Ελληνικός Εμφύλιος Πόλεμος 1946-1949

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Με τον όρο Ελληνικός Εμφύλιος Πόλεμος εννοούμε τη χρονική περίοδο ένοπλων συγκρούσεων που πραγματοποιήθηκαν στην Ελλάδα μεταξύ του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας υπό τον έλεγχο των κομμουνιστών, και του Ελληνικού Στρατού που ήταν υπό τον έλεγχο της κυβέρνησης των Αθηνών. Διήρκεσε από τον Μάρτιο του 1946 έως τον Οκτώβριο του 1949 και είχε ως αποτέλεσμα την ήττα των κομμουνιστών. Ο Ελληνικός εμφύλιος πόλεμος θεωρείται διεθνώς ως η πρώτη πράξη του ψυχρού πόλεμου στη μεταπολεμική ιστορία.

Πίνακας περιεχομένων

[Επεξεργασία] Προεργασία

Οι ένοπλες συγκρούσεις ανάμεσα στο στρατό, τα σώματα ασφαλείας, τις συντηρητικές, φιλελεύθερες και ακροδεξιές δυνάμεις (από τη μία πλευρά) και τις κυρίως κομμουνιστικές, αντάρτικες, επαναστατικές δυνάμεις (από την άλλη) δεν ξεκίνησαν ξαφνικά μία νύχτα του 1946 με την επίθεση στον Σταθμό Χωροφυλακής του Λιτοχώρου, αλλά ήταν αποτέλεσμα αντιπαλότητας παλαιοτέρων ετών. Από μία άποψη ο Εμφύλιος αποτέλεσε την συνέπεια συσσωρευμένων πολιτικών και κοινωνικών διεργασιών, που ξεκίνησαν από την εποχή του Εθνικού Διχασμού το 1915, εντάθηκαν με τη Μικρασιατική καταστροφή και την έλευση και εγκατάσταση ενός τεράστιου αριθμού προσφύγων και κορυφώθηκαν με την επιβολή της Δικτατορίας της 4ης Αυγούστου. Το καταλυτικό στοιχείο όμως υπήρξε η ξένη κατοχή και το πολιτικό κενό που δημιούργησε η έλλειψη μιας ελληνικής κυβέρνησης που να διαθέτει στοιχεία νομιμοποίησης και αποδοχής.

[Επεξεργασία] Οι απαρχές

Ως πρόδρομος του Εμφυλίου Πολέμου μπορούν να θεωρηθούν οι συγκρούσεις μεταξύ των διαφόρων αντιστασιακών οργανώσεων κατά τη διάρκεια της κατοχής. Σημαντικός παράγων ήταν η εμπλοκή της Μεγάλης Βρετανίας στην αντίσταση με πρωτεύοντα στόχο τον πόλεμο κατά του Άξονα αλλά και με δευτερεύοντα στόχο να ελέγξει τις μεταπολεμικές πολιτικές εξελίξεις στην Ελλάδα. Σημαντικό επιβαρυντικό στοιχείο ήταν η απουσία μιας δημοκρατικά νομιμοποιημένης αρχής που θα διηύθυνε τον αντιστασιακό αγώνα ενιαία. Η εξόριστη κυβέρνηση στο Κάιρο δεν είχε ποτέ τεθεί στην κρίση του ελληνικού λαού καθώς της κατοχής είχε προηγηθεί η δικτατορία του Μεταξά και αυτή είχε με τη σειρά της προέλθει από ανώμαλες πολιτικές εξελίξεις. Ουσιαστικά ο Ελληνικός λαός είχε να δει κάλπη από την προηγούμενη δεκαετία.

Στο εσωτερικό της Ελλάδας, την αντίσταση διεξήγαν διαφορετικές οργανώσεις με αντίθετο μεταξύ τους πολιτικό προσανατολισμό. Η μεγαλύτερη αντιστασιακή οργάνωση ήταν το ΕΑΜ και το στρατιωτικό του παρακλάδι, ο ΕΛΑΣ που είχε ιδρυθεί με πρωτοβουλία του ΚΚΕ. Οι ομάδες αυτές οργανώθηκαν κατά τα Γιουγκοσλαβικά πρότυπα σαν κομματικός στρατός, με σκοπό να καταφέρουν να είναι η κυρίαρχη δύναμη μετά τον πόλεμο, ώστε να εγκαθιδρύσει σοβιετικού τύπου καθεστώς στην χώρα. Όμως στην μεγαλύτερη του ακμή είχε στις γραμμές του κατά πλειοψηφία μη-κομμουνιστικά μέλη[εκκρεμεί παραπομπή]. Υπήρχαν ακόμη ο ΕΔΕΣ με επικεφαλής τον Ναπολέοντα Ζέρβα που συσπείρωνε πλήθος αξιωματικών του προπολεμικού ελληνικού στρατού, η σοσιαλδημοκρατική ΕΚΚΑ καθώς και άλλες οργανώσεις. Στην υπηρεσία του κατακτητή πολεμούσαν από το 1943 έτος που ιδρύθηκαν, τα Ελληνικά Τάγματα Ασφαλείας όπως και τα Βουλγαρικά (το ονομαζόμενο ως Οχράνα στην Δυτική και Ανατολική Μακεδονία) και τα Αλβανικά (το γνωστό Ξίλια/keshilli στην Θεσπρωτία) Σώματα Ασφαλείας με διαφορετικό αντικειμενικό σκοπό το καθένα.

Όταν ο πόλεμος άρχισε να γέρνει υπέρ των συμμάχων, οι αντιστασιακές οργανώσεις επεδίωξαν πέρα από τον αγώνα, να επηρεάσουν το πολιτικό μέλλον της χώρας. Αυτό σε παραλληλισμό με τους ανταγωνισμούς μεταξύ των νικητριών δυνάμεων που είχαν αρχίσει να αναπτύσσονται διαμόρφωσε τα δύο στρατόπεδα.

Την περίοδο 1943-44 ο ΕΛΑΣ συγκρούστηκε με τον ΕΔΕΣ και την ΕΚΚΑ εν μέσω γερμανικής κατοχής. Ακολούθησαν, το Δεκέμβριο του 1944, τα "Δεκεμβριανά" στην περιοχή της Αθήνας, ανάμεσα στο ΕΑΜ από τη μία, και τις κυβερνητικές και βρετανικές δυνάμεις από την άλλη. Στο πλευρό των κυβερνητικών δυνάμεων πολέμησαν επίσης οι μη εαμικές αντιστασιακές οργανώσεις, μέλη της Οργάνωσης Χ, αλλά και μέρος των κατοχικών Ταγμάτων Ασφαλείας. Μετά το τέλος των Δεκεμβριανών και την συνθηκολόγηση του ΕΑΜ με την συμφωνία της Βάρκιζας επακολούθησε μία περίοδος κατά την οποία ομάδες της άκρας δεξιάς βρήκαν την ευκαιρία να προβούν σε διώξεις οπαδών του ΕΑΜ-ΚΚΕ(περίοδος λευκής τρομοκρατίας), επικαλούμενες και λόγους αντεκδίκησης(με προεξάρχοντες τις δολοφονίες του Δημήτρη Ψαρρού και του Κίτσου Μαλτέζου). Η πόλωση επισημοποιήθηκε με την βεβιασμένη προσπάθεια διεξαγωγής δημοψηφίσματος για την επαναφορά του Γεωργίου Β΄ και την άρνηση του ΚΚΕ να συμμετάσχει στις εκλογές του 1946.

Η εφημερίδα του ΚΚΕ Ριζοσπάστης καλεί τον ελληνικό λαό να ρίξει λευκό στο δημοψήφισμα για την επαναφορά της Μοναρχίας (φύλλο 1ης Σεπτεμβρίου 1946).

[Επεξεργασία] Ολομέτωπη σύγκρουση

Σαν πρώτη πολεμική ενέργεια που θεωρήθηκε ότι σηματοδοτούσε την "επίσημη" έναρξη του Ελληνικού Εμφυλίου αναφέρεται η αιφνιδιαστική αιματηρή επιδρομή κομμουνιστών ανταρτών υπό τον Καπετάν Μπαρούτα (αργότερα αποκαλύφτηκε ότι άλλος ήταν ο επικεφαλής της ομάδας που διενέργησε το χτύπημα), εναντίον του σταθμού Χωροφυλακής στο Λιτόχωρο Πιερίας, η οποία έλαβε χώρα τα ξημερώματα της 31ης Μαρτίου, ανήμερα δηλαδή των πρώτων μεταπολεμικά εκλογών, από τις οποίες το ΚΚΕ είχε καλέσει σε αποχή τους οπαδούς του. Τραγική κατάληξη της επιδρομής εκείνης ήταν 11 νεκροί, (9 χωροφύλακες και 2 στρατιώτες).

Ωστόσο πολλοί υποστηρίζουν ότι η κίνηση εκείνη είχε καθαρά συμβολικό χαρακτήρα, εξέφραζε δηλαδή την επιθυμία της ηγεσίας του ΚΚΕ όχι τόσο να πάρει την πρωτοβουλία στη σύγκρουση, αλλά βασικά να προειδοποιήσει για την ισχύ του, προστατεύοντας παράλληλα τα διωκόμενα στελέχη του κατά την περίοδο της λεγόμενης "λευκής τρομοκρατίας" (Βάρκιζα 1945-εκλογές 1946), όταν η κατάσταση είχε επιδεινωθεί για εκείνους δραματικά, έπειτα και από τη θέσπιση του Γ' Ψηφίσματος από την κυβέρνηση, που οδηγούσε με συνοπτικές διαδικασίες χιλιαδες κομμουνιστές στη φυλακή ή το εκτελεστικό απόσπασμα. Η κύρια πράξη του δράματος εκτυλίχθηκε από τον Μάρτιο του 1946 εώς τον Αύγουστο του 1949, όπου συγκρούστηκαν ο Εθνικός Στρατός και ο αποκλειστικά ελεγχόμενος από το ΚΚΕ "Δημοκρατικός Στρατός Ελλάδας" με το σύνολο της ελληνικής επικράτειας να βρίσκεται στις φλόγες. Το Δεκέμβριο του 1947 ο ΔΣΕ προχώρησε σε συγκρότηση "Κυβέρνησης του βουνού", της οποίας τη σύνθεση ανακοίνωσε επίσημα δια του ραδιοφωνικού του σταθμού, αλλά και των εντύπων που εξέδιδε στις ελεγχόμενες από τις δυνάμεις του περιοχές. Στο στρατιωτικό επίπεδο, σημειώθηκε ευρείας έκτασης επιχείρηση για την κατάληψη της Κόνιτσας, την οποία οι αντάρτες προόριζαν για πρωτεύουσα της επαναστατικής τους κυβέρνησης, αλλά η άμυνα του Εθνικού Στρατού απέτρεψε αυτή την εξέλιξη. Η απάντηση της Αθήνας στις παραπάνω ενέργειες ήταν να θέσει εκτός νόμου το ΚΚΕ (ένας αποκλεισμός που διήρκεσε έως τη μεταπολίτευση) και να ψηφίσει Αναγκαστικό Νόμο, τον περιβόητο 509, που προέβλεπε την ποινή του θανάτου.

[Επεξεργασία] Οι αντίπαλοι στρατοί

Από την μία μεριά βρισκόταν ο Δημοκρατικός Στρατός Ελλάδας (ΔΣΕ), που ένα σημαντικό μέρος των όπλων, πυρομαχικών, χλαινών και άλλων εφοδίων (κυρίως στη βόρεια Πίνδο, καθώς οι πενιχρές μεταφορικές του δυνατότητες δεν επέτρεπαν σε μεγάλες ποσότητες εφοδίων να σταλούν νότια) τα προμηθευόταν από την γειτονική Γιουγκοσλαβία, Βουλγαρία και Αλβανία μέσων των αμαξιτών δρόμων που κατασκεύασε στα όρη του Γράμμου και του Βίτσι. Τα υπόλοιπα εφόδια του τα έπαιρνε σαν λάφυρα από τις μάχες με τον αντίπαλο. Από την άλλη μεριά βρισκόταν ο Εθνικός Στρατός με την υποστήριξη της Μ.Βρετανίας και μετέπειτα των ΗΠΑ (χωρίς αυτό να σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι η βοήθεια που δόθηκε στους 2 αντιπάλους ήταν ισότιμη. Στο ΔΣΕ συσπειρώθηκαν μέλη και φίλοι του ΚΚΕ και σλαβόφωνοι πληθυσμοί της Μακεδονίας άντρες και γυναίκες (σε ένα ποσοστό 7 άντρες προς 3 γυναίκες ή σε άλλες περιπτώσεις 8 άνδρες προς 2 γυναίκες). Στον Εθνικό Στρατό επιστρατεύτηκαν Έλληνες πολίτες με κλήση κλάσεων (σειρών) με την υποστήριξη των βενιζελογενών και βασιλικών κομμάτων που κυβερνούσαν την Ελλάδα υπό τον γηραιό βενιζελικό ηγέτη Θεμιστοκλή Σοφούλη, αλλά και στρατιωτών, οι οποίοι κατά την διάρκεια της κατοχής είχαν συμμετάσχει στα τάγματα ασφαλείας (πολιτοφυλακή υπό γερμανική διοίκηση). Επίσης η κυβερνητική παράταξη δεν αντέταξε μόνο τον εθνικό στρατό, αλλά και πλήθος παραστρατιωτικών σωμάτων όπως τα ΜΑΥ (μονάδα ασφάλειας υπαίθρου). Η χωροφυλακή και η εθνοφρουρά συνέδραμαν τον εθνικό στρατό όπου ήταν δυνατό, ενώ αλλού κάλυπταν τα νώτα του με καθήκοντα φύλαξης σε αστικά κέντρα ή κεφαλοχώρια. Τέλος, στους άτυπους συμμάχους της κυβερνητικής παράταξης συγκαταλέγονται και παρακρατικές συμμορίες αποτελούμενες από κοινούς εγκληματίες που αφέθηκαν ελεύθεροι με τον νόμο του 1945 "περί αποσυμφορήσεως των φυλακών", οι οποίοι πολέμησαν αυτοβούλως τους κομμουνιστές. Επιπρόσθετα, η κυβερνητική πλευρά είχε τη δυνατότητα χρήσης των μονάδων του Πολεμικού Ναυτικού (όπου ήταν δυνατό, για επικουρικές του στρατού επιχειρήσεις), αλλά και της Πολεμικής Αεροπορίας, της οποίας η συνεισφορά στην τελική επικράτηση, το καλοκαίρι του 1949, ήταν καθοριστική.

[Επεξεργασία] Το βαρόμετρο

Η κεντρώα εφημερίδα Ελευθερία πανηγυρίζει την τελική νίκη του Εθνικού Στρατού κατά του ΔΣΕ στο φύλλο της 30ης Αυγούστου 1949.

Ο Εμφύλιος Πόλεμος κρίθηκε ουσιαστικά από τους ίδιους τους συσχετισμούς δυνάμεων. Από τη μία, ανά πάσα στιγμή δεν υπήρχαν πάνω από 30.000 αντάρτες στα ελληνικά βουνά. Αν συνυπολογίσουμε όμως τις απώλειες και την στρατολογία, προκύπτει ότι από τις τάξεις του ΔΣΕ πέρασαν περίπου 100.000 αντάρτες σε όλη τη διάρκεια της δράσης του. Από την άλλη στο εθνικό στρατόπεδο αν συνυπολογίσουμε όλες τις φίλιες με τον στρατό δυνάμεις πέρασαν στα 3 χρόνια του εμφυλίου πάνω από 450.000 ένοπλοι. Χαρακτηριστικές ήταν οι συγκεντρώσεις δυνάμεων στην τελευταία φάση του εμφυλίου στα βουνά του Γράμμου και του Βίτσι όπου παρατάχθηκαν πολλές μεραρχίες του εθνικού στρατού (σχεδόν 90.000 άνδρες) και μάλιστα η VIII ήταν ενισχυμένη με σχεδόν διπλάσια δύναμη από την οργανική της, ενάντια σε ένα σύνολο 4.500 ανταρτών στον Γράμμο και 7.500 στο Βίτσι. Πέρα από τους αριθμούς των μάχιμων, καταλυτικός παράγοντας στην ήττα του ΔΣΕ ήταν η πενιχρή δυνατότητα ανεφοδιασμού του, η ανυπαρξία μηχανοκίνητων και αεροπορίας στις τάξεις του, η μόνιμη έλλειψη ναρκών, συρματοπλεγμάτων, η πενιχρή χρήση πυροβολικού (ενώ όλα αυτά περίσσευαν στην αντίπαλη παράταξη). Πέραν τούτου σημαντική είναι και η σύνθεση των μονάδων: Αντίθετα με την κλασσική σύνθεση του εθνικού στρατού, στον δημοκρατικό στρατό, στον οποίο τυπικά υπήρχε παρόμοια διαρθρωτική δομή με τις δυνάμεις του κυβερνητικού στρατού, υπήρχαν πολλοί νέοι από 15 ως 18-19 χρονών που παίρναν το βάπτισμα του πυρός κατευθείαν στο πεδίο της μάχης, χωρίς να υπάρχει πολλές φορές χρόνος για την εκπαίδευσή τους.

Παρά τις αδυναμίες του ανταρτικού στρατού, ο Νίκος Ζαχαριάδης, που ουσιαστικά ήταν ο ηγέτης του Δημοκρατικού Στρατού, επέμενε στην μετατροπή της σύγκρουσης από αγώνα φθοράς σε τακτική εκ παράταξης αναμέτρηση, στοιχείο, το οποίο, με δεδομένες τις τεράστιες ελλείψεις του ΔΣΕ βάρυνε καταλυτικά στην τελική έκβαση. Μάλιστα, η διαφωνία του Ζαχαριάδη με τον επικεφαλής της κυβέρνησης του βουνού και αρχιστράτηγο Μάρκο Βαφειάδη για το κρίσιμο αυτό ζήτημα στρατηγικού σχεδιασμού, οδήγησε στην περιθωριοποίηση του δεύτερου.

Σημαντική ακόμη αιτία της ήττας του ΔΣΕ ήταν η μόνιμη αδυναμία για εύρεση εφεδρειών, καθώς σε συνθήκες τακτικού πολέμου κερδίζει συνήθως ο στρατός με τις περισσότερες εφεδρείες, αν οι αντίπαλοι είναι ίσης ικανότητας. (Το ΚΚΕ το 1948 αποφάσισε πως ο ανταρτοπόλεμος έπρεπε να μετατραπεί σε τακτικό αν ο ΔΣΕ ήθελε να έχει ελπίδες νίκης, άσχετα με το πώς κατέληξε αυτή η προσπάθεια). Η κυβερνητική παράταξη την άνοιξη του 1947 με τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις, φρόντισε να αποκόψει τον αντίπαλό της από την ίδια την κοινωνία, με την υποχρεωτική μετακίνηση των κατοίκων των περιοχών μικτού ελέγχου. Η μοίρα κάθε αντάρτικου στρατού που έδρασε μέχρι σήμερα, ήταν στενά συνδεδεμένη με την σχέση του με τους τοπικούς πληθυσμούς. Ο ΔΣΕ από τον χειμώνα του 1947-1948 και έπειτα ήταν πλήρως αποκομμένος από την κοινωνία. Βρισκόταν στην ιδιόρρυθμη κατάσταση που από την μία δε μπορούσε να σταματήσει τον πόλεμο (γιατί τους μαχητές του τους περίμενε η θανατική ποινή), και από την άλλη δεν έβρισκε τρόπο να τον συνεχίσει (γιατί δεν υπήρχε κοινωνία στα "μετόπισθεν" για να τον στηρίξει με την παραγωγή της, και την στρατολογία. Ήταν ένα σύνολο 30.000 ανταρτών που πολεμούσαν μέσα σε ερήμους. Με αυτόν τον τρόπο ο ΔΣΕ στάθηκε ανήμπορος να ανεφοδιάζεται από τους κατοίκους που δεν υπήρχαν πλέον (μέθοδος που απέδωσε τα μέγιστα το 1946) και ο μόνος τρόπος ανεφοδιασμού του ήταν τα λάφυρα από τον αντίπαλο, σε περίπτωση επιτυχίας επιθετικών επιχειρήσεων από μεριάς του. Το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι αυτές ήταν αριθμητικά λιγότερες από τις αντίστοιχες επιτυχίες της κυβερνητικής παράταξης, οδήγησε με μαθηματική ακρίβεια στη συρρίκνωση των μαχητικών δυνατοτήτων του ΔΣΕ, και στο αναπόφευκτο τέλος του το καλοκαίρι του 1949.

Επίσης, σημαντικός λόγος ήταν οτι το 1949 ο ηγέτης της Γιουγκοσλαβίας Γιόσιπ Μπροζ Τίτο διαφώνησε με τον Ιωσήφ Στάλιν και αποπέμφθηκε από την Κομιντέρν οπότε και σταμάτησε την βοήθεια και έκλεισε τα σύνορα στον ΔΣΕ, όπου ως τότε τα τμήματά του μπορούσαν να υποχωρήσουν, να νοσηλεύσουν τραυματίες, να ανεφοδιαστούν κάπως (όσο επέτρεπαν τα όρια της διεθνούς διπλωματίας και η πίεση του ψυχρού πολέμου που είχε ξεκινήσει). Με αυτόν τον τρόπο μπήκε ένα ακόμη εμπόδιο στην άμυνα ΔΣΕ, και όσα τμήματα κυκλωνόντουσαν από τον αντίπαλο κοντά στα σύνορα με την Γιουγκοσλαβία, ήταν επόμενο να καταστραφούν ή να αιχμαλωτιστούν. Ένα ακόμη αίτιο, υποστηρίζεται από πολλές πηγές, ότι ήταν η τοποθέτηση από τις αρχές του 1949 στην κορυφή της στρατιωτικής ηγεσίας των τελικών εκκαθαριστικών επιχειρήσεων του ΕΣ, του αρχιστράτηγου Παπάγου, ο οποίος ήταν εμπειροπόλεμος, καθώς είχε ηγηθεί της ελληνικής εποποιΐας στα αλβανικά βουνά, το 1940-41 και θεωρούνταν από τις σημαντικότερες στρατιωτικές φυσιογνωμίες. Στον αντίποδα, ο ΔΣΕ δεν διεθετε στις τάξεις του παρά ελάχιστους παλαιούς αξιωματικούς, αφού ο Ζαχαριάδης δεν εμπιστεύονταν τους βαθμοφόρους του αστικού προπολεμικού στρατού, τον οποίο θεωρούσε στελεχωμένο κυρίως από βασιλόφρονες, ειδικά μετά την απόταξη όλων των δημοκρατικών στελεχών που είχαν πάρει μέρος στο αποτυχημένο κίνημα του 1935. Έτσι, την πλειοψηφία στις θέσεις ευθύνης των ανταρτών κατείχαν εμπειρικοί, αυτόκλητοι στρατηγοί, πρώην καπεταναίοι του ΕΛΑΣ, εμπειροπόλεμοι μεν στον ανταρτοπόλεμο από τα χρόνια της Κατοχής, αλλά χωρίς την απαιτούμενη εκπαίδευση στις συνθήκες τακτικής αναμέτρησης, με ότι αυτό συνεπάγονταν για την τελική έκβαση της σύγκρουσης.

Σε ψυχολογικό επίπεδο, οι δυο αντίπαλοι χρησιμοποιούσαν ακόμη και εννοιλογικές διατυπώσεις, αφενός για να επηρεάσουν τις κοινωνικές ομάδες που τους υποστήριζαν, αφετέρου να απαξιώσουν τον εχθρό, αφού η κυβερνητική πλευρά αποκαλούσε επίσημα τον ΔΣΕ "Κομμουνιστοσυμμορίτες" ("Κ/Σ") και ανεπίσημα σαν "Αναρχο-κομμουνιστο-Ληστο-Συμμορίτες", ενώ στον αντίποδα, από το ΚΚΕ επιλέχθηκε ο όρος "Μοναρχοφασίστες" και "Μοναρχοφασιστικός Στρατός"

Επιπλέον, ο παράγοντας "έθνος" έπαιξε έναν ακόμη κεφαλαιώδη ρόλο στην πρόγνωση της σύγκρουσης, αφού στη συλλογική συνείδηση η τετραετία 1946-49 με τον ένοπλο ταξικό (κυρίως) αγώνα της Αριστεράς απείχε παρασάγγας από την παλλαϊκη Εθνική Αντίσταση της περιόδου 1941-44. Έντεχνα, η κυβερνητική πλευρά εκμεταλλεύτηκε τις αρνητικές εντυπώσεις που προκάλεσαν στην κοινή γνώμη οι αναγγελίες του Ζαχαριάδη για δικαίωση των σλαυόφωνων μαχητών του ΔΣΕ, με τη δημιουργία ανεξάρτητης Μακεδονικής κρατικής οντότητας μετά το (ενδεχόμενο) επιτυχές τέλος της αναμέτρησης, στοιχείο που βάρυνε αρνητικά για την πλευρά των ανταρτών.

[Επεξεργασία] Το τέλος της σύγκρουσης

Ο εθνικός στρατός άρχισε να πετυχαίνει την μία νίκη μετά την άλλη σε όλη τη χώρα ξεκινώντας από τον χειμώνα του 1948 με την πλήρη εξόντωση της ΙΙΙ μεραρχίας του ΔΣΕ στην πελοπόνησο με το σχέδιο "περιστερά". Ακολούθησε η επιχείρηση "Πύραυλος" στην Ρούμελη και τη Θεσσαλία, και το κεφάλαιο του εμφυλίου έκλεισε με την επιχείρηση "Πυρσός" στο Γράμμο-Βίτσι. Η Αεροπορία του Εθνικού Στρατού (με την υλική υποστήριξη των ΗΠΑ) συνέβαλε (χρησιμοποιώντας μερικές φορές και βόμβες ναπάλμ) στην εκκαθάριση των ορεινών όγκων που αποτελούσαν τα ορμητήρια του ΔΣΕ. Την νύχτα της 29 Αυγούστου 1949 με την κατάληψη από τον εθνικό στρατό του τελευταίου υψώματος (Κάμενικ) στο Γράμμο έληξε το πολεμικό σκέλος του Εμφυλίου.

Το πρωί της 17ης Οκτωβρίου του 1949, η εξόριστη πλέον «Προσωρινή Δημοκρατική Κυβέρνηση» των ανταρτών έδωσε τέλος στις εχθροπραξίες με διάγγελμα που μεταδόθηκε από ραδιοσταθμό του Βουκουρεστίου. Στο διάγγελμα αυτό, μεταξύ άλλων αναφέρονται και τα εξής:

«Ο ΔΣΕ δεν κατέθεσε τα όπλα, μονάχα τα έθεσε παρά πόδα. Υποχώρησε μπροστά στην τεράστια υλική υπεροχή που συγκέντρωσαν οι ξένοι καταχτητές ενισχυμένοι απ' την τιτοϊκή αποστασία και προδοσία που τον χτύπησε πισώπλατα. Μα ο ΔΣΕ δεν λύγισε και δεν συντρίφτηκε. Παραμένει ισχυρός με ακέραιες τις δυνάμεις του.

«Σταμάτησε την αιματοχυσία για να σώση την Ελλάδα από την ολοκληρωτική εκμηδένιση και τα συμφέροντα του τόπου τα έβαλε πάνω απ' όλα. Οι δυνάμεις μας στο Βίτσι και το Γράμμο σταμάτησαν τον πόλεμο για να διευκολύνουν την ειρήνευση στην Ελλάδα. Αυτό δεν σημαίνει συνθηκολόγηση. Σημαίνει απόλυτη προσήλωση στο συμφέρο της πατρίδας, που δε θέλαμε να δούμε ολοκληρωτικά κατεστραμμένη.»

[Επεξεργασία] Απώτερες συνέπειες

Η τραγωδία συνεχίστηκε τα επόμενα χρόνια στα στρατοδικεία με χιλιάδες φυλακισμένους στρατιωτών του ΔΣΕ και μαζικές εξορίες στα ξερονήσια του Αιγαίου (Άη Στράτης, Μακρόνησος, Γυάρος). Οι διωγμοί και οι συστηματικοί βασανισμοί αριστερών εξακολούθησαν για πολλά χρόνια, και τελείωσαν ουσιαστικά με την μεταπολίτευση, μετά την πτώση της χούντας, το '74.

Μία άλλη επίπτωση, ήταν ο εξαιρετικά μεγάλος αριθμός των προσφύγων (μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονταν και χιλιάδες παιδιά, που είτε στάλθηκαν σε ανατολικές χώρες, είτε μετακινήθηκαν και εγκλείστηκαν προσωρινά σε "παιδοπόλεις") κυρίως στη Βόρεια Ελλάδα, που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια και τα χωριά τους είτε για να μην βρεθούν στο επίκεντρο των μαχών εθνικού στρατού-ανταρτών, είτε επειδή εξαναγκάστηκαν κατά τη διάρκεια των μεγάλων εκκαθαριστικών επιχειρήσεων του εθνικού στρατού, ώστε να αποκοπεί με οποιαδήποτε τρόπο ο εφοδιασμός έμψυχου υλικού των ανταρτικών τμημάτων, είτε πάλι λόγω της βίαιης προσαγωγής από τον ΔΣΕ προκειμένου να αντιμετωπιστεί το σοβαρότατο πρόβλημα προσέλευσης μαχητών. Χαρακτηριστικό του αριθμού των προσφύγων είναι ότι σύμφωνα με το "Μνημόνιο για το ελληνικό προσφυγικό πρόβλημα", που εστάλη στις 8 Οκτωβρίου 1949 προς το αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών από την Ελληνική κυβέρνηση, ο πρωθυπουργός Κ. Τσαλδάρης δήλωνε πως ο αριθμός των προσφύγων του εμφυλίου πολέμου ανέρχονταν σε 684.607 άτομα, από αυτά 166.000 πρόσφυγες είχαν επαναπατρισθεί και ότι άλλοι 225.000 θα επαναπατρίζονταν σύντομα. Επίσης μέχρι το 1956 υπήρχαν αιχμάλωτοι στρατιωτικοί του Εθνικού Στρατού σε στρατόπεδα εργασίας στην Αλβανία και σε άλλες χώρες του Ανατολικού Μπλοκ.

[Επεξεργασία] Ο απόηχος

Ο Εμφύλιος Πόλεμος αποτελεί την κορυφαία και τραγικότερη αντιπαράθεση στην ελληνική κοινωνία μέσα στον εικοστό αιώνα. Η χώρα θα ρημάξει κυριολεκτικά στα τρία-τρεισήμισι χρόνια της αντιπαράθεσης. Θα αλλάξει η γεωγραφία της χώρας καθώς ερημώνονται εκτεταμένες, ορεινές κυρίως, ζώνες. Εκατοντάδες χιλιάδες πολιτικοί πρόσφυγες, ενώ τίθεται σε ισχύ καθεστώς εκτάκτων μέτρων. Ταυτόχρονα, μεγάλη φτώχεια μαστίζει το λαό. Αρχικά, με βάση και ψηφίσματα του ΟΗΕ, ο πόλεμος ονομάστηκε επισήμως «Συμμοριτοπόλεμος» και αυτή η ονομασία διατηρήθηκε επί πολλές δεκαετίες από τους νικητές αυτής της σύρραξης. Το 1989, με τη συγκυβέρνηση Νέας Δημοκρατίας - Ενιαίου Συνασπισμού κομμάτων της Αριστεράς (ΚΚΕ-ΕΑΡ) καθιερώθηκε και επισήμως η ονομασία «Εμφύλιος», η οποία ήταν ήδη σε κοινή χρήση. Ο ελληνικός εμφύλιος πόλεμος είναι στην ουσία η πρώτη πράξη του ψυχρού πολέμου που θα πλανιόταν πάνω από την παγκόσμια πολιτική σκηνή τα επόμενα χρόνια.

[Επεξεργασία] Το χρονολόγιο της ελληνικής εμφύλιας σύρραξης

[Επεξεργασία] 1946

[Επεξεργασία] 1947

[Επεξεργασία] 1948

[Επεξεργασία] 1949

  • Πτώση της Νάουσας, από την οποία οι αντάρτες αποχωρούν με πλούσια λεία σε υλικά, πολεμοφόδια και τρόφιμα, αλλά και αναγκαστική στρατολόγιση 1.000 περίπου νεαρών ανδρών και γυναικών.
  • Ο Αλέξανδρος Παπάγος διορίζεται αρχιστράτηγος των κυβερνητικών δυνάμεων (20 Ιανουαρίου)
  • Ο ΔΣΕ καταλαμβάνει το Καρπενήσι (21 Ιανουαρίου)
  • Ορκίζεται κυβέρνηση συνεργασίας των αστικών κομμάτων, υπό το γηραιό ηγέτη των φιλελεύθερων Θ. Σοφούλη (21 Ιανουαρίου)
  • Ο Μάρκος Βαφειάδης καθαιρείται από την ηγεσία του ΔΣΕ και πέφτει σε δυσμένεια (4 Φεβρουαρίου)
  • Οριστική εκκαθάριση της Πελοποννήσου από τον ΕΣ (Ιανουάριος-Μάρτιος)
  • Η προσωρινή δημοκρατική κυβέρνηση απευθύνει διεθνή έκκληση στον ΟΗΕ για τον τερματισμό του πολέμου (20 Απριλίου)
  • Προσπάθεια διαμεσολάβησης από τις ΗΠΑ, την Αγγλία και την ΕΣΣΔ προσκρούει στην κατηγορηματική άρνηση της ελληνικής κυβέρνησης (26 Απριλίου)
  • Εκτεταμένες εκκαθαριστικές επιχειρήσεις του ΕΣ στη Στερεά και στη Θεσσαλία (Μάιος)
  • Οι κυβερνητικές δυνάμεις πιέζουν ασφυκτικά και ανατρέπουν τους αντάρτες σε όλη τη βόρεια Ελλάδα (Ιούνιος-Ιούλιος)
  • Ρήξη του Στρατάρχη Τίτο με τον Στάλιν και το ΚΚΕ οδηγεί σε κλείσιμο των συνόρων Ελλάδας-Γιουγκοσλαβίας (11 Ιουλίου). Αργότερα, το ΚΚΕ θα μιλήσει για "πισώπλατο μαχαίρωμα" του αντάρτικου.
  • Πτώση του Βίτσι και συντριβή του ΔΣΕ στο Γράμμο (Αύγουστος)
  • Τα διασωθέντα υπολείματα των ανταρτών διαφεύγουν μέσω Αλβανίας και σκορπίζουν σε χώρες του Ανατολικού Συνασπισμού (28-29 Αυγούστου)
  • Το τελευταίο ανακοινωθέν του ΔΣΕ, επιβεβαιώνει την τυπική λήξη του εμφύλιου πόλεμου (9 Οκτωβρίου)

[Επεξεργασία] Βιβλία και άρθρα για τον Ελληνικό Εμφύλιο Πόλεμο

  • Σόλων Νεόκ. Γρηγοριάδης, "Ιστορία της Σύγχρονης Ελλάδας 1941-1974", Αθήνα (α΄έκδοση Κ. Καπόπουλος, 1973)
  • "Χρονικό του 20ου Αιώνα" (διεθνής πατέντα), "Δομική", 1989.
  • Ευάγγελος Αβέρωφ, Φωτιά και τσεκούρι, Αθήνα: εκδ. Εστία, 1980 (ISBN 960-05-0208-0)
  • Αρχεία Εμφυλίου Πολέμου, 16 τόμοι, εκδ. ΓΕΣ/ΔΙΣ, 1998
  • Τάσος Βουρνάς, Ιστορία της Νεώτερης και Σύγχρονης Ελλάδας, Τόμος Δ', Αθήνα: εκδ. Πατάκη, 2005
  • Γεώργιος Δ. Γκαγκούλιας, H αθέατη πλευρά του Εμφυλίου, εκδ. Ιωλκός (ISBN 960-426-187-8)
  • Γεώργιος Δ. Γκαγκούλιας, «Παιδομάζωμα», εκδ. Ιωλκός (ISBN 960-426-350-0)
  • Ελένη Διβάνη, 'Ο ρόλος του τύπου και της λογοκρισίας στην προώθηση της πολιτικής της Μ. Βρετανίας στον καιρό του πολέμου: η επίσκεψη της πρώτης αντιπροσωπείας των Ελλήνων ανταρτών στο Κάιρο τον Αύγουστο του 1943', Μνήμων 13 (1991),σελ.215-230
  • Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ, 1918-1949, Αθήνα: εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 2008
  • Αλέξανδος Ζαούσης, Οι δύο όχθες, Αθήνα: εκδ. Παπαζήση, 1987
  • Αλέξανδος Ζαούσης, Η τραγική αναμέτρηση, Aθήνα: εκδ. Ωκεανίδα, 1993
  • Αριστος Καμαρινός, Ο Εμφύλιος Πόλεμος στην Πελοπόνησσο, Αθήνα: εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 2000
  • Ανδρέας Κέδρος, Η Ελληνική Αντίσταση (τόμοι I και II), Αθήνα: εκδ. Θεμέλιο, 1976
  • Ιωάννης Κολλιόπουλος, Λεηλασία Φρονημάτων, 2ος τόμος,Το μακεδονικό ζήτημα στην περίοδο του εμφυλίου πολέμου 1945-1949 στη δυτική Μακεδονία, Θεσσαλονίκη: εκδ. Βάνιας, 1995 (ISBN 960-288-039-2)
  • Αλέκος Κουτσούκαλης, Το χρονικό μιας τραγωδίας - 1945-1949, εκδ. Ιωλκός, 1998 (ISBN 960-426-093-6)
  • Χρήστος Δ. Καινούργιος, Στα άδυτα του Εμφυλίου, εκδ. Ιωλκός, 2003 (ISBN 960-426-292-0)
  • ΚΚΕ, Επίσημα Κείμενα τόμοι 8ος-9ος, Αθήνα: εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 1997-2002
  • Νίκος Μαραντζίδης, Γιασασίν Μιλλέτ, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2001 (ISBN 960-524-131-5)
  • Νίκος Μαραντζίδης, Δημοκρατικός Στρατός Ελλάδας (ΔΣΕ) 1946-1949, εκδ. Αλεξάνδρεια, 2010 (ISBN 978-960-221-467-1)
  • Γιώργος Μαργαρίτης, Ιστορία του Ελληνικού εμφύλιου πολέμου 1946-1947, Τόμοι 1 & 2, Αθήνα: εκδ. Βιβλιόραμα, 2001
  • Σπύρος Μαρκεζίνης, Σύγχρονη πολιτική ιστορία της Ελλάδος, Αθήνα: εκδ. Πάπυρος 1971
  • Γεώργιος Μόδης, Αναμνήσεις, Θεσσαλονίκη: εκδ. Πανεπιστημίου Μακεδονίας, 2004 (ISBN 960-8396-05-0)
  • Β. Μπαρτζώτας, Ο Αγώνας του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 1981
  • Ο Ελληνικός Στρατός κατά τον Εμφύλιο Πόλεμο 1945-1949, 3 τόμοι, εκδ. ΓΕΣ/ΔΙΣ, 1998
  • Γιάννης Παναρίτης (Κούλης), Όταν αφηγείσαι αντιστέκεσαι (Λακωνία 1946-1949), Σπάρτη: εκδ. Ιδιομορφή, 2003
  • Αλέκου Παπαγεωργίου, Εμπειρίες ενόπλων αγώνων, Αθήνα: εκδ. Σύγχρονη Εποχή, 2001
  • Ηλίας Πετρόπουλος, Πτώματα, πτώματα, πτώματα, Αθήνα: εκδ. Νεφέλη, 1990 (ISBN 960-211-081-3)
  • Τρίχρονη Εποποιία του ΔΣΕ, Αθήνα: εκδ. Ριζοσπάστης, 2004
  • Φίλιππος Ηλιού, Ο Ελληνικός Εμφύλιος Πόλεμος: Η Εμπλοκή του ΚΚΕ, Αθήνα: εκδ. Θεμέλιο, 2004
  • Βάσω Ψιμούλη, Ελεύθερη Ελλάδα - Η φωνή της αλήθειας. Ο παράνομος ραδιοσταθμός του ΚΚΕ: Αρχείο 1947-1968, Αθήνα: εκδ. Θεμέλιο, 2006 (ISBN 960-310-314-4)
  • Νίκος Ψυρούκης, Ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας 1940-1974, τόμος 1, Αθήνα: εκδ. Ηρόδοτος, 1991.
  • W. Byford-Jones, The Greek Trilogy: Resistance-Liberation-Revolution, London, 1945
  • R. Capell, Simiomata: A Greek Note Book 1944-45, London, 1946
  • W. S. Churchill, The Second World War, London, 1959
  • D. H. Close, The Greek civil war 1943,1950 studies of polarization, London, Routledge, 1993.
  • Dominique Eude, Οι Καπετάνιοι, Paris, Artheme Fayard, 1970
  • N.G.L. Hammond, Venture into Greece: With the Guerillas, 1943-44, London, 1983. (Like Woodhouse, he was a member of the British Military Mission)
  • Cordell Hull, The Memoirs of Cordell Hull, New York, 1948
  • D. G. Kousoulas, Revolution and Defeat: The Story of the Greek Communist Party, London, 1965
  • Reginald Leeper, When Greek Meets Greek: On the War in Greece, 1943-1945, London, 1950
  • M. Mazower, After the war was over, Princeton University Press, 2000
  • E. C. W. Myers, Greek Entanglement, London, 1955
  • C. M. Woodhouse, Apple of Discord: A Survey of Recent Greek Politics in their International Setting, London, 1948 (Woodhouse was a member of the British Military Mission to Greece during the war)

[Επεξεργασία] Εξωτερικές διασυνδέσεις

Προσωπικά εργαλεία
Περιοχές ονομάτων

Παραλλαγές
Ενέργειες
Πλοήγηση
Συμμετοχή
Εκτύπωση/εξαγωγή
Εργαλειοθήκη
Άλλες γλώσσες