Διονύσιος Δ΄ Μουσελίμης

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Διονύσιος Δ΄ Μουσελίμης
Γενικές πληροφορίες
ΓέννησηΔεκαετία του 1620
Κωνσταντινούπολη
Θάνατος23  Σεπτεμβρίου 1696
Τιργκόβιστε
Τόπος ταφήςRadu Vodă Monastery
ΘρησκείαΟρθόδοξος Χριστιανισμός
Εκπαίδευση και γλώσσες
Ομιλούμενες γλώσσεςνέα ελληνική γλώσσα
ΣπουδέςΜεγάλη του Γένους Σχολή
Πληροφορίες ασχολίας
Ιδιότηταχριστιανός ιερέας
Αξιώματα και βραβεύσεις
ΑξίωμαΟικουμενικός Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως
Μητροπολίτης

Ο Διονύσιος Δ΄ Μουσελίμης (κατά κόσμον Δημήτριος Κομνηνός[1], ... - 23 Σεπτεμβρίου 1696) διετελεσε Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως πέντε φορές στα τέλη του 17ου αιώνα.

Βιογραφικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο κατά κόσμον Δημήτριος Κομνηνός ανήκε σε παλαιό αριστοκρατικό οίκο του Βυζαντίου και γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη[2] μετά το 1620[1]. Οι γονείς του ονομάζονταν Σταμάτιος και Μαρία[1]. Σπούδασε στην Πατριαρχική Ακαδημία και εργάστηκε αρχικά (πριν το 1654) ως ιδιαίτερος γραμματέας του ηγεμόνα της Βλαχίας Ματθαίου και κατόπιν ως διοικητικός υπάλληλος στο Πατριαρχείο, οπότε και του αποδόθηκαν τα προσωνύμια Μουσελίμης και Σερογλάνης. Ο Πατριάρχης Ιωαννίκιος Β΄ του απένειμε το οφφίκιο του ρήτορος, του λογοθέτου και του πρωτονοταρίου και ο Παρθένιος Δ΄ αυτά του πρωτεκδίκου και σακελλίου[3].

Στις 9 Αυγούστου 1662, δυο μήνες μετά την ανάρρηση στον πατριαρχικό θρόνο του από Λαρίσης Διονυσίου Βάρδαλι, εξελέγη διάδοχός του Μητροπολίτης Λαρίσης, όντας ακόμη λαϊκός[2]. Τότε έλαβε από αυτόν το όνομα Διονύσιος[3]. Στη θέση αυτή έμεινε μέχρι τον Οκτώβριο του 1671, οπότε εξελέγη Οικουμενικός Πατριάρχης[4] για πρώτη φορά.

Στον πατριαρχικό θρόνο ανήλθε συνολικά πέντε φορές (Οκτώβριος 1671-25 Ιουλίου 1673, 24 Οκτωβρίου 1676-2 Αυγούστου 1679, 31 Αυγούστου 1683-10 Μαρτίου 1684, 7 Απριλίου 1686-17 Οκτωβρίου 1687 και 1693-1694). Στις 25 Ιουλίου 1673 επαύθη με ενέργειες της συζύγου του μεγάλου διερμηνέως Παναγιώτη Νικούσιου[5] και του εκχωρήθηκε «εις ζωαρκείαν» η Μητρόπολη Φιλιππουπόλεως. Στις 24 Οκτωβρίου 1676 επανήλθε στον θρόνο και εκθρονίστηκε εκ νέου στις 2 Αυγούστου 1679. Τότε του ξαναδόθηκε η Μητρόπολη Φιλιππουπόλεως[6] και εγκαταστάθηκε στη Βλαχία, με την οποία φαίνεται ότι απέκτησε στο εξής ιδιαίτερη σχέση[2]. Εξελέγη ξανά Πατριάρχης στις 31 Αυγούστου 1683 και στις 10 Μαρτίου 1684 επαύθη ξανά και αποσύρθηκε στη Χάλκη και κατόπιν στην Αδριανούπολη[7]. Από το 1685 του εκχωρήθηκε «εις ζωαρκείαν» η Μητρόπολη Χαλκηδόνος. Την εποχή αυτή ενεπλάκη σε σκληρή σύγκρουση με τον Πατριάρχη Ιάκωβο, τον οποίο, έχοντας εξασφαλίσει την υποστήριξη και άλλων ιεραρχών, εξανάγκασε σε παραίτηση στις 7 Απριλίου 1686 και ανέβηκε ο ίδιος στον θρόνο. Ο Ιάκωβος τότε δωροδόκησε τον Μεγάλο Βεζύρη και τον ανέτρεψε στις 17 Οκτωβρίου 1687. Κατόπιν αυτού συνελήφθη στην Αδριανούπολη, όπου είχε αποσυρθεί, και απελευθερώθηκε το επόμενο έτος μετά την καταβολή λύτρων και την παρέμβαση πολιτικών παραγόντων. Μετά αποσύρθηκε στο Βουκουρέστι, όπου απέλαυσε την φιλοξενία του ηγεμόνα Κωνσταντίνου Μπρινκοβεάνου[2]. Με την υποστήριξη του τελευταίου, και αφού ο Ιάκωβος δεν βρισκόταν πια στον πατριαρχικό θρόνο, ο Διονύσιος έγινε Πατριάρχης για πέμπτη φορά το 1693, διαδεχόμενος τον Καλλίνικο Β΄ τον Ακαρνάνα. Στην τελευταία αυτή θητεία του προκάλεσε τη γενική αντίδραση και, έπειτα από πολλές καταγγελίες σε βάρος του για κακοδιοίκηση, επτά μήνες μετά απομακρύνθηκε οριστικά από τον πατριαρχικό θρόνο και αποσύρθηκε στη Βλαχία, όπου παρέμεινε ως το θάνατό του.

Πέθανε στις 23 Σεπτεμβρίου 1696 στο Τιργοβίστε της Βλαχίας και τάφηκε στο μοναστήρι του Ραντού Βόδα, μετόχι της Μονής Ιβήρων, όπου έζησε κατά τα τελευταία χρόνια. Πεθαίνοντας άφησε στη Μονή Ιβήρων την πλούσια βιβλιοθήκη και τα άμφιά του[8].

Έργο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Περιγράφεται ως ευφυής, ικανός, δραστήριος, μορφωμένος και λόγιος ιεράρχης[9]. Οι ικανότητές του φάνηκαν και στην πολύχρονη διεκδίκηση του πατριαρχικού θρόνου και στην επιτυχία με την οποία αντεπεξήλθε σε υπονομεύσεις, επανακτώντας τον τέσσερις φορές. Κατά τα διαστήματα της πατριαρχίας του ασχολήθηκε με μεγάλο αριθμό κανονικών θεμάτων καθώς και με τη θέση των Ορθοδόξων έναντι των Προτεσταντικών ομολογιών. Η απάντησή του στους Καλβινιστές θεολόγους «Προς τους Καλβινιστάς περί των δογμάτων της Ορθοδόξου Εκκλησίας» (Ιανουάριος 1672[10]) έχει μείνει ιστορική για την ακρίβεια της διατυπώσεώς της και ενδεικτική της θεολογικής του κατάρτισης.

Υποσημειώσεις και παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υποσημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]


Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 1,2 Γεδεών 1888, σελ. 14.
  2. 2,0 2,1 2,2 2,3 «Διονύσιος Δ΄ Κωνσταντινουπόλεως». Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού. Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού. Ανακτήθηκε στις 19 Αυγούστου 2022. 
  3. 3,0 3,1 Γεδεών 1888, σελ. 18.
  4. Μανουήλ Γεδεών, σελ. 595.
  5. Μανουήλ Γεδεών, σελ. 597.
  6. Μανουήλ Γεδεών, σελ. 599.
  7. Μανουήλ Γεδεών, σελ. 604.
  8. Μανουήλ Γεδεών, σελ. 610.
  9. Γεδεών 1888, σελ. 17.
  10. Μανουήλ Γεδεών, σελ. https://anemi.lib.uoc.gr/php/pdf_pager.php?rec=/metadata/f/0/9/metadata-01-0000337.tkl&do=74635.pdf&pageno=608&width=396&height=625&maxpage=734&lang=en 596].

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]


τίτλοι της Ορθόδοξης Εκκλησίας
Προκάτοχος
Διονύσιος Δ΄
Μητροπολίτης Λαρίσης
1662-1671
Διάδοχος
Ιωάννης
Προκάτοχος
Παρθένιος Δ΄
Οικουμενικός Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως
1671-1673 (1η θητεία)
Διάδοχος
Γεράσιμος Β΄
Προκάτοχος
Γαβριήλ
Μητροπολίτης Φιλιππουπόλεως
1673-1676
Διάδοχος
Κύριλλος
Προκάτοχος
Παρθένιος Δ΄
Οικουμενικός Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως
1676-1679 (2η θητεία)
Διάδοχος
Αθανάσιος Δ΄
Προκάτοχος
Κύριλλος
Μητροπολίτης Φιλιππουπόλεως
1679-1682
Διάδοχος
Νεκτάριος
Προκάτοχος
Ιάκωβος
Οικουμενικός Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως
1683-1684 (3η θητεία)
Διάδοχος
Παρθένιος Δ΄
Προκάτοχος
Ιερεμίας Α΄;
Μητροπολίτης Χαλκηδόνος
1685-1686
Διάδοχος
Γαβριήλ Γ΄
Προκάτοχος
Ιάκωβος
Οικουμενικός Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως
1686-1687 (4η θητεία)
Διάδοχος
Ιάκωβος
Προκάτοχος
Καλλίνικος Β΄
Οικουμενικός Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως
1693-1694 (5η θητεία)
Διάδοχος
Καλλίνικος Β΄