Λαογραφία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ως λαογραφία ορίζεται εκείνη η επιστήμη που ασχολείται με όλες τις εκφάνσεις του λαϊκού πολιτισμού. Εξετάζει, καταγράφει και ταξινομεί όλα όσα ένας λαός κατά παράδοση λέγει, ενεργεί και πράττει σε συλλογικό επίπεδο. Το περιεχόμενο των θεμάτων της αποτελεί εκδήλωση της ψυχικής και κοινωνικής ζωής του λαού σε τοπικό ή εθνικό επίπεδο και συνεπώς ποικίλει. Κατηγορίες, τις οποίες θα μπορούσε κανείς να διακρίνει ως αντικείμενο έρευνας της λαογραφικής επιστήμης, αφορούν στον υλικό βίο και την λαϊκή δημιουργία (οίκος και αυλή, τροφές και ποτά, ενδύματα και καλλωπισμός, λαϊκές τέχνες), στον πνευματικό βίο (λατρεία, θρησκευτική ζωή, δημώδης μετεωρολογία, φυτά, ζώα, μύθοι, παραδόσεις, παροιμίες, αινίγματα, λαϊκό θέατρο κ.α.) και στον κοινωνικό βίο (καθημερινά έθιμα, παιχνίδια, σχολική ζωή κ.α.).

Ως λαογραφία έχει αποδοθεί στα ελληνικά ο διεθνώς καθιερωμένος αγγλοσαξονικός όρος folklore, που σημαίνει τη γνώση που έχει ο λαός. Στη Γερμανία επικράτησε ο όρος volkskunde, που σημαίνει τη γνώση για το λαό. Η αγγλοσαξονική θεώρηση θέτει ως αντικείμενο της λαογραφικής σπουδής τις παραδοσιακές εκδηλώσεις του λαϊκού βίου και συγκεκριμένα, την προφορική λογοτεχνία. Αντίθετα, η Γερμανική Λαογραφική Σχολή θέτει στο κέντρο του επιστημονικού ενδιαφέροντός της όχι τις εκδηλώσεις αλλά το ίδιο το λαϊκό βίο συνολικά και συνακόλουθα το φορέα του, τον λαό, αναζητώντας μέσα από τις εκδηλώσεις του πολιτισμικού του βίου τον εντοπισμό των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών του.

Το αντικείμενο της λαογραφίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ένας αποδεκτός ορισμός της λαογραφίας είναι ότι η επιστήμη αυτή μελετά τον παραδοσιακό ή όπως συχνά αναφέρεται τον λαϊκό πολιτισμό. Από τον 19ο αιώνα, οπότε και τέθηκαν οι θεωρητικές και μεθοδολογικές βάσεις της επιστήμης της λαογραφίας, και έως τα μέσα περίπου του 20ου αιώνα, ο παραδοσιακός πολιτισμός θεωρείτο ένα στατικό και ακίνητο σώμα στοιχείων του πολιτισμού, τα οποία ανάγονται σε προγενέστερες μορφές της κοινωνικής εξέλιξης. Πρόκειται για στοιχεία πολιτισμού τα οποία επιβιώνουν στο περιθώριο του σύγχρονου βιομηχανικού πολιτισμού. Οι επιβιώσεις αυτές, που θεωρούνταν ότι έμεναν αναλλοίωτες στον χρόνο και ανεπηρέαστες από τις σύγχρονες μορφές κοινωνικής οργάνωσης, αναζητήθηκαν στον αγροτικό χώρο.

Τις τελευταίες δεκαετίες, ωστόσο, έχει επικρατήσει στον χώρο των λαογράφων μια διαφορετική θεώρηση σε ό,τι αφορά στον παραδοσιακό πολιτισμό. Αναγνωρίζεται πλέον ότι τα στοιχεία του πολιτισμού διαμορφώνονται και μεταλλάσσονται όντας σε άμεση επικοινωνία και αλληλεπίδραση με τις άλλες σφαίρες της κοινωνικής ζωής. Στο πλαίσιο των νέων αυτών προσεγγίσεων υποστηρίζεται ότι ο παραδοσιακός πολιτισμός δεν είναι στατικός αλλά δυναμικός και επομένως τα στοιχεία του δεν επιβιώνουν απλώς στο περιθώριο της σύγχρονης κοινωνίας αλλά μεταλλάσσονται.

Μέθοδοι έρευνας και καταγραφής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η λαογραφία ως μέθοδος μελέτης τυπικά εμπλέκεται με μικρές ομάδες ανθρώπων, τις οποίες εξετάζει στο φυσικό τους περιβάλλον με τον ίδιο περίπου τρόπο που το κάνει και η Εθνογραφία. Τα ήθη, τα έθιμα, τα λαϊκά δρώμενα εν γένει συνθέτουν μια ομάδα παραμέτρων που αναδεικνύει λεπτομερειακά την εικόνα ενός τόπου και την πολιτιστική του κληρονομιά. Οι λαογραφικές αφηγήσεις είναι λεπτομερειακές, καθώς η λεπτομέρεια σε τοπικό επίπεδο έχει ιδιαίτερη σημασία για την σύνθεση της τοπικής ιστορίας, και την ίδια στιγμή ερμηνευτικές, καθώς βοηθούν στην κατανόηση της συμπεριφοράς μιας ιδιαίτερης κοινωνίας, κυρίως σε τοπικό επίπεδο.

Οι μέθοδοι έρευνας, καταγραφής και ερμηνείας που χρησιμοποιούνται στην λαογραφία, αντλούν λίγο-πολύ το δυναμικό τους από τις δοκιμασμένες μεθόδους της ανθρωπολογίας. Οι πληροφορητές, δηλαδή μέλη των τοπικών κοινωνιών που συνεργάζονται με τους λαογράφους στην αναζήτηση ενός τοπικού μύθου ή ενός ξεχασμένου δρώμενου, οι τρόποι καταγραφής (οπτικοακουστικό υλικό και ημερολογιακές καταχωρήσεις) και η μεθοδολογία της ερμηνείας αρμονικά συνδυαζόμενα παρέχουν μια ακριβή εικόνα παρελθόντων ή παρόντων συμβάντων μέσα στο πλέγμα του πολιτισμού.

Σε επίπεδο υλικής τεκμηρίωσης, στο επίκεντρο της λαογραφίας και κυρίως των λαογραφικών μουσείων βρίσκεται η αναζήτηση ευρημάτων που έρχονται από το παρελθόν, χρηστικών αντικειμένων που συνθέτουν την εικόνα της λαϊκής έκφρασης και μποορύν να ταξινομηθούν σε συλλογές και οπτικοακουστικού υλικού που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως μαρτυρία.

Λαογραφικά μουσεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ως λαογραφικό μουσείο θα μπορούσαμε να ορίσουμε έναν τόπο αναπαράστασης της πολιτισμικής παραγωγής που περιγράφτηκε πιο πάνω. Η ιδιαιτερότητα ενός λαογραφικού ή και εθνογραφικού μουσείου είναι ότι μπορεί να προβάλλει καταρχήν την ταυτότητα μιας κοινωνίας, σε τοπικό ή εθνικό επίπεδο, απλά και μόνο περιγράφοντας την διαφορετικότητα. Ο πολιτισμός -σε ένα πλατύ σύνολο ανθρώπων- είναι συνήθως ένα άθροισμα πολλών διαφορετικοτήτων, ένα παζλ που συνθέτει τη γενική εικόνα και υποδεικνύει τις κοινές ρίζες. Το λαογραφικό μουσείο ως ανοικτή πολιτισμική διαδικασία μέσα από τις συλλογές του βοηθά τον επισκέπτη στην κατανόηση και τη βίωση του τοπικού πολιτισμού.

Το περιεχόμενο ενός λαογραφικού μουσείου αποτελείται από αντικείμενα τα οποία, εκτός από το θέμα τους, καθρεφτίζουν ουσιαστικά τον πολιτισμό μέσα από τον οποίο γενννήθηκαν και τον οποίο εκφράζουν. Κάθε ανθρώπινο δημιούργημα είναι ατομικό στη βάση του, αλλά έχει κοινωνικές προεκτάσεις, γιατί βασίζεται στις συλλογικές παραστάσεις που επικρατούσαν στην εποχή του. Οι τρόποι κατασκευής, τα διαφορετικά υλικά οι πρώτες ύλες, η τεχνογνωσία, η χρηστικότητα, μαρτυρούν για τους διαθέσιμους πόρους της εποχής του, ενώ η διακόσμησή του είναι δυνατόν να μας ανοίγει ένα παράθυρο στις μαγικο-θρησκευτικές, ανθρωπολογικές ή κοσμολογικές πεποιθήσεις των ανθρώπων που τα παρήγαγαν. Από αυτή την άποψη θεωρούμενα τα λαογραφικά μουσεία, οι λαογράφοι και η λαογραφία είναι μια αδιάσπαστη ενότητα έρευνας, ταξινόμησης, ανάδειξης της ταυτότητας του λαϊκού πολιτισμού. Γενικότερα το λαογραφικό μουσείο ασχολείται με τη συλλογή, καταγραφή και τεκμηρίωση αντικειμένων που σχετίζονται άμεσα ή έμμεσα με τον λαϊκό πολιτισμό μιας περιοχής ή μιας κοινωνικής ομάδας π.χ. μεταναστών, τσιγγάνων, προσφύγων κ.λ.π. Το υλικό της συλλογής μπορεί να αποτελείται από κινητά αντικείμενα ή εξοπλισμό εργαστηρίων ακόμη και κτίρια με τον εξοπλισμό τους. Μπορεί να πλαισιώνεται από φωτογραφικό υλικό ή ταινίες, βίντεο ή άλλο υλικό που συμπληρώνει το θέμα του μουσείου. Στο πλαίσιο λειτουργίας ενός λαογραφικού μουσείου μπορούν να διοργανώνονται εκδηλώσεις, εκπαιδευτικά προγράμματα, σεμινάρια.

μηλάκη και Άννα Παπαμιχαήλ – Κουτρούμπα.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Προτεινόμενη βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Biebuyck D., (ed), Tradition and Creativity in Tribal Art, Berkeley, (California, 1969)
  • Cordwel J.M. - Schwerz R.A., The Fabrics of Culture. The Anthropology of Clothing and Adornment, The Hague, (Paris, 1979)
  • Ίδρυμα Ευγενίδου, "Ο ρόλος των λαογραφικών μουσείων στα πλαίσια της ενωμένης Ευρώπης", Πρακτικά Α΄ Συνάντησης Λαογραφικών Μουσείων των Χωρών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, Ελληνική Εταιρεία Λαογραφικής Μουσειολογίας, (Αθήνα 1994)

Δικτυακοί τόποι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]