καλλιμάχου «Ύμνος ει; Δήλον»
  • Ομήρου: Ιλιάδα
  • Ομήρου: Ύμνος «εις Απόλλωνα Δήλιον»
  • Παυσανίου: «Περιήγησις Ελλάδος»
  • Πλάτωνος «Τίμαιος»
  • Στράβωνος: «Γεωγραφικά»
  • P. Decharme: «Ελληνική Μυθολογία», μετάφρ. Ιωάννου Οικονομίδου, Αθήναι 1959

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στη σύγχρονη βιβλιογραφία της Δήλου σημαντικότατη θέση κατέχουν γαλλικά συγγράμματα και οι βασικές εκδόσεις της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής Αθηνών, παράλληλα των οποίων είναι ομοίως Ελλήνων και ξένων αρχαιολόγων, επίσης άλλων συγγραφέων, τουριστικοί οδηγοί καθώς και σχετικά μεμονωμένα δημοσιεύματα επιστημονικού περιοδικού τύπου, κυρίως ιστορικού και αρχαιολογικού ενδιαφέροντος, καθώς και ημερήσιου. Εξ όλων αυτών σημαντικότερα είναι (κατ΄ έτος έκδοσης):

  • (Ανώνυμο) «Παρατηρήσεις επί των νήσων Δήλου και Ρηνείας και περί εμπορίας παρά τινος των εμπορευομένων Ελλήνων» - Σύρος 1829
  • Γ. Γρυπάρης «Υπόμνημα περί των εις την Μύκονον ανηκουσών ερημονήσων» - Αθήναι 1862
  • Γαλλική Σχολή Αθηνών «Bulletine de correspondance hellenique» (BCH)
  • Γαλλική Σχολή Αθηνών «;;Comptes renduw des seances de l' Academie des inscriptions et beliesletres» (CRAI)
  • Α Lebègue: «Recherches sur Délos» - Paris 1876
  • V. von Schoeffer: «Deli insulae rebus» (Berliner Studien, IX) - Berlin 1879
  • Th. Homolie: «De antiquissimis Diane simulactis deliacis» - Paris 1885
  • Th. Homolie: «Les archives de l'intendance sacree a Délos» - Paris 1887
  • Χρ. Σ. Δουκάκης «Εκδρομή εις Δήλον - Τα Δήλια» - Σύρος (Ημερολόγιο Γυμνασίου Σύρου) 1889 σ.180-186
  • Π. Γ. Ζερλέντης «Η Επισκοπή Δήλου» 1907 («Εκκλησιαστική Αλήθεια» τ.ΚΗ΄, σ.279-282, και 303-305) 1907
  • Ι. Βελανιδιώτης «Αι επισκοπαί Παροναξίας και Δήλου» 1907 {Ιερομνήμων Βόλου 1907, σ.7)
  • Jen Richer «Delphes - Délos et Comes», Ed. Julliard - Paris 1970
  • P. Roussel «Délos» - Paris 1925
  • «Δήλος: Η ιέρεια του Αιγαίου». Ειδικό αφιέρωμα περιοδικού Γεωτρόπιο τεύχος 79 σ. 66-73 (Οκτ. 2001)

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

wiktionary logo
Το Βικιλεξικό έχει σχετικό λήμμα:
Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα