Κλασική εποχή

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Η Νότια πλευρά του Παρθενώνα, Αθήνα
Acropolis-panorama-night.jpg

Ελληνική Ιστορία

Κυκλαδικός πολιτισμός
Μινωικός πολιτισμός
Μυκηναϊκός πολιτισμός
Γεωμετρική εποχή
Αρχαϊκή εποχή
Κλασική εποχή
Ελληνιστική εποχή
Ρωμαϊκή περίοδος
Βυζαντινή περίοδος
Οθωμανική περίοδος
Νεότερη Ελλάδα
Σχετικά
Αρχαία ελληνική γραμματεία
Ελληνική γλώσσα
Ονομασίες Ελλήνων

Η κλασική εποχή (479 π.Χ.-323 π.Χ.) είναι χρονική περίοδος της αρχαίας ελληνικής ιστορίας και ονομάστηκε έτσι λόγω των υψηλών επιτευγμάτων που σημειώθηκαν κατά την περίοδο αυτή στο χώρο του πολιτισμού.

Τα ιστορικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα της εποχής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο 5ος και ο 4ος αιώνας π.Χ. είναι η εποχή της ακμής ορισμένων πόλεων-κρατών και της μετέπειτα επικράτησης της Μακεδονίας. Ο 5ος αιώνας είναι ο αιώνας της σταθερότητας, καθώς όλος ο ελληνικός κόσμος οργανώνεται σε συμμαχίες γύρω από το δίπολο Αθήνα-Σπάρτη. Ο 4ος αιώνας είναι ο αιώνας της πολυδιάσπασης των δυνάμεων του ελληνικού κόσμου (με τη σπαρτιατική, έπειτα τη θηβαϊκή ηγεμονία και στη συνέχεια τη Β’ αθηναϊκή συμμαχία), με αποτέλεσμα την αστάθεια, τις συχνές περσικές παρεμβάσεις αλλά και τη διαμόρφωση της πανελλήνιας ιδέας, με κύριο εκπρόσωπο τον Ισοκράτη, ο οποίος αναζητούσε έναν ισχυρό ηγεμόνα για να συνενώσει τους Έλληνες εναντίον των Περσών. Τότε διατυπώθηκε και η άποψη περί μίας εξέχουσας προσωπικότητας που άνοιξε το δρόμο για την επικράτηση της μοναρχίας επί του συστήματος πολιτικής οργάνωσης των πόλεων-κρατών. Η ελληνική συνείδηση είχε διαμορφωθεί ήδη την πρώιμη αρχαϊκή εποχή. Πρώτη γραπτή μαρτυρία είναι ο όρος πανέλληνες που απαντάται στον Ησίοδο, περί το 700 π.Χ..

Μορφές διακρατικών σχέσεων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Την περίοδο αυτή συναντάμε την ανάπτυξη όλων των μορφών διακρατικών σχέσεων μεταξύ των ελληνικών κρατών, τόσο πολιτικών όσο και θρησκευτικών ενώσεων. Συνήφθησαν, λοιπόν:

  • διμερείς συνθήκες, με επίσημη ονομασία συνθήκη
  • πολυμερείς συμμαχίες
  • συνοικισμοί πόλεων
  • ομοσπονδιακά κράτη και
  • θρησκευτικές ενώσεις, με κατ’ εξοχήν την αμφικτιονία των Δελφών.

Πιο σημαντικές ήταν οι πολυμερείς ενώσεις διότι συνένωναν μεγαλύτερα τμήματα του ελληνικού χώρου και ήταν πιο αποτελεσματικές από οργανωτική άποψη, όπως π.χ. η Α’ αθηναϊκή συμμαχία.

Αυξημένη χρήση γραπτού λόγου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από το τέλος των Περσικών Πολέμων έχουμε ευρεία χρήση του γραπτού λόγου: στην τραγωδία και στην αύξηση του αριθμού των δημόσιων και ιδιωτικών επιγραφών. Καθιερώθηκε, ακόμη, η αποτύπωση του εθνικού ονόματος στον οπισθότυπο των νομισμάτων (το εθνικό όνομα παραγόταν από τοπωνύμια ή από ευρύτερες γεωγραφικές περιοχές). Συνέβαλε η λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος και οι πολυμερείς σχέσεις. Οι πολιτικές συνθήκες οδήγησαν στην ανάπτυξη καινούργιων ειδών γραπτού λόγου, όπως η αττική πεζογραφία και το δράμα. Νέα είδη του γραπτού λόγου είναι η ιστοριογραφία (δημιούργημα της πρώιμης κλασικής περιόδου), το δοκίμιο, η βιογραφία, το μυθιστόρημα. Τα θέματα του δράματος είναι σύγχρονα γεγονότα και καταστάσεις (π.χ. η «Μιλήτου άλωσις», οι «Πέρσαι») όπως και οι κωμωδίες του Αριστοφάνη. Ο Ηρόδοτος συγγράφει την ιστορία των περσικών πολέμων και ο Θουκυδίδης αυτήν του Πελοποννησιακού πολέμου. Ο Ξενοφώντας συνεχίζει τη διήγηση του Θουκυδίδη μέχρι το 362 π.Χ..

Η πολιτική φιλοσοφία ασχολείται με ζητήματα πολιτικής πράξης και θεωρίας. Οι ρήτορες εκφωνούν λόγους για πραγματικά ζητήματα της εξωτερικής και της εσωτερικής πολιτικής κατάστασης. Οι επιστήμες αναπτύσσονται ιδιαίτερα εκείνη την περίοδο, κυρίως η ιατρική, τα μαθηματικά, η φιλοσοφία.

Ιωνική Επανάσταση (499-493 π.Χ.)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Ιωνική Επανάσταση

Η Ιωνική Επανάσταση εναντίον των Περσών έδωσε την αφορμή για τους Περσικούς Πολέμους, δηλαδή την εμπλοκή της Ελλάδας σε πόλεμο με την Περσία. Οι περισσότερες ιωνικές πόλεις ανήκαν σε σατραπεία της περσικής αυτοκρατορίας ήδη από το 545 π.Χ. Το 499 π.Χ. ξεκίνησε η εξέγερση των ιωνικών πόλεων με αφετηρία τη Μίλητο και τον τύραννο της πόλης Αρισταγόρα. Γρήγορα επεκτάθηκε σε όλες τις πόλεις της δυτικής Μικράς Ασίας και στην Κύπρο. Ο Αρισταγόρας ζήτησε βοήθεια από την Ελλάδα και επισκέφθηκε το χειμώνα του 499 ή 498 π.Χ. το Σπαρτιάτη βασιλιά Κλεομένη Α’, αλλά δεν βρήκε ανταπόκριση. Τελικά,όμως, δέχτηκαν να συνδράμουν η Αθήνα και η Ερέτρια, που έστειλαν προς ενίσχυση των επαναστατών της Ιωνίας 20 και 5 πλοία αντίστοιχα. Οι δυνάμεις αυτές ηττήθηκαν το 498 π.Χ. στην Έφεσο και όσοι επέζησαν επέστρεψαν στην Ελλάδα. Το 494 π.Χ. η Μίλητος αλώθηκε από τους Πέρσες και εντός του 493 π.Χ. η περσική κυριαρχία αποκαταστάθηκε.

Το 492 π.Χ. ο Μαρδόνιος εκστράτευσε ανεπιτυχώς στη Μακεδονία.

Περσικοί πόλεμοι (490-479 π.Χ.)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Περσικοί πόλεμοι

Την περίοδο αυτή στην Ελλάδα, ισχυρότερη δύναμη ήταν η Σπάρτη, ως ηγεμονική δύναμη της Πελοπονησιακής συμμαχίας, ενώ παράλληλα, στην Αθήνα ανερχόμενη πολιτική δύναμη ήταν η αντιπερσική πολιτική παράταξη, με κυριότερο εκφραστή το Θεμιστοκλή. Ο Θεμιστοκλής ήταν άρχων το 493-492 π.Χ. και υποστήριξε σθεναρά τη ναυπήγηση στόλου και την επάνδρωση των πλοίων με θήτες.

Το 490 π.Χ. έλαβε χώρα η πρώτη περσική εκστρατεία, με επικεφαλής τους Πέρσες στρατηγούς, το Δάτη και τον Αρταφέρνη. Υπέταξαν διαδοχικά τη Νάξο, την Κάρυστο και την Ερέτρια (που καταλήφθηκε με προδοσία). Όταν αποβιβάστηκαν στην Αττική ακολούθησε η αποφασιστική Μάχη του Μαραθώνα που έλαβε χώρα το Σεπτέμβριο του 490 π.Χ. Σε αυτήν πανδημεί οι Αθηναίοι με το Μιλτιάδη στην ανώτατη διοίκηση (ο οποίος είχε επισκιάσει και τον πολέμαρχο Καλλίμαχο) και με την υποστήριξη των Πλαταιέων νίκησαν τους Πέρσες. Οι Σπαρτιάτες κατέφτασαν εκ των υστέρων στο πεδίο των επιχειρήσεων. Σχετικό επίγραμμα για τους Αθηναίους νεκρούς της μάχης έγραψε ο Σιμωνίδης ο Κείος.

Άγαλμα του Λεωνίδα, στο μνημείο της μάχης των Θερμοπυλων

Ήδη το 493-492 με την προτροπή του Θεμιστοκλή άρχισε η ναυπήγηση νέων πλοίων με τα χρήματα από τα μεταλλεύματα του Λαυρίου. Ο ίδιος θεωρούσε ότι ο στόλος θα αποτελέσει αποφασιστικό παράγοντα σε επικείμενη σύγκρουση με τους Πέρσες. Ο νέος αθηναϊκός στόλος, αποτελούμενος από 180 νέες τριήρεις και από 100 παλιές πεντηκοντόρους, καθιστούσε την Αθήνα πρώτη ναυτική δύναμη στην Ελλάδα, και ήταν έτοιμος το 481 π.Χ. Το ίδιο έτος οι αντιπερσικές ελληνικές δυνάμεις δημιούργησαν την ελληνική συμμαχία των περσικών πολέμων, γνωστή από τον Ηρόδοτο με την ονομασία «Έλληνες». Ο Ξέρξης ο Α’ βασιλιάς των Περσών τέθηκε επικεφαλής της εκστρατείας που ξεκίνησε από τις Σάρδεις, πέρασε τον Ελλήσποντο και έθεσε υπό την κυριαρχία του τη Μακεδονία. Εν συνεχεία οι περσικές δυνάμεις προχώρησαν χωρίς να συναντήσουν ιδιαίτερη αντίσταση, αφού η Θεσσαλία και η Θήβα είχαν μηδίσει, δηλαδή είχαν αποδεχτεί τους Πέρσες. Συγκρούστηκαν με ελληνικές δυνάμεις στις Θερμοπύλες με 4.000 Πελοποννήσιους, εκ των οποίων οι 300 Σπαρτιάτες με επικεφαλής τον Λεωνίδα, και 3.000 από στρατιωτικά τμήματα από τη Λοκρίδα τη Φωκίδα καθώς και Θεσπιείς. Τελικά μετά την προδοσία από τον Εφιάλτη, στο πεδίο της μάχης παρέμειναν ως το τέλος οι 300 Σπαρτιάτες και οι 700 Θεσπιείς οι οποίοι και έπεσαν ηρωικά.

Ενώ συνεχιζόταν η κάθοδος των Περσών, οι Αθηναίοι εκκένωσαν την πόλη τους και η τελική αναμέτρηση δόθηκε στη θάλασσα, με τη ναυμαχία της Σαλαμίνας, που κατέληξε σε περήφανη νίκη του ελληνικού στόλου. Ο Ξέρξης απογοητευμένος, επέστρεψε στην Περσία και αρχηγός του περσικού στρατού ανέλαβε ο Μαρδόνιος.

Την άνοιξη του 479 π.Χ. ο Μαρδόνιος εισέβαλε στην Αττική και με τη μάχη στις Πλαταιές στα τέλη του 479 π.Χ., νίκησαν οι ΄Ελληνες. Αυτό ήταν και το τέλος των επιθετικών πολέμων των Περσών. Οι 31 πόλεις που συμμετείχαν στον αντιπερσικό συνασπισμό, αφιέρωσαν στο ναό του Απόλλωνα στους Δελφούς ένα χρυσό τρίποδα που υποβασταζόταν από τρεις χάλκινους όφεις. Τον τρίποδα τον έλιωσαν αργότερα οι Φωκείς, διασώθηκε, όμως, η στήλη των όφεων, η οποία μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη όπου και βρίσκεται σήμερα.

Τον Αύγουστο 479 π.Χ. ο Σπαρτιάτης βασιλιάς Λεωτυχίδης, νίκησε τον περσικό στόλο στη Μυκάλη και ο Ξάνθιππος πολιόρκησε και κατέλαβε τη Σηστό το φθινόπωρο του ίδιου έτους. Το 480 π.Χ. στην Ιμέρα της βόρεια Σικελίας σημειώθηκε μία σημαντική νίκη των Ελλήνων υπό τον Γέλωνα τύραννο των Συρακουσών επί των Καρχηδονίων αντιπάλων τους.

Η «χρυσή» πεντηκονταετία (479-431 π.Χ.)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι στρατιωτικές περσικές βάσεις παρέμεναν στην Ηιόνα και στο Δωρίσκο καθώς και μικρότερες φρουρές σε άλλα σημεία του βορείου Αιγαίου. Για την απελευθέρωση των ελληνικών πόλεων της Μικράς Ασίας απαιτούνταν επιθετικοί πόλεμοι. Η Σπάρτη ήταν μία συμβατική στρατιωτική δύναμη που διέθετε μόνο ισχυρό πεζικό και δεν ήταν διατεθειμένη να αναλάβει επιθετικές επιχειρήσεις. Οι τελευταίες κοινές επιχειρήσεις των Σπαρτιατών με τους υπόλοιπους Έλληνες ήταν εναντίον του Βυζαντίου (478) και στην Κύπρο (478). Το φθινόπωρο του 478 ιδρύθηκε η Α’ Αθηναϊκή συμμαχία. Για μία πεντηκονταετία, ο ευδιάκριτος ανταγωνισμός Αθήνας -Σπάρτης και η ισορροπία δυνάμεων οδήγησε σε σχετική ειρήνη.

Οι σημαντικότερες εξελίξεις έλαβαν χώρα στην Αθήνα. Επρόκειτο για πολιτικές εξελίξεις, επί μέρους αλλαγές του πολιτικού συστήματος που είχε εισηγηθεί ο Κλεισθένης. Κατ’ αρχάς, το 487 π.Χ. άλλαξε ο τρόπος εκλογής των αρχόντων. Ενώ ως τότε εκλέγονταν απευθείας από την Εκκλησία του δήμου, τώρα προηγούνταν εκλογή των υποψηφίων ανάμεσα στους οποίους γινόταν κλήρωση. Η δεύτερη αλλαγή είναι οι μεταρρυθμίσεις του Εφιάλτη, αρχηγού των δημοκρατικών, το 462 π.Χ. με τις οποίες αφαιρέθηκαν οι πολιτικές αρμοδιότητες από τον Άρειο Πάγο και αυξήθηκε ο έλεγχος των αρχόντων με τρεις νέους θεσμούς, μετά την έγκριση της εκκλησίας του δήμου. Η επιτροπή της Βουλής των 500 όπου καλούνταν για απολογία ο υπό κατηγορία άρχοντας, οι λογισταί που εκλέγονταν από την Εκκλησία για να διαχειρίζονται τα χρήματα και οι θεσμοθέται για δίκη στο δικαστήριο. Ο έλεγχος των αρχόντων γινόταν εκ των προτέρων μέσω της δοκιμασίας και μέσω της εισαγγελίας, μήνυσης για παράβαση καθήκοντος. Στον Άρειο Πάγο έμειναν μόνο οι δίκες φόνου και ηθικού χαρακτήρα.

Τον Εφιάλτη, μετά τη δολοφονία του, διαδέχθηκε στην ηγεσία της παράταξης των δημοκρατικών ο Περικλής, ο οποίος καθιέρωσε τη μισθοδοσία των αξιωματούχων (π.χ. βουλευτών, στρατηγών) και το 457 π.Χ. χορηγήθηκε το δικαίωμα κλήρωσης για τους εννέα άρχοντες και στους ζευγίτες. Τα αξιώματα για τους 500 ήταν οι ταμίαι της Αθηνάς, οι στρατηγοί και οι Ελληνοταμίαι, που διαχειρίζονταν τα οικονομικά της συμμαχίας.

Το 477 ιδρύθηκε η Α' Αθηναϊκή συμμαχία, που περιλάμβανε τις παράλιες πόλεις και τα νησιά του βορείου Αιγαίου, της Προποντίδας ως το Βυζάντιο, των ακτών της Μικράς Ασίας και, στη μεγάλη της ακμή, της νότιας Μικράς Ασίας ως την Παμφυλία και όλα σχεδόν τα νησιά του Αιγαίου. Κατά τη διάρκεια των ετών 478-405 σημειώθηκαν αποστασίες στους κόλπους της συμμαχίας. Η Αθήνα επανέφερε με τη βία στη συμμαχία όσες πόλεις είχαν αποστατήσει, κάτι που δεν θα συνέβαινε, αρχικά τουλάχιστον, στη Β’ αθηναϊκή συμμαχία.

Τις αρχές της οργάνωσης της συμμαχίας τις πληροφορούμαστε από το Θουκυδίδη (Α, 96-97). Του συμμαχικού στρατού ηγήθηκε ο Κίμων, ο οποίος κατάφερε να εκδιώξει τους Πέρσες από την Ηιόνα και έλεγξε έτσι ολόκληρο το Αιγαίο. Αποκατέστησε την ασφάλεια της ναυσιπλοϊας, απαλλάσσοντας π.χ. τη Σκύρο από τους πειρατές των οποίων ήταν βάση. Επεξέτεινε τη συμμαχία ως την Παμφυλία και, το 476 π.Χ. μετά τη μάχη στον Ευρυμέδοντα, η Αθήνα έφτασε στο απώτατο όριο της κυριαρχίας της.

Παράλληλα, έχουμε μία μεταβολή στο χαρακτήρα της συμμαχίας, λόγω δύο γεγονότων. Το πρώτο ήταν η μεταφορά του ταμείου της συμμαχίας από τη Δήλο στην Αθήνα, το 454 π.Χ. Το δεύτερο ήταν οι δυσβάσταχτοι φόροι που επέβαλαν στους συμμάχους τους.

Το 450 π.Χ., συμφωνήθηκε η Καλλίειος ειρήνη στη βάση του ισχύοντος status quo.

Πελοποννησιακός πόλεμος (431-404 π.Χ.)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Πελοποννησιακός πόλεμος απλώθηκε σε μεγάλο μέρος του ελληνικού χώρου. Αίτιο κατά το Θουκυδίδη ήταν το δέος της Σπάρτης προς την Αθήνα, δηλαδή ο ανταγωνισμός μεταξύ των δύο μεγάλων ελληνικών πολιτικών δυνάμεων της εποχής. Πριν ξεσπάσει, προηγήθηκαν γεγονότα τα οποία προκάλεσαν την αντίδραση της Σπάρτης. Τρεις ήταν οι αφορμές για την έναρξη του πολέμου:

  • Τα Κερκυραϊκά: το 435 π.Χ. σημειώθηκε στάση στην Επίδαμνο, αποικία των Κορινθίων και το 433 π.Χ. συμφωνήθηκε συμμμαχία Αθήνας-Κέρκυρας.
  • Τα Ποτειδαιακά: το 432 π.Χ. η Ποτείδαια αποστάτησε από την Αθηναϊκή Συμμαχία υποκινούμενη από τον Περδίκκα, βασιλιά της Μακεδονίας.
  • Το Μεγαρικό ψήφισμα του 432 π.Χ. με το οποίο απαγορεύθηκε στους Μεγαρείς να πωλούν προϊόντα στα λιμάνια των μελών της Αθηναϊκής Συμμαχίας.

Η περίοδος 431-421 ονομάζεται Αρχιδάμειος πόλεμος, από το όνομα του βασιλιά της Σπάρτης Αρχίδαμου του Β’, και έληξε με την ισορροπία ωφελειών και απωλειών και από τις δύο πλευρές όπως αυτήν αποτυπώθηκε στη Νικίειο ειρήνη, η οποία συμφωνήθηκε παρά τη θέληση Κορινθίων και Βοιωτών και αποδείχθηκε προσωρινή. Όμως, ένα ασήμαντο αρχικά γεγονός επηρέασε το συσχετισμό δυνάμεων. Η μικρή σικελική πόλη Έγεστα αντιμετώπιζε προβλήματα και ζήτησε τη βοήθεια των Αθηναίων. Η Σικελική εκστρατεία του 415 π.Χ. οργανώθηκε από τους Αθηναίους, με επικεφαλής τους στρατηγούς Νικία, Λάμαχο και Αλκιβιάδη, οι οποίοι στάλθηκαν για βοήθεια της Έγεστας και των Λεοντίνων εναντίον των φιλοσπαρτιατικών Συρακουσών. Η εκστρατεία έληξε το 413 π.Χ. με ολοσχερή καταστροφή του αθηναϊκού εκστρατευτικού σώματος.

Το 413 π.Χ. ο Σπαρτιάτης βασιλιάς κατέλαβε τη Δεκέλεια και η πολιτική δύναμη της Αθήνας αποδυναμώθηκε, κάτι που οδήγησε στην αποστασία πολλών πόλεων το διάστημα 413-411 π.Χ. Οι συγκρούσεις μεταφέρθηκαν στο βόρειο και βορειοανατολικό Αιγαίο. Παρόλη την εξασθένηση της αθηναϊκής ισχύος δε γνωρίζουμε ποια θα ήταν η έκβαση του πολέμου αν δε συναπτόταν η συμμαχία Σπάρτης-Περσίας. Στην Αθήνα συνέβη μία σύντομη πολιτική μεταβολή: στις 7 Ιουνίου 411 π.Χ. συνέβη μια ολιγαρχική πολιτειακή αλλαγή, γνωστή ως Τετρακόσιοι, η οποία παρέμεινε στην εξουσία μέχρι το Σεπτέμβριο του ίδιου έτους. Η πλήρης αποκατάσταση του δημοκρατικού πολιτεύματος έγινε το 410 π.Χ. με τη νίκη του Αλκιβιάδη και του αθηναϊκού στόλου στην Κύζικο, οπότε και οι θήτες ζήτησαν πλήρη πολιτικά δικαιώματα.

Στις 4 Φεβρουαρίου 411 π.Χ. συνθήκη μεταξύ Σπάρτης και Περσικής αυτοκρατορίας προέβλεπε οικονομική υποστήριξη στον κατά θάλασσα πόλεμο, κάτι που χρησιμοποιήθηκε αποτελεσματικά από τον Λύσανδρο, βασιλιά της Σπάρτης. Το 407 π.Χ. ο Κύρος έγινε σατράπης της Μικράς Ασίας και προσέγγισε τον Λύσανδρο.

Τον Αύγουστο 406 π.Χ. έλαβε χώρα η ναυμαχία των Αργινουσών, στην οποία νίκησαν οι Αθηναίοι και σκοτώθηκε ο Σπαρτιάτης ναύαρχος Καλλικρατίδας, βυθίστηκαν 70 πλοία και πνίγηκαν 1400 άνδρες, όμως έξι Αθηναίοι στρατηγοί καταδικάστηκαν γι' αυτό σε θάνατο. Το θέρος του 404 π.Χ., μετά τη βαριά ήττα στους Αιγός Ποταμούς, οι Αθηναίοι αποδέχτηκαν τη νίκη των Σπαρτιατών με τους εξής όρους:

  • να κατεδαφιστούν τα Μακρά τείχη
  • να παραδώσουν οι Αθηναίοι όλο το στόλο τους εκτός από 12 πλοία
  • να επιστρέψουν οι πολιτικοί εξόριστοι
  • να ακολουθούν οι Αθηναίοι τους Σπαρτιάτες στις εκστρατείες

Επίσης, ο Λύσανδρος επέβαλε στην Αθήνα την τυραννική διακυβέρνηση των Τριάκοντα και σπαρτιατική φρουρά στην Ακρόπολη, ενώ στις στις υπόλοιπες πόλεις επέβαλλε δεκαρχίες. Όμως, ο δημοκρατικός Αθηναίος Θρασύβουλος μαζί με άλλους εξόριστους δημοκρατικούς κατέλαβαν δήμους-φρούρια της Αττικής και, είτε με στρατολογήσεις είτε με εφήβους, κατάφεραν να ανατρέψουν επί των τριάκοντα. Τότε, ο Παυσανίας και δύο έφοροι, σε αντίθεση με τον Λύσανδρο, υποστήριξαν την πολιτική συμφιλίωσης με παροχή αμνηστίας και για τις δύο πλευρές.

Πληθυσμιακές εξελίξεις στη Σπάρτη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ιστορική εξέλιξη της Σπάρτης επηρέασε την στρατιωτική ικανότητα της πόλης.

Αριθμός Πολιτών Έτος Πηγή
8000 480 π.Χ. Ηρόδοτος
περίπου 3500 418 π.Χ. Θουκυδίδης
περίπου 2500 394 π.Χ. Ξενοφών
1500 371 π.Χ. Ξενοφών
700 περ. μέσα 3ου αιώνα π.Χ. Άγις Δ'

Κατά την αρχαιοελληνική παράδοση, ο Λυκούργος με την κατανομή κλήρων δημιούργησε ένα σώμα 9000 πολιτών. Το αίτιο της μείωσης του αριθμού των πολιτών κατά την κλασική εποχή δεν είναι γνωστό. Ίσως, η εξέλιξη αυτή να σχετίζεται με τον τρόπο μεταβίβασης της γης εκτός του πλαισίου του κληρονομικού νόμου. Φαίνεται ότι κάποια στιγμή (άγνωστο πότε) κατέστη δυνατή και με άλλους τρόπους, πέραν του κληρονομικού, η μεταβίβαση γης. Οι αλλαγές οδήγησαν σε απώλεια γης και σε αδυναμία συμμετοχής στα συσσίτια και απώλεια της ιδιότητας του πολίτη. Το 424 π.Χ., ο Βρασίδας είχε στη διάθεσή του 1000 μισθοφόρους και 700 είλωτες με οπλιτικό οπλισμό, κάτι που έγινε για πρώτη φορά τότε. Όσοι από αυτούς τους είλωτες επέζησαν απελευθερώθηκαν το 421 π.Χ., με τη Νικίειο ειρήνη και είναι γνωστοί ως ‘βρασίδειοι’. Το 421 π.Χ. για πρώτη φορά μαρτυρείται ο όρο νεοδαμώδεις, οι οποίοι στο εξής χρησιμοποιούνται σε μακρινές στρατιωτικές επιχειρήσεις ή σε φρουρές. Ήταν είλωτες που απελευθερώθηκαν και συμπλήρωναν το στρατό, εφόσον πληρούσαν τις ανάλογες φυσικές προϋποθέσεις, μετά από ταχεία στρατιωτική προετοιμασία. Το 400-395 π.χ. ο στρατός της Σπάρτης στη Μικρά Ασία περιλάμβανε νεοδαμώδεις. Η σημαντική μείωση του αριθμού των πολιτών εξηγεί και την ήττα του σπαρτιατικού στρατού στα Λεύκτρα.

Σπαρτιατική ηγεμονία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η σπαρτιατική ηγεμονία χρονικά εκτείνεται από το τέλος του πελοποννησιακού πολέμου (404 π.Χ.) μέχρι τη μάχη των Λεύκτρων (371 π.Χ.), κατά την οποία η πόλη της Σπάρτης ήταν η κυρίαρχη πολιτική και στρατιωτική δύναμη στον κόσμο των ελληνικών πόλεων, τις οποίες ηγεμόνευε.

Με το τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου, η Σπάρτη αποτέλεσε την ηγέτιδα δύναμη του ελληνικού κόσμου. Τα έτη 400 π.Χ.-395 π.Χ. ο Σπαρτιάτης βασιλιάς Αγησίλαος Β΄ διεξήγαγε επιχειρήσεις στην Ιωνία για την υπεράσπιση των ελληνικών πόλεων από τους σατράπες των Σάρδεων, Τισσαφέρνη, και του Δασκυλείου, Φαρνάβαζο, διότι ο τελευταίος απαιτούσε οι ελληνικές πόλεις της περιοχής να του καταβάλλουν φόρο, κάτι που θα σήμαινε την υπαγωγή τους στην περσική διοίκηση.Εν τω μεταξύ, στην ηπειρωτική Ελλάδα ξέσπασε ο Κορινθιακός πόλεμος.

Το 395 π.Χ. δημιουργήθηκε ένας αντισπαρτιατικός συνασπισμός με την οικονομική υποστήριξη της Περσίας, αποτελούμενος από το Άργος, την Κόρινθο, την Αθήνα και τη Θήβα. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την ανάκληση του στρατού του Αγησιλάου από την Ιωνία. Το 394 π.Χ. δόθηκε μία ναυμαχία στην Κνίδο που οδήγησε στην ήττα του σπαρτιατικού από τον αθηναϊκό στόλο, με συνέπεια η Σπάρτη να μην ελέγχει πλέον το Αιγαίο. Ήταν το πρώτο γεγονός που έδωσε στην Αθήνα τη δυνατότητα να επανέλθει στο Αιγαίο και να ασκήσει πολιτική επιρροή στην περιοχή, αφού αποδεσμεύθηκε από τη συνθήκη του 404 π.Χ. και άρχισε να ανακτά την πολιτική της ισχύ. Το τέλος του πολέμου ήλθε με την Ανταλκίδειο ειρήνη ή ειρήνη του βασιλέως (φθινόπωρο του 387 π.Χ.), που επικυρώθηκε την άνοιξη του 386 π.Χ., που συμφωνήθηκε μεταξύ του Αρταξέρξη Β’ και του Σπαρτιάτη ναυάρχου Ανταλκίδα και ανακοινώθηκε στους εκπροσώπους των ελληνικών πόλεων από τον Τισσαφέρνη. Σύμφωνα με τους όρους της ειρήνης: οι ελληνικές πόλεις της Μικράς Ασίας μαζί με τις Κλαζομενές και η Κύπρος ανήκαν πλέον στον Αρταξέρξη οι υπόλοιπες πόλεις ήταν αυτόνομες, εκτός από τη Λήμνο, τη Σκύρο και την Ίμβρο, που αναγνωρίστηκαν ως αθηναϊκές κληρουχίες. Η Σπάρτη ανέλαβε την επίβλεψη της τήρησης των όρων.

Η αυτονομία κάθε πόλης δεν επέτρεπε πλέον τη δημιουργία ευρύτερων συνασπισμών. Έτσι, μετά την άνοιξη του 386 π.Χ. η Σπάρτη διέλυσε το κοινό των Βοιωτών και εγκατέστησε ένα ολιγαρχικό καθεστώς και μία σπαρτιατική φρουρά στην Καδμεία, την ακρόπολη της Θήβας. Το 382 π.Χ. η Σπάρτη κινήθηκε εναντίον του κοινού των Χαλκιδέων που είχε ως κέντρο την Όλυνθο. Ο Ολυνθιακός πόλεμος (382-379) έληξε με τη διάλυση του κοινού των Χαλκιδέων. Τα πράγματα, όμως, άρχισαν να μεταβάλλονται. Το Δεκέμβριο του 379 π.Χ. δημοκρατικοί Θηβαίοι εκδίωξαν τη σπαρτιατική φρουρά από την Καδμεία. η Θήβα, λοιπόν, ήταν η πρώτη πόλη στην οποία σημειώθηκε προσπάθεια με σκοπό να ελευθερωθεί και η υπόλοιπη Βοιωτία. Ακολούθησε πόλεμος ανάμεσα σε Βοιωτούς και Σπαρτιάτες, καθώς η Σπάρτη δεν αναγνώριζε τους Θηβαίους ως εκπρόσωπο του κοινού των Βοιωτών, πόλεμος ο οποίος έληξε με τη συντριπτική ήττα της Σπάρτης στη μάχη των Λεύκτρων το 371 π.Χ., που σήμανε και τη ληξη της σπαρτιατικής ηγεμονίας.

Θηβαϊκή ηγεμονία (371-362 π.Χ)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με τον όρο θηβαϊκή ηγεμονία εννοούμε την επέκταση της πολιτικής επιρροής της Θήβας εκτός των ορίων της Βοιωτίας. Η επίτευξη της ηγεμονίας προϋπέθετε την ανασύσταση της βοιωτικής ομοσπονδίας, κάτι που έλαβε χώρα την περίοδο 379-371 με την απελευθέρωση των βοιωτικών πόλεων. Ήδη από το 370 π.Χ. όλη η κεντρική Ελλάδα (Εύβοια, Φωκίς, Λοκρίς, Μαλίς, Αιτωλία, Ακαρνανία) από τη Βοιωτία στο νότο ως την Ακαρνανία στα δυτικά ήταν σύμμαχος της Θήβας. Μεταξύ των Θηβαίων που απελευθέρωσαν την πόλη από τη Σπάρτη ήταν ο Πελοπίδας και ο Επαμεινώνδας, οι οποίοι ως Βοιωτάρχαι (όρος αντίστοιχος του στρατηγού) επιχείρησαν ο Πελοπίδας προς βορρά και ο Επαμεινώνδας προς νότο. Στόχος των επιχειρήσεων του Πελοπίδα ήταν ο περιορισμός της ισχύος του τυράννου των Φερρών Αλέξανδρου και η ανασύσταση του Κοινού των Θεσσαλών. Η πρώτη εκστρατεία του Επαμεινώνδα ήταν και από τις σημαντικότερες. Ήδη μετά τη μάχη των Λεύκτρων ανασυστάθηκε το κοινό των Αρκάδων και σημειώθηκαν κινήματα εναντίον της Σπάρτης. Ο Επαμεινώνδας με το στρατό του προέλασε κατά μήκος του ποταμού Ευρώτα λεηλατώντας τη Λακωνία, κάτι που είχε ως άμεση συνέπεια την ίδρυση ανεξάρτητου μεσσηνιακού κράτους με κέντρο τη Μεσσήνη το 369 π.Χ. και τον περιορισμό της Σπάρτης στη Λακωνία, εντός των ορίων της πριν την κατάκτηση της Μεσσηνίας. Ο Επαμεινώνδας σκοτώθηκε το 362 π.Χ., στη μάχη της Μαντινείας.

Ο θάνατος του Επαμεινώνδα σήμανε το τέλος της Θηβαϊκής ηγεμονίας. Ο Πελοπίδας είχε ήδη σκοτωθεί το 364 π.Χ. (?) κατά τη διάρκεια εκστρατείας στη Θεσσαλία εναντίον του τυράννου των Φερρών Αλεξάνδρου.

Β’ Αθηναϊκή Συμμαχία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά τη μάχη της Κνίδου η Σπάρτη απώλεσε τον έλεγχο του Αιγαίου κάτι που διευκόλυνε την επάνοδο των Αθηναίων μέσω προσπαθειών αποκατάστασης των φιλικών σχέσεων με τις πόλεις και τα νησιά που ήταν μέλη της Α’ αθηναϊκής συμμαχίας. Αρχικά, πραγματοποιήθηκαν διμερείς συμφωνίες από το 384 π.Χ. και εξής. Η πρώτη συμφωνία έγινε με τη Χίο και σώζεται η επιγραφή της, η οποία περιέχει και τον όρο της αυτονομίας και της ελευθερίας. Ο αρχικός πυρήνας της Β’ αθηναϊκής συμμαχίας ήταν οι πόλεις εκείνες που είχαν υπογράψει διμερή συνθήκη με την Αθήνα (Χίος, Μυτιλήνη, Μήθυμνα, Ρόδος, Βυζάντιο, Θήβα). Καθορίστηκαν οι αρχές λειτουργίας της συμμαχίας και η Αθήνα κάλεσε και τα άλλα ελληνικά κράτη να συμμετάσχουν. Σώζεται το μήνυμα του Αριστοτέλη, με το οποίο καλούνται και οι υπόλοιπες πόλεις για διεύρυνση της συμμαχίας.

Οι διαφορές της Α’ από τη Β’ Αθηναϊκή Συμμαχία ήταν οι εξής: στη Β’ λειτουργούσε πάντα το συνέδριο των συμμάχων και παράλληλα η εκκλησία του αθηναϊκού δήμου, σε διπλή λειτουργία. Δεν υπήρχε ετήσιος τακτικός φόρος, αλλά η σύνταξις. Δεν επιτρεπόταν σε Αθηναίους η κατοχή γης ή η παραμονή στρατού στις χώρες των συμμάχων. Η Β’ αθηναϊκή συμμαχία, λοιπόν, είχε συγκροτηθεί στη βάση της ισοτιμίας, αν και οι αρχές αυτές δεν τηρήθηκαν στη συνέχεια, με αποτέλεσμα την επιθυμία πολλών συμμάχων να αποστατήσουν. Σε μαρμάρινη στήλη αναγραφόταν οι όροι της συμμαχίας και στη συνέχεια τα ονόματα των κρατών που την αποτελούσαν. Χαρακτηριστικό είναι ότι περιλαμβανόταν και ο όρος για την ελευθερία και την αυτονομία κάθε πόλης, που αναφερόταν στην εξωτερική πολιτική και στην εσωτερική διοίκηση, για να μη προσκρούει στους όρους της Ανταλκιδείου ειρήνης. Η Β’ αθηναϊκή συμμαχία εκτεινόταν στον ίδιο σχεδόν χώρο με την πρώτη, δεν περιλάμβανε, όμως, τις πόλεις που κατά την Ανταλκίδειο ειρήνη υπάγονταν στην περσική διοίκηση.

Η Β’ αθηναϊκή συμμαχία συρρικνώθηκε μετά το Β’ συμμαχικό πόλεμο που σημειώθηκε λόγω της αποστασίας της Ρόδου της Χίου και του Βυζαντίου (357-355 π.Χ.). Μετά το τέλος του πολέμου η συμμαχία συρρικνώθηκε στο 1/3 του χώρου που κατείχε. Ό, τι απέμεινε απωλέσθηκε με τη μάχη στη Χαιρώνεια, σύμφωνα με την ειρήνη που ακολούθησε την ανεπιτυχή για τους Αθηναίους έκβαση της οποίας, καταλυόταν η συμμαχία και η Αθήνα διατηρούσε μόνο τις κληρουχίες της.

Τα ομοσπονδιακά κράτη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ήταν μία μορφή κρατικής οργάνωσης που για πρώτη φορά συναντάται στην ελληνική αρχαιότητα με παλαιότερο το Κοινό των Βοιωτών. Οι αρχαίοι Έλληνες απέδιδαν την οργάνωση αυτή με τους όρους: έθνος, κοινόν, συμπολιτεία ή χρησιμοποιώντας το εθνικό όνομα. Τα Κοινά αυτά προέκυψαν εξελικτικά.

Το γενικό σχήμα ήταν το εξής: υπήρχε μία κεντρική κυβέρνηση από τους αντιπροσώπους των πόλεων και τα εδάφη του ομοσπονδιακού κράτους διαιρούνταν εδαφικά σε επιμέρους γεωγραφικές ενότητες και η βάση των ομοσπονδιακών κρατών, οι πόλεις που το αποτελούσαν. Κάθε πόλη είχε τους δικούς της θεσμούς που συνυπήρχαν με αυτούς της κεντρικής κυβέρνησης. Οι σημαντικότεροι θεσμοί του κεντρικού κράτους: επικεφαλής ήταν ένα αξίωμα με πολιτικές και στρατιωτικές αρμοδιότητες, που συνήθως ονομαζόταν στρατηγός, αλλά υπάρχουν και άλλες ονομασίες (π.χ. οι βοιωτάρχαι του βοιωτικού κοινού). Υπήρχαν επίσης ένας ίππαρχος, ένας ναύαρχος και ένας γραμματεύς. Κατά κανόνα υπήρχε μία βουλή με προβλεπτικές αρμοδιότητες και μία πρωτοβάθμια συνέλευση. Ακόμη, υπήρχαν ομοσπονδιακοί νομογράφοι, που κατάρτιζαν και αναθεωρούσαν τους νόμους, ομοσπονδιακό δικαστήριο, ομοσπονδιακός στρατός, ομοσπονδιακό ταμείο, ομοσπονδιακό νόμισμα που έφερε επιγραφή του εθνικού ονόματος. Κέντρο κάθε κοινού ήταν η έδρα της κεντρικής κυβέρνησης πού, συνήθως, ήταν και θρησκευτικό κέντρο. Γνώρισμα των κοινών είναι η ύπαρξη διπλού πολιτικού δικαιώματος, π.χ. Αιτωλός εκ Καλυδώνος.

Το παλαιότερο ήταν το Βοιωτικό Κοινό, που δημιουργήθηκε περί το 525/520 π.Χ., καταλύθηκε το 386 π.Χ. και ανασυστάθηκε το 378 π.Χ. Μέχρι το 386 π.Χ. είχε μία ομοσπονδιακή βουλή και όχι πρωτοβάθμια συνέλευση, με επικεφαλής έντεκα βοιωτάρχας, δικαστήριο κάι μετά την ανασύστασή του το 378 π.Χ. είχαμε μεταβολές, αφού υπήρχε πλέον πρωτοβάθμια συνέλευση αλλά όχι βουλή και ο αριθμός των βοιωταρχών μειώθηκε σε επτά.

Οι Αμφικτυονίες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Αμφικτυονία

Η αμφικτυονία ήταν μία θρησκευτική ένωση κρατών που βρίσκονταν γεωγραφικά γύρω από ένα ή περισσότερα ιερά. Δεν είχαν πολιτικό χαρακτήρα, ανεξαρτήτως της εμπλοκής της δελφικής αμφικτυονίας σε δύο πολέμους. Η λέξη έχει δύο γραφές εκ των οποίων και οι δύο μαρτυρούνται στην αρχαιοελληνική παράδοση: αμφικτιονία (που προέρχεται από την πρόθεση αμφί και τη ρίζα κτι- [=κατοικώ][εκκρεμεί παραπομπή], π.χ. τα μέλη της αμφικτιονίας ονομάζονταν περικτίονες) και αμφικτυονία (από τη μυθολογική παράδοση, τον Αμφικτύονα).

Δεν γνωρίζουμε πολλά για την οργάνωση των αμφικτυονιών, αλλά έχουμε πολλές πληροφορίες για τη Δελφική Αμφικτυονία ή Αμφικτυονία των Πυλών και Δελφών, η οποία είχε δύο θρησκευτικά κέντρα: το ένα ήταν το ιερό της Δήμητρας και της Κόρης στις Πύλες και το άλλο ήταν το ιερό του Απόλλωνα στους Δελφούς. Ήταν σημαντική λόγω του ιερού, που ήδη από τον 8ο π.Χ. αιώνα είχε μεγάλη πολιτική και θρησκευτική σημασία. Ενεπλάκη σε δύο ιερούς πολέμους, τον τρίτο και τον τέταρτο. Σώθηκαν οι λογαριασμοί της οικονομικής διαχείρισης της ανοικοδόμησης του ναού που καταστράφηκε το 373 π.Χ. Αρχικά, η αμφικτιονία απλωνόταν γύρω από τις Πύλες και ήταν γνωστή ως αμφικτυονία των Πυλών. Αργότερα, εντάχθηκαν και οι Δελφοί στην αμφικτυονία, η οποία πλέον περιλάμβανε εντός των ορίων της το ιερό του Απόλλωνα και μετονομάστηκες σε Αμφικτυονία των Πυλών και των Δελφών, ίσως αμέσως μετά τον Α’ Ιερό πόλεμο.

Το γεγονός ότι η αμφικτυονία των Δελφών και των Πυλών είχε δώδεκα έθνη μέλη (Ανατολική και Δυτική Λοκρίδα, Φωκείς, Θεσσαλοί, Δωριείς, Ίωνες της Αττικής, Βοιωτοί, Μαλιείς, Αχαιοί, Μάγνητες, Αινιάνες και η πόλη των Δελφών) και όχι πόλεις δείχνει ότι ήταν παλιά αμφικτυονία. Το κάθε μέλος έστελνε δύο αντιπροσώπους στο αμφικτυονικό συνέδριο, αποτελούμενο από 24 αντιπροσώπους, οι οποίοι ονομάζονταν ιερομνήμονες και διαχειρίζονταν τα οικονομικά της συμμαχίας. Μεταβολή στη σύσταση του συνεδρίου επήλθε το 346 π.Χ., όταν οι Φωκείς αποβλήθηκαν από την αμφικτυονία και οι δύο θέσεις δόθηκαν στον Φίλιππο.

Μακεδονική κυριαρχία (338-323 π.Χ.)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η εσωτερική ανασυγκρότηση και η πολιτική της εξάπλωση της εξωτερικής επιρροής του μακεδονικού βασιλείου έλαβε χώρα κατά τη βασιλεία του Φιλίππου Β' (359-336 π.Χ.). Τα κύρια χαρακτηριστικά γνωρίσματα της εσωτερικής πολιτικής του Φιλίππου είναι η ανασυγκρότηση του κράτους, η βελτίωση των οικονομικών, η αναδιοργάνωση του στρατού, η ενίσχυση της κεντρικής εξουσίας. Όλα αυτά είχαν ως αποτέλεσμα η Μακεδονία πολύ γρήγορα να γίνει η ισχυρότερη δύναμη στην Ελλάδα. Η εξωτερική πολιτική του είχε εξής κατευθύνσεις:

  • Προς βορειοδυτικά, το 358 π.Χ. εκστράτευσε στην Παιονία, δηλαδή την περιοχή εκατέρωθεν του άνω ρου του Αξιού ποταμού (κατά το μεγαλύτερο μέρος ανήκει στη σημερινή ΠΓΔΜ) και νίκησε το βασιλιά των Παιόνων. Το 355 π.Χ. εκστράτευσε ξανά εναντίον των Παιόνων και κατέστησε υποτελή το βασιλιά τους Λύκκειο. Το θέρος του 338? π.Χ. νίκησε τους Ιλλυριούς που είχαν εισβάλει στην Άνω (Δυτική) Μακεδονία.
  • Ανατολικά του Στρυμώνα έπληξε ζωτικά συμφέροντα της Αθήνας διότι το βόρειο Αιγαίο (από τη Μεθώνη και την Πύδνα μέχρι τον Ελλήσποντο) ήταν πεδίο επιρροής της Αθήνας, αφού οι πόλεις-κράτη της περιοχής του βορείου Αιγαίου ήταν μέλη της Β' Αθηναϊκής Συμμαχίας.
  • Στη νότια Ελλάδα, σταδιακά έθεσε υπό την επιρροή του τους Θεσσαλούς και αναμίχθηκε με επιδέξιο τρόπο στα πολιτικά πράγματα των πόλεων της Στερεάς Ελλάδας, μέσω της Δελφικής Αμφικτυονίας. Τελικά ήρθε σε σύγκρουση με συνασπισμό ελληνικών πόλεων κρατών του νότου (μεταξύ των οποίων η Κόρινθος, το Κοινό των Βοιωτών και η Αθήνα) και τους νίκησε στην αποφασιστική μάχη της Χαιρώνειας. Το 338 π.Χ. αμέσως μετά τη μάχη στη Χαιρώνεια, ο Φίλιππος κάλεσε όλα τα ελληνικά κράτη να στείλουν αντιπροσώπους στην Κόρινθο για να συζητήσουν και να διαμορφώσουν τους όρους μιας γενικής ειρήνης για την Ελλάδα. Εάν αξιολογήσουμε τους όρους παρατηρούμε ότι αποσκοπούν:
  1. στην ειρήνευση της Ελλάδας, την επικράτηση ασφάλειας και σταθερότητας και
  2. στη συνένωση της Ελλάδας υπό την ηγεμονία του Φιλίππου, με τρόπο ώστε αφ’ ενός να υπάρχει ένας θεσμός που να αντιμετωπίζει κάθε ενδεχόμενη μορφή διατάραξης (συνέδριο) και αφ’ ετέρου να ενοποιηθούν οι στρατιωτικές δυνάμεις του ελληνικού κόσμου, μ έναν απώτερο στόχο, που δεν είχε διατυπωθεί.

Το συνέδριο συγκλήθηκε για δεύτερη φορά το Φεβρουάριο του 337 π.Χ. στην Κόρινθο και αποφασίστηκε η διεξαγωγή πολέμου εναντίον της περσικής αυτοκρατορίας και η ανάθεση στο Φίλιππο του τίτλου του στρατηγού αυτοκράτορα. Ο τίτλος αυτός απονεμόταν σε στρατηγούς ελληνικών πόλεων, συχνά στην Αθήνα, και σήμαινε πλήρη εξουσιοδότηση να ενεργήσει κατά την κρίση του χωρίς να απευθύνεται στο δήμο.

Το 336 π.Χ. δολοφονείται ο Φίλιππος αλλά ο γιος του Αλέξανδρος (ο επονομαζόμενος Μέγας) συνέχισε με την ίδια επιτυχία την πολιτική εδραίωσης της μακεδονικής κυριαρχίας στην Ελλάδα, η οποία επισφραγίστηκε με την καταστροφή της Θήβας και την εκ νέου σύγκληση του συνεδρίου στην Κόρινθο. Αυτή τη φορά ως στόχος ορίστηκε η από κοινού εκστρατεία εναντίον της Περσικής αυτοκρατορίας, την οποία και πραγματοποίησε. Με το θάνατό του το 323 π.Χ. συμβατικά τελειώνει η κλασική περίοδος.

Αρχαίες πηγές και ιστορικοί της εποχής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Περσικοί πόλεμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύγχρονες των γεγονότων των περσικών πολέμων πηγές είναι τα επιγράμματα του Σιμωνίδη από την Κέα και η τραγωδία του Αισχύλου «Πέρσαι» (472 π.Χ.). Μεταγενέστερες πηγές είναι ο Ηρόδοτος από την Αλικαρνασσό (485-425 π.Χ.), το έργο του οποίου «Ιστορίαι» έχει μεγάλη ιστορική αξία. Στο έργο του περιέγραψε τη σύγκρουση Ελλήνων και Περσών μέχρι την κατάληψη της Σηστού από τους Έλληνες (479 π.Χ.) Ο Κικέρων τον αποκάλεσε πατέρα της ιστορίας. Τα εννέα βιβλία του έργου έχουν τα ονόματα των εννέα Μουσών. Κεντρική ιδέα του έργου του Ηροδότου είναι η αντιπαλότητα Ελλήνων και Περσών, Ευρώπης και Ασίας. Επίσης, μας δίνει πληροφορίες και για τα γεγονότα του δευτέρου μισού του 6ου π.Χ. αιώνα. Η ιστορική του συγγραφή βασιζόταν στην αυτοψία, την προσωπική έρευνα και την προφορική παράδοση, πληροφορίες, δηλαδή, που έπαιρνε από πρόσωπα με γνώση των γεγονότων. Ταξίδεψε στον Εύξεινο Πόντο, τη Μικρά Ασία, τη Μεσοποταμία, τη Φοινίκη, την Αίγυπτο, στη Σικελία και στην Κάτω Ιταλία. Πληροφορίες για τους Περσικούς πολέμους έχουμε και σε δύο βίους του Πλουτάρχου, τον «Αριστείδη» και τον «Θεμιστοκλή».

Πεντηκονταετία 479-431 π.Χ.[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Για την πεντηκονταετία 479-431 έχουμε ελάχιστες σύγχρονες ιστορικές πηγές, π.χ. τις «Ευμενίδες» (458 π.Χ.) του Αισχύλου, που εξυμνούν τον Άρειο Πάγο ως θεσμό. Μεταγενέστερες ιστορικές πηγές είναι η ιστορική αναδρομή που προτάσσει της περιγραφής του Πελοποννησιακού πολέμου ο Θουκυδίδης, καθώς και μία σύντομη ιστορική σύνθεση στον Διόδωρο Σικελιώτη. Επίσης οι βίοι «Κίμων» και «Περικλής» του Πλουτάρχου.

Πελοποννησιακός πόλεμος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Για την περίοδο του Πελοποννησιακού πολέμου, σύγχρονη πηγή αποτελεί το έργο του Θουκυδίδη του Ολόρου από τον Αλιμούντα (πέθανε περί το 400 π.Χ.), ο οποίος είναι ο δημιουργός της θεματικής ιστορίας και θεμελιωτής της ιστοριογραφία ως επιστήμης. Το έργο του αποτελείται από 8 βιβλία. Στο πρώτο κάνει μία αναδρομή στο ιστορικό παρελθόν του μινωικού και του μυκηναϊκού πολιτισμού, των οποίων κάνει μία γενική περιγραφή. Δεν ολοκλήρωσε το έργο του, το οποίο εξιστορεί τα γεγονότα μέχρι το χειμώνα του 411 π.Χ. Ήταν ο πρώτος που ακολούθησε μία χρονική αφήγηση των γεγονότων, η οποία στηρίζεται στη διαίρεση κάθε έτους σε θέρος, την περίοδο διεξαγωγής των πολεμικών επιχειρήσεων (Μάρτιος-Οκτώβριος), και χειμώνα. Στο έργο του περιλαμβάνει πολλές δημηγορίες και διαπραγματεύσεις. Το έργο του Θουκυδίδη συμπληρώνουν τα «Ελληνικά» του Ξενοφώντα Γρύλλου Ερχιέως, που γεννήθηκε περί το 430/425 π.Χ. και πέθανε στην Κόρινθο μετά το 355 π.Χ. και ο οποίος είχε λάβει φιλοσοφική μόρφωση ως μαθητής του Σωκράτη. Το 401 π.Χ. έλαβε μέρος στην εκστρατεία των Μυρίων και το 396 π.Χ. συνόδευσε το Σπαρτιάτη βασιλιά Αγησίλαο στη Μικρά Ασία και έπειτα στην Ελλάδα για να πολεμήσει εναντίον των Αθηνών στη μάχη της Κορώνειας.

Στις πηγές για τον Πελοποννησιακό πόλεμο συγκαταλέγονται και οι κωμωδίες του Αριστοφάνη και ένα ανώνυμο πολιτικό κείμενο με προπαγανδιστικό κατά της δημοκρατίας χαρακτήρα με τον τίτλο «Αθηναίων Πολιτεία», που αποδίδεται στον ψευδο-Ξενοφώντα. Ακόμη λόγοι ρητόρων, όπως ο Λυσίας, ο Ανδοκίδης, ο Αντιφών. Μεταγενέστερες πηγές είναι οι βίοι του Πλουτάρχου «Περικλής», «Νικίας», «Αλκιβιάδης» και «Λύσανδρος».

4ος αιώνας π.Χ.[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πηγές σύγχρονες για τον 4ο αιώνα είναι ο «Αγησίλαος», η «Κύρου Ανάβασις» (η εκστρατεία του Κύρου εναντίον του αδερφού του Αρταξέρξη Β΄) και τα «Ελληνικά» (411-394 π.Χ.), όλα βιβλία του Ξενοφώντα. Ακόμη, πολιτικοί λόγοι ρητόρων, όπως ο Λυσίας, ο Ισοκράτης, ο Δημοσθένης, ο Αισχίνης, που αναφέρονται στην εσωτερική και στην εξωτερική πολιτική κατάσταση. Ο Δημοσθένης (384-322 π.Χ.) ήταν φανατικός αντίπαλος του Φιλίππου Β΄ και υποστήριζε με σθένος τις θέσεις του, στους οξείς «Φιλιππικούς» και «Ολυνθιακούς» λόγους του.

Στις μεταγενέστερες πηγές ανήκει ο Διόδωρος Σικελιώτης, στα βιβλία 15-17, και οι βίοι του Πλουτάρχου «Πελοπίδας», «Λύσανδρος», «Δημοσθένης», «Αγησίλαος» και «Αρταξέρξης».

Η εποχή του Μεγάλου Αλεξάνδρου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αναφορικά με τον Μέγα Αλέξανδρο, είναι απορίας άξιο ότι δεν έχουν σωθεί έργα σύγχρονα για το πρόσωπό του, παρά μόνο λίγα αποσπάσματα από το έργο του Καλλισθένη «Πράξεις Αλεξάνδρου».

Μεταγενέστερες πηγές είναι το 17ο βιβλίο του Διόδωρου του Σικελιώτη, ο βίος του Πλουτάρχου «Αλέξανδρος», η «Αλεξάνδρου Ανάβασις» του Φλάβιου Αρριανού και η «Επιτομή από τις ιστορίες του Πομπήιου Τρόγου» του Ρωμαίου ιστορικού Ιουστίνου. Ο Πλούταρχος και ο Αρριανός αντλούν πληροφορίες από την καταγραφή των γεγονότων κατά την εκστρατεία, τις λεγόμενες «εφημερίδες», οι οποίες δε σώθηκαν και με τις οποίες ήταν πιθανόν επιφορτισμένοι ο Ευμένης από την Καρδία και ο Διόδοτος από την Ερυθραία. Παραδείγματος χάρη, η αφήγηση του θανάτου του Αλεξάνδρου από τον Πλούταρχο πιθανότατα βασίζεται στις εφημερίδες. Επίσης, σημαντικότατες πηγές, όπως τα έργα του Κλειτάρχου και του Τιμαγένη, έχουν χαθεί, αν και σε αυτά βασίστηκαν πιθανότατα όλοι οι ιστορικοί της ρωμαϊκής εποχής.

Χαρακτηριστικό είναι ότι ο Αλέξανδρος ήταν ένας μύθος εν ζωή. Υπήρχαν λαϊκές παραδόσεις γι' αυτόν τις οποίες μας παραδίδει ο Διόδωρος, ενώ στο τέλος του 3ου π.Χ. αιώνα έχουμε τη συγγραφή του έργου «Μυθιστόρημα του Αλεξάνδρου» του ψευδο-Καλλισθένη.

Εξωτερικές συνδέσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]