Αθανάσιος Α΄

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Αθανάσιος Α΄ διετέλεσε Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως κατά τα έτη 1289-1293 και 1304-1310.

Καταγόταν από την Ανδρούσα της Μεσσηνίας (ενώ υπάρχει και μια εκδοχή ότι καταγόταν από την Αλεξανδρούπολη ή την Αδριανούπολη της Ανατολικής Θράκης). Το λαϊκό του όνομα ήταν Αλέξιος και οι γονείς του ονομάζονταν Γεώργιος και Ευφροσύνη. Σε μικρή ηλικία εκάρη μοναχός και μόνασε στο όρος Γόνος της Θράκης και κατόπιν στο Άγιο Όρος. Εκεί έζησε σε σπήλαιο κοντά στη Μονή Ιβήρων, το οποίο σώζεται μέχρι σήμερα. Διετέλεσε επίσης «τραπεζάρης» της Μονής Εσφιγμένου. Επί Ιωάννη Βέκκου διώχτηκε για την σταθερά ανθενωτική του στάση και θεωρήθηκε από τους συγχρόνους του ως Ομολογητής. Επελέγη από τον Αυτοκράτορα Ανδρόνικο Β' Παλαιολόγο ως Πατριάρχης και εξελέγη στις 14 Οκτωβρίου 1289.

Διακρινόταν για την ασκητικότητά του, την αυστηρότητα του ήθους και των αντιλήψεών του, καθώς και για την αντίθεσή του στην Ένωση με την Καθολική Εκκλησία. Προσπάθησε να επιβάλει αυστηρούς κανόνες στους μοναχούς, οι οποίοι περιφέρονταν ανά τις επαρχίες αντί να εγκαταβιούν στις μονές τους, αλλά και σε επισκόπους, οι οποίοι διέμεναν στην Κωνσταντινούπολη αντί να βρίσκονται στις επαρχίες τους. Τα μέτρα αυτά του δημιούργησαν πολλούς εχθρούς, οι οποίοι κατόρθωσαν να τον εξωθήσουν σε παραίτηση[1] δύο φορές, το 1293 και το 1310. Κατόπιν αποσύρθηκε σε κάποιο μοναστήρι, όπου πέθανε σε ηλικία 100 ετών.

Στον Πατριάρχη Αθανάσιο Α΄ αποδίδονται οι «Νεαραί» που εκδόθηκαν από τον Αυτοκράτορα Ανδρόνικο Παλαιολόγο.[2] Τον βίο του έγραψε ο Θεόκτιστος ο Στουδίτης και ο Ιωσήφ Καλοθέτης. Η Ορθόδοξη Εκκλησία αναγνώρισε την αγιότητά του το 1368 και έκτοτε τιμά τη μνήμη του ως «οσίου Αθανασίου του νέου», στις 28 Οκτωβρίου.

Το σκήνωμά του βρίσκεται σήμερα στο ναό του Αγίου Ζαχαρίου Βενετίας.[3] Επίσης, τεμάχιο του λειψάνου του βρίσκεται στη Μονή Παντοκράτορος, αλλά και στον Ιερό Ναό των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης Ανδρούσης, το οποίο μεταφέρθηκε εκεί από την Ιερά Μονή Εσφιγμένου στις 29 Οκτωβρίου 1967, με τη φροντίδα του μητροπολίτη Μεσσηνίας Χρυσοστόμου Β'.[4]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. «κλήρῳ ἀνυποτάκτῳ καί λαῷ ἀπειθεῖ ἀποτάσσομαι καί τῷ Θεῷ ὑποτάσσομαι καί δέομαι αὐτοῦ ἶνα κυβερνήσῃ ὑμᾶς πρός τό συμφέρον, καθώς γινώσκει...», Μ. Συναξαριστής, τ. 10, σελ. 634-635
  2. PG 142, 471-527
  3. Επισκόπου Φαναρίου Αγαθαγγέλου, Χρύσας Μαλτέζου, Ενρίκο Μορίνι, Ιερά λείψανα αγίων της καθ'ημάς Ανατολής στη Βενετία, Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος, 2005, ISBN 960-315-551-9, σελ. 85
  4. Επετηρίς της Ιεράς Μητροπόλεως Μεσσηνίας έτους 1976

Περαιτέρω ανάγνωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Prosopographisches Lexikon der Palaiologenzeit (PLP), 415

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

τίτλοι της Ορθόδοξης Εκκλησίας
Προκάτοχος
Γρηγόριος Β΄
Οικουμενικός Πατριάρχης της Κωνσταντινούπολης
1289-1293 (1η θητεία)
Διάδοχος
Ιωάννης ΙΒ΄
Προκάτοχος
Ιωάννης ΙΒ΄
Οικουμενικός Πατριάρχης της Κωνσταντινούπολης
1304-1310 (2η θητεία)
Διάδοχος
Νήφων Α΄