Γρηγόριος ΣΤ΄

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Γρηγόριος ΣΤ΄
Patriarch Gregory VI of Constantinople.jpg
Ο Γρηγόριος ΣΤ΄
Γενικές πληροφορίες
Όνομα στη
μητρική γλώσσα
Γεώργιος Φουρτουνιάδης (Ελληνικά)
Γέννηση1ιουλ. / 12  Μαρτίου 1798γρηγ.
Κωνσταντινούπολη
Θάνατος8  Ιουνίου 1881
Κωνσταντινούπολη
ΕθνικότηταΡωμιοί
Χώρα πολιτογράφησηςΕλλάδα
ΘρησκείαΟρθόδοξη Εκκλησία
Εκπαίδευση και γλώσσες
Ομιλούμενες γλώσσεςΕλληνικά
ΣπουδέςΜεγάλη του Γένους Σχολή
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότηταιερέας
Αξιώματα και βραβεύσεις
ΑξίωμαΟικουμενικός Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως
Commons page Σχετικά πολυμέσα

Ο Γρηγόριος ΣΤ΄ (κατά κόσμον Γεώργιος Φουρτουνιάδης, 1 Μαρτίου 1798 - 8 Ιουνίου 1881) διετέλεσε Οικουμενικός Πατριάρχης δύο φορές κατά τον 19ο αιώνα.

Βίος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γεννήθηκε την 1η Μαρτίου του 1798 στο χωριό Φαναράκι (σήμερα Ρούμελη Φενέρι) του Βοσπόρου. Οι γονείς του ονομάζονταν Αγγελής και Σουλτάνα και είχε τουλάχιστον άλλα τρία αδέρφια[1].

Έμαθε τα πρώτα γράμματα από ιεροδιδασκάλους στο χωριό του, ενδεχομένως εφημερίους της τοπικής εκκλησίας του Αγίου Γεωργίου. Το 1809, σε ηλικία 11 ετών, οι γονείς του τον έθεσαν στην υπηρεσία του τοπικού Μητροπολίτη (Δέρκων) και μετέπειτα ιερομάρτυρα Γρηγορίου του Πελοποννησίου, με σκοπό να του εξασφαλίσουν καλύτερη εκπαίδευση[2]. Πράγματι, σπούδασε στην Μουρούζειο Σχολή και κατόπιν στην Πατριαρχική Ακαδημία. Στις 20 Μαρτίου 1815, ο Δέρκων Γρηγόριος τον χειροτόνησε διάκονο σε ηλικία 17 ετών, δίνοντάς του το όνομά του. Κατόπιν τον διόρισε ιδιαίτερο γραμματέα του[3].

Μετά τον απαγχονισμό του Μητροπολίτη Δέρκων από τους Τούρκους (3 Ιουνίου 1821), ο Γρηγόριος φαίνεται πως ιδιώτευσε για μια τριετία[4]. Στις 24 Σεπτεμβρίου 1824 ορίστηκε μέγας αρχιδιάκονος του Πατριαρχείου από τον Πατριάρχη Χρύσανθο[5]. Στις 6 Οκτωβρίου 1825 διορίστηκε μέγας πρωτοσύγκελος του Πατριαρχείου, αλλά παρέμεινε στη θέση αυτή μόλις 15 ημέρες, καθώς στις 21 Οκτωβρίου εξελέγη Μητροπολίτης Πελαγονίας. Τον Αύγουστο του 1833 εξελέγη Μητροπολίτης Σερρών. Κατόπιν σφοδρών συζητήσεων και αντεγκλήσεων και με την υποστήριξη συντεχνιών[6] εξελέγη Οικουμενικός Πατριάρχης στις 26 Σεπτεμβρίου του 1835, αρνούμενος όμως να παραιτηθεί από την Μητρόπολη Σερρών. Τον Δεκέμβριο του 1835 προκάλεσε την έκδοση Πατριαρχικού και Συνοδικού Τόμου που προέβλεπε ότι ο εκλεγόμενος Πατριάρχης θα μπορούσε να διατηρεί και την προηγούμενη έδρα του και συνέχισε να διοικεί τη Μητρόπολη Σερρών διά τιτουλαρίων επισκόπων ως το 1838, οπότε παραιτήθηκε από αυτήν και εξελέγη διάδοχός του[7].

Ήταν εξαιρετικά ηθικός και ευλαβής, αλλά επίμονος στις ιδέες του. Εξέδωσε κανονικές διατάξεις που αφορούσαν τον γάμο (συνοικέσια, προίκα), την εκπαίδευση των μοναχών και δογματικές διαφορές με την Καθολική Εκκλησία και τους Διαμαρτυρομένους. Απαγόρευσε τον ενταφιασμό εντός ναών και καταδίκασε τη μετάφραση της Αγίας Γραφής σε απλούστερη μορφή γλώσσας. Στις 19 Δεκεμβρίου 1839 εξέδωσε Πατριαρχική και Συνοδική εγκύκλιο («Περί της νεωστί αναφανείσης αντιχρίστου διδασκαλίας του Θεοσεβισμού») εναντίον του Θεόφιλου Καΐρη και της διδασκαλίας του.

Επαύθη από τον Σουλτάνο Αμπντούλ Μετζίτ Α΄ στις 20 Φεβρουαρίου 1840 και αποσύρθηκε στο σπίτι του στο Μέγα Ρεύμα. Επανεξελέγη 27 έτη αργότερα, μετά την παραίτηση του Πατριάρχη Σωφρονίου, στις 10 Φεβρουαρίου 1867[8] και παραιτήθηκε στις 10 Ιουνίου 1871. Πέθανε στις 8 Ιουνίου 1881. Ετάφη στο προαύλιο του Ιερού Ναού των Ασωμάτων (Παμμεγίστων Ταξιαρχών) στο Μέγα Ρεύμα και το 1906 έγινε ανακομιδή των οστών του.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]


τίτλοι της Ορθόδοξης Εκκλησίας
Προκάτοχος
Ιωσήφ
Μητροπολίτης Πελαγονίας
1825-1833
Διάδοχος
Γεράσιμος
Προκάτοχος
Άνθιμος Γ΄
Μητροπολίτης Σερρών
1833-1835
Διάδοχος
Αθανάσιος
Προκάτοχος
Κωνστάντιος Β΄
Οικουμενικός Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως
1835-1840 (1η θητεία)
Διάδοχος
Άνθιμος Δ΄
Προκάτοχος
Σωφρόνιος Γ΄
Οικουμενικός Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως
1867-1871 (2η θητεία)
Διάδοχος
Άνθιμος ΣΤ΄