Μετάβαση στο περιεχόμενο

Γούνα Καστοριάς

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
(Ανακατεύθυνση από Γουνοποιία της Καστοριάς)
Ένας τζουμπές με γούνινη επένδυση, εκτιθέμενος στο Λαογραφικό Μουσείο Καστοριάς.

Ως Γούνα Καστοριάς νοείται η παραδοσιακή γουνοποιητική παραγωγή της Καστοριάς, τέχνη η οποία, ήδη από την πρώιμη ιστορική περίοδο, αποτελεί τον κατεξοχήν πυλώνα της τοπικής οικονομικής δραστηριότητας. Από τα Βυζαντινά χρόνια, η κατεργασία και το εμπόριο της γούνας και των παραγόμενων ειδών γνώρισαν σημαντική ανάπτυξη και τεχνική εξέλιξη, καθιστώντας τη σύγχρονη Καστοριά κέντρο διεθνούς ενδιαφέροντος στον τομέα της γουνοποιίας και το μοναδικό εξειδικευμένο κέντρο επεξεργασίας γούνας στην Ευρώπη.[1]

Παράλληλα με τη βαθμιαία ενίσχυση της γουνοποιητικής βιοτεχνίας, το διαμετακομιστικό εμπόριο γούνας και των παραγώγων της αναπτύχθηκε σε αξιοσημείωτο βαθμό, με αποτέλεσμα ήδη από τον 19ο αιώνα να παρατηρείται μαζική μετανάστευση Καστοριανών τεχνιτών και εμπόρων. Οι Καστοριανοί δημιούργησαν οικονομικά εύρωστες παροικίες σε σημαντικά ευρωπαϊκά και υπερπόντια αστικά κέντρα, όπως η Βενετία, το Παρίσι, η Βιέννη, το Μόναχο, η Λειψία, η Νέα Υόρκη και άλλες πόλεις, συμβάλλοντας καθοριστικά στη διεθνή διάδοση και καθιέρωση της τοπικής τέχνης.

Σήμερα, η Καστοριά συγκαταλέγεται μεταξύ των σημαντικότερων παγκόσμιων κέντρων παραγωγής, επεξεργασίας και εμπορίας γούνας, ενώ ο κλάδος αποτελεί έναν από τους βασικότερους τομείς του ελληνικού εξωτερικού εμπορίου και της ευρύτερης εθνικής οικονομίας.[2][3][4]

Ιστορία της γούνας στην Καστοριά

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πριν από τον 14ο αιώνα η τέχνη της επεξεργασίας της γούνας ήταν ήδη γνωστή στην Καστοριά, ενώ κατά τον 16ο αιώνα αρχίζουν να καταγράφονται συστηματικές εισαγωγές πρώτων υλών, προκειμένου να ανταποκριθούν οι τοπικοί τεχνίτες στη διαρκώς αυξανόμενη ζήτηση. Κατά τον 18ο αιώνα η γούνα καθιερώνεται διεθνώς ως σύμβολο κομψότητας και κοινωνικού κύρους, ενώ από το 1894 σημειώνεται η πρώτη οργανωμένη προσπάθεια εκβιομηχάνισης της κατεργασίας της στην Καστοριά, η οποία έως τότε στηριζόταν κυρίως στη χειροτεχνική παραγωγή. Μετά τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, η πόλη αναδεικνύεται σε σημαντικό διεθνές κέντρο επεξεργασίας γούνας. Σήμερα, η μακρά αυτή παράδοση συνεχίζεται μέσω της χρήσης πρώτων υλών που προέρχονται από ελεγχόμενα εκτροφεία, τηρώντας αυστηρές προδιαγραφές ποιότητας και οικολογικής υπευθυνότητας.[3][5][6]

Είδη γουνοφόρων ζώων

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Φάσεις παραγωγής γουνοδερμάτων

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
  1. Παραλαβή πρώτης ύλης: Παραλαβή των δεψασμένων δερμάτων γουνοφόρων ζώων, τα οποία προορίζονται για περαιτέρω επεξεργασία.
  2. Σολτάρισμα: Ταξινόμηση των δερμάτων σε δέσμες των 25 τεμαχίων, βάσει κοινών χαρακτηριστικών όπως το γένος, το μέγεθος και ο χρωματισμός.
  3. Άνοιγμα, τέντωμα και ξήρανση: Προσεκτικό άνοιγμα των δερμάτων, τέντωμά τους σε κατάλληλες επιφάνειες και φυσική ή τεχνητή ξήρανση.
  4. Ξέσυρμα: Κοπή των δερμάτων σε λεπτές λωρίδες, με στόχο την ομοιόμορφη επεξεργασία και αξιοποίηση της επιφάνειάς τους.
  5. Μιτσάρισμα: Διαδικασία κατά την οποία αφαιρούνται τμήματα όπως το κεφάλι, τα άκρα και η ουρά, ενώ παράλληλα συνδυάζονται δέρματα με βάση τον χρωματισμό, το μήκος και άλλα μορφολογικά γνωρίσματα.
  6. Ραφή και σχηματισμός του γουναρικού: Ραφή των λωρίδων και διαμόρφωση του τελικού γουναρικού προϊόντος.
  7. Σταμάτωμα: Τέντωμα του προϊόντος σύμφωνα με τις προδιαγραφές του σχεδιαστικού μοντέλου.
  8. Πικίρισμα: Τοποθέτηση της εσωτερικής φόδρας, η οποία συμβάλλει στη σταθερότητα και την αισθητική του ενδύματος.
  9. Μοντάρισμα: Ολοκλήρωση της διαμόρφωσης και προσαρμογής του μοντέλου σε όλες του τις λεπτομέρειες.
  10. Κλείσιμο και έλεγχος: Τελικό κλείσιμο του παλτού και έλεγχος ποιότητας για την ανίχνευση τυχόν ατελειών.
  11. Τελικό φοδράρισμα: Ολοκλήρωση της εσωτερικής επένδυσης, ώστε το προϊόν να είναι έτοιμο για χρήση.
  12. Τελικό κοντρόλ και ατμοσιδέρωμα: Έλεγχος της συνολικής ποιότητας και σιδέρωμα με ατμό για την τελική διαμόρφωση της υφής και της εμφάνισης.
  13. Προσωρινή αποθήκευση: Φύλαξη του έτοιμου προϊόντος έως τη στιγμή της διάθεσης ή εξαγωγής του.[3]

Φορείς του κλάδου της γουνοποιίας

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
  • Ο Σύνδεσμος Γουνοποιών Καστοριάς «Ο Προφήτης Ηλίας», με έτος ίδρυσης το 1915 και έδρα την Καστοριά, αποτελεί έναν από τους παλαιότερους και σημαντικότερους θεσμικούς φορείς του κλάδου. Στον Σύνδεσμο είναι εγγεγραμμένοι 1.090 γουνοποιοί, ενώ αποτελεί τον κύριο διοργανωτή της Διεθνούς Έκθεσης Γούνας Καστοριάς, η οποία διεξάγεται ετησίως και χωρίς διακοπή από το 1976.[2]
  • Ο Σύνδεσμος Γουνοποιών Άργους Ορεστικού και Περιχώρων, με έδρα το Άργος Ορεστικό Καστοριάς, ιδρύθηκε το 1983 και εκπροσωπεί τους επαγγελματίες της περιοχής συμβάλλοντας στη διατήρηση και προώθηση της τοπικής γουνοποιητικής δραστηριότητας.
  • Ο Σύνδεσμος Γουνοποιών Νεστορίου, που ιδρύθηκε το 1969 και έχει έδρα το Νεστόριο Καστοριάς, στοχεύει στη μελέτη, προστασία και προαγωγή των ηθικών, οικονομικών και επαγγελματικών συμφερόντων των μελών του, καθώς και στην καλλιέργεια πνεύματος συναδελφικότητας και αλληλεγγύης.
  • Ο Σύνδεσμος Γουνοποιών Κλεισούρας, με έτος ίδρυσης το 1979 και έδρα την Κλεισούρα Καστοριάς, δραστηριοποιείται στην υποστήριξη των επαγγελματιών του κλάδου σε τοπικό επίπεδο.
  • Ο Πανελλήνιος Σύνδεσμος Εκτροφέων Γουνοφόρων Ζώων, που ιδρύθηκε το 1984 και εδρεύει στην Καστοριά, αριθμεί σήμερα 20 μέλη. Αποστολή του Συνδέσμου είναι η ανάπτυξη της εκτροφής γουνοφόρων ζώων, η διερεύνηση των ζητημάτων που απασχολούν τον κλάδο και η διατύπωση προτάσεων και αιτημάτων για την επίλυσή τους.
  • Ο Σύλλογος Λιανοπωλητών Ετοίμων Ειδών Γούνας «Ο Κάστωρ», με έδρα επίσης την Καστοριά, στοχεύει στην προάσπιση των κοινωνικών και επαγγελματικών συμφερόντων των μελών του και στη συνολική ενδυνάμωση της τοπικής αγοράς γούνινων ειδών.[3]

Γουνοποιία και Οικολογία

[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με την εμφάνιση του οικολογικού κινήματος στην Ευρώπη κατά τις δεκαετίες του 1970 και 1980, ο κλάδος της γουνοποιίας αντιμετώπισε σημαντικές προκλήσεις. Αρχικά, ο όρος «οικολογική γούνα» αποδιδόταν στις συνθετικές γούνες. Ωστόσο, οι έντονες διαμαρτυρίες των φορέων του κλάδου οδήγησαν στην έκδοση αγορανομικής διάταξης,[5] η οποία απαγόρευε τη χρήση του όρου για τις συνθετικές γούνες, δεδομένου ότι αυτές αποτελούν υποπροϊόντα πετρελαίου και, επομένως, δεν πληρούν τα περιβαλλοντικά κριτήρια. Στη σύγχρονη αντίληψη, ως «οικολογική γούνα» χαρακτηρίζεται η φυσική γούνα, καθώς προέρχεται άμεσα από τη φύση και είναι βιοαποικοδομήσιμη, χωρίς να επιβαρύνει το περιβάλλον. Παράλληλα, το κίνημα αυτό προκάλεσε αντιδράσεις και από φιλοζωικές οργανώσεις, οι οποίες επισημαίνουν ηθικά ζητήματα σχετικά με τη χρήση ζώων. Οι γουνοποιοί της Καστοριάς, αντιλαμβανόμενοι τη φύση των αντιδράσεων, προτιμούν να αναφέρονται στο κίνημα αυτό με τον όρο «anti-fur» και όχι ως οικολογικό, διακρίνοντας σαφώς τα επαγγελματικά τους συμφέροντα από τις ευρύτερες περιβαλλοντικές επιταγές.[3]

  1. «ΓΟΥΝΟΠΟΙΪΑ». Ανακτήθηκε στις 2 Νοε. 2015.
  2. 1 2 «Σύνδεσμος Γουνοποιών Καστοριάς. Ένας τοπικός φορέας με κορυφαία διεθνή δράση». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 30 Οκτωβρίου 2015. Ανακτήθηκε στις 2 Νοε. 2015.
  3. 1 2 3 4 5 6 Αδάμου Θεοδώρα, Μπακάλη Χριστίνα. «Καστοριά: Η πόλη της Γούνας». Σχολείο Δεύτερης Ευκαιρίας Καστοριάς. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 5 Φεβρουαρίου 2016. Ανακτήθηκε στις 2 Νοε. 2015.
  4. «Γουνοποιία». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 7 Ιουλίου 2009. Ανακτήθηκε στις 8 Νοε. 2015.
  5. 1 2 Υπουργείο Ανάπτυξης Γενική Γραμματεία Εμπορίου και Καταναλωτή. (13 Ιουλ. 2009). «ΑΓΟΡΑΝΟΜΙΚΗ ΔΙΑΤΑΞΗ 7/2009 (ΦΕΚ 1388/ Β / 13-7-09)».
  6. «Το παρελθόν : Η ιστορία των Ελλήνων Γουνοποιών... μια επιτυχημένη πορεία έξι αιώνων». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 4 Μαρτίου 2016. Ανακτήθηκε στις 8 Νοε. 2015.
  7. Συντονιστής συγγραφικής ομάδας Δρ. Γεώργιος Βούτσινος (1999). «Στοιχεία Γεωπονίας και Αγροτικής Ανάπτυξης - Βιβλίο Μαθητή 5-12.7 Γουνοφόρα ζώα» (PDF). Οργανισμός Εκδόσεων διδακτικών βιβλίων. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο (PDF) στις 4 Μαρτίου 2016. Ανακτήθηκε στις 3 Νοε. 2015.
  8. Αργυράκης I., Ματσούκας I. (1995). Χοιροτροφία, Γουνοφόρα ζώα, Κονικλοτροφία Τάξη TEΛ. Αθήνα: ΟΕΔΒ Γ.