Αλκυονέας (Γίγαντας)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ο θάνατος του Αλκυονέα. Ανάγλυφο από τα ανάκτορα της Περγάμου

Στην ελληνική μυθολογία ο Γίγαντας αυτός ήταν γιος είτε του Ουρανού και της Γης (κατά τη Βιβλιοθήκη Απολλοδώρου, Α΄ 6, 1), είτε του Ταρτάρου και της Γης. Ο Αλκυονέας ήταν ο πατέρας των εφτά Αλκυονίδων (Υγίνος, πρόλ. στους Fabulae). Τον θεωρούσαν ως τον «πρεσβύτερον Γιγάντων» και «μεγέθει μεν σώματος ανυπέρβλητον, δυνάμει δε ακαταγώνιστον» (Βιβλ. Απολλ., Α΄ 6, 1). Στη Γιγαντομαχία ο Αλκυονέας αγωνίσθηκε στο πλευρό του Γίγαντα Πορφυρίωνα. Ο Ηρακλής, με την προτροπή και τις οδηγίες της θεάς Αθηνάς, κατάφερε και σκότωσε τον Αλκυονέα έχοντας μαζί του τον Τελαμώνα, όπως αναφέρει ο Πίνδαρος (Νεμεόν. Δ 27-40, Ισθμιόν. 6(5) 32). Προηγουμένως, ο Αλκυονέας είχε συντρίψει 12 άρματα και 24 συντρόφους του Ηρακλή με ένα μεγάλο λιθάρι. Λέγεται μάλιστα ότι το λιθάρι αυτό το είχε ρίξει και εναντίον του Ηρακλή, αλλά ο ήρωας το απέκρουσε με το ρόπαλό του. Οι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν ότι το μυθικό αυτό λιθάρι βρισκόταν ακόμα κάπου στον Ισθμό της Κορίνθου.

Η μάχη του Ηρακλή με τον Αλκυονέα κατά τη Γιγαντομαχία απεικονίζεται σε διάφορα αγγεία, με τον Ηρακλή όρθιο και στο πλάι του την Αθηνά να τον καθοδηγεί. Ο Ηρακλής σημαδεύει με το τόξο του τον Αλκυονέα. Ο Γίγαντας παριστάνεται να πέφτει ανάσκελα, να του φεύγει από το χέρι ένα ρόπαλο που κρατούσε, ενώ τον κυριεύει ο Ύπνος, που εικονίζεται ως φτερωτός δαίμονας να του δένει τα μέλη του σώματός του.

Ο Πίνδαρος αποκαλεί τον Αλκυονέα «Βουβότα» (Νεμεόν. Δ 85), δηλαδή βουκόλο. Το επίθετο αυτό ίσως να σχετίζεται με την αρπαγή των βοδιών του θεού Ηλίου και της Ερυθείας. Σύμφωνα με την ερμηνεία του μύθου από τον Preller (Griech.Mythol. II, 207), ο Αλκυονέας παριστάνει τον χειμώνα που καταδικάζεται σε αδυναμία και τελικώς πληγώνεται θανάσιμα από τον ηλιακό ημίθεο Ηρακλή.

Πηγή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα
  • Emmy Patsi-Garin: «Επίτομο λεξικό Ελληνικής Μυθολογίας», εκδ. οίκος Χάρη Πάτση, Αθήνα 1969