Γερμανός Β΄

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Γερμανός Β΄
Θάνατος
Ιδιότητα ιερέας
Αξίωμα Οικουμενικός Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως

Ο Γερμανός Β΄ διετέλεσε Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως για δεκαοκτώ έτη, από το 1222 ως το 1240. Θεωρείται ως ένας από τους πιο δραστήριους και λόγιους Πατριάρχες.

Γεννήθηκε γύρω στο 1175 στο Μέγα Ρεύμα (Ανάπλι) του Βοσπόρου και ήταν γιος φτωχού ψαρά.[1] Το 1204, κατά την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους της Δ' Σταυροφορίας, ήταν διάκονος της Μεγάλης Εκκλησίας και κατέφυγε στη Μονή του Αγίου Γεωργίου του Πανέμορφου κοντά στην Αχυράνη της επαρχίας Ελλησπόντου[2]. Εκεί ανέπτυξε σημαντική δραστηριότητα ως μοναχός.

Το 1222, μετά από πρόσκληση του Αυτοκράτορα Ιωάννη Δούκα Βατάτζη, χειροτονήθηκε παρά τη θέλησή του Πατριάρχης στη Νίκαια της Βιθυνίας, όπου είχε μεταφερθεί η πρωτεύουσα της Αυτοκρατορίας. Ως Πατριάρχης, ο Γερμανός ανέπτυξε σημαντική δραστηριότητα σε θέματα που απασχολούσαν Εκκλησία και Πολιτεία εκείνα τα χρόνια της κατάληψης της Πόλης από τους Φράγκους και αποδείχθηκε πολύτιμος σύμμαχος του Βατάτζη[2]. Διευθέτησε το ζήτημα της ρήξης μεταξύ των αρχιερέων της Εκκλησίας της Ηπείρου και του Οικουμενικού Πατριαρχείου, το οποίο είχε δημιουργηθεί λόγω των χειροτονιών και των τάσεων αυτονόμησης που είχε αναπτύξει ο αρχιεπίσκοπος Αχρίδος Δημήτριος Χωματηνός. Μετά την Μάχη της Κλοκοτνίτσας (1230), οι αρχιερείς της Ηπείρου άρχισαν να χάνουν έδαφος και το 1232 ο Γερμανός κατόρθωσε να επαναφέρει τις επαρχίες του Δεσποτάτου της Ηπείρου στη δικαιοδοσία του Πατριαρχείου, υποστηρίζοντας έτσι και τις αξιώσεις του Βατάτζη επί της κληρονομικής διαδοχής των Αυτοκρατόρων του Βυζαντίου. Το 1233 έστειλε στην Άρτα ως έξαρχο των Αγκύρας Χριστοφόρο[3] και το 1238 περιόδευσε στην Ήπειρο[2][4].

Επί των ημερών της Πατριαρχίας του ανακηρύχθηκε η ανεξαρτησία της Βουλγαρικής Εκκλησίας. Το 1235, με Συνοδικό Τόμο αναγνωρίστηκε περιορισμένη «πατριαρχική τιμή» στην Αρχιεπισκοπή Τυρνόβου, υπό τον όρο της μνημόνευσης του Οικουμενικού Πατριάρχη και της διατήρησης των οικονομικών υποχρεώσεων έναντι του Πατριαρχείου. Με την απόφαση αυτή ο Γερμανός φρόντισε να μη θιγεί ο θεσμός της πενταρχίας των Πατριαρχών, ο οποίος τηρούνταν απαρέγκλιτα ως τότε. Έτσι, ο Πατριάρχης Τυρνόβου δεν γράφτηκε στα «Δίπτυχα» μαζί με τα πέντε παλαίφατα Πατριαρχεία. Η απόφασή του αυτή υπάκουε σε πολιτικές αναγκαιότητες, συγκεκριμένα την συμμαχία του Βατάτζη με τον Τσάρο Ιβάν Ασέν Β΄, αλλά ήταν και μια απαραίτητη κίνηση για την απαγκίστρωση της Βουλγαρικής Εκκλησίας από την Παπική επιρροή, στην οποία είχε περιέλθει μετά το 1204. Παρόμοιο ήταν και το σκεπτικό του αναφορικά με την Αυτοκεφαλία της Σερβικής Ορθόδοξης Εκκλησίας[5].

Ο Γερμανός ξεκίνησε επίσης διαπραγματεύσεις με την Αρμενική Εκκλησία για Ένωση, αλλά ο θάνατός του άφησε ανολοκλήρωτη την προσπάθεια αυτή. Όσον αφορά το θέμα των σχέσεων με τη Δυτική Εκκλησία, ο Γερμανός, αν και συνέγραψε ο ίδιος πλήθος αντι-καθολικών κριτικών[2], εντούτοις δεν ήταν καταρχήν αντίθετος στην επαναπροσέγγιση και συνέχισε τον θεολογικό διάλογο. Παράλληλα, αντάλλαξε επιστολές με τον Πάπα Γρηγόριο Θ΄ και το Λατίνο Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, προκειμένου να υπερασπιστεί το ορθόδοξο πλήρωμα από τις καταπιέσεις των Φράγκων κατακτητών. Καθώς ο Αυτοκράτορας της Νίκαιας Ιωάννης Δούκας Βατάτζης επιδίωκε προσέγγιση με τη Δύση για να ανακαταλάβει την Κωνσταντινούπολη, ξεκίνησαν διαπραγματεύσεις για την Ένωση των Εκκλησιών. Ο Γερμανός απέστειλε στον Πάπα μία ομάδα Φραγκισκανών μοναχών, από το πάθος των οποίων για επανένωση είχε εντυπωσιαστεί, ζητώντας μια Οικουμενική Σύνοδο που θα στόχευε στην Ένωση των Εκκλησιών[6]. Κατά τη Σύνοδο του Νυμφαίου (Ιανουάριος-Μάιος 1234) που ακολούθησε, έλαβε μέρος ο Πατριάρχης Γερμανός, τέσσερεις εκπρόσωποι του Πάπα, ορθόδοξοι επίσκοποι και θεολόγοι. Οι συζητήσεις εκεί επικεντρώθηκαν στις δυτικές απόψεις περί φιλιόκβε και αζύμων, αλλά απέβησαν άκαρπες. Το γεγονός ότι ο Γερμανός απέκρουσε τις λατινικές διδασκαλίες και τις προτάσεις υποταγής στον Πάπα, δεν επιβεβαιώνει τη θεωρία ότι ακολουθούσε φιλενωτική πολιτική, προκειμένου ο Πάπας να του παραχωρήσει τον (υπό κατάληψη) Θρόνο της Κωνσταντινούπολης. Αντιθέτως, το γεγονός ότι η Σύνοδος διακήρυξε την ορθόδοξη διδασκαλία ως μοναδικό κριτήριο για την Ένωση των Εκκλησιών αποδεικνύει ότι ο Γερμανός διαφοροποιήθηκε από τη φιλοδυτική πολιτική του Αυτοκράτορα της Νίκαιας και κατέκτησε τον τίτλο του ενθουσιώδους απολογητή και υπερασπιστή της ορθόδοξης πίστης. Οι Βυζαντινοί συγγραφείς Γεώργιος Ακροπολίτης, Θεόδωρος Σκουταριώτης, Νικηφόρος Γρηγοράς και Νικηφόρος Κάλλιστος εκφράζονται επαινετικά για το πρόσωπό του.

Ο Γερμανός ανέπτυξε και πλούσια συγγραφική δράση, καθώς έγραψε επιστολές, ποιητικά έργα, λόγους και ομιλίες. Σημαντικότερα θεωρούνται τα: Περὶ αἰρέσεων καὶ συνόδων, Διάλογοι περὶ ὄρου ζωῆς, Ἐπιστολαὶ δογματικοὶ, Λόγος περὶ τῆς ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. megarevma.net
  2. 2,0 2,1 2,2 2,3 Αλεξάντρ Καζντάν (1991). Oxford Dictionary of Byzantium. Oxford University Press, σελ. 847. ISBN 978-0-19-504652-6. 
  3. Αριστείδης Πανώτης (2008). Το Συνοδικόν της εν Ελλάδι Εκκλησίας. A, σελ. 326. ISBN 978-960-8116-17-7. 
  4. Angold, Michael (1999). «Byzantium in exile». Abulafia, David: The New Cambridge Medieval History (V, c. 1198–c. 1300): 551-552. 
  5. Angold, Michael (1999). «Byzantium in exile». Abulafia, David: The New Cambridge Medieval History (V, c. 1198–c. 1300): 552. 
  6. Angold, Michael (1999). «Byzantium in exile». Abulafia, David: The New Cambridge Medieval History (V, c. 1198–c. 1300): 553. 

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]


τίτλοι της Ορθόδοξης Εκκλησίας
Προκάτοχος
Μανουήλ Α΄
Οικουμενικός Πατριάρχης της Κωνσταντινούπολης
1222-1240
Διάδοχος
Μεθόδιος Β΄



Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Germanus II of Constantinople της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).