Νεοελληνικός διαφωτισμός

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο Νεοελληνικός Διαφωτισμός είναι ιδεολογικό, φιλολογικό, γλωσσικό και φιλοσοφικό ρεύμα που επιχείρησε να μεταφέρει τις ιδέες και τις αξίες του ευρωπαϊκού διαφωτισμού, του οποίου και αποτελεί παρακλάδι, στον χώρο του υπόδουλου ελληνόγλωσσου γένους στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Γενικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με τον όρο διαφωτισμός εννοείται η πνευματική κίνηση που σημειώθηκε στη Δυτική Ευρώπη από τα τέλη του 17ου, και σε όλο τον 18ο αιώνα με κύριους στόχους τη λύτρωση του ανθρώπινου πνεύματος από τις προλήψεις, τις δεισιδαιμονίες, την αυθεντία του κράτους και της εκκλησίας και την επικράτηση του ορθού λόγου, της πνευματικής ελευθερίας, της ανεξιθρησκίας και του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, χωρίς όμως και να λειτουργήσει ως φιλοσοφικό κίνημα. Οι ιδέες του διαφωτισμού, δηλαδή του ορθολογικού ανθρώπου που θέτει ως σκοπούς τη γνώση την ελευθερία και την ευτυχία, διαχύθηκαν στον ελλαδικό χώρο, όταν διαμορφώθηκαν οι κατάλληλες συνθήκες στις αρχές του 18ου. Ως χρονικά όρια αυτού του ρεύματος προσδιορίζονται μεταξύ του 1700 και 1821, δηλαδή από εποχής Βολταίρου καλούμενη "προδρομική περίοδος", με την ανάθεση της εξουσίας των παραδουνάβιων ηγεμονιών σε Έλληνες ηγεμόνες, και αργότερα με τη συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή, το 1774, που αρχίζει η λεγόμενη "περίοδος ανακαίνισης" όπου και η μεγαλύτερη ακμή του, θα οδηγήσει στην Ελληνική Επανάσταση του 1821. Βασικά στηρίγματα αυτού του ρεύματος ήταν αφενός η οικονομική ανάπτυξη που εμφάνισαν κάποιες περιοχές και αφετέρου η ανακάλυψη της τυπογραφίας και η διάδοση του γραπτού λόγου. Η σημασία του νεοελληνικού διαφωτισμού υπήρξε ο βασικότερος παράγοντας στην ανάπτυξη της εθνικής συνείδησης των νεοελλήνων.

Κύριοι φορείς του νεοελληνικού διαφωτισμού είναι οι Έλληνες που ζουν στην δύση. Αυτοί παρακολουθούν από κοντά όλες τις αλλαγές που γίνονται στην σκέψη, παρακολουθούν τις ανακαλύψεις πάνω στις νέες τεχνικές, ανακαλύπτουν τις ιδεολογικές αρχές πάνω στις οποίες πραγματοποιείται η γαλλική επανάσταση. Αυτό το κοινωνικό και πολιτικό γεγονός δανείζει τις αρχές στον νεοελληνικό διαφωτισμό.

Εκείνη την εποχή η Ευρώπη ανακαλύπτει τον φιλελευθερισμό και την ανάγκη της αυτοδιάθεσης των λαών. Οι Έλληνες της Δύσης αντιλαμβάνονται πως μόνο με την πνευματική αναγέννηση των υποδούλων θα μπορέσει να ωριμάσει η ιδέα της επανάστασης. Μέσα σε αυτά τα δεδομένα πολλοί μορφωμένοι Έλληνες συμμετείχαν στην διάδοση των ιδεών του διαφωτισμού, που προσαρμόστηκαν στις ανάγκες του υπόδουλου γένους.

Οι ρίζες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η αγγλική βιομηχανική επανάσταση διαδόθηκε στη Γαλλία και τις Κάτω Χώρες, οδηγώντας την αστική τάξη σε ανοδική πορεία. Ωστόσο, στην κεντρική, τη νότια και την ανατολική Ευρώπη εξουσίαζε στη συγκεκριμένη περίοδο η αριστοκρατία. Οι λαϊκές τάξεις, αγροτικές ως επί το πλείστον, υπέφεραν εξαιτίας της οικονομικής αστάθειας και της επακόλουθης αύξησης των τιμών. Το αποτέλεσμα ήταν η διαφοροποίηση της βορειοδυτικής Ευρώπης, που άρχισε να εκσυγχρονίζεται και της υπόλοιπης ηπείρου που έμεινε στο περιθώριο. Η αγγλική αστική επανάσταση του 17ου αι., η Γαλλική του 18ου και ο πόλεμος ανεξαρτησίας των Η.Π.Α. στράφηκαν ένάντια σε ένα παρηκμασμένο πλέον φεουδαρχικό σύστημα, που αποτελούσε εμπόδιο στην αστική ανάπτυξη.

Η βιομηχανική επανάσταση άλλαξε ριζικά την παραγωγική ικανότητα σε πολλά πεδία και τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητας, αλλάζοντας ριζικά τη μορφή των παραδοσιακών κοινωνιών και των οικονομιών του ευρωπαϊκού κόσμου. Κατόπιν η Γαλλική Επανάσταση προσέφερε το ιδεολογικό υπόβαθρο μιας διαφορετικής πολιτικής και κοινωνικής άποψης και έγινε η έμπνευση για έναν οικουμενικό, σχεδόν, ξεσηκωμό, με στόχο τον εθνικό αυτοπροσδιορισμό1. Ο όρος οικουμενικός δικαιολογείται, αν ανατρέξει κανείς σε παγκόσμιους ιστορικούς χάρτες2 και δει πόσα απελευθερωτικά κινήματα διαδραματίστηκαν ανάμεσα στο 1811 και το 1840, παράλληλα με την παγκόσμια βρετανική οικονομική διείσδυση –διείσδυση που άντλησε τη δύναμή της από τη βιομηχανική επανάσταση.

Ο Νεοελληνικός Διαφωτισμός –προϊόν πολιτισμικής διάχυσης- θα μπορούσε να αποτιμηθεί ως παρακλάδι του του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού. Ο ίδιος ο όρος προέρχεται από τη μετάφραση των αντίστοιχων όρων της αγγλικής, γερμανικής και ιταλικής γλώσσας3. Συνεπώς είναι σκόπιμο να γνωρίζει κανείς τι εννοούσαν οι ευρωπαίοι διανοητές με τον όρο διαφωτισμός.

Ως ιδεολογία του διαφωτισμού θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν οι ιδέες και οι αξίες που διαμορφώθηκαν από την παιδεία της βορειοδυτικής Ευρώπης κατά τον 18ο αιώνα, πριν από τη Γαλλική Επανάσταση. Η αφετηρία αυτής της νέας ιδεολογίας βρίσκεται στον αρχαιοελληνικό στοχασμό, τον οποίο οι εκπρόσωποί της μελέτησαν σε βάθος, αλλά στηρίχθηκε κυρίως στις σύγχρονες επιστημονικές ανακαλύψεις, με χαρακτηριστικούς εκπρόσωπους τον Γαλιλαίο και τον Νεύτωνα. Επιδίωξη των ευρωπαίων Διαφωτιστών ήταν η υπερίσχυση του σύγχρονου πνεύματος εις βάρος των κατεστημένων ιδεών της θρησκευτικής μισαλλοδοξίας, του δογματισμού, της άγνοιας και της προκατάληψης. Η ριζική αμφισβήτηση των καθιερωμένων αυθεντιών, ο προβληματισμός γύρω από τη φύση, τις πηγές και τα όρια της γνώσης, η πίστη στην ανθρώπινη δυνατότητα παραγωγής γνώσης, ο ορθός λόγος και ο ελεύθερος στοχασμός είναι τα κύρια στοιχεία που διαμόρφωσαν το ιδεολογικό πλαίσιο του κινήματος του Διαφωτισμού.

Ο Νεοελληνικός Διαφωτισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όπως είναι ίσως φυσικό ο νεοελληνικός διαφωτισμός εκκινήθηκε σε περιοχές στις οποίες ήκμαζε το ελληνικό στοιχείο σε διάφορους τομείς δραστηριότητας. Τα υπάρχοντα μέσα εκπαίδευσης, δηλαδή οι σχολές, οι ακαδημίες και τα ελληνικά τυπογραφεία, βοήθησαν τις διαδικασίες της αφομοίωσης και ενδεχομένως της μετάλλαξης των ιδεών. Στις ίδιες περιοχές υπήρχε οικονομική ανάπτυξη, με αποτέλεσμα να γνωρίσει ιδιαίτερη άνθηση η παιδεία. Οι Έλληνες έμποροι και λόγιοι ήλθαν σε επαφή με το ευρωπαϊκό πνεύμα και μεταφράστηκαν σε σύντομο χρονικό διάστημα στην Ελληνική τα έργα του Λοκ, του Καρτέσιου, του Ρουσό, του Λάιμπνιτς και του Βολταίρου.

Ο Νεοελληνικός Διαφωτισμός, όπως και ο δυτικοευρωπαϊκός, εναντιώνεται στο πολιτικό, κοινωνικό και θρησκευτικό κατεστημένο της εποχής του. Ζητά παιδεία για όλους και απαλλαγή του ανθρώπου από την πρόληψη και τη δεισιδαιμονία. Παρουσιάζει ωστόσο όμως δυο σημαντικές διαφορές. Ως ιδεολογικό ρεύμα απευθύνθηκε σε υπόδουλους και συνεπώς το κύριο αίτημά του υπήρξε η απελευθέρωση του Έθνους. Στην παιδεία εναπόθεσαν οι Έλληνες –ιδιαίτερα ο Κοραής- ένα μεγάλο μέρος των ελπίδων τους για απελευθέρωση4. Από την άλλη, η παραγωγή της ιδεολογίας του ελληνικού διαφωτισμού φαίνεται πως υπήρξε έργο μεμονωμένων προσωπικοτήτων, σε αντίθεση με ό,τι συνέβαινε στην υπόλοιπη Ευρώπη.

Πρώιμος Διαφωτισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

" «Διαφωτισμός κατά τον Εμμάνουελ Καντ είναι η έξοδος του ανθρώπου από την ανωριμότητά του για την οποία ο ίδιος είναι υπεύθυνος. Ανωριμότητα είναι η αδυναμία να μεταχειρίζεσαι το νου σου χωρίς την καθοδήγηση ενός άλλου. Είμαστε υπεύθυνοι γι΄αυτή την ανωριμότητα, όταν η αιτία της βρίσκεται όχι στην ανεπάρκεια του νου, αλλά στην έλλειψη αποφασιστικότητας και θάρρους να τον μεταχειριζόμαστε χωρίς την καθοδήγηση ενός άλλου. Sapere aude Έχε θάρρος να μεταχειρίζεσαι το δικό σου νου• τούτο είναι το έμβλημα του Διαφωτισμού»[1]

Ο Μεθόδιος Ανθρακίτης 1660-1736 είναι ο πρώτος που αποκλίνει από την επίσημη θέση της τότε Εκκλησίας, η φιλοσοφία στην υπηρεσία της Θεολογίας και ο πρώτος επίσης που αντικατέστησε την αρχαΐζουσα ως γλώσσα διδασκαλίας με τη δημώδη. Διδάσκει λογική και νεότερη Ευρωπαϊκή Φιλοσοφία, Καρτέσιο (Descartes) και Μαλμπράνς (Malebranche). Ο Μανουήλ Γεδεών σε πραγματεία του αναφέρει τον Μεθόδιο Ανθρακίτη ως προδρομική φυσιογνωμία.[2] Οι νεωτερικές του ιδέες τον έφεραν σε σύγκρουση με λόγιους της εποχής του και μερίδα του τότε αρτηριοσκληρωτικού εκκλησιαστικού κύκλου. Η «Οδός μαθηματικής με τμήματα γεωμετρίας, τριγωνομετρίας, άλγεβρας, σφαιρικής αστρονομίας κ.α. » είναι το πρώτο ελληνικό και μάλιστα ολοκληρωμένο μαθηματικό εγχειρίδιο της νεότερης ιστορίας μας, γραμμένο από τον Μεθόδιο Ανθρακίτη για χρήση στα ελληνικά σχολεία κατά την εποχή της τουρκοκρατίας. Μετά τον θάνατό του ο μαθητής του Μπαλάνος Βασιλόπουλος εκδίδει τα βιβλία του Λογική Ελάττων και Εισαγωγή της Λογικής. Διδάσκει στη Σχολή Κυρίτζη στην Καστοριά από το 1710-1822.[3]

Ενδιαφέρον εδώ παρουσιάζουν οι θέσεις των κυριότερων εκπροσώπων του ελληνικού διαφωτισμού για την Παιδεία του Έθνους και ιδιαίτερα για τη γλώσσα που πρέπει αυτή να χρησιμοποιεί:

Ο Θεόφιλος ο Κορυδαλλεύς (1571-1646) μετέφερε με τη διδασκαλία του στην Αθήνα, τη Ζάκυνθο, την Κεφαλονιά -γεγονός που μας οδηγεί σε αναγκαστική θεώρηση του διαφωτισμού στα Επτάνησα- και ιδίως στην Πατριαρχική Ακαδημία της Κωνσταντινούπολης υπό τον Πατριάρχη Κύριλλο Α΄ Λούκαρι το ουμανιστικό πνεύμα της Αναγέννησης. Χρησιμοποιεί ωστόσο την αττικίζουσα γλώσσα ως όργανο της φιλοσοφικής παιδείας. Προς την επιλογή του, με την οποία ταυτίστηκε αργότερα και ο Ευγένιος Βούλγαρης, αντέδρασαν οι διαφωτιστές Ιώσηπος Μοισιόδαξ, Δημήτριος Καταρτζής, Αθανάσιος Ψαλίδας και ο Αδαμάντιος Κοραής. Τις ίδες απόψεις ακολουθεί έναν αιώνα αργότερα ο Νικόλαος Μαυροκορδάτος με αποτέλεσμα η πρόσληψη της νεωτερικής φιλοσοφίας να γίνεται με φορέα μια γλώσσα με αρχαϊκό χαρακτήρα -καθορισμένο κυρίως από ακαδημαϊκές συμβάσεις5.

Ένας από τους πρώτους που προσπάθησε να δει συγχρονικά τη γλώσσα και να την απαλλάξει από το βάρος της ιστορίας της ήταν ο Δ. Καταρτζής, ο οποίος έγραψε μία από τις πρώτες γραμματικές της σύγχρονης Ελληνικής, έτσι όπως μιλιόταν στην Κωνσταντινούπολη προς το τέλος του 18ου αιώνα6. Θεωρώντας πως δεν είναι δυνατόν να υπάρχει φραγμός στην επιστημονική γνώση, θέλησε έτσι να τραβήξει μια διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην αρχαία γλώσσα και τη σύγχρονη απόγονό της, αλλά η πρότασή του πέρασε απαρατήρητη εν τέλει εγκαταλείφθηκε7. Οι απόψεις του Καταρτζή για το γλωσσικό ζήτημα αποτελούσαν το πιο ριζοσπαστικό τμήμα της διαφωτιστικής του θεωρίας. Σε αντίθεση με τον Ευγένιο Βούλγαρη, ο οποίος υποστήριζε ότι μόνο το αττικό ύφος θα μπορούσε να εκφράσει τα υψηλά νοήματα της φιλοσοφίας και κατά συνέπεια ήταν η μόνη γλώσσα που άρμοζε στον Διαφωτισμό, ο Καταρτζής τόνιζε τις αρετές και τις δυνατότητες του νεότερου ελληνικού ιδιώματος. Θεωρούσε πως η ομιλούμενη Νεοελληνική «διαθέτει μελωδία, ρυθμό και την πειθώ στα ρητορικά της» και μπορεί συνεπώς να χρησιμοποιηθεί για την γενική αγωγή του έθνους8.

Για τους υπερασπιστές της φυσικής γλώσσας «δε θα έπρεπε να αισθάνεται κανείς αμηχανία αποδεχόμενος τη ζώσα ελληνική ως το όργανο έκφρασης του έθνους», καθώς σε όλη της Ευρώπη του Διαφωτισμού η ομιλούμενη φυσική γλώσσα είχε θριαμβεύσει και είχε οδηγήσει τις λογοτεχνίες ευρωπαϊκών λαών που ακολούθησαν το ρεύμα σε μια νέα ακμή9. Παρότι οι ρίζες του γλωσσικού διχασμού είναι αρχαιότερες, στις ανακατάξεις της περιόδου του Νεοελληνικού Διαφωτισμού η σύγκρουση φαίνεται να προσλαμβάνει ένα νέο ένδυμα, διατηρώντας ωστόσο το αρχικό θεμέλιο της σύγκρουσης.

Παράγοντες της διαφωτιστικής προσπάθειας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η περίοδος του νεοελληνικού διαφωτισμού διακρίνεται για την ενεργοποίηση της ελληνικής κοινωνίας, διανοουμένων, εμπόρων, κληρικών, κ.ά., προς την κατεύθυνση της καλλιέργειας της παιδείας, πιθανώς εξαιτίας της ουσιαστικής βελτίωσης των κοινωνικών και οικονομικών συνθηκών των υπόδουλων Ελλήνων. Οι Έλληνες ομογενείς των οργανωμένων παροικιών της Ευρώπης έγιναν η αιχμή του δόρατος στη διαφωτιστική προσπάθεια, χρηματοδοτώντας σχολεία και εκδόσεις βιβλίων, χορηγώντας ικανά χρηματικά ποσά για σπουδές στο εξωτερικό και γενόμενοι φορείς εκπαιδευτικής ανανέωσης. Στην Ελλάδα οι έμποροι και οι καπεταναίοι φέρνουν την πεποίθηση ότι η παιδεία μπορεί να γίνει φορέας καλύτερης και ελεύθερης ζωής, ενώ παράλληλα αναζητούν νέους διδάσκαλους για την εκπαίδευση των παιδιών τους10.

Κατά τη διάρκεια της οθωμανικής κατάκτησης υπήρξε ύφεση στην παιδεία και την εκπαίδευση οι οποίες περιορίστηκαν κυρίως σε θέματα σχετικά με τη θρησκεία, τη θεολογία και τη Λειτουργική. Κατά τον Δημαρά αυτό επέφερε μια μοιρολατρική στάση απέναντι στον κατακτητή και συντηρούσε ακόμη και στα κατώτερα στρώματα του λαού την καχυποψία και την εχθρότητα προς τη Δύση και σε κάθε τι δυτικότροπο, όπως επίσης και έναντι σε κάθε τι «ελληνικό»11.

Το βάρος του εκσυγχρονισμού της εκπαίδευσης και του διανοητικού βίου ανέλαβαν οι έλληνες λόγιοι της περιόδου μέσω της στροφής προς την κλασική αρχαιότητα αλλά και της επαφής με τον στοχασμό, τις ανακαλύψεις και τα επιστημονικά επιτεύγματα της δυτικής Ευρώπης. Έτσι, η στροφή της νεοελληνικής σκέψης προς τα αρχαία κείμενα υπήρξε το μέσο για την εθνική αυτοσυνειδησία, ενώ η «μετακένωση», σύμφωνα με τον Αδαμάντιο Κοραή, των επιτευγμάτων της ευρωπαϊκής σκέψης και επιστήμης στην ελληνική Ανατολή αναπροσανατόλισε το περιεχόμενο και τους στόχους της ελληνικής εκπαίδευσης12. Μεγάλη συμβολή στην παιδεία του έθνους είχαν και οι ιατροί που επέστρεφαν στην Ελλάδα μετά από τις σπουδές τους στην Ευρώπη. Όπως εξηγεί ο Γούδας, λόγω του επαγγέλματός τους έρχονταν σε επαφή με όλον τον πληθυσμό ενώ λόγω της επιρροής που είχαν στους Τούρκους προστάτευαν και άλλους διδάσκοντες. Πολλοί άφησαν την ιατρική και ασχολήθηκαν με τη συγγραφή και διδασκαλία άλλων αντικειμένων.[4]

Για την απαλλαγή από το παραδοσιακό θρησκευτικό πνεύμα της εκπαίδευσης και της στροφής σε πιο εκκοσμικευμένα προγράμματα διδασκαλίας με την εισαγωγή της αρχαίας ελληνικής παιδείας έγιναν προσπάθειες και από τον χώρο της Εκκλησίας. Ο πατριάρχης Κύριλλος Λούκαρης (στις αρχές του 17ου αιώνα οργάνωσε την εκπαίδευση σε νέες βάσεις. Η ανασυγκρότηση της Πατριαρχικής Σχολής της Κωνσταντινούπολης, με την εισαγωγή της αρχαιοελληνικής φιλοσοφίας στα προγράμματα σπουδών, η ίδρυση τυπογραφείου, η μετάφραση της Καινής Διαθήκης σε απλούστερη γλώσσα για να γίνεται κατανοητή απ' όλους και οι συνεχείς εγκύκλιοί του ήταν ορισμένες από τις εκπαιδευτικές πρωτοβουλίες του13.

Αποτέλεσμα της ως άνω ενεργοποίησης ήταν η ποσοτική και ποιοτική αύξηση των ελληνικών σχολείων. Πολλοί δάσκαλοι εισήγαγαν νέες μεθόδους διδασκαλίας και δίδαξαν τις νέες ανακαλύψεις της επιστήμης, ενώ άλλοι μετέφρασαν βιβλία στην Ελληνική με παρόμοιο περιεχόμενο. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Κωνσταντίνου Κούμα, ο οποίος μετέφρασε γαλλικά βιβλία μαθηματικών και φυσικής. Την περίοδο 1809 - 1812 δίδαξε στο φημισμένο στην εποχή του Φιλολογικό γυμνάσιο Σμύρνης, όπου παρέδιδε δημόσια μαθήματα φυσικής και χημείας με πειράματα σε πλήθος κόσμου.

Η ελληνική εκδοχή των ιδεών του διαφωτισμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η εισαγωγή στην ελληνική εκπαίδευση επιστημονικών γνώσεων και μεθόδων αντικατόπτριζε ακριβώς τις αλλαγές στο διανοητικό πεδίο και φανέρωνε την αυτονόμηση σε μεγάλο βαθμό της ελληνικής σκέψης από την ζωντανή χριστιανική παράδοση.

Ωστόσο, οι αλλαγές αυτές δεν έγιναν εύκολα, ούτε διέθεταν γενικό χαρακτήρα. Οι παραδοσιακές πρακτικές και προσανατολισμοί της εκπαίδευσης έδειξαν εξαιρετικές αντοχές στις προσπάθειες αντικατάστασής τους και ασφαλώς η αντίδραση των φορέων τους ήταν έντονη. Οι περιπέτειες πολλών ελλήνων Διαφωτιστών σε ελληνικά σχολεία της εποχής είναι τα τεκμήρια της επώδυνης προσπάθειας των Ελλήνων λογίων για τον αναπροσανατολισμό της εκπαίδευσης14. Η αντίδραση αυτή οφειλόταν κυρίως στην μακρά ελληνική παράδοση, από την αρχαιότητα διαμέσου των ρωμαϊκών χρόνων, που διατηρήθηκε επί της ουσίας καθόλη την διάρκεια της Τουρκοκρατίας και ενισχυόταν από την δικαιολογημένη ιστορικά μακραίωνη καχυποψία της Ανατολικής Εκκλησίας προς τη Δύση.

το δίγλωσσο γαλλοελληνικό «Λεξικό» που εξέδωσε στη Βιέννη το 1804 ο Γεώργιος Βενδότης

Η Εκκλησία συσπείρωνε κάτω από την σκέπη της όλους τους ορθόδοξους λαούς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και αποτελούσε τον επίσημο συλλογικό φορέα τους απέναντι στην οθωμανική εξουσία. Στα τέλη του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα όταν σταδιακά στην Ελλάδα τα κοινωνικά, οικονομικά και εκπαιδευτικά δεδομένα άρχισαν αλλάζουν ποιοτικά και ποσοτικά και διοχετεύθηκαν στον χώρο τα κηρύγματα του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού και της Γαλλικής Επανάστασης, η επίσημη Εκκλησία στην εισαγωγή των νέων αυτών ιδεών,στάθηκε επιφυλακτική ή ακόμη και αρνητική. Έτσι ερμηνεύεται πιθανώς και η καταδίκη του Ρήγα Βελεστινλή από τις εκκλησιαστικές αρχές, ακόμη και μετά θάνατον15.

Στα τέλη του 18ου αιώνα ο Ρήγας Βελεστινλής συνέταξε χάρτες, έκδωσε προκηρύξεις και οργάνωσε τη μυστική επαναστατική του δράση. Ο Ρήγας απέβλεπε στην απελευθέρωση και ενοποίηση όλων των Βαλκανικών λαών και φυσικά όλου του ελληνικού στοιχείου που ήταν διασκορπισμένο στην Ανατολή και τα ευρωπαϊκά κέντρα. Επηρεασμένος από τον ευρωπαϊκό Διαφωτισμό16, πίστεψε βαθιά στην ανάγκη της επαφής των Ελλήνων με τις νέες ιδέες του διαφωτισμού που σάρωναν την Ευρώπη και αυτό τον ώθησε στη συγγραφή ή μετάφραση βιβλίων σε δημώδη γλώσσα και τη σύνταξη της Χάρτας17, ενός μνημειώδους για την εποχή του χάρτη, διαστάσεων 2,07 x 2,07 μ., που αποτελείτο από επί μέρους τμήματα. Λίγα χρόνια αργότερα, το έργο της προετοιμασίας των υπόδουλων ανέλαβε η Φιλική Εταιρεία, που κατόρθωσε να οργανώσει τους Έλληνες προς τον στόχο της εθνικής απελευθέρωσης.

Το πρώτο φύλλο της Εφημερίδος, Βιέννη 31 Δεκεμβρίου 1790.

Στις πρώτες δύο δεκαετίες του 19ου αιώνα, περίοδο κορύφωσης του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, οι πνευματικές εκδηλώσεις ήταν σε μεγάλη έξαρση, εξαιτίας της εμφάνισης μεγάλων μορφών των γραμμάτων, όπως ο Αδαμάντιος Κοραής, ο Νεόφυτος Δούκας, ο Άνθιμος Γαζής, ο Κωνσταντίνος Οικονόμος, ο Κωνσταντίνος Βαρδαλάχος, ο Θεόφιλος Καΐρης και άλλοι.

Παρ' όλες τις προσδοκίες, η φιλελεύθερη πολιτική που ενστερνιζόταν ο διαφωτισμός, δεν ήταν η τελική πολιτική επιλογή που επιβλήθηκε από τις προστάτιδες δυνάμεις και οι περισσότεροι από τους λόγιους εκπροσώπους του είτε απομακρύνθηκαν από τις σχολές που δίδασκαν (Γρηγόριος Κωνσταντάς) είτε είδαν τα βιβλία τους να καίγονται δημόσια (Κοραής). Οι περιπτώσεις των θρησκευτικών διώξεων του Θεόφιλου Καΐρη, του Ανδρέα Λασκαράτου και του ποιητή Παναγιώτη Συνοδινού, που έγιναν δεκτές με ενθουσιασμό από το κοινωνικό σώμα, συνιστούν τεκμήρια του ασυμβίβαστου με την ελληνική παράδοση πνεύματος του ευρωπαϊκού διαφωτισμού και επιβεβαίωσαν το χάσμα μεταξύ της ελληνικής και της ευρωπαϊκής παράδοσης.

Σημαντικές προσωπικότητες, εκδόσεις και μυστικές εταιρείες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ανάμεσα στις πολλές σημαντικές προσωπικότητες του Νεοελληνικού διαφωτισμού διακρίνονται οι:

  • Μεθόδιος Ανθρακίτης 1660-1736 εφημέριος στο ναό του Αγίου Γεωργίου της Βενετίας και διορθωτής κειμένων αρχικά στον εκδοτικό οίκο στη Βενετία των Γλυκήδων από τα Ιωάννινα και από το 1710-1722 Διευθυντής στη Σχολή Κυρίτζη στην Καστοριά και στη συνέχεια στη Σιάτιστα και στη Μπαλάνειο Σχολή των Ιωαννίνων.
  • Ευγένιος Βούλγαρης 1716-1806

Είναι ένας σημαντικός εκπρόσωπος του νεοελληνικού διαφωτισμού. Υπήρξε θαυμαστής του Βολτέρου και ο πιο θερμός υποστηρικτής του. Έγραψε πολλά επιστημονικά, φιλοσοφικά και θεολογικά συγγράμματα.

Ασχολήθηκε με τα παιδαγωγικά και τις φυσικές επιστήμες. Στο γλωσσικό πρόβλημα, σε ποια γλώσσα θα φωτιζόταν το έθνος, τάχθηκε υπέρ της Κοινής.

Προοδευτική προσωπικότητα που επηρεάστηκε από το γαλλικό διαφωτισμό. Οι φιλοσοφικές του αντιλήψεις βρίσκονται μέσα στο δοκίμιό του Γνώθι σαυτόν.

Η προσωπικότητα του Κοραή σημάδεψε την Ελλάδα και από μορφωτική και από πολιτική άποψη. Οι γνώσεις του και η παρουσία του στην Ελλάδα και στο εξωτερικό τον κατατάσσουν ανάμεσα στους κορυφαίους φιλόλογους στον ευρωπαϊκό χώρο.

Γεννήθηκε στο Βελεστίνο της Θεσσαλίας το 1757. Σπούδασε στην Ελλάδα και στο εξωτερικό όπου και αρχίζει την πολιτική του προσπάθεια. Τα έργα του Ρήγα έχουν πολιτικό, ιδεολογικό και επαναστατικό περιεχόμενο και είναι επηρεασμένος από το γαλλικό πνεύμα. Πέρα από το συγγραφικό του έργο και την πολιτική του δράση ενδιαφέρθηκε για την εκπαίδευση των Ελλήνων, γνώριζε πως μέσα από την αναγέννηση της παιδείας θα έρθει και η αναγέννηση του έθνους. Το όραμα του, είναι η απελευθέρωση των λαών της Βαλκανικής και η δημιουργία μιας ενιαίας πολιτικής ενότητας.

Πέρα από την αναφορά στους πρωταγωνιστές του νεοελληνικού διαφωτισμού πρέπει να αναφερθούμε και σε μερικά κείμενα της εποχής. Η Ελληνική Νομαρχία, ο Ανώνυμος του 1789 και ο Ρωσαγγλογάλλος. Αυτά τα κείμενα έχουν πολιτικό περιεχόμενο, ασκούν κριτική στους φορείς συντηρητικών ιδεών και σε όσους αδιαφορούν για την ελευθερία του γένους και αναφέρονται στη θεωρία και τη σκέψη που πρέπει να έχουν οι Έλληνες για να οργανώσουν τον ένοπλο αγώνα τους. Εκφραστές των ιδεών του Διαφωτισμού ήταν και διάφορα περιοδικά της εποχής, ανάμεσα στα οποία ξεχωρίζει ο Ερμής ο Λόγιος19 και η Φιλολογική Εταιρεία Βουκουρεστίου με την υποστήριξη της οποίας εκδόθηκε.

Επιτομή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο νεοελληνικός διαφωτισμός ως πνευματικό κίνημα αντλεί την καταγωγή του από τον ευρωπαϊκό διαφωτισμό. Παρουσιάζει, ωστόσο, ιδιαιτερότητες εξαιτίας των ιδιαίτερων κοινωνικών, πολιτικών και ιστορικών συνθηκών που χαρακτήριζαν τον Ελληνισμό εκείνης της περιόδου.

Οι Έλληνες λόγιοι, παρά το γεγονός ότι εναντιώθηκαν στον διαμορφωμένο διαμέσου αιώνων ελληνικό πολιτισμικό πλούτο, κατάφεραν σε κάποιον βαθμό να περάσουν στην ελληνική κοινωνία τα ιδεολογήματα του ευρωπαϊκού διαφωτισμού. Σε μεγάλο βαθμό κατάφεραν να δημιουργήσουν θαυμασμό για τον αρχαιοελληνικό πολιτισμό, εκμεταλλευόμενοι κυρίως την έλλειψη αυτοπεποίθησης και τα αισθήματα μειονεξίας που έτρεφαν οι έλληνες έναντι των ευρωπαϊκών λαών. Ο θαυμασμός αυτός βέβαια, αποκομμένος από την βιωμένη παράδοση του ελληνικού γένους, ομοίαζε με εκείνον που έτρεφαν οι ευρωπαίοι για την κλασσική αρχαιότητα όπως την είχαν προσλάβει από γραπτά κείμενα, χωρίς να έχουν τις προϋποθέσεις να την κατανοήσουν. Ξεκίνησε έτσι ένας φαύλος κύκλος αλλοτρίωσης του λαϊκού φρονήματος, που θα γιγαντωνόταν ολοένα και περισσότερο με το πέρασμα των χρόνων. Πάντως, επί τη βάσει των αρχών του διαφωτισμού διεκδικήθηκε, μεταγενέστερα κυρίως, η νομιμότητα του αιτήματος αναδημιουργίας του εθνικού κράτους. Ο αγώνας των Ελλήνων για απελευθέρωση θα μπορούσε να γίνει η συνέχεια του αγώνα ενάντια στην 'ασιατική βαρβαρότητα'.

Στην πορεία του Νεοελληνικού διαφωτισμού τέθηκαν επίσης ζητήματα και προβλήματα που ταλαιπώρησαν επί μακρόν την ελληνική παιδεία, μεταδόθηκαν νέες γνώσεις και ανακαλύψεις της εποχής, ενώ τυπώθηκαν εκατοντάδες πρωτότυπα βιβλία και μεταφράσεις. Η φιλολογική διαμάχη της εποχής με επίκεντρο το γλωσσικό πρόβλημα αντικατοπτρίζει εν μέρει τις πνευματικές αναζητήσεις και τον δυναμισμό με τον οποίο αντιμετώπισαν οι Έλληνες λόγιοι τα πνευματικά ζητήματα, αλλά και μια πάλη ανάμεσα στα παραδοσιακά και τα νεωτερικά ρεύματα της ελληνικής κοινωνίας.

Κριτική της χρήσης του όρου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τον όρο «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» εισήγαγε μεταπολεμικά ο Κ.Θ. Δημαράς. Κατά μία άποψη χρησιμοποιείται καθ’ υπερβολή ενώ πρόκειται απλώς για ένα πνευματικό κίνημα με αίτημα την παιδεία των Ελλήνων. Ορισμένοι σύγχρονοι ιστορικοί υπερβάλλουν τη σημασία που είχε αυτό το κίνημα στην προετοιμασία της Επανάστασης του 1821, σε μια μηχανιστική μεταφορά ενός μοντέλου που λειτουργεί ικανοποιητικά για τη Δυτική ιστορία αλλά όχι για την Ελληνική. Η κριτική σημειώνει ότι μόνο ένας διαφωτιστής, ο Ρ. Φεραίος, συμμετείχε στις επαναστατικές διαδικασίες. Πιστεύεται ότι γίνεται μια αξιωματική χρήση του όρου η οποία εξυπηρέτησε μια οικονομιστική και πολιτικοποιημένη ιστοριογραφία, κυρίως κατά τις δεκαετίες μετά τη μεταπολίτευση. [5]

Υποσημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • 1: Hobsbawm E. J., 2000, Η Εποχή των Επαναστάσεων, 1789-1848, Μ.Ι.Ε.Τ, Αθήνα, 84.
  • 2: Βλ. ιστορικούς χάρτες στο Congress Library: www.hyperhistory.com/WorldHistory
  • 3: Enlightenment, Aufklärung, Illuminismo
  • 4: Μαργαρίτης Γ. κ.ά. 1999, Ελληνική Ιστορία: Νεότερη και Σύγχρονη Ελληνική Ιστορία, ΕΑΠ, Πάτρα, 57.
  • 5: Κιτρομηλίδης, Π.Μ., 2000. «Γλωσσικός αρχαϊσμός και φιλοσοφική ανανέωση», στο Ιστορία της ελληνικής γλώσσας, επιμ. Μ.Ζ. Κοπιδάκης, ΕΛΙΑ, Αθήνα, 222-223.
  • 6: Beaton R., 1996, Εισαγωγή στη Νεότερη Ελληνική Λογοτεχνία, Νεφέλη, Αθήνα, 374.
  • 7: Δημαράς Κ.Θ., 2002, Νεοελληνικός Διαφωτισμός, Ερμής, Αθήνα, 177-178.
  • 8: Κιτρομηλίδης Π.Μ., 1996, Νεοελληνικός Διαφωτισμός, ΜΙΕΤ Αθήνα, 205-208.
  • 9: Κιτρομηλίδης Π.Μ., 1996, 152-154.
  • 10: Δημαράς Κ.Θ., ό.π., 310-311.
  • 11: Δημαράς Κ.Θ., ό.π., 2.
  • 12: Δημαράς Κ.Θ., ό.π., 19.
  • 13: Δημαράς Κ.Θ., ό.π., . Πρόκειται ουσιαστικά για την περίοδο του θρησκευτικού ουμανισμού, κατά την οποία η Εκκλησία εμφορείται από πνεύμα ανθρωπιστικό. Στην πραγματικότητα αυτή η νέα τάση θα οδηγήσει την εκκλησία σε εσωτερικές διαμάχες για την αποδοχή ή μη των επιστημονικών θεωριών.
  • 14: Η εξορία του Ψαλίδα ή ο διωγμός του Κωσταντά από ορφανοτροφείο της Αίγινας είναι μερικά από τα παραδείγματα. Βλ Κιτρομηλίδης Π.Μ., 1996, ό.π., 475.
  • 15: Xαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Γρηγορίου του Ε΄, ο οποίος έξι μήνες μετά τον στραγγαλισμό του Ρήγα και των επτά Συντρόφων του στο Πύργο Νεμπόϊζα του Βελιγραδίου (Ιούνιος 1798), σε επιστολή του, 1 Δεκεμβρίου 1798, προς τον μητροπολίτη Σμύρνης καταδικάζει το Σύνταγμα του Ρήγα Βελεστινλή με την αιτιολογία ότι ήταν αντίθετο στα δόγματα της ορθόδοξης πίστης.
  • 16: Ο Pήγας, τον Oκτώβριο του 1798, τύπωσε στη Βιέννη ανώνυμα και παράνομα στο τυπογραφείο των αδελφών Mαρκιδών Πουλίων τον καταστατικό χάρτη της μελλοντικής Eλληνικής Δημοκρατίας σε 3.000 αντίτυπα. Tο έντυπο αυτό εμφάνιζε ως υπέρτιτλο τις λέξεις: EΛEYΘEPIA - IΣOTIMIA – AΔEΛΦOTHΣ, βάσει του ιδεολογικού τρίπτυχου που θεμελίωνε τη Γαλλική επανάσταση. Βλ. Pήγας, Nέα Πολιτική Διοίκησις των Kατοίκων της Pούμελης, της Mικράς Aσίας, των Mεσογείων Nήσων και της Bλαχομπογδανίας, Βουλή των Ελλήνων, Αρ. Κατ. 174.
  • 17: Βλ. Ψηφιακή Βιβλιοθήκη «Ελληνομνήμων»: Χάρτα της Ελλάδος, Βιέννη 1797.
  • 18: Κιτρομηλίδης Π.Μ., 1996, ό.π., 474-476.
  • 19: Δημαράς Κ.Θ., ό.π., 67.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Beaton R., 1996, Εισαγωγή στη Νεότερη Ελληνική Λογοτεχνία, Νεφέλη, Αθήνα.
  • Δημαράς Κ.Θ., 2002, Νεοελληνικός Διαφωτισμός, Ερμής, Αθήνα.
  • Hobsbawm E. J., 2000, Η Εποχή των Επαναστάσεων, 1789-1848, Μ.Ι.Ε.Τ, Αθήνα.
  • Κιτρομηλίδης Π.Μ., 1996, Νεοελληνικός Διαφωτισμός, ΜΙΕΤ, Αθήνα.
  • Κιτρομηλίδης Π.Μ., 2000, «Γλωσσικός αρχαϊσμός και φιλοσοφική ανανέωση», στο Ιστορία της ελληνικής γλώσσας, επιμ. Μ.Ζ. Κοπιδάκης, ΕΛΙΑ, Αθήνα.
  • Μαργαρίτης Γ. κ.ά. 1999, Ελληνική Ιστορία: Νεότερη και Σύγχρονη Ελληνική Ιστορία, ΕΑΠ, Πάτρα.

Προτεινόμενη βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Θ. Νικολαΐδης, Δ.Διαλέτης, Η. Αθανασιάδης, Θετικές επιστήμες και Διαφωτισμός στον ελληνικό χώρο του 18ου αιώνα, Τα Ιστορικά, τομ.5, τ/χ.8 (Ιούνιος 1988),σελ.123-136
  • Παναγιώτης Κονδύλης, Το ηθικοφιλοσοφικό πρόβλημα και ο νεοελληνικός Διαφωτισμός, Τα Ιστορικά, τομ.4, τ/χ.7 (Δεκέμβριος 1987),σελ.27-46
  • Παναγιώτης Κονδύλης, Το πρόβλημα του σκεπτικισμού στο νεοελληνικό Διαφωτισμό, Τα Ιστορικά, τομ.3, τ/χ5 (Ιούνιος 1986),σελ. 79-96
  • Παναγιώτης Κονδύλης, «Η παρουσία του Πλάτωνα στον νεοελληνικό Διαφωτισμό», Τα Ιστορικά 1 (1983), 85-100.
  • Παναγιώτης Κονδύλης, «Η παρουσία της καρτεσιανής φιλοσοφίας στη σκέψη του ελληνικού Διαφωτισμού». Παρνασσός 23 (1981), 534-557.
  • Παναγιώτης Κονδύλης, «Το πρόβλημα του υλισμού στη φιλοσοφία του ελληνικού διαφωτισμού». Ο ερανιστής 17 (1981), 196-223.
  • Κονδύλης, Παναγιώτης, «Ο Ελληνικός Διαφωτισμός και η έννοια της Μεταφυσικής». Φιλοσοφία 10-11 (1980-81), 422-431
  • Κονδύλης, Παναγιώτης, «Η έννοια της φιλοσοφίας στη σκέψη του ελληνικού Διαφωτισμού». Δίπτυχα 2 (1980-81), 223-249.
  • Henderson, G. P., Ἡ ἀναβίωση τοῦ ἑλληνικοῦ στοχασμοῦ 1620-1830. Ἡ ἑλληνικὴ φιλοσοφία στὰ χρόνια τῆς Τουρκοκρατίας, Μτφρ. Βῶρος, Φανούρης Ἀθῆναι, Ἀκαδημία Ἀθηνῶν, 1977,
  • Σκλαβενίτης Τριαντάφυλλος, «Σημειώσεις για το Διαφωτισμό στην Kωνσταντινούπολη του 1821», Όμιλος Mελέτης Eλληνικού Διαφωτισμού, Nεοελληνική Παιδεία και Kοινωνία. Πρακτικά Διεθνούς Συνεδρίου αφιερωμένου στη Mνήμη του K.Θ. Δημαρά, 29 Σεπτεμβρίου-1 Oκτωβρίου 1993, Aθήνα 1995, σελ. 257-263.

Εξωτερικές συνδέσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Γιάννα Κατσιαμπούρα, Νεοελληνικός Διαφωτισμός: ο χειραφετικός λόγος των επιστημών, Κριτική - Επιστήμη & Εκπαίδευση, τ/χ.3 (2006), σελ. 13-20 [1]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Immanuell Kant, Η θρησκεία μέσα στα όρια μόνο του λόγου.
  2. Μανουήλ Γεδεών, «Λυκαυγές πνευματικής κινήσεως του Γένους μας 1700-1730».
  3. Μ.Κ.Παρανίκας, Σχεδίασμα περί της εν τω ελληνικώ έθνει καταστάσεως των γραμμάτων από αλώσεως μέχρι των αρχών της ενεστώσης (ΙΘ) εκατονταετηρίδος σσ 53-54, εν Κωνσταντινοπόλει 1867
  4. Αναστάσιος Ν. Γούδας, Βίοι Παράλληλοι των επί της Αναγεννήσεως της Ελλάδος Διαπρεψάντων Ανδρών, τομ. 2: Παιδεία (έκδοσις δευτέρα), Αθήνησι, 1874, σελ. κε', κστ'.
  5. Διαμαντής Απόστολος,, Συνέντευξη, 10-5- 2013