Μανουήλ Γεδεών

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Μανουήλ Γεδεών
Manouil Gedeon.png
Γενικές πληροφορίες
Γέννηση1851
Κωνσταντινούπολη
Θάνατος1943
Χώρα πολιτογράφησηςΕλλάδα
Εκπαίδευση και γλώσσες
Ομιλούμενες γλώσσεςΝέα ελληνική γλώσσα
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότηταιστορικός

Ο Μανουήλ Γεδεών (Κωνσταντινούπολη, 1851Αθήνα, 1943) ήταν Έλληνας λόγιος, συγγραφέας και ιστοριοδίφης, καθώς και μέγας χαρτοφύλακας του Οικουμενικού Πατριαρχείου, από τους μεγαλύτερους μελετητές του Νεότερου Ελληνισμού. Ασχολήθηκε ιδιαίτερα με την περίοδο του Μεσαίωνα, και μάλιστα προτιμούσε να λέγεται Μεσαιωνολόγος. Η συγγραφική του δραστηριότητα εκτείνεται σε περισσότερα από 70 χρόνια. Θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους Έλληνες ιστοριοδίφες και έχει χαρακτηριστεί από πολλούς ως ο «τελευταίος γνήσιος Φαναριώτης».[1]

Η ζωή του[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γεννήθηκε στο Φανάρι της Κωνσταντινούπολης (1851). Ο πατέρας του, Ιωάννης Μ. Γεδεών, αρχιτέκτονας, μετανάστευσε από τη Λέρο και εγκαταστάθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1828, όπου και δραστηριοποιήθηκε στην ανοικοδόμηση του Πατριαρχικού Ναού και πολλών δημοσίων κτηρίων.

Ο Μανουήλ Γεδεών το 1869 αποφοίτησε από τη Μεγάλη του Γένους Σχολή και άρχισε να ασχολείται με την δημοσιογραφία. Συνεργάστηκε αρχικά με την εφημερίδα Κωνσταντινούπολις, που κυκλοφορούσε στα Ελληνικά, αλλά και με την τουρκόφωνη εφημερίδα Μικρά Ασία. Αργότερα εξέδωσε ο ίδιος δύο ελληνόφωνες εβδομαδιαίες εφημερίδες, τις Πρωία (1876) και Ανατολή (1877), όμως αυτή η εκδοτική του δραστηριότητα δεν κράτησε πολύ. Από το 1881 έως το 1923 υπήρξε μέλος της συντακτικής ομάδας της Εκκλησιαστικής Αλήθειας, του επίσημου οργάνου του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, ενώ παράλληλα συνέχιζε την αρχειοδιφική και ιστορική έρευνα, που είχε από παλιότερα ξεκινήσει. Στις περιόδους από το 1882 έως το 1885, και από το 1888 έως το 1890 ήταν αρχισυντάκτης της Εκκλησιαστικής Αλήθειας, ενώ από το 1902 έως το 1923 επίτιμος διευθυντής της. Στο περιοδικό αυτό δημοσίευσε πλήθος ιστορικών μελετών, χειρόγραφους κώδικες ανέκδοτους έως τότε, καθώς και πατριαρχικά σιγίλλια και εκκλησιαστικά έγγραφα.

Το 1897 διορίστηκε Μέγας Χαρτοφύλαξ του Οικουμενικού Πατριαρχείου, οπότε από εκεί και πέρα είχε την ευκαιρία να αναδιφήσει το Πατριαρχικό αρχείο και να δημοσιεύσει πολύτιμο αρχειακό, ιστορικό και φιλολογικό υλικό από εκεί.

Το 1901 δέχθηκε και το οφίκιο του Χρονογράφου του Οικουμενικού Πατριαρχείου και το 1920 του Υπομνηματογράφου του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων˙ το 1929 εξελέγη πρόσεδρο μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, στον τομέα της Βυζαντινής Ιστορίας. Επίσης ήταν μέλος της Ρουμανικής Ακαδημίας.

Κατά τη θητεία του στο Οικουμενικό Πατριαρχείο υπήρξε ένας από τους πιο έμπιστους συμβούλους του πατριάρχη Ιωακείμ, και αναμείχθηκε σε όλα τα ζητήματα που συντάραξαν είτε το ίδιο το Πατριαρχείο, είτε τους Έλληνες της τότε Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, όπως «οι ρωσικές βλέψεις επί του Αγίου Όρους, το Βουλγαρικό Σχίσμα, το ζήτημα των θρησκευτικών προνομίων των μειονοτήτων που ζούσαν στα οθωμανικά εδάφη, και τέλος, η στάση του Οικουμενικού Πατριαρχείου ως προς την Ελληνική κυβέρνηση και την Εκκλησία της Ελλάδος κατά την περίοδο του Εθνικού Διχασμού (1916-1922)».[2] Από το 1921 διέμενε στην Αθήνα, όπου το 1926 ίδρυσε και διηύθυνε τον Σύλλογο των Μεσαιωνικών Γραμμάτων, καθώς και την περιοδική έκδοση του συλλόγου, τα Μεσαιωνικά Γράμματα (Α΄ 1933, Β΄ 1935).

Τιμήθηκε από πολλά πνευματικά ιδρύματα. (Ρουμανική Ακαδημία, Ακαδημία Ρουέν, Γαλλικό Υπουργείο παιδείας). Το 1929 εξελέγη από την Ακαδημία Αθηνών Πρόσεδρο Μέλος της. Παρασημοφορήθηκε από την ελληνική και άλλες κυβερνήσεις. Πέθανε στην Αθήνα το 1943.

Το έργο του[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Μανουήλ Γεδεών ήταν πολυγραφότατος. Δημοσίευσε δεκάδες ογκώδη βιβλία και "περισσότερα από εφτακόσια δημοσιεύματα, διασκορπισμένα σε δυσεύρετα σήμερα έντυπα της Κωνσταντινούπολης και των Αθηνών, των οποίων δεν υπάρχει, δυστυχώς, πλήρης βιβλιογραφική αναγραφή".[3]

Συνέγραψε 800 πραγματείες και άρθρα. Μεγάλο μέρος δημοσίευσε στο περιοδικό "Εκκλησιαστική Αλήθεια", επίσημο όργανο του Οικουμενικού Πατριαρχείου, όπου εργάστηκε από το 1882 έως το 1920. Έχει εκδώσει πολλά συγγράμματα και διατριβές, μεταξύ των οποίων: Πατριαρχικοί Πίνακες, Ο Άθως (πρώτη ελληνική μελέτη για το Άγ. Όρος), Βυζαντινόν Εορτολόγιον, Χρονικά της Πατριαρχικής Ακαδημίας (περί της Μεγάλης του Γένους Σχολής), "Έγγραφοι λίθοι και κεράμια", Αποσημειώματα Χρονογράφου, Ιστορία των του Χριστού πενήτων, κ.ά.. Με το θάνατό του, το 1943, μέρος του έργου του έμεινε ανέκδοτο, το οποίο αργότερα, με τη φροντίδα της κόρης του Σοφίας Γεδεών-Καρανικόλα, είδε το φως της δημοσιότητας.

Στις μελέτες του ασχολείται με διάφορα πράγματα: την μουσική, τη βιογραφία, τη γραμματολογία, την πολιτική και θρησκευτική ιστορία, τη βιβλιογραφία, την επιγραφική, την εικονογραφία και τη λαογραφία. Η έρευνά του επικεντρώνεται στην πατριαρχική ιστορία του ελληνισμού κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, την οποία αποκαλούσε «περίοδο των κάτω χρόνων» και την οποία, μαζί με την προεπαναστατική περίοδο, θεωρούσε ως συνέχεια του Μεσαίωνα. Το γεωγραφικό κέντρο της ερευνητικής του δραστηριότητας ήταν η Κωνσταντινούπολη και η γύρω της περιοχή, όμως η αρχειοδιφική του έρευνα επεκτάθηκε και σε περιοχές όπως το Άγιον Όρος και η Πάτμος. Ο Γεδεών αγωνίστηκε να σώσει και την προφορική παράδοση, έχοντας την επίγνωση ότι η προφορική παράδοση συμπληρώνει τη γραπτή. Στα έργα του έχει καταγράψει μεγάλο μέρος της παράδοσης αυτής.
Ωστόσο σε κάποιες περιπτώσεις διαπιστώθηκε ότι έκανε επιλεκτική και ελλειπή μεταφορά των πρωτογενών πηγών για λόγους πολιτικής σκοπιμότητας, δηλαδή να μη θίξει τις καλές σχέσεις της Ελλάδας με την Τουρκία.[4]

Ως συγγραφέας, έχει ιδιότυπο ύφος. Ως Ιστορικός - Μεσαιωνολόγος, θεωρείται αυθεντία από Έλληνες και ξένους επιστήμονες. Υπήρξε, κατά τον Κ. Θ.Δημαρά, «ο ακαταπόνητος πρωτόσχολος», Μέγας διδάσκαλος του Γένους, μυαλό γόνιμο και φωτισμένο, ανάστημα ηθικό, εργάτης ακαταπόνητος του πνεύματος. Ο Ν. Τωμαδάκης τον χαρακτηρίζει ως «τον κατεξοχήν ιστοριογράφο και αναδιφητή της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας».[5] Επίσης συγκαταλέγεται στους θεμελιωτές των Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών στην Ελλάδα, μαζί με τον Αθανάσιο Παπαδόπουλο-Κεραμέα και τον Κωνσταντίνο Σάθα.[1]

Μέθοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ως ιστορικός ο Γεδεών δεν ακολολούθησε μια συγκεκριμένη μέθοδο, αλλά χρησιμοποίησε την χρονολογική και τοπική κατάταξη του ιστορικού υλικού. «Ελλείψει μεθόδου, κατάταξης, κριτικής επεξεργασίας, ευρετηρίων και περιεχομένων, το έργο του, σύμφωνα και με τον ίδιο, «κολυμβά εις ωκεανόν».»[2] Άλλο χαρακτηριστικό του είναι «η σκόπιμη παράλειψη υποσημειώσεων και παραπομπών στις πηγές του, «προς απελπισμόν», καθώς έλεγε, «των Ελλήνων λογοκλόπων»».[3] Στα γραπτά του δεν χρησιμοποιούσε κεφαλαία γράμματα στις παραγράφους και περιόδους. Ο Γ. Βαλέτας θεωρεί ότι σε αυτό πιθανότατα μιμείται τους βυζαντινούς κωδικογράφους[6]

Γνωστά δημοσιευμένα έργα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μερικά από τα γνωστά δημοσιευμένα έργα του Γεδεών είναι τα:

  • Χρονικά Πατριαρχικής Ακαδημίας: ιστορικαί ειδήσεις περί της Μεγάλης του Γένους Σχολής (Κωνσταντινούπολις 1883),
  • Βυζαντινόν Εορτολόγιον (Κωνσταντινούπολις 1896),
  • Επίσημα γράμματα τουρκικά αναφερόμενα εις τα εκκλησιαστικά ημών δίκαια (Κωνσταντινούπολις 1910),
  • Αποσημειώματα χρονογράφου 1780-1800-1869-1913 (Αθήναι 1932),
  • Μνεία των προ εμού 1800-1863-1913 (Αθήναι 1934),
  • Πατριαρχικαί Εφημερίδες: ειδήσεις εκ της ημετέρας εκκλησιαστικής ιστορίας 1500-1912 (Αθήναι 1936-1938),
  • Ιστορία των του Χριστού πενήτων 1453-1913 (Αθήναι 1939).
  • Αγιοποιήσεις - Το καθεστώς της εν αγίοις συναριθμήσεως.
  • Ο Άθως.
  • Η πνευματική κίνησις του γένους κατά τον ΙΗ και ΙΘ αιώνα.
  • Μουσικαί διαχύσεις οικιακαί. Εγκρίδες ή λαλάγγια.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Μανουήλ Γεδεών, 'Ο τελευταίος γνήσιος Φαναριώτης'" της Δέσποινας Καποδίστρια, Ιστορία Εικονογραφημένη, τχ. 471, Σεπτέμβριος 2007
  • Εγκυκλοπαίδεια Δομή, 2002-2004, τόμος 6.

Προτεινόμενη βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Δημήτρη Σταματόπουλου: Ο Μανουήλ Γεδεών και η επαναδιοργάνωση του Οικουμενιστικού μοντέλου, στο Μνήμη Άλκη Αγγέλου. Τα άφθονα σχήματα του παρελθόντος: ζητήσεις της πολιτισμικής ιστορίας και της θεωρίας της λογοτεχνίας, Πρακτικά Ι' Επιστημονικής Συνάντησης, University Studio Press, Θεσσ/ίκη, 2004, σελ.377-387
  • Κ.Θ. Δημαράς: «Ο ακαταπόνητος πρωτόσχολος. Τέσσερα κείμενα για τον Μανουήλ Γεδεών». Επιφυλλίδες στην εφημερίδα Το Βήμα, 1938-1976, εκδ. «Μ.Ι.Ε.Τ.», Αθήνα, 2011.
  • Κώστας Λάππας: Ο μεσαιωνικός Ελληνισμός στις ιστοριογραφικές αναζητήσεις του Μανουήλ Γεδεών, Εγνατία, Επιστημονική Επετηρίδα τμ. Ιστορίας & Αρχ/γίας της Φιλοσοφικής Σχολής Α.Π.Θ., τομ.15 (2011), σελ.89-100

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 Χ.Γ. Πατρινέλη: «Γεδεών Μανουήλ», στη Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος 4 (εκδ. 1964), σελ. 242.
  2. 2,0 2,1 «Μανουήλ Γεδεών, Ο τελευταίος γνήσιος Φαναριώτης» της Δέσποινας Καποδίστρια, Ιστορία Εικονογραφημένη, τχ. 471, Σεπτέμβριος 2007, σσ. 104-107.
  3. 3,0 3,1 Στο ίδιο.
  4. Μαμώνη Κυριακή (δ.φ.) Τρεις κώδικες της επισκοπής Μετρών και Αθυρά. Αρχείον του Θρακικού Λαογραφικού και Γλωσσικού Θησαυρού, 1956, Τομ. 21, σ. 130:
    «Αλλά και εις αυτάς τας δημοσιεύεις του Μαν. Γεδεών τα αφορώσας εις τα υπό του Γερασίμου γεγραμμένα σημειώματα, υπάρχουν πλείσται παραλείψεις, και πλείστα κενά, οφειλόμενα αποκλειστικώς και μόνον εις λόγους πολιτικής σκοπιμότητας. Διότι δεν ήτο δυνατόν να έλθουν εις φως αλώβητα και πλήρη κείμενα, δυνάμενα να κλονίσουν τα κατά τους χρόνους εκείνους αγαθάς οπωσδήποτε μετά των Τούρκων σχέσεις μας. Εις τας δημοσιεύσεις αυτάς, ελλείπει παν ό,τι θα ηδύνατο να παραβλάψη έστω και κατ’ ελάχιστον τας σχέσεις αυτάς. Οπωσδήποτε όμως αι υπ’ αυτού φερόμεναι εις φως σ.[ημειώσεις] των κωδίκων, δεν είναι πάντοτε πισταί και ακριβείς.»
  5. Ν. Τωμαδάκη: Εισαγωγή εις την Βυζαντινήν Φιλολογίαν, τ. 1: Κλεις της Βυζαντινής Φιλολογίας, Έκδοσις 3η, εκ του Τυπογραφείου Αδελφών Μυρτίδη, Αθήναι 1965, σελ. 129.
  6. Γ. Βαλέτα, «Μανουήλ Γεδεών» (Νεκρολογία), Νέα Εστία, 34 (1943), σελ. 1420.