Ρωμανιώτες

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Η πρώτη μαρτυρία εβραϊκής παρουσίας στην Ελλάδα είναι μια επιγραφή του 300-250 π.Χ. από την Αττική. Στο ιερό νησί της Δήλου υπάρχει η αρχαιότερη συναγωγή στη διασπορά, που έχει χρονολογηθεί ήδη τον 1ο αι. π.Χ. Όταν ο Απόστολος Παύλος επισκέφθηκε τη Θεσσαλονίκη, βρήκε εκεί οργανωμένη ισραηλιτική κοινότητα, όπως και στους Φιλίππους, τη Βέροια, την Κόρινθο και πιθανώς την Αθήνα.

Ο εβραϊκός πληθυσμός στην Ελλάδα αυξήθηκε τα ρωμαϊκά χρόνια και αποτέλεσε τη βάση των εβραϊκών εστιών κατά τη βυζαντινή εποχή. Κατά τον 12ο αιώνα, ο περιηγητής Βενιαμίν της Τουδέλας ανέφερε την ύπαρξη εβραϊκών οικογενειών και κοινοτήτων σε πολλές πόλεις, ενώ κοινότητες υπήρχαν και στα μεγαλύτερα νησιά. Οι κύριες ασχολίες τους ήταν η υφαντουργία, η βαφή υφασμάτων και η μεταξουργία.

Οι Εβραίοι αυτοί, αποκαλούμενοι αργότερα Ρωμανιώτες, ήταν ελληνόφωνοι και σημαντικά ενσωματωμένοι στον ελληνικό πολιτισμό. Είναι χαρακτηριστικό ότι έγραφαν στα ελληνικά, χρησιμοποιώντας το εβραϊκό αλφάβητο, όπως συμβαίνει επίσης με στη Γίντις και ενίοτε στην Ισπανοεβραϊκή γλώσσα.

Οι Οθωμανικές αρχές αναγνώρισαν στους Εβραίους τα ίδια δικαιώματα που είχε κάθε μη μουσουλμανική θρησκευτική ομάδα της αυτοκρατορίας: μπορούσαν να ασκούν τη θρησκεία τους ελεύθερα και διέθεταν σχετική αυτονομία και δικαστικές αρμοδιότητες σε εσωκοινοτικά θέματα. Αναγνωρίζοντας τη σημασία του δραστήριου εβραϊκού στοιχείου, οι σουλτάνοι προσκάλεσαν τους διωκόμενους Εβραίους της Ισπανίας και Πορτογαλίας που ονομάστηκαν Σεφαρδίτες (εβρ. Sepharad "Ισπανία"). Εγκαταστάθηκαν στον ελλαδικό χώρο κυρίως κατά τον 15ο αιώνα, φέρνοντας τα δικά τους ήθη και έθιμα, καθώς και τη γλώσσα τους (την Ισπανοεβραϊκή ή Λαντίνο). Ακολούθησαν αφίξεις μικρότερων ομάδων από την Ουγγαρία και τη Νότια Ιταλία.

Κατά την περίοδο από το 16ο μέχρι τον 18ο αιώνα, η Ισραηλιτική Κοινότητα Θεσσαλονίκης ήταν μία από τις μεγαλύτερες στον κόσμο. Σημαντικές επίσης ήταν οι κοινότητες στη Ρόδο και στην Κρήτη. Η τελευταία υπήρξε ονομαστή για την εκεί ανάπτυξη της ραββινικής φιλοσοφίας.

Με την ίδρυση του σύγχρονου ελληνικού κράτους το 1832, παραχωρήθηκαν στους Εβραίους ίσα πολιτικά δικαιώματα με τους άλλους Έλληνες. Από το 1882 ώς το 1920 οι εβραϊκές κοινότητες της χώρας αναγνωρίστηκαν ως νομικά πρόσωπα.

Στις αρχές του 20ου αιώνα, στην Ελλάδα ζούσαν 10.000 περίπου Εβραίοι, αλλά μετά τις προσαρτήσεις εδαφών κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους (1912-13) ο αριθμός τους έφθασε τους 100.000.

Κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν οι Ιταλοί (1940) και οι Γερμανοί (1941) επιτέθηκαν κατά της Ελλάδος, πολλοί Εβραίοι πολέμησαν στις τάξεις του Ελληνικού Στρατού.[1] Κατά την Κατοχή, όμως, οι Ισραηλιτικές Κοινότητες αποδεκατίστηκαν, καθώς η πλειονότητα των μελών τους δολοφονήθηκε στα στρατόπεδα θανάτου. Οι απώλειες έφθασαν το 87% του προπολεμικού εβραϊκού πληθυσμού της Ελλάδος, πράγμα που αποτελεί ένα από τα υψηλότερα ποσοστά στην Ευρώπη. Πολλοί από τους Εβραίους που διασώθηκαν το οφείλουν στη βοήθεια των Χριστιανών συμπατριωτών τους· αρκετοί εντάχθηκαν στην αντίσταση ή στο Ελληνικό Σώμα της Μέσης Ανατολής.

Ο εβραϊκός πληθυσμός μειώθηκε ακόμα περισσότερο κατά τα μεταπολεμικά χρόνια λόγω της μετανάστευσης προς τις Η.Π.Α. και το Ισραήλ. Σήμερα στην Ελλάδα ζουν περίπου 5.000 Εβραίοι, οργανωμένοι σε εννέα κοινότητες.

Οι Έλληνες Εβραίοι ανέκαθεν συμμετείχαν στη δημόσια ζωή του τόπου. Στο παρελθόν, αντιπροσωπεύονταν τόσο στη Βουλή των Ελλήνων όσο και στη Γερουσία, ενώ πολλοί κατείχαν σημαντικές θέσεις στον δημόσιο τομέα και στα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα. Σήμερα, οι Εβραίοι της Ελλάδας διαπρέπουν κυρίως στον ιδιωτικό τομέα, όπως π.χ. στο εμπόριο, τον βιομηχανικό και επιχειρηματικό τομέα, καθώς και τις επιστήμες.[2]

Σχετικά άρθρα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]