Άδης (μυθολογία)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Πλούτωνας (αρχαία ελληνικά: γενικά στην Ελληνική Μυθολογία σήμαινε τόσο τον κάτω κόσμο όπου μεταβαίνουν οι ψυχές μετά θάνατο όσο και την ίδια ιδεατή ανθρωπόμορφη δύναμη που κυβερνούσε αυτόν τον χώρο. Η λέξη αρχικά αναφερόταν αποκλειστικά στον θεό. Η γενική πτώση της λέξης (Ἅιδου), ήταν συντόμευση της φράσης “σπίτι του Άδη”, αλλά τελικά και η ονομαστική της λέξης άρχισε να περιγράφει την κατοικία των νεκρών.

  • Η αντίστοιχη Εβραϊκή λέξη είναι Σιεόλ, αφορά τον τόπο των νεκρών και σημαίνει κυριολεκτικά “αόρατος” ή “εκείνος που ζητάει”.
  • Ο αντίστοιχος Ρωμαϊκός θεός ήταν ο Πλούτο (από τον Ελληνικό Πλούτωνα), Ντις Πάτερ ή Όρκος.
  • Ο αντίστοιχος Ετρουσκικός θεός ήταν ο Άιτα. Ο όρος “Άδης” χρησιμοποιείται καμιά φορά από Χριστιανούς ως κλασικιστικός ευφημισμός για την Κόλαση, η οποία κατά τ’ άλλα έχει λίγα από τα χαρακτηριστικά του Πλούτωνα.

Πλούτωνας: ο θεός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πλουτωνας (δεξιά) και Περσεφόνη (αριστερά). Λεπτομέρεια από Αττικό ερυθρόμορφο αμφορέα π. 470 π.χ. από την Ιταλία.

Στην Ελληνική μυθολογία ο Πλούτωνας, θεός του κάτω κόσμου, ήταν γιος των Τιτάνων Κρόνου και Ρέας. Είχε τρεις μεγαλύτερες αδελφές, την Εστία, την Δήμητρα και την Ήρα, όπως επίσης δύο νεώτερους αδελφούς, τον Ποσειδώνα και τον Δία. Μετά τη γέννησή του τον "κατάπιε" ο πατέρας του Κρόνος όπως και τ΄ αδέλφια του σε μια αλληγορική απόδοση της υπεροχής της ακολουθούμενης τότε "Κρόνιας θρησκείας", που τα πάντα σκίαζε η καταστροφή του χρόνου-Κρόνου.

Μετά τη δεύτερη μεγάλη θρησκευτική επανάσταση που συμβαίνει στην Ελληνική Μυθολογία φέρεται πως μόλις ενηλικιώθηκε ο Δίας, που είχε διασωθεί από την παιδοκτόνο τακτική του πατέρα του, κατάφερε να αναγκάσει εκείνον να εμήσει τα αδέλφια του. Μετά την απελευθέρωσή τους οι έξι νεώτεροι θεοί, μαζί με τους συμμάχους που κατάφεραν να συγκεντρώσουν, διεκδίκησαν από τους γονείς τους και τους θείους τους την εξουσία προκαλώντας την Τιτανομαχία. Οι τρεις αδελφοί έλαβαν από τους Κύκλωπες τα όπλα που θα τους βοηθούσαν στη μάχη μεταξύ των θεών. Ο Δίας έλαβε τον κεραυνό, ο Ποσειδώνας μία τρίαινα και ο Πλούτωνας ένα κράνος που έκανε αόρατο όποιον το φορούσε. Ο πόλεμος διήρκεσε 10 χρόνια και έληξε με τη νίκη των νεώτερων θεών. Μετά τη νίκη ο Πλούτωνας και οι δύο νεώτεροι αδελφοί του, ο Ποσειδώνας και ο Δίας, έριξαν κλήρο για να καθορίσουν τα βασίλεια που θα κυβερνούσαν. Ο Δίας ανέλαβε τον ουρανό και κυρίαρχος των πάντων, ο Ποσειδώνας τις θάλασσες και κάθε υγρό στοιχείο, ενώ ο Πλούτωνας τον κάτω κόσμο, το αόρατο βασίλειο στο οποίο πηγαίνουν οι νεκροί όταν αφήνουν τον επίγειο κόσμο.

Ο Πλούτωνας έλαβε ως σύζυγό του, την Περσεφόνη, μέσα από τέχνασμα, μια ιστορία που συνέδεσε τα αρχαία Ελευσίνια Μυστήρια με το Ολύμπιο πάνθεον, σε μια πρώιμη αλληγορική παρουσία - σύνδεση ζωής και θανάτου.

Ο Πλούτωνας κυβερνούσε τους νεκρούς, βοηθούμενος από δαίμονες επί των οποίων είχε απόλυτη εξουσία. Απαγόρευε αυστηρά στους υποτελείς του να φύγουν από την περιοχή του και οργιζόταν αν κάποιος προσπαθούσε να διαφύγει, (να επανέλθει στη ζωή), ή αν κάποιος προσπαθούσε να του αφαιρέσει ότι του ανήκε.

Εκτός από τον Ηρακλή, οι μόνοι άλλοι ζωντανοί άνθρωποι που τόλμησαν να εισέλθουν στον κάτω κόσμο και να επιστρέψουν, επίσης όλοι ήρωες, ήταν: ο Ορφέας, ο Θησέας, ο Οδυσσέας και ο Αινείας (συνοδευόμενος από την Σίβυλλα). Κανείς τους δεν ευχαριστήθηκε ιδιαίτερα από ό,τι είδαν στο βασίλειο των νεκρών. Συγκεκριμένα, ο ήρωας του Τρωικού πολέμου Αχιλλέας, τον οποίο ο Οδυσσέας συνάντησε στον Άδη είπε:

"Μη μου μιλάς καταπραϋντικά για τον θάνατο, ένδοξε Οδυσσέα. Θα προτιμούσα να υπηρετώ ως μισθοφόρος κάποιου άλλου, παρά να είμαι ο αφέντης των νεκρών που χάθηκαν."
  • Σημείωση: Με την τελευταία θρησκευτική επανάσταση και την καθιέρωση του Χριστιανισμού, στον κάτω κόσμο του Άδη κατήλθε επίσης και ο θεάνθρωπος Ιησούς Χριστός ο οποίος και δογματικά τον κατήργησε από χώρο αέναης παραμονής των νεκρών.

Άδης: η κατοικία των νεκρών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υπήρχαν πολλοί τομείς του Άδη, συμπεριλαμβανομένων των Ηλυσίων Πεδίων και του Ταρτάρου.

Στην Ρωμαϊκή μυθολογία, μια είσοδος στον κάτω κόσμο που βρισκόταν στο Αβέρνους, έναν κρατήρα κοντά στην Κύμη της Καμπανίας, ήταν ο δρόμος που ο Αινείας χρησιμοποίησε για να κατέβει στον Κάτω Κόσμο. Συνεκδοχικά, η λέξη Αβέρνους μπορεί να ήταν υποκατάστατο ολόκληρης της σημασίας κάτω κόσμος. Οι Ινφέριι Ντίι ήταν οι Ρωμαίοι θεοί του κάτω κόσμου.

Οι νεκροί εισέρχονταν στον κάτω κόσμο διασχίζοντας τον ποταμό Αχέροντα, με τη βάρκα του Χάροντα, ο οποίος χρέωνε έναν οβολό για το πέρασμα, τοποθετημένο κάτω από τη γλώσσα του νεκρού από τους πιστούς συγγενείς του. Οι άποροι και όσοι δεν είχαν φίλους παρέμεναν για πάντα στην όχθη του ποταμού. Η αντίπερα όχθη φυλασσόταν από τον Κέρβερο, τον τρικέφαλο σκύλο που νικήθηκε από τον Ηρακλή. Πέρα από τον Κέρβερο, οι σκιές των τεθνεώτων εισέρχονταν στον Τάρταρο, τη γη των νεκρών.

Οι πέντε ποταμοί του Άδη ήταν οι Αχέρων (o ποταμός της θλίψης), Κωκυτός (o ποταμός του θρήνου), Φλεγέθων (o ποταμός που έχει πύρινες φλόγες), Λήθη (o ποταμός της λησμονιάς) και Στυξ (o ποταμός του μίσους).

Η πρώτη περιοχή του Πλούτωνα περιλαμβάνει τους λειμώνες με τους ασφόδελους, που περιγράφονται στην Οδύσσεια, όπου οι σκιές των ηρώων περιφέρονται απελπισμένα μεταξύ κατώτερων πνευμάτων, που τιτιβίζουν γύρω τους σαν νυχτερίδες.

Πέρα από κει βρισκόταν το Έρεβος, που μπορεί να θεωρηθεί ως ευφημισμός του Άδη, το όνομα του οποίου προκαλούσε φρίκη. Υπήρχαν δύο πηγές, αυτή της Λήθης, όπου οι κοινές ψυχές συνέρρεαν για να σβήσουν κάθε μνήμη, και η πηγή της Μνημοσύνης, όπου αντιθέτως έπιναν οι μύστες των Μυστηρίων. Στο προαύλιο του οδυνηρού παλατιού του Άδη και της Περσεφόνης κάθονται τρεις κριτές του κάτω κόσμου: ο Μίνως, ο Ραδάμανθυς και ο Αιακός. Εκεί, μέρος ιερό αφιερωμένο στην Εκάτη, όπου συναντώνται τρεις δρόμοι, κρίνονται οι ψυχές και επιστρέφουν στους λειμώνες με τους ασφόδελους αν δεν είναι ούτε ενάρετες ούτε κακές, στέλνονται στον Τάρταρο αν είναι ασεβείς ή κακές, ή οδηγούνται στα Ηλύσια για να συντροφέψουν τις ηρωικές και τις ευλογημένες.

Λατρεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Πλούτωνας ήταν τρομακτική μορφή για όσους ζούσαν. Μη έχοντας καμία βιασύνη να τον συναντήσουν, ήταν σιωπηλοί στους όρκους στο όνομά του. Για πολλούς, μόνο η εκφορά της λέξης Πλούτωνας ήταν τρομακτική. Γι' αυτό και χρησιμοποιήθηκε ένας ευφημισμός. Αφού πολύτιμα ορυκτά προέρχονται κάτω από τη γη (δηλ. τον κάτω κόσμο κυβερνώμενο από τον Πλούτωνα), θεωρήθηκε πως κυβερνούσε και αυτά, και αναφερόταν ως Πλούτωνας (Πλούτων, συγγενής της λέξης πλούτος), και από κει και το Ρωμαϊκό όνομα Πλούτο. Ο Σοφοκλής αναφερόμενος στον Πλούτωνα ως τον “πλούσιο” εξήγησε με αυτά τα λόγια: “ο καταθλιπτικός Πλούτωνας εμπλουτίζει τον εαυτό του με τους αναστεναγμούς μας και τα δάκρυά μας”. Επιπροσθέτως, αποκαλείτο Κλυμένος, Ευβουλεύς και Πολυδέγμων.

Αν και ήταν Ολύμπιος, πέρναγε τον περισσότερο χρόνο του στο σκοτεινό του βασίλειο. Φοβερός στη μάχη, απέδειξε την αγριότητά του στην περίφημη Τιτανομαχία, την μάχη των Ολυμπίων εναντίον των Τιτάνων, που καθιέρωσε την εξουσία του Δία.

Εξαιτίας της σκοτεινής και μακάβριας προσωπικότητάς του δεν ήταν ιδιαίτερα αρεστός ούτε από τους θεούς ούτε από τους ανθρώπους. Ο χαρακτήρας του περιγράφεται ως “άγριος και αμείλικτος”, και από όλους τους θεούς ήταν κατά πολύ ο πιο μισητός από τους θνητούς. Ωστόσο, δεν ήταν κακός θεός, γιατί, αν και ήταν αυστηρός, ανηλεής και χωρίς επιείκεια, ήταν όμως δίκαιος. Ο Άδης κυβερνούσε τον κάτω κόσμο και επομένως ήταν πιο συχνά συνδεδεμένος με τον θάνατο και τρομακτικός στους ανθρώπους, αλλά δεν ήταν ο ίδιος ο θάνατος. Η πραγματική προσωποποίηση του θανάτου ήταν ο Θάνατος.

Όταν οι Έλληνες προσεύχονταν στον Πλούτωνα, χτυπούσαν τα χέρια τους στο έδαφος για να είναι σίγουροι πως τους ακούει. Μαύρα ζώα, όπως πρόβατα, θυσιάζονταν προς τιμήν του. Το αίμα από τις θυσίες στον Άδη έσταζαν σε λάκκο για να τον φτάσουν. Το πρόσωπο που πρόσφερε τη θυσία έπρεπε να γυρίσει το κεφάλι του. Κάθε εκατό χρόνια λάμβαναν χώρα εορτές προς τιμή του.

Το όπλο του Πλούτωνα ήταν ένα δίκρανο, με το οποίο διέλυε ό,τι βρισκόταν στο δρόμο του ή ό,τι δεν του ήταν αρεστό, σχεδόν ότι έκανε και ο Ποσειδώνας με την τρίαινά του.

Στα αντικείμενα που κατείχε και τον προσδιόριζαν ανήκε και ένα περίφημο κράνος, δοσμένο από τους Κύκλωπες, που καθιστούσε όποιον το φορούσε αόρατο. Είναι γνωστό πως ο Πλούτωνας μερικές φορές δάνειζε το κράνος του αυτό και σε θεούς και σε ανθρώπους (όπως στον Περσέα). Το σκοτεινό του άρμα, συρόμενο από τέσσερα μαύρα άλογα, πάντοτε ήταν εντυπωσιακό και τρομακτικό στη θέα. Επίσης στον Πλούτωνα αποδίδονται ο Νάρκισσος και τα κυπαρίσσια, το Κλειδί του Πλούτωνα και ο Κέρβερος, ο τρικέφαλος σκύλος. Καθόταν σε έναν εβένινο θρόνο.

Ο Πλούτωνας στην τέχνη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Πλούτωνας δεν απεικονίζεται πολύ συχνά στις κλασικές τέχνες. Εμφανίζεται συχνότερα σε απεικονίσεις της Αρπαγής της Περσεφόνης, αλλά υπάρχουν και παραστάσεις σε αγγεία της κλασικής εποχής όπου εμφανίζεται μαζί με την Περσεφόνη (ως ζεύγος αριστοκρατικό σε ανάκλιντρο κλπ) ή και με τη Δήμητρα, ως θεός του Άδη και της βλάστησης. (Ερυθρόμορφη πελίκη στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, 430-420 π.Χ., ο Άδης ρίχνει σπόρους από ένα κέρας στο οργωμένο χωράφι και η Δήμητρα παρακολουθεί κρατώντας ένα αλέτρι.)

Περσεφόνη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η σύζυγος του Πλούτωνα, και αρχαϊκή βασίλισσα του κάτω κόσμου, προτού καθιερωθούν οι Ελληνικοί Ολύμπιοι, ήταν η Περσεφόνη, παρουσιαζόμενη από τους Έλληνες ως κόρη του Δία και της Δήμητρας. Η Περσεφόνη δεν υπέκυψε με τη θέλησή της στον Άδη, αλλά απήχθη από αυτόν ενώ μάζευε λουλούδια με την παρέα της. Ο Πλούτωνας αγάπησε την Περσεφόνη τόσο πολύ που δεν την απελευθέρωσε από τον κάτω κόσμο. Η μητέρα της Περσεφόνης πενθούσε για την απώλεια της κόρης της και έριξε κατάρα στη γη προκαλώντας μεγάλη πείνα. Ο Πλούτωνας ξεγέλασε την Περσεφόνη να φάει έξι σπόρους ροδιού, πράγμα που σήμαινε πως δεν θα μπορούσε να φύγει από τον κάτω κόσμο ακόμα και με τη βοήθεια του Δία. Η Περσεφόνη ήξερε για την κατάθλιψη της μητέρας της και ζήτησε στον Πλούτωνα να την επιστρέψει στην γη των ζωντανών, με τον όρο να μείνει έξι μήνες κάθε χρόνο μαζί του, έναν για κάθε σπόρο που έφαγε. Κάθε χρόνο ο Πλούτωνας ταξιδεύει στη γη των ζωντανών με την Περσεφόνη στο άρμα του. Στους μήνες που η Περσεφόνη πηγαίνει στον κάτω κόσμο υπάρχει πάντα πείνα (χειμώνας).

Ορφέας και Ευρυδίκη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Πλούτωνας έδειξε έλεος μόνο μία φορά: Επειδή η μουσική του Ορφέα ήταν τόσο λυπητερή, του επέτρεψε να επαναφέρει την σύζυγό του, Ευρυδίκη, στη γη των ζωντανών υπό τον όρο πως θα περπατούσε πίσω του και δεν θα γύριζε να την κοιτάξει μέχρι να βγουν στην επιφάνεια. Ο Ορφέας συμφώνησε αλλά, ενδίδοντας στον πειρασμό να κοιτάξει πίσω του, απέτυχε και έχασε την Ευρυδίκη ξανά. Ενώθηκε μαζί της ξανά μόνο μετά το θάνατό του.

Λευκή και Μινθώ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όπως ο αδελφός του Δίας και οι άλλοι αρχαίοι θεοί, ο Πλούτωνας δεν ήταν ο πιο πιστός σύζυγος. Κατεδίωξε και ερωτεύτηκε την νύμφη Μινθώ και για να την τιμωρήσει γι’ αυτό, η ζηλιάρα σύζυγός του Περσεφόνη μετέτρεψε την Μινθώ στο φυτό μίνθη (μέντα). Παρομοίως, η νύμφη Λευκή, η οποία επίσης αρπάχτηκε από τον Πλούτωνα, μεταμορφώθηκε από αυτόν σε λευκή λεύκα μετά τον θάνατό της.

Ηρακλής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο τελευταίος άθλος του Ηρακλή ήταν να πιάσει τον Κέρβερο. Αρχικά, ο Ηρακλής πήγε στην Ελευσίνα για να μυηθεί στα Ελευσίνια Μυστήρια. Αυτό το έκανε για να απαλλάξει τον εαυτό του από τις ενοχές επειδή σκότωσε τους Κενταύρους και για να μάθει πως να εισέλθει και να εξέλθει από τον κάτω κόσμο ζωντανός. Στον άθλο του αυτό είχε τη βοήθεια της Αθηνάς και του Ερμή. Ο Ηρακλής ζήτησε την άδεια του Άδη για να πάρει τον Κέρβερο. Ο Άδης δέχτηκε με τον όρο πως ο Ηρακλής δεν θα του κάνει κακό, αν και σε άλλες εκδοχές, ο Ηρακλής έριξε ένα βέλος στον Άδη. Όταν ο Ηρακλής έσειρε τον σκύλο έξω από τον Άδη, πέρασε μέσα από τη σπηλιά Αχερουσία.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Wiktionary logo
Το Βικιλεξικό έχει λήμμα που έχει σχέση με το λήμμα:
Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα

Χάρτες του ΠΛΟΥΤΩΝΑ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]