Ελληνικό βασίλειο της Βακτριανής

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Το Ελληνοβακτριανό βασίλειο, 180 π.Χ.

Το Ελληνικό βασίλειο της Βακτριανής ιδρύθηκε το 250 π.Χ. από τον Έλληνα σατράπη της Βακτριανής Διόδοτο Α' τον Σωτήρα , ο οποίος αποσχίστηκε από τους Σελευκιδείς. Αποτέλεσε -μαζί με το μετέπειτα Ινδοελληνικό βασίλειο- το ανατολικότερο άκρο του ελληνιστικού κόσμου, καλύπτοντας μία περιοχή μεταξύ της Βακτριανής και της Σογδιανής της κεντρικής Ασίας -σύγχρονο βόρειο Αφγανιστάν- από το 250 π.Χ. έως το 125 π.Χ. Η επέκταση του ελληνο-βακτριανού βασιλείου στην βόρεια Ινδία από το 180 π.Χ. εγκαθίδρυσε το Ινδοελληνικό βασίλειο που άντεξε μέχρι το 10 μ.Χ, και ήταν το κέντρο του Ελληνοβουδισμού.

Το βασίλειο επί δύο περίπου αιώνες ανέπτυξε εμπόριο με την Ινδία και την Κίνα και απλώθηκε στην κοιλάδα του Γάγγη ώσπου το βόρειο μέρος του καταλύθηκε από σκυθικές φυλές.

Απόσπαση από τους Σελευκίδες (250 π.Χ.)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χρυσό νόμισμα του Διόδοτου Α΄, 245 π.Χ., με την επιγραφή ΒΑΣΙΛΕΩΣ ΔΙΟΔΟΤΟΥ

Ο Διόδοτος, ο οποίος ήταν ο σατράπης της Βακτριανής και πιθανώς και των κοντινών περιοχών, ίδρυσε το Ελληνικό βασίλειο της Βακτριανής όταν απόσχισε την περιοχή του από την δυναστεία των Σελευκιδών στο 250 π.Χ., και ανακυρήχθηκε ως Διόδοτος Α΄ της Βακτριανής. Οι αρχαίες πηγές που έχουν διασωθεί, έρχονται σε κάποια αντίθεση μεταξύ τους, και η ακριβής ημερομηνία της ανεξαρτησίας της περιοχής δεν έχει οριστικοποιηθεί. Η απλή λύση που ακολουθείται, είναι αυτή της υψηλής χρονολόγησης που αντιστοιχεί στο 255 π.Χ., και αυτή της χαμηλής που αντιστοιχεί στο 246 π.Χ. για την απόσπαση των περιοχών του Διοδότου.[1]Η υψηλή χρονολογία έχει το πλεονέκτημα πως εξηγεί γιατί ο ηγεμόνας των Σελευκιδών της εποχής, ο Αντίοχος Β΄, εξέδωσε πολύ λίγα νομίσματα στη Βακτριανή, μια και ο Διόδοτος θα είχε αντικαταστήσει την εξουσία του Αντίοχου εκεί.[2] Από την άλλη πλευρά, η χαμηλή χρονολόγηση του 246 π.Χ., έχει το πλεονέκτημα πως συνδέει την απόσχιση του Διοδότου με τον Τρίτο Συριακό Πόλεμο, μια καταστροφική πολεμική σύγκρουση για τη δυναστεία των Σελευκιδών.

Ο Διόδοτος, κυβερνήτης των χιλίων πόλεων της Βακτριανής (Λατινικά: Theodotus, mille urbium Bactrianarum praefectus‎), αποστάστησε και κύρηξε τον ευατό του βασιλέα, και όλοι οι υπόλοιποι λαοί της Ανατολής ακολούθησαν το παράδειγμα του και αποσχίστηκαν από τους Μακεδόνες (Ιουστίνος, XLI,4 [3])

Το νέο αυτό βασίλειο, ήταν εξαιρετικά αστικοποιημένο και θεωρούνταν ως ένα από τα πλουσιότερα της Ανατολής (opulentissimum illud mille urbium Bactrianum imperium "Η εξαιρετικά ευδαιμωνούσα αυτοκρατορία των Βακτρίων των χιλίων πόλεων" Ιουστίνος, XLI,1 [4]), και επρόκειται να μεγαλώσει ακόμα περισσότερο σε δύναμη και γεωγραφική επέκταση προς ανατολή και δύση:

Κατάλοιπα της Ελληνιστικής πρωτεύουσας στο Μπάλκ, Βακτριανή
Οι Έλληνες που προκάλεσαν την εξέγερση της Βακτριανής, έγιναν τόσο ισχυροί λόγω της γονιμότητας της γης της οποίας έγιναν οι κυρίαρχοι, όχι μόνο της Αρίας, αλλά και της Ινδίας, όπως ο Απολλόδωρος της Αρτεμισίας λέει, και περισσότερες φυλές κατέκτησαν αυτοί παρά ο Αλέξανδρος...Οι πόλεις τους ήταν τα Βάκτρα [επίσης και Ζαριάσπα, από το όνομα του ποταμού με το ίδιο όνομα που κυλάει από την περιοχή και ενώνεται με τον Ώξο], και την Δαράψα, και αρκετές άλλες. Ανάμεσα σε αυτές είναι και η Ευκρατιδεία[5], η οποία ονομάστηκε έτσι από τον κυβερνήτη της. (Στράβων, XI.XI.I [6])

Το 247 π.Χ., η Πτολεμαϊκή αυτοκρατορία, κατέλαβε την πρωτεύουσα των Σελευκιδών, την Αντιόχεια. Με το κενό εξουσίας που ακολούθησε, ο σατράπης της Παρθίας κύρηξε ανεξαρτησία από τους Σελευκίδες, κάνοντας τον ευατό του βασιλιά. Μια δεκαετία αργότερα, ηττήθηκε και φονεύτηκε από τον Αρσάκη της Παρθίας, έναν άλλο διεκδικητή του νέου θρόνου, ο οποίος ως ο νεός ηγεμόνας εξέλιξε το βασίλειο αυτό στην Παρθική αυτοκρατορία των Αρσακιδών. Αυτό απέκοψε τη Βακτριανή από την επαφή με τον υπόλοιπο Ελληνικό κόσμο. Οι επίγειες εμπορικές διαδρομές συνέχισαν με μειωμένο ρυθμό, ενώ το θαλάσσιο εμπόριο μεταξύ της Ελληνιστικής Αιγύπτου των Πτολεμαίων και της Βακτριανής αναπτύχθηκε.

Τον Διόδοτο διαδέχτηκε ο γιός του, Διόδοτος Β΄, ο οποίος σύναψε συμμαχία με τον Πάρθη Αρσάκη στην διαμάχη του εναντίον του Σελεύκου Β΄ ο οποίος προσπάθησε να επανακτήσει για τους Σελευκιδείς την αποσχισμένη περιοχή της Βακτριανής:

Σύντομα μετά, ανακουφισμένος από τον θάνατο του Διοδώτου, ο Αρσάκης έκανε ειρήνη και συμφώνησε σε συμμαχία με τον γιό του, επίσης με το όνομα Διόδωτος, και λίγο καιρό αργότερα πολέμησε εναντίον του Σέλευκου ο οποίος ήρθε για να τιμωρήσει τους επαναστάτες, και υπερίσχυσε, οι Πάρθες πανυγηρίσαν τη μέρα ως αυτή που σημάδεψε την αρχή της ελευθερίας τους. (Ιουστίνος, XLI,4)[7]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. J. D. Lerner, The Impact of Seleucid Decline on the Eastern Iranian Plateau: the Foundations of Arsacid Parthia and Graeco-Bactria, (Stuttgart 1999)
  2. F. L. Holt, Thundering Zeus (Berkeley 1999)
  3. ΙουστίνοςXLI, παράγραφος 4
  4. ΙουστίνοςXLI, παράγραφος 1
  5. πιθανώς η σημερινή Κουαρσί (Qarshi), Encyclopaedia Metropolitana: Or Universal Dictionary of Knowledge, Volume 23, edited by Edward Smedley, Hugh James Rose, Henry John Rose, 1923, page 260, states: "Eucratidia, named from its ruler, (Strabo, xi. p. 516.)
  6. ΣτράβωνXI.XI.I
  7. ΙουστίνοςXLI