Σέρβοι

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Σέρβοι


Οι Σέρβοι είναι Νοτιοσλαβικό έθνος και εθνοτική ομάδα ιθαγενής στα Βαλκάνια. Η πλειοψηφία των Σέρβων κατοικεί στη Σερβία (περιλαμβάνομένης μιας μειονότητας στο αμφισβητούμενο έδαφος του Κοσόβου, καθώς και στη Βοσνία και Ερζεγοβίνη και στο Μαυροβούνιο και σχηματίζουν σημαντικές μειονότητες στην Κροατία, την πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας και τη Σλοβενία. Υπάρχει μεγάλη σερβική διασπορά στη Δυτική Ευρώπη και εκτός Ευρώπης υπάρχουν πολλές σημαντικές κοινότητες στη Βόρεια Αμερική και στην Αυστραλία.

Οι Σέρβοι μοιράζονται πολιτιστικά χαρακτηριστικά με την υπόλοιπη Νοτιοανατολική Ευρώπη και είναι κυρίως Ορθόδοξοι Χριστιανοί ως προς το θρήσκευμα. Η Σερβική γλώσσα είναι επίσημη στη Σερβία , παράλληλα επίσημη στο Κόσοβο και στη Βοσνία και Ερζεγοβίνη και μιλιέται από την πλειοψηφία στο Μαυροβούνιο Οι Σέρβοι αριθμούν 11 - 12 εκ.[1][2] ανθρώπους σε όλο τον κόσμο. Το 64% (8,2 εκ.) ζει στη Σερβία, το 13% (1,6 εκ.) στη Βοσνία και το υπόλοιπο 23% (2.8 εκ.) ζει σε άλλες χώρες (ΗΠΑ, Ελβετία και αλλού).

H καταγωγή των Σέρβων έρχεται από την Πολωνία[εκκρεμεί παραπομπή]όπου και κατοίκησαν τον 6ο αιώνα. Έφτασαν στα Βαλκάνια που αναμίχθηκαν με άλλα φύλα.

Εθνολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η σύγχρονη ταυτότητα των Σέρβων έχει τις ρίζες της στην Ορθοδοξία και στις παρδόσεις. Το 19ο αιώνα εκδηλώθηκε η Σερβική εθνική ταυτότητα με την επίγνωση της ιστορίας και της παράδοσης, της μεσαιωνικής κληρονομιάς και της πολιτιστικής ενότητας, παρά τη διαβίωση υπό διαφορετικές αυτοκρατορίες. Τρία στοιχεία, μαζί με την κληρονομιά της δυναστείας των Νεμάνια, ήταν ζωτικής σημασίας στη διαμόρφωση της ταυτότητας και στη διατήρησή της κατά την ξένη κυριαρχία : η Σερβική Ορθόδοξη Εκκλησία, ο Μύθος του Κοσσυφοπεδίου και η Σερβική γλώσσα. Οταν το Πριγκιπάτο της Σερβίας απέκτησε την ανεξαρτησία του από την Οθωμανική Αυτοκρατορία η Ορθοδοξία κατέστη κρίσιμη για τον καθορισμό της εθνικής ταυτότητας σε αντίθεση με τη γλώσσα που τη μοιραζόταν με άλλους Νότιους Σλάβους (Κροάτες και Βόσνιους Μουσουλμάνους). Η παράδοση της σλάβα, της γιορτής του οικογενειακού προστάτη αγίου, είναι σημαντικό εθνικό χαρακτηριστικό της Σεβικής ταυτότητας και θεωρείται συνήθως η σημαντικότερη και επισημότερη γιορτή.

Η προέλευση του εθνώνυμου είναι ασαφής. Γενετικές μελέτες στους Σέρβους δείχνουν ότι έχουν στενή συγγένεια με τους υπόλοιπους Βαλκανικούς λαούς και ιδιαίτερα εκείνους της πρώην Γιουγκοσλαβίας.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μεσαίωνας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Σλάβοι εγκαταστάθηκαν στα Βαλκάνια τον 6ο και τον 7ο αιώνα, όπου στη συνέχεια αφομοίωσαν τον τοπικό πληθυσμό (Ιλλυριούς, Θράκες, Δάκες, Ρωμαίους και Κέλτες). Πρώτα περιήλθαν υπό τη Βουλγαρική και, μετά το 900, υπό τη Βυζαντινή κυριαρχία. Αργότερα οι Σέρβοι δημιούργησαν αρκετά μικρά κράτη, που βρίσκονταν στις σημερινές Βοσνία και Ερζεγοβίνη, Μαυροβούνιο και Σερβία. Ενα από τα ισχυρότερα Σερβικά κράτη την περίοδο αυτή ήταν η Ράσκα, που αποχωρίστηκε από το Σερβικό κράτος της Ντούκλια (Διόκλεια) τον 11o αιώνα. Κυβερνώμενο από τον Πρίγκιπα Στέφανο Νεμάνια από το 1169 ως το 1196, κατέλαβε τα γειτονικά σερβικά εδάφη Κοσσυφοπέδιο, Ντούκλια και Ζαχλουμία. Η δυναστεία Νεμάνια κυβέρνησε τη Σερβία μέχρι το 14ο αιώνα. Ο μεγαλύτερος γιος του Νεμάνια Στέφανος Νεμάνιτς έγινε ο πρώτος αναγνωρισμένος βασιλιάς της Σερβίας, ενώ ο νεότερος γιος του Ράστκο ίδρυσε τη Σερβική Ορθόδοξη Εκκλησία το 1219 και έμεινε γνωστός ως Άγιος Σάββας μετά το θάνατό του.

Η Μάχη του Κοσσυφοπεδίου του 1389 θεωρείται ένα από τα πιο σημαίνοντα γεγονότα στην ιστορία των Σέρβων.

Τα επόμενα 140 χρόνια η Σερβία επέκτεινε τα σύνορά της. Το πολιτιστικό της πρότυπο παρέμεινε Βυζαντινό, παρά τις πολιτικές της φιλοδοξίες που στρέφονταν κατά της αυτοκρατορίας. Η μεσαιωνική ισχύς και επιρροή της Σερβίας κορυφώθηκε με τη βασιλεία του Στέφανου Δουσάν, που κράτησε από το 1331 μέχρι το θάνατό του το 1355. Κυβερνώντας ως Αυτοκράτορας από το 1346, η επικράτειά του περιελάμβανε τη Μακεδονία, την Ήπειρο, την Ακαρνανία, τη Θεσσαλία, το Μαυροβούνιο και σχεδόν όλη τη σημερινή Αλβανία. Οταν ο Δουσάν πέθανε έγινε Αυτοκράτορας ο γιος του Στέφανος Ούρος Ε΄. Με τις εισβολές των Τούρκων να αρχίζουν την κατάκτηση των Βαλκανίων τη δεκαετία του 1350, μια μεγάλη σύγκρουση ακολούθησε μεταξύ αυτών και των Σέρβων, με πρώτη μεγάλη μάχη τη Μάχη του Μαρίτσα (1371), στην οποία οι Σέρβοι ηττήθηκαν. Με το θάνατο στη μάχη δύο σημαντικών Σέρβων ηγετών και το θάνατο του Στέφανου Ούρος την ίδια χρονιά η Σερβική Αυτοκρατορία διασπάστηκε σε αρκετά μικρά Σερβικά κρατίδια. Τα κράτη αυτά κυβερνούσαν φεουδάρχες, με τη Ζέτα να ελέγχεται από την οικογένεια Μπάλσιτς, τη Ράσκα, το Κοσσυφοπέδιο και τη βόρεια Μακεδονία να κατέχει η οικογένεια Μπράνκοβιτς και το Λάζαρο Χρεμπελιάνοβιτς να κατέχει τη σημερινή Κεντρική Σερβία και τμήμα του Κοσσυφοπέδιου. Ο Χρεμπελιάνοβιτς στη συνέχεια έγινε αποδεκτός ως επίτιμος ηγεμόνας των Σέρβων, επειδή είχε παντρευτεί μέλος της δυναστείας Νεμάνια. Το 1389 οι Σέρβοι αντιμετώπισαν τους Οθωμανούς στη Μάχη του Κοσσυφοπεδίου στην πεδιάδα του Κόσοβο Πόλιε, κοντά στην πόλη Πρίστινα. Στη μάχη σκοτώθηκαν τόσο ο Λάζαρος όσο και ο Σουλτάνος Μουράτ Α΄. Η μάχη πιθανότατα έληξε χωρίς νικητή και η Σερβία υποτάχθηκε στους Τούρκους μόνο το 1459.

Πρώιμα νεότερα χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Σέρβοι είχαν πάρει ενεργά μέρος στους πολέμους στα Βαλκάνια κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, καθώς και σε οργανωμένες εξεγέρσεις. Για το λόγο αυτό υπάστησαν διωγμούς και τα εδάφη τους ερημώθηκαν. Ακολούθησαν μεγάλες μεταναστεύσεις από τη Σερβία στην επικράτεια των Αψβούργων. Οταν οι συμμαχικές Χριστιανικές δυνάμεις ανακατέλαβαν τη Βούδα από την Οθωμανική Αυτοκρατορία το 1686 κατά το Μεγάλο Τουρκικό Πόλεμο (1683-1699) Σέρβοι από την Παννονική Πεδιάδα (σημερινή Ουγγαρία, περιοχή Σλαβονία στη σημερινή Κροατία, περιοχές Μπάτσκα και Βανάτο στη σημερινή Σερβία) εντάχθηκαν στο στρατό της Μοναρχίας των Αψβούργων ως ξεχωριστές μονάδες, γνωστές ως Σερβική Πολιτοφυλακή. Σέρβοι ως εθελοντές προσχώρησαν μαζικά στο πλευρό των Αυστριακών. Το 1688 ο στρατός των Αψβούργων κατέλαβε το Βελιγράδι και μπήκε στο έδαφος της σημερινής Κεντρικής Σερβίας. Ο Λουδοβίκος Γουλιέλμος, Μαργράβος του Μπάντεν-Μπάντεν, κάλεσε το Σέρβο Πατριάρχη Αρσένιο Γ΄ Καρνόγεβιτς να σηκώσει τα όπλα κατά των Τούρκων. Εκείνος δέχτηκε και επέστρεψε στο απελευθερωμένο Πετς. Καθώς η Σερβία περιήλθε υπό τον έλεγχο των Αψβούργων ο Λεοπόλδος Α΄ απένειμε στον Αρσένιο τον τίτλο του δούκα. Στις αρχές Νοεμβρίου ο Αρσένιος Γ΄ συναντήθηκε με τον αρχιστράτηγο των Αψβούργων Στρατηγό Ενέα Σίλβιο Πικολομίνι στο Πρίζρεν. Μετά τη συνάντηση αυτή έστειλε νότα σε όλους τους Σέρβους επισκόπους να έρθουν μαζί του και να συνεργάζονται μόνο με τις δυνάμεις των Αψβούργων.

Μια μεγάλη μετανάστευση των Σέρβων στις χώρες των Αψβούργων ανέλαβε ο Πατριάρχης Αρσένιος Γ΄. Η μεγάλη κοινότητα των Σέρβων που συγκεντρώθηκε στο Βανάτο, τη νότια Ουγγαρία και τη Στρατιωτική Μεθόριο, περιελάμβανε εμπόρους και τεχνίτες στην πόλη, αλλά κυρίως πρόσφυγες που ήταν αγρότες. Η Σερβία παρέμεινε υπό Οθωμανικό έλεγχο μέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα, με την έκρηξη της Σερβικής Επανάστασης το 1804.

Νεότερα χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η εξέγερση τερματίστηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1830, με την αυτονομία της Σερβίας και αναγνωρισμένα σύνορα και το Μίλος Ομπρένοβιτς ως ηγεμόνα της. Τα τελευταία Οθωμανικά στρατεύματα αποχώρησαν από τη Σερβία το 1867, αν και η ανεξαρτησία της Σερβίας δεν αναγνωρίστηκε διεθνώς παρά μόνο το 1878 με το Συνέδριο του Βερολίνου.

Ο Σερβικός Στρατός κατά την υποχώρησή του προς την Αλβανία. Πάνω από ένα εκατομμύριο Σέρβοι πέθαναν κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Η Σερβία πολέμησε στους Βαλκανικούς Πολέμους του 1912–13, που έδιωξαν τους Οθωμανούς από τα Βαλκάνια και διπλασίασαν το έδαφος και τον πληθυσμό του Βασίλειου της Σερβίας. Το 1914 ένας νεαρός Σερβοβόσνιος σπουδαστής ονόματι Γκαβρίλο Πρίντσιπ δολοφόνησε τον Αρχιδούκα Φραγκίσκο Φερδινάνδο της Αυστρίας, γεγονός που συνέβαλε άμεσα στην έκρηξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Στον πόλεμο που ακολούθησε η Σερβία δέχθηκε την εισβολή της Αυστροουγγαρίας. Παρά το γεγονός ότι ήταν λιγότεροι οι Σέρβοι στη συνέχεια νίκησαν τους Αυστροούγγρους στη Μάχη του Τσερ, που αποτέλεσε την πρώτη Συμμαχική νίκη επί των Κεντρικών Δυνάμεων στον πόλεμο. Περαιτέρω νίκες στις μάχες του Κολουμπάρα και του Δρίνου κράτησαν τη Σερβία ελεύθερη καθώς ο πόλεμος έμπαινε στο δεύτερο χρόνο του. Όμως μια εισβολή από δυνάμεις της Γερμανίας, της Αυστροουγγαρίας και της Βουλγαρίας κατέβαλε τους Σέρβους το χειμώνα του 1915 και η υποχώρηση του Σερβικού Στρατού που ακολούθησε μέσω της Αλβανίας στοίχισε τη ζωή σε πάνω από 240.000 Σέρβους. Οι Σερβικές δυνάμεις πέρασαν τα υπόλοιπα χρόνια του πολέμου πολεμώντας στο Μέτωπο της Θεσσαλονίκης στην Ελλάδα, πριν την απελευθέρωση της Σερβίας από την Αυστροουγγρική κατοχή το Νοέμβριο του 1918.

Σέρβοι πολίτες έγκλειστοι στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Γιασένοβατς, 1942

Οι Σέρβοι σχημάτισαν στη συνέχεια το Βασίλειο Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων με άλλους Νότιους Σλαβικούς λαούς. Η χώρα ονομάστηκε αργότερα Βασίλειο της Γιουγκοσλαβίας και από το 1921 ως το 1934 είχε επικεφαλής το Βασιλιά Αλέξανδρο Α΄ της Σερβικής δυναστείας Καρατζόρτζεβιτς. Κατά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο η Σερβία δέχθηκε την εισβολή των δυνάμεων του Αξονα τον Απρίλιο του 1941. Η χώρα στη συνέχεια διαμελίστηκε, με τη Σερβία να κατέχεται άμεσα από τους Γερμανούς. Οι Σέρβοι στο Ανεξάρτητο Κράτος της Κροατίας (NDH) υπέστησαν διώξεις στα χέρια των Κροατών υπερεθνικιστών, φασιστών Ουστάσι, που προσπάθησαν να εξοντώσουν το σεβικό πληθυσμό σε στρατόπεδα θανάτου. Πάνω από μισό εκατομμύριο Σέρβοι σκοτώθηκαν στο έδαφος της Γιουγκοσλαβίας κατά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι Σέρβοι στην κατεχόμενη Γιουγκοσλαβία σχημάτισαν στη συνέχεια ένα αντιστασιακό κίνημα, γνωστό ως Γιουγκοσλαβικός Στρατός στην Πατρίδα, ή Τσέτνικ. Οι Τσέτνικ είχαν την επίσημη υποστήριξη των Συμμάχων μέχρι το 1943, οπότε η Συμμαχική υποστήριξη στράφηκε προς τους Κομμουνιστές Γιουγκοσλάβους Παρτιζάνους, μια πολυεθνική δύναμη που σχηματίστηκε το 1941 και είχε επίσης μεγάλη πλειοψηφία Σέρβων στις γραμμές της τα δύο πρώτα χρόνια του πολέμου. Αργότερα, μετά τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας (Σεπτέμβριος 1943), άλλες εθνοτικές ομάδες εντάχθηκαν στους Παρτιζάνους σε μεγαλύτερους αριθμούς.

Στο τέλος του πολέμου οι Παρτιζάνοι, υπό το Γιόσιπ Μπροζ Τίτο, αναδείχθηκαν νικητές και η Γιουγκοσλαβία στη συνέχεια έγινε Κομμουνιστικό κράτος. Ο Τίτο πέθανε το 1980 και η Γιουγκοσλαβία βυθίστηκε σε οικονομική κρίση. Η Γιουγκοσλαβία διαλύθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1990 και μια σειρά από πολέμους είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία πέντε κρατών. Οι σοβαρότερες μάχες διεξήχθησαν στην Κροατία και στη Βοσνία και Ερζεγοβίνη, των οποίων οι Σερβικοί πληθυσμοί επαναστάτησαν και ζήτησαν την ένωση με τη Σερβία, που τότε ήταν ακόμη μέλος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας. Ο Πόλεμος της Κροατίας τελείωσε τον Αύγουστο του 1995, με μια στρατιωτική επίθεση, γνωστή ως Επιχείρηση Καταιγίδα, που συνέτριψε την επανάσταση των Σέρβων της Κροατίας με αποτέλεσμα ως 200.000 Σέρβοι να εγκαταλείψουν τη χώρα. Τον ίδιο χρόνο έληξε ο Πόλεμος της Βοσνίας, με τη Συμφωνία του Ντέιτον να διαιρεί τη χώρα βάσει εθνοτικών κριτηρίων. Το 1998–99 μια σύγκρουση στο Κόσοβο μεταξύ του Γιουγκοσλαβικού Στρατού και των Αλβανών, που διεκδικούσαν ανεξαρτησία, ξέσπασε σε κανονικό πόλεμο με αποτέλεσμα Νατοϊκούς βομβαρδισμούς επί 78 μέρες, που ουσιαστικά έδιωξαν τις Γιουγκοσλαβικές δυνάμεις ασφαλείας από το Κόσοβο. Στη συνέχεια διέφυγαν από την επαρχία πάνω από 200.000 Σέρβοι και άλλοι μη Αλβανοί. Στις 5 Οκτωβρίου 2000 ο Γιουγκοσλάβος Πρόεδρος Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς ανετράπη από αναίμακτη επανάσταση, μετά την άρνησή του να αποδεχθεί την ήττα του στις Γιουγκοσλαβικές γενικές εκλογές του 2000.

Δημογραφικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υπάρχουν σχεδόν 8 εκατομμύρια Σέρβοι που ζουν στην αυτόχθονα περιοχή τους των Δυτικών Βαλκανίων. Στη Σερβία περίπου 6 εκατομμύρια άνθρωποι αυτοπροσδιορίζονται ως Σέρβοι και αποτελούν περίπου το 83% του πληθυσμού. Αλλοι 100.000+ κατοικούν ακόμη στην αμφισβητούμενη περιοχή του Κοσόβου, 1,4 εκατομμύρια ζουν στη Βοσνία και Ερζεγοβίνη (κυρίως στη Σερβική Δημοκρατία), όπου είναι μια από τις τρεις συστατικές εθνικές ομάδες. Οι εθνικές κοινότητες στην Κροατία και το Μαυροβούνιο αριθμούν περίπου 186.000 and 178.000 αντίστοιχα, ενώ μικρότερες μειονότητες υπάρχουν στα υπόλοιπα πρώην Γιουγκοσλαβικά κράτη, την πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας και τη Σλοβενία, αριθμώντας περίπου 36.000 and 39.000 αντίστοιχα.

Εκτός της πρώην Γιουγκοσλαβίας οι σέρβοι είναι επίσημα αναγνωρισμένη μειονότητα στη Ρουμανία (18.000), την Ουγγαρία (7.000), την Αλβανία, την Τσεχία και τη Σλοβακία. Υπάρχει μεγάλη Σερβική διασπορά στη Δυτική Ευρώπη, ιδιαίτερα σε Γερμανία, Αυστρία, Ελβετία, Γαλλία και Σουηδία. Εκτός Ευρώπης υπάρχουν σημαντικές Σερβικές κοινότητες στις Ηνωμένες Πολιτείες, τον Καναδά και την Αυστραλία.

Διασπορά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υπάρχουν πάνω από 2 εκατομμύρια Σέρβοι σε διασπορά σε όλο τον κόσμο, αν και μερικές πηγές ανεβάζουν αυτό τον αριθμό στα 4 εκατομμύρια. Η ύπαρξη πολυάριθμης Σερβικής διασποράς είναι κυρίως συνέπεια οικονομικών ή πολιτικών (πιέσεων ή απελάσεων) αιτίων. Υπήρξαν αρκετά κύματα Σερβικής μετανάστευσης :

  • Το πρώτο κύμα έλαβε χώρα από τα τέλη του 19ου αιώνα, διήρκεσε μέχρι το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και προκλήθηκε από οικονομικούς λόγους. Ιδιαίτερα μεγάλοι αριθμοί Σέρβων (κυρίως από περιφερειακές εθνικές περιοχές, όπως η Ερζεγοβίνη, το Μαυροβούνιο, η Δαλματία και η Λίκα) μετανάστευσαν στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Γεωγραφική κατανομή της Σερβικής Διασποράς
  • Το δεύτερο κύμα έλαβε χώρα μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. την εποχή αυτή μέλη των βασιλοφρόνων Τσέτνικ και άλλοι πολιτικοί αντίπαλοι του κομμουνιστικού καθεστώτος εγκατέλειψαν τη χώρα κατά κύριο λόγο πηγαίνοντας υπερπόντια (Ηνωμένες Πολιτείες και Αυστραλία και σε μικρότερο βαθμό στο Ηνωμένο Βασίλειο).
  • Το τρίτο και μακράν μεγαλύτερο κύμα ήταν η οικονομική μετανάστευση, που άρχισε τη δεκαετία του 1960, όταν αρκετές Δυτικοευρωπαϊκές χώρες υπέγραψαν διμερείς συμφωνίες με τη Γιουγκοσλαβία, επιτρέποντας την πρόσληψη βιομηχανικών εργατών σε εκείνες τις χώρες και διήρκεσε μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1980. Κύριοι προορισμοί ήταν η Δυτική Γερμανία, η Αυστρία και η Ελβετία και, σε σε μικρότερο βαθμό η Γαλλία και η Σουηδία. Αυτή η γενιά διασποράς είναι συλλογικά γνωστή ως γκασταρμπάιτερ ("φιλοξενούμενος εργαζόμενος" στα Γερμανικά), καθώς οι περισσότεροι μετανάστες κατευθύνονταν προς Γερμανόφωνες χώρες.
  • Η πιο πρόσφατη μετανάστευση έλαβε χώρα τη δεκαετία του 1990 και προκλήθηκε τόσο από πολιτικούς όσο και οικονομικούς λόγους. Οι Γιουγκοσλαβικοί πόλεμοι ανάγκασαν πολλούς Σέρβους από την Κροατία και τη Βοσνία και Ερζεγοβίνη να εγκαταλείψουν τις χώρες τους το πρώτο μισό της δεκαετίας του 1990. Οι κυρώσεις των Ηνωμένων Εθνών που επιβλήθηκαν στη Σερβία προκάλεσαν οικονομική κατάρρευση, με περίπου 300.000 ανθρώπους να εγκαταλείπουν τη Σερβία την περίοδο, το 20% των οποίων ήταν ανώτερης εκπαίδευσης.

Γλώσσα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Σερβική γλώσσα
Γλωσσικός χάρτης Σερβίας, Βοσνίας και Ερζεγοβίνης, Μαυροβουνίου και Κροατίας. Η Σερβική γλώσσα με κίτρινο.
Βουκ Κάρατζιτς, μεταρρυθμιστής της νεότερης Σερβικής γλώσσας.

Οι Σέρβοι μιλούν τη Σερβική γλώσσα, μέλος της Νότιας Σλαβικής ομάδας γλωσσών, ειδικά της Νοτιοδυτικής Σλαβικής ομάδας, με τη Νοτιοανατολική ομάδα να περιλαμβάνει τη Βουλγαρική και τη Σλαβομακεδονική. Η τυπική Σερβική θεωρείται ποικιλία της Σερβοκροατικής, αμοιβαία κατανοητή με την Κροατική και τη Βοσνιακή γλώσσα, που όλες βασίζονται στη Στοκαβική διάλεκτο.

Η Σερβική είναι επίσημη γλώσσα στη Σερβία και στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη και αναγνωρισμένη μειονοτική γλώσσα στο Μαυροβούνιο (αν και μιλιέται από την πλειοψηφία του πληθυσμού), την Κροατία, την πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας, τη Ρουμανία, την Ουγγαρία, τη Τσεχία και τη Σλοβακία. Παλαιότερες μορφές της λόγιας Σερβικής είναι η Εκκλησιαστική Σλαβονική της Σερβικής αναθεώρησης, που χρησιμοποιείται ακόμη για εκκλησιαστικούς σκοπούς και η Σλαβονικοσερβική - ένα μείγμα Σερβικής, Εκκλησιαστικής Σλαβονικής και Ρωσικής που χρησιμοποιείτο από τα μέσα του 18ου μέχρι τις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα.

Η Σερβική έχει στην πράξη διγραφία, χρησιμοποιώντας και το Κυριλλικό και το Λατινικό αλφάβητο. Το Σερβικό Κυριλλικό αλφάβητο επινοήθηκε το 1814 από το Σέρβο γλωσσολόγο Βουκ Κάρατζιτς, που το δημιούργησε με φθογγικές αρχές.

Δάνειες λέξεις στη Σερβική γλώσσα, εκτός από τους κοινούς διεθνισμούς, είναι κυρίως από την Τουρκική, τη Γερμανική και την Ιταλική, ενώ λέξεις Ουγγρικής προέλευσης υπάρχουν κυρίως στο βορρά και Ελληνικές λέξεις επικρατούν στη Θεία Λειτουργία. Δύο Σερβικές λέξεις που χρησιμοποιούνται σε πολλές γλώσσες παγκοσμίως είναι το "βαμπίρ" και η "πάπρικα ". Ο Αγγλικός όρος vampire προήλθε (μέσω του Γαλλικού vampyre) από το Γερμανικό Vampir, που με τη σειρά του προήλθε στις αρχές του 18ου αιώνα από τη Σερβική λέξη вампир/vampir, όταν ο Αρνολντ Πάολε, ένα υποτιθέμενο βαμπίρ στη Σερβία περιγράφηκε ότι έσπερνε τον όλεθρο στα Σερβικά χωριά, την εποχή που η Σερβία ενσωματώθηκε στην Αυστριακή Αυτοκρατορία.

Πολιτισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η λογοτεχνία, η αγιογραφία, η μουσική και ο χορός και η Μεσαιωνική αρχιτεκτονική είναι οι μορφές τέχνης για τις οποίες είναι περισσότερο φνωστή η Σερβία. Οι παραδοσιακές Σερβικές εικαστικές τέχνες (ιδιαίτερα η νωπογραφία και σε κάποιο βαθμό η αγιογραφία) καθώς επίσης και η εκκλησιαστική αρχιτεκτονική αντανακλούν έντονα τις Βυζαντινές παραδόσεις, με κάποιες Μεσογειακές και Δυτικές επιρροές.

Τα νεότερα χρόνια (από το 19ο αιώνα) οι Σέρβοι έχουν επίσης αξιοσημείωτη κλασική μουσική και φιλοσοφικά έργα.

Ο Νομπελίστας συγγραφέας Ίβο Άντριτς, γεννημένος σε Κροατική οικογένεια στη Βοσνιακή πόλη Τράβνικ], δήλωσε ο ίδιος Σέρβος και θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους Σέρβους συγγραφείς.
Ο επιστήμονας Νίκολα Τέσλα.

Τέχνες και επιστήμες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το 12ο και 13ο αιώνα έγιναν πολλές εικόνες, τοιχογραφίς και χειρόγραφα-μινιατούρες καθώς ανεγέρθηκαν πολλά Σερβικά Ορθόδοξα μοναστήρια και εκκλησίες όπως εκείνα της Στουντένιτσα, του Σοπότσανι, της Γκρατσάνιτσα και του Βισόκι Ντέτσανι. Η αρχιτεκτονική μερικών από αυτά είναι παγκοσμίου φήμης. Από τα μέσα της δεκαετίας του 1800 η Σερβία έχει αναδείξει πολλούς διάσημους ζωγράφους, που είναι εκπρόσωποι γενικών ευρωπαϊκών καλλιτεχνικών τάσεων. Ενας από τους επιφανέστερους ήταν ο Πάγια Γιοβάνοβιτς (1859-1957), που ζωγράφιζε τεράστιους καμβάδες με ιστορικά θέματα, όπως τις Μεγάλες Μεταναστεύσεις των Σέρβων. Ο ζωγράφος Ούρος Πρέντιτς (1857-1953) διακρίθηκε επίσης στη Σερβική τέχνη, ζωγραφίζοντας την Κόρη του Κοσσυφοπεδίου, που ολοκλήρωσε το 1919. Ενώ οι Γιοβάνοβιτς και Πρέντιτς ήταν ρεαλιστές ζωγράφοι, ο Τζούρα Γιάκτσιτς (1832-1878) ήταν πετυχημένος Ρομαντικός. Ο ζωγράφος Βλαντιμίρ Βελίτσκοβιτς (γ. 1935) ήταν διάσημος για το σουρρεαλισμό του.

Το μεγαλύτερο μέρος της πρώιμης Σερβικής λογοτεχνίας ήταν για θρησκευτικά θέματα. Γράφτηκαν ευαγγέλια, ψαλτήρια, μηνολόγια, βίοι αγίων και δοκίμια και κηρύγματα των θεμελιωτών της Σερβικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Στο τέλος του 12ου αιώνα γράφτηκαν δύο από τα σημαντικότερα έργα της Σερβικής μεσαιωνικής λογοτεχνίας - το Ευαγγέλιο του Μίροσλαβ και το Ευαγγέλιο του Βουκάν, που συνδύαζαν χειρόγραφα Βιβλικά κείμενα με ζωγραφισμένα ακρωνύμια και μικρές εικόνες. Σημαντικοί συγγραφείς με Μπαρόκ επιρροές ήταν οι Αντρίγια Ζμάγεβιτς ( 1628-1694), Γκαβρίλ Στεφάνοβιτς Βένκλοβιτς ( 1670-1749), Γιοβάν Ράγιτς ( 1726-1801), Ζαχάριγε Ορφέλιν ( 1726-1785) και άλλοι. Ο Ντοσιντέι Ομπράντοβιτς ήταν η επιφανέστερη μορφή της Περιόδου του Διαφωτισμόυ, ενώ ο σημαντικότερος κλασικιστής συγγραφέας ήταν ο Γιόβαν Στέριγια Πόποβιτς, αν και τα έργα του περιέχουν επίσης ρομαντικά στοιχεία. Η νεότερη Σερβική λογοτεχνία άρχισε ( 1806-1856) άρχισε με τις συλλογές δημοτικών τραγουδιών του Βουκ Κάρατζιτς το 19ο αιώνα και τα έργα του Πέταρ Β΄ Πέτροβιτς-Νιέγκος ( 1813-1851), Πρίγκιπα-Επίσκοπο του Μαυροβουνίου. Ο πρώτος επιφανής εκπρόσωπος της Σερβικής λογοτεχνίας τον 20ό αιώνα ήταν ο Γιόβαν Σκέρλιτς ( 1877-1914), που έγραψε στο προπολεμικό Βελιγράδι και βοήθησε στην εισαγωγή των Σέρβων συγγραφέων στη μοντέρνα λογοτεχνία. Ο σημαντικότερος Σέρβος συγγραφέας του Μεσοπολέμου ήταν ο Μίλος Τσρνιάνσκι ( 1893-1977). Οι πρώτοι σέρβοι συγγραφείς που εμφανίσθηκαν μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν οι Μιχαίλο Λάλιτς ( 1914-1992) και Ντόμπριτσα Τσόσιτς. Αλλοι διάσημοι μεταπολεμικοί συγγραφείς ήταν ο Ίβο Άντριτς και ο Μέσα Σελίμοβιτς, που αυτοπροσδιορίζονταν ως Σέρβοι. Ο Αντριτς κέρδισε το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1961. Ο Ντανίλο Κις ( 1935-1989), άλλος δημοφιλής Σέρβος συγγραφέας, έγινε γνωστός με το Ενας τάφος για το Μπόρις Νταβίντοβιτς καθώς και αρκετά καταξιωμένα μυθιστορήματα. Μεταξύ των σύγχρονων Σέρβων συγγραφέων ο Μίλοραντ Πάβιτς ( 1929-2009) ξεχωρίζει ως ο πιο καταξιωμένος από τους κριτικούς με τα μυθιστορήματά του "Λεξικό των Χαζάρων", "Τοπίο Ζωγραφισμένο με Τσάι" και "Η Εσωτερική Πλευρά του Ανέμου" να του χαρίζουν παγκόσμια αναγνώριση. Χαίροντας μεγάλης εκτίμησης στην Ευρώπη και τη Νότια Αμερική ο Πάβιτς θεωρείται ένας από τους πιο ενδιαφέροντες συγγραφείς των αρχών του 20ού αιώνα.

Κόρη του Κοσσυφοπεδίου (1919) του Σέρβου Ούρος Πρέντιτς.

Η παραδοσιακή σερβική μουσική περιλαμβάνει διάφορα είδη γκάιντας, φλάουτου, κόρνας, τρομπέτας, λαούτου, ψαλτηρίου, τυμπάνων και πιατινιών. Ο "κόλο" είναι ο παραδοσιακός συλλογικός δημοτικός χορός, που έχει πολλές παραλλαγές ανάλογα με την περιοχή. Ο συνθέτης και μουσικολόγος Στέφαν Στογιάνοβιτς Μόκρανιατς ( 1856-1914) θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους θεμελιωτές της νεότερης Σερβικής μουσικής.

Η Σερβία έχει αναδείξει πολλούς ταλαντούχους κινηματογραφιστές, με διασημότερους τους Ντούσαν Μακαβέγεφ, Ζιβόγιν Πάβλοβιτς, Γκόραν Πασκάλιεβιτς και Εμίρ Κουστουρίτσα. Ο Κουστουρίτσα έγινε παγκοσμίως γνωστός, αφότου κέρδισε δυο φορές το Χρυσό Φοίνικα στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου των Καννών. Εχει κερδίσει πολλά άλλα βραβεία και είναι Εθνικός Πρέσβης για τη Σερβία της UNICEF. Αρκετοί Σέρβοι έχουν διακριθεί στο Χόλυγουντ. Σημαντικότεροι από αυτούς είναι οι βραβευμένοι με Όσκαρ Καρλ Μάλντεν, στη Τέσιτς, Πήτερ Μπογκντάνοβιτς και Μίλα Γιόβοβιτς.

Ονόματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υπάρχουν αρκετά διαφορετικά είδη Σερβικών ονομάτων. Τα Σερβικά μικρά ονόματα προέρχονται σε μεγάλο βαθμό από Σλαβικές ρίζες, π.χ. Βουκ, Γκόραν, Ζόραν, Ντράγκαν, Μίλαν, Μίροσλαβ, Βλαντιμίρ, Σλόμπονταν, Ντούσαν, Μίλιτσα, Νέβενα, Βέσνα, Ραντμίλα. Αλλα ονόματα είναι Χριστιανικής προέλευσης, καταγόμενα από τη Βίβλο (Εβραϊκά μέσω της Ελληνικής) όπως Λαζάρ, Mιχαίλο, Ιβάν, Γιοβάν, Ιλίγια, Μαρίγια, Ανα. Στο ίδιο πλαίσιο μη Σλαβικά, Χριστιανικά ονόματα είναι Ελληνικά όπως Στέφαν, Νίκολα, Αλεξάνταρ, Φιλίπ, Τζόρτζε, Αντρίγια, Γελένα, Καταρίνα, Βασίλιε, Τοντόρ, ενώ με Λατινική προέλευση είναι μεταξύ άλλων Μάρκο, Αντόνιγε, Σρτζαν, Μαρίνα, Πέταρ, Πάβλε, Νατάλιγια (μέσω της Ρωσικής).

Υπολογίζεται ότι πάνω από δύο τρίτα των Σερβικών επωνύμων έχουν την κατάληξη -ιτς, Σλαβικό υποκοριστικό, που αρχικά λειτουργούσε για τη δημιουργία πατρωνύμων. Ετσι το επώνυμο Πέτροβιτς σημαίνει "ο γιος του Πέτρου" και παρομοίως Πέτριτς "ο γιος της Πέτρα(θηλ.)". Τα περισσότερα Σερβικά επώνυμα είναι πατρικά, μητρικά, επαγγελματικά ή προέρχονται από προσωπικά χαρακτηριστικά. Αλλες συνηθισμένες καταλήξεις Σερβικών επωνύμων είναι -οφ, -εβ, -ιν, -σκι, που είναι η κατάληξη της Σλαβικής γενικής (κτητικής), έτσι ο γιος του Νίκολα γίνεται Νικόλιν, ο γιος του Πέταρ Πετρόφ και ο γιος του Γιοβάν Γιοβάνοφ. Αλλες λιγότερο συνηθισμένες καταλήξεις είναι -άλι/όλι/έλι, -ίγια, -ίτσα, -αρ/ακ/αν. Τα τέσσερα συνηθέστερα επώνυμα στη Σερβία είναι κατά σειρά Γιοβάνοβιτς, Πέτροβιτς, Νίκολιτς, Μάρκοβιτς, Τζόρτζεβιτς, Στογιάνοβιτς, Ιλιτς, Στάνκοβιτς, Πάβλοβιτς και Μιλόσεβιτς.

Θρησκεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Καθεδρικός του Αγίου Σάβα στο Βελιγράδι είναι η μεγαλύτερη Ορθόδοξη εκκλησία στον κόσμο.

Οι Σέρβοι είναι κυρίως Ορθόδοξοι Χριστιανοί. Η αυτοκέφαλη Σερβική Ορθόδοξη Εκκλησία, ιδρυθείσα το 1219 και με επί κεφαλής Πατριάρχη αποτελείται από τρεις αρχιεπισκοπές, έξι μητροπόλεις και τριάντα μία επαρχίες, με περίπου 10 εκατομμύρια πιστούς. Οι πιστοί της εκκλησίας αποτελούν τη μεγαλύτερη θρησκευτική ομάδα στη Σερβία και το Μαυροβούνιο και τη δεύτερη μεγαλύτερη στη Βοσνία και Ερζεγοβίνη και στην Κροατία. Η εκκλησία έχει μια αρχιεπισκοπή στην πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας και επισκοπές στη Δυτική Ευρώπη, στη βόρεια Αμερική και την Αυστραλία.


Η ταυτότητα των Σέρβων βασιζόταν ιστορικά σε μεγάλο βαθμό στην Ορθοδοξία και ιδιαίτερα στη Σερβική Εκκλησία σε τέτοιο βαθμό ώστε εκείνοι που δεν είναι πιστοί της δεν είναι Σέρβοι. Ο προσηλυτισμός των Νότιων Σλάβων από τον παγανισμό στο Χριστιανισμό έλαβε χώρα πριν το Σχίσμα του 1054 μεταξύ της Ελληνικής Ανατολής και της Καθολικής Δύσης. Μετά το σχίσμα όσοι ζούσαν υπό την Ορθόδοξη σφαίρα επιρροής έγιναν Ορθόδοξοι και όσοι υπό την Καθολική Καθολικοί. Μερικοί εθνολόγοι υποστηρίζουν ότι η διάκριση σερβικής και Κροατικής ταυτότητας σχετίζεται με τη θρησκεία μάλλον παρά την εθνικότητα. Με τον ερχομό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας μερικοί Σέρβοι προσηλυτίσθηκαν στο Ισλάμ. Αυτό συνέβη ιδιαίτερα, αλλά όχι εξ ολοκλήρου, στη Βοσνία. Από το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα μερικοί Σέρβοι προσηλυτίσθηκαν στον Προτεσταντισμό, ενώ από παλιά μερικοί Σέρβοι ήταν Καθολικοί (π.χ. στη Δαλματία. Οι υπόλοιποι Σέρβοι παρέμειναν κυρίως Ορθόδοξοι Χριστιανοί.

Σύμβολα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από τα σημαντικότερα εθνικά σύμβολα είναι η σημαία και το εθνόσημο της Σερβίας. Η σημαία είναι τρίχρωμη, κόκκινο-μπλε-άσπρο, με τις ρίζες της στον Πανσλαβισμό, και έχει χρησιμοποιηθεί από το 19ο αιώνα. Εκτός από εθνική σημαία χρησιμοποιείται επίσης επίσημα στη Σερβική Δημοκρατία (από τους Σερβοβόσνιους) και ως επίσημη εθνική σημαία των Σέρβων της Κροατίας. Το εθνόσημο που περιλαμβάνει το Σερβικό αετό χρησιμοποιείται επίσης επίσημα από το 19ο αιώνα, με τα στοιχεία του αναγόμενα στο Μεσαίωνα, φανερώνοντας Βυζαντινή και χριστιανική κληρονομιά. Τα σύμβολα αυτά χρησιμοποιούνται από πολλούς Σεβικούς οργανισμούς, πολιτικά κόμματα και ιδρύματα. Ο τριδάχτυλος χαιρετισμός, ονομαζόμενος επίσης "Σερβικός χαιρετισμός" είναι δημοφιλής έκφραση των Σέρβων και της Σερβίας, που αρχικά εξέφραζε τη Σερβική Ορθοδοξία και σήμερα είναι απλώς σύμβολο των Σέρβων και του Σερβικού έθνους, σχηματιζόμενος με την έκτασητου αντίχειρα, του δείκτη και του μεσαίου δακτύλου ενός ή και των δύο χεριών.

Παραδόσεις και έθιμα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Λαογραφικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Οι παραδοσιακές ενδυμασίες διαφέρουν λόγω της γεωγραφικής και κλιματικής ποικιλίας των εδαφών που κατοικούνται από τους Σέρβους. Τα παραδοσιακά παπόυτσια, οπάντσι φοριούνται σε όλη την πρώην Γιουγκοσλαβία και τη Βουλγαρία. Η παραδοσιακή Σερβική λαϊκή φορεσιά είναι εκείνη της Σουματζιάς, περιοχής στην κεντρική Σερβία, που περιλαμβάνει το εθνικό καπέλο σαϊκάτσα. Οι ηλικιωμένοι χωρικοί φορούν ακόμη τις παρσδοσιακές τους φορεσιές.
  • Παραδοσιακός είναι ο κυκλικός χορός που λέγεται κόλο.

Παραδόσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Σλάβα είναι η ετήσια τελετή και λατρεία του οικογενειακού αγίου, μια κοινωνική εκδήλωση συγκέντρωσης της οικογένειας στο σπίτι του γεροντότερου αρχηγού της. Η παράδοση αυτή είναι σημαντική εθνική ένδειξη της Σεβικής ταυτότητας. Οι Σέρβοι τη θεωρούν συνήθως τη σημαντικότερη και επισημότερη γιορτή.
  • Οι Σέρβοι έχουν τα δικά τους Χριστουγεννιάτικα έθιμα, που περιλαμβάνουν το ιερό δέντρο, μπάντνιακ, μια νεαρή βελανιδιά.
  • Στο Ορθόδοξο Πάσχα οι Σέρβοι έχουν την παράδοση της Σλαβικής διακόσμησης των αυγών.

Κουζίνα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τσέβαπι ή τσεβάπτσιτσι, το εθνικό φαγητό της Σερβίας

Η Σερβική κουζίνα είναι πολύ ετερογενής, με έντονες Ανατολικές, Κεντροευρωπαϊκές και Μεσογειακές επιρροές. Παρόλα αυτά έχει εξελιχθεί και πετύχει τη δική της γαστρονομική ταυτότητα. Το φαγητό είναι πολύ σημαντικό στην κοινωνική ζωή των Σέρβων, ιδιαίτερα σε θρησκευτικές γιορτές, όπως τα Χριστούγεννα, το Πάσχα και οι ονομαστικές γιορτές, όπως η σλάβα. Από τα βασικά στοιχεία της Σερβικής διατροφής είναι το ψωμί, το κρέας, τα λαχανικά και τα γαλακτοκομικά. Παραδοσιακά καταναλώνονται τρία γεύματα την ημέρα. Το πρόγευμα αποτελείται γενικά από αβγά, κρέας και ψωμί. Το μεσημεριανό θεωρείται το κύριο γεύμα και τρώγεται συνήθως το απόγευμα. Παραδοσιακά ο Τούρκικος καφές φτιάχνεται μετά τα γεύματα και σερβίρεται σε μικρά φλυτζάνια. Το ψωμί είναι η βάση των Σερβικών γευμάτων, παίζει σημαντικό ρόλο στη Σερβική κουζίνα και βρίσκεται και σε θρησκευτικές τελετές. Παραδοσιακό Σερβικό καλωσόρισμα είναι η προσφορά στους επισκέπτες ψωμιού και αλατιού, καθώς και σλάτκο (μαρμελάδα). Το κρέας καταναλώνεται ευρέως, όπως και το ψάρι. Οι Σερβικές σπεσιαλιτέ περιλαμβάνουν το καϊμάκι, την πρόγια (ψωμί καλαμποκιού), το κάτσαμακ (χυμός καλαμποκάλευρου) και τη γκιμπάνιτσα (πίτα με τυρί και καϊμάκι). Το τσεβάπτσιτσι, λουκάνικα από κιμά με καρυκεύματα χωρίς περίβλημα στη σχάρα είναι το εθνικό φαγητό της Σερβίας.

Η σλιβοβίτσα είναι το εθνικό ποτό της Σερβίας, εγχώρια παραγόμενο επί αιώνες, και τα δαμάσκηνα το εθνικό φρούτο. Το δαμάσκηνο και τα προϊόντα του είναι σημαντικής σημασίας για τους Σέρβους και μέρος πολλών εθίμων. Ενα Σερβικό γεύμα συνήθως αρχίζει και τελειώνει με προϊόντα από δαμάσκηνο και η σλιβοβίτσα σερβίρεται ως απεριτίφ. Λέγεται ότι το καλύτερο μέρος για να χτίσεις ένα σπίτι είναι εκεί όπου αναπτύσσεται καλύτερα μια δαμασκηνιά. Παραδοσιακά η σλιβοβίτσα (που συνήθως αναφέρεται ως "ρακίγια") είναι συνδεδεμένη με τη Σερβική κουλτούρα ως ποτό που πίνεται σε όλες τις σημαντικές στιγμές (γέννηση, βάπτισμα, στρατιωτική θητεία, γάμος, θάνατος, κλπ.). Χρησιμοποιείται στη γιορτή του Σερβορθόδοξου πολιούχου, τη σλάβα. Χρησιμοποιείται σε πολλές παραδοσιακές θεραπείες και χαίρει αρκετού σεβασμού πάνω από όλα τα άλλα αλκοολούχα ποτά. Η εύφορη περιοχή της Σουμάτζια στην κεντρική Σερβία είναι ιδιαίτερα γνωστή για τα δαμάσκηνά της και τη σλιβοβίτσα της. Η Σερβία είναι ο μεγαλύτερος εξαγωγέας σλιβοβίτσας (που ως σλίβοβιτς παράγεται επίσης σε Σλοβενία, Κροατία, Βοσνία, Ρουμανία, Τσεχία, Σλοβακία, Πολωνία, Ουγγαρία και Βουλγαρία) και δεύτερος μεγαλύτερος παραγωγός δαμάσκηνων στον κόσμο.

Αθλητισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Σέρβοι φημίζονται για τα αθλητικά τους επιτεύγματα και έχουν αναδείξει πολλούς ταλαντούχους αθλητές.

Νόβακ Τζόκοβιτς, ένας από τους μεγαλύτερους τεννίστες όλων των εποχών

Με τα χρόνια η χώρα έχει αναδείξει πολλούς διεθνώς γνωστούς ποδοσφαιριστές, όπως ο Ντράγκαν Τζάγιτς (επίσημα αναγνωρισμένος ως " ο καλύτερος Σέρβος ποδοσφαιριστής όλων των εποχών" από την Ποδοσφαιρική Ομοσπονδία της Σερβίας, τρίτος Ευρωπαίος Ποδοσφαιριστής της Χρονιάς το 1968 και πιο πρόσφατα όμοιούς του Νεμάνια Βίντιτς, Ντέγιαν Στάνκοβιτς (με 103 συμμετοχές στην εθνική ομάδα) και ο Μπράνισλαβ Ιβάνοβιτς. Η Σερβία έχει αναπτύξει τη φήμη ως ενός από τους μεγαλύτερους εξαγωγείς απόδημων ποδοσφαιριστών.

Βλάντε Ντίβατς, πρώην μπασκετμπολίστας

Συνολικά 22 Σέρβοι παίκτες έπαιξαν στο NBA τις δύο τελευταίες δεκαετίες, μεταξύ αυτών ο Πρέντραγκ "Πέτζα" Στογιάκοβιτς και ο Βλάντε Ντίβατς. Σέρβοι παίκτες που δεν έχουν παίξει στο ΝΒΑ αλλά παρ 'όλα αυτά επηρέασαν πολύ το άθλημα στην Ευρώπη είναι, μεταξύ άλλων, τέσσερα μέλη του "FIBA Hall of Fame" από τις δεκαετίες του 1960 και του 1970 - Ντράγκαν Κιτσάνοβιτς, Ντράζεν Νταλιπάγκιτς, Ραντιβόι Κόρατς και Ζόραν Σλάβνιτς - καθώς και νεότεροι αστέρες του Ευρωπαϊκού μπάσκετ, όπως ο Ντέγιαν Μποντιρόγκα και ο ακόμα ενεργός Μίλος Τεόντοσιτς (MVP της Ευρωλίγκας 2009-2010). Η περίφημη "Σερβική προπονητική σχολή" ανέδειξε πολλούς από τους πιο πετυχημένους Ευρωπαίους προπονητές μπάσκετ όλων των εποχών, όπως ο Ζέλιμιρ Ομπράντοβιτς (που κέρδισε οκτώ τίτλους Ευρωλίγκας με τέσσερις διαφορετικές ομάδες, τους πέντε με τον Παναθηναϊκό), o Mπόζινταρ Μαλίκοβιτς (τέσσερις τίτλοι με τρεις διαφορετικές ομάδες, ο ένας με τον Παναθηναϊκό), ο Ντούσαν Ίβκοβιτς (δύο τίτλοι Ευρωλίγκας με τον Ολυμπιακό και ο Σβέτισλαβ Πέσιτς.

Ο Νόβακ Τζόκοβιτς, έντεκα φορές πρωταθλητής του Grand Slam τερμάτισε τα 2011, 2012, 2014 και 2015 ως παίκτης Νο. 1 στον κόσμο και είναι σήμερα Νο. 1 στην κατάταξη (2009-σήμερα). Η Άνα Ιβάνοβιτς (πρωταθλήτρια του Ρολάν Γκαρός του 2008) και η Γελένα Γιάνκοβιτς κατατάχθηκαν και οι δύο στο Νο. 1.

Αλλοι διάσημοι Σέρβοι αθλητές είναι οι κολυμβητές Μίλοραντ Τσάβιτς (παγκόσμιος πρωταθλητής το 2009 στα 50 μέτρα πεταλούδα και αργυρό μετάλλιο στα 100 μέτρα πεταλούδα, καθώς και αργυρό μετάλλιο στα 100 μέτρα πεταλούδα στους Ολυμπιακούς του 2008 σε ιστορικό αγώνα με τον Αμερικανό κολυμβητή Μάικλ Φελπς και Νάτζα Χιγκλ (παγκόσμια πρωταθλήτρια το 2009 στα 200 μέτρα πρόσθιο - η πρώτη Σέρβα πρωταθλήτρια στην κολύμβηση), οι αθλητές του στίβου Εμίρ Μπέκριτς (εμποδιστής, χάλκινο μετάλλιο στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα του 2013) και Ιβάνα Σπάνοβιτς (άλτρια του μήκους, χάλκινο μετάλλιο στο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα του 2013), η σκοποβόλος Γιάσνα Σέκαριτς (χρυσό μετάλλιο Ολυμπιακών 2008) και η Μίλιτσα Μάντιτς (τάε κβον ντο, (χρυσό μετάλλιο Ολυμπιακών 2012).




Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]