Αρχαία ελληνική γλώσσα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Αρχαία ελληνικά
Περιοχή Ανατολική Μεσόγειος
Εποχή Εξελίχθηκε σε Ελληνιστική Κοινή από τον 4ο αιώνα π.Χ.
Ταξινόμηση Ινδοευρωπαϊκές
Σύστημα γραφής Ελληνικό αλφάβητο
Κώδικες γλώσσας
ISO 639-2 grc
ISO 639-3 grc
Glottolog anci1242
Το άρθρο περιέχει φωνητικά ΔΦΑ σύμβολα. Εκτός από την παροχή υποστήριξης, μπορείτε να δείτε ερωτηματικά, πλαίσια, ή άλλα σύμβολα αντί των χαρακτήρων Unicode.

Με τον όρο αρχαία ελληνική γλώσσα εννοείται μια μορφή της ελληνικής γλώσσας, που ομιλούνταν κατά τους αρχαϊκούς χρόνους και την κλασσική αρχαιότητα. Στο όρο περιλαμβάνεται συνήθως και η μετακλασική εποχή της ελληνιστικής περιόδου. Ωστόσο, οι μεταλλάξεις της γλώσσας κατά την ελληνιστική περίοδο δικαιολογούν μεθοδολογικά την διακριτή θεώρηση της αρχαίας Ελληνικής με τον όρο Ελληνιστική κοινή.

Η μελέτη της ελληνικής γλώσσας μέσα από τις πηγές που επιβιώνουν στην προφορική εκφορά της γλώσσας και τα γραπτά τεκμήρια, μας επιτρέπει να διατρέξουμε την εξελικτική πορεία της γλώσσας, να εντοπίσουμε την ινδοευρωπαϊκή της καταγωγή, τους αρχαϊσμούς, τα προελληνικά δάνεια και να επισημάνουμε την εμφάνισή της κατά τη μυκηναϊκή εποχή. Οι κύριες φάσεις της εξελικτικής πορείας που περιγράφουν την πορεία της αρχαίας ελληνικής γλώσσας είναι πέντε:

Προϊστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά την προϊστορική περίοδο, στα μέσα της εποχής του Χαλκού, χρησιμοποιείται στην Κρήτη η πρώτη γραφή που εντοπίζεται στον ελλαδικό χώρο: η μινωική ιερογλυφική γραφή (20oς -17ος π.Χ. αι.).

Ακολουθεί η Γραμμική Α, η οποία θεωρείται εξέλιξη της ιερογλυφικής, καθώς φαίνεται να χρησιμοποιεί συλλαβογράμματα. Και οι δύο αυτές γραφές δεν έχουν αποκρυπτογραφηθεί, κατά πάσα πιθανότητα όμως είναι Πρωτοελληνικές γλώσσες που μιλούσαν όλοι οι κάτοικοι του Αιγαίου.

Η Γραμμική Β είναι ένα συλλαβικό σύστημα, που αποδίδει την πρωιμότερη και πιο αρχαϊκή φάση της ελληνικής γλώσσας (15ος - 13ος π.Χ. αι.). Βρίσκεται σε επιγραφές πήλινων πινακίδων, οι οποίες προέρχονται από τα οικονομικά και διοικητικά αρχεία τον μυκηναϊκού κόσμου.

Το ελληνικό αλφάβητο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: ελληνικό αλφάβητο

Από την εποχή που εξαφανίζεται η μυκηναϊκή συλλαβική γραφή (1200 π.Χ.), η αρχαιότερη αποδεδειγμένη ελληνική γραφή, ως τα τέλη του 8ου π.Χ. αιώνα, οπότε εμφανίζονται οι πρώτες επιγραφές σε αλφάβητο, μεσολαβούν πέντε αιώνες χωρίς σχετικά αρχαιολογικά τεκμήρια.

To ελληνικό αλφάβητο καινοτομεί ως σύστημα γραφής, καθώς εισάγει την πλήρη φωνολογική αντιστοιχία των σημείων του: κάθε γράμμα αντιπροσωπεύει έναν και μόνο φθόγγο, φωνήεν ή σύμφωνο. Έτσι, με 24 γράμματα και με τους δυνατούς συνδυασμούς τους κωδικοποιούνται οι βασικοί φθόγγοι της γλώσσας, που παράγουν συλλαβές και σχηματίζουν λέξεις.

Για το πότε ακριβώς, σε ποιο μέρος και με ποιον τρόπο δημιουργείται το ελληνικό αλφάβητο υπάρχουν πολλές απόψεις. Κατά την απόλυτα κρατούσα γνώμη πρότυπο υπήρξε το φοινικικό, στο οποίο πρόσθεσαν τα φωνήεντα και το οποίο πρέπει να γνώρισαν οι Έλληνες, καθώς ταξίδευαν στα τέλη του 9ου π.Χ. αιώνα στην ανατολική Μεσόγειο. Μέσα στον 7ο π.Χ. αι. όλες οι ελληνικές πόλεις-κράτη έχουν ήδη διαμορφώσει και χρησιμοποιούν η καθεμιά το δικό της αλφάβητο με κατά τόπους ιδιομορφίες.

Οι επιγραφές είναι πάντοτε με κεφαλαία, χωρίς κενά διαστήματα ανάμεσα στις λέξεις, χωρίς σημεία στίξης και χωρίς τόνους. Τα αλφάβητα χωρίζονται σε τρεις κύριες ομάδες: τη Νότια (Κρήτη, Θήρα, Μήλο), την Ανατολική (ακτές Μ. Ασίας, νησιά Ανατολικού Αιγαίου, Μέγαρα, Σικυών, Κόρινθος και αποικίες τους) και τη Δυτική ομάδα (Θεσσαλία, Λοκρίδα, Εύβοια, Αρκαδία, Λακωνία και οι αποικίες τους).

Από τις αρχαϊκές επιγραφές ήδη διαπιστώνεται ο διαλεκτικός κατακερματισμός της αρχαιοελληνικής γλώσσας, ο οποίος οφείλεται στη διαμόρφωση του γεωγραφικού χώρου με τους ορεινούς όγκους και τους περίκλειστους τόπους εγκατάστασης, στη διαδοχική εμφάνιση και διασπορά των ελληνικών φύλων, στην αρχική απομόνωση και στην πολιτική αυτοτέλεια των πρώτων οικιστικών κέντρων.

Οι αρχαίες διάλεκτοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ιστορία της ελληνικής γλώσσας
(δείτε επίσης: Ελληνικό αλφάβητο)
Πρωτοελληνική (περ. 3000 π.Χ.)
Μυκηναϊκή (περ. 1600–1200 π.Χ.)
Αρχαία ελληνική (περ. 800–300 π.Χ.)
Διάλεκτοι:
Αιολική, Αρκαδοκυπριακή,
ΑττικήΙωνική, Δωρική, Παμφυλιακή, Ομηρική
Πιθανή διάλεκτος: Μακεδονική

Ελληνιστική Κοινή (περ. από 330 π.Χ. ως 330)
Μεσαιωνική ελληνική (περ. 700–1700)
Νέα ελληνική γλώσσα (από το 1700)
Ιδιώματα: Δημοτική, Καθαρεύουσα
Διάλεκτοι:
Καππαδοκική, Κατωιταλική , Κρητική, Κυπριακή, Ποντιακή, Ρωμανιώτικη, Τσακωνική

Οι αρχαίες διάλεκτοι είναι δυνατόν να ταξινομηθούν σε τρεις ενιαίες ομάδες που προσδιορίζονται με γεωγραφικά κριτήρια ως εξής:

Λογοτεχνικά είδη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Απόσπασμα του Ομηρικού έπους «Οδύσσεια» σε μικρογράμματη γραφή.

Οι διάλεκτοι επηρεάζουν καθοριστικά τον αρχαίο ποιητικό και πεζό λόγο, καθώς τα διάφορα λογοτεχνικά είδη καλλιεργούνται στη διάλεκτο εκείνου του ελληνικού φύλου που, λόγω ιδιοσυγκρασίας και κάποιων κοινωνικοοικονομικών παραγόντων, τα δημιούργησε για πρώτη φορά.

Στην Ιωνική καλλιεργείται το έπος, μερικά είδη λυρικής ποίησης (ελεγεία, επίγραμμα, ίαμβος) και ιστοριογραφία) στη Δωρική η χορική ποίηση και αργότερα το ειδύλλιο, στην Αιολική η μελική ποίηση. Στην Αττική το δράμα (τραγωδία και κωμωδία), η ρητορική και η φιλοσοφία.

Ίσως χρειάζεται να εντοπιστεί εδώ το γεγονός ότι οι αρχαίοι ποιητές, ιστορικοί, ρήτορες ή φιλόσοφοι δεν έγραφαν στη μητρική τους γλώσσα, αλλά στη διάλεκτο που χρησιμοποιείτο κατά παράδοση για το λογοτεχνικό είδος που έγραφαν.

Η διάλεκτος που χρησιμοποιείτο στις επιγραφές, είναι επίσημη, επιμελημένη και προσεκτικά διατυπωμένη γλώσσα με κοινά στοιχεία από το προφορικό ιδίωμα όλων των πόλεων-κρατών μιας ευρύτερης περιοχής (Ιωνίας, Πελοποννήσου κ.ά.).

Όπως φαίνεται από τα παραπάνω, η διάλεκτος των λογοτεχνικών κειμένων δεν αποδίδει τον πραγματικό λόγο. Ήταν μια τεχνητή γλώσσα, κατασκευασμένη με κάποια γενικά χαρακτηριστικά των φυσικών, ομιλούμενων διαλέκτων. Ο ποιητής χρησιμοποιούσε συμβατικά βασικά γνωρίσματα, παρμένα από τον κοινό, γραπτό ή προφορικό, διαλεκτικό τύπο της Ιωνικής, της Αιολικής, της Δωρικής, προκειμένου να προσδώσει στη γλώσσα του το αντίστοιχο χρώμα, έτσι όπως του επέβαλλε η παράδοση του λογοτεχνικού είδους που υπηρετούσε.

Από τον 4ο π.Χ. αιώνα παρατηρείται το φαινόμενο της εξάπλωσης της χρήσης της αττικής διαλέκτου, παράλληλα με την αυξανόμενη πολιτική επιρροή της Αθήνας. Η αττική διάλεκτος εντέλει κατόρθωσε να συνδυάσει σε σχετικά υψηλό βαθμό τη φυσικότητα και το δυναμισμό του προφορικού λόγου με την εκφραστικότητα της ποιητικής καλλιέργειας. Το γεγονός ότι αναγνωρίστηκε ως επίσημη γλώσσα των Μακεδόνων βασιλέων, συνετέλεσε αποφασιστικά στην καθιέρωσή της ως βάσης της ελληνιστικής Κοινής.

Ελληνιστική κοινή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Ελληνιστική κοινή

Με τις κατακτήσεις του Μ. Αλεξάνδρου ο ελληνικός κόσμος και ο πολιτισμός του επεκτάθηκαν ως τις Ινδίες. Η Αττική διάλεκτος, που είχε μετατραπεί σε μια κοινή γλώσσα για τις διοικητικές, διπλωματικές, εμπορικές ανάγκες όλων των Ελλήνων επεκτάθηκε, προκειμένου να καλύψει τις ίδιες ανάγκες ενός πολυφυλετικού κράτους με ποικιλία ομιλούμενων γλωσσών. Γενόμενη η ελληνική γλώσσα κοινό κτήμα ενός τεράστιου και πολυποίκιλου πληθυσμού, ήταν φυσικό να αλλοιωθεί η φωνητική της, να απλοποιηθεί η γραμματοσυντακτική μορφή της, να εμπλουτιστεί με νέες λέξεις και νέες σημασίες, δάνειες ή μεταπλασμένες από δικές της αρχαϊκότερες.

Αυτή τη νέα γλωσσική μορφή της ελληνικής, την οποία βλέπουμε εμείς σήμερα να σχηματίζεται και να χρησιμοποιείται μέσα σε ένα διάστημα έξι αιώνων, κατά τους ελληνιστικούς και ρωμαϊκούς χρόνους (3ος π.Χ. αι.- 4ος αι. π.Χ.), την ονομάζουμε ελληνιστική (ή αλεξανδρινή) Κοινή ή απλώς Κοινή.

Η Κοινή χρησιμοποιήθηκε τόσο στον προφορικό όσο και στο γραπτό λόγο. Αρχικά υιοθετήθηκε και από τον Χριστιανισμό για τη διάδοση της διδασκαλίας του στις λαϊκές μάζες ως τον 4ο αιώνα. Από τον 1ο π.Χ. αιώνα, ωστόσο, αλεξανδρινοί λόγιοι, γραμματικοί και ρητοροδιδάσκαλοι είχαν αρχίσει να διδάσκουν τη χρήση της αρχαίας αττικής διαλέκτου, που γνώριζαν από τα κείμενα της κλασικής εποχής, πιστεύοντας ότι με τον τρόπο αυτό θα οδηγηθούν σε μια νέα λογοτεχνική άνθηση.

Οι αττικιστές, όπως ονομάστηκαν αυτοί οι συγγραφείς, με την αδιάλλακτη εναντίωσή τους στη ζωντανή, προφορική γλώσσα και την προσκόλλησή τους στη μίμηση της γραφής του 5ου π.Χ. αιώνα, επηρέασαν τους λόγιους όχι μόνο των πρώτων χριστιανικών αιώνων, αλλά και τον Βυζαντίου, με αποτέλεσμα να προκληθεί έτσι ο γλωσσικός διχασμός, που σημάδεψε την ελληνική παιδεία ως τις μέρες μας.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Wikiversity logo
Στo Βικιεπιστήμιο υπάρχει ή αναπτύσσεται εκπαιδευτικό υλικό για αυτό το θέμα:
  • Βούρτσης Ι. κ.ά, 1999, Εισαγωγή στον ελληνικό πολιτισμό, ΕΑΠ, Πάτρα.
  • Μπαμπινιώτης Γ, 20025, Συνοπτική ιστορία της ελληνικής γλώσσας, Αθήνα.
  • Προμπονάς Ι., 1995, “Η εξελικτική πορεία της ελληνικής γλώσσας”, στο Μια πολυεπιστημονική θεώρηση της γλώσσας, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο.
  • Τhomson G., 1989, Η Ελληνική γλώσσα, Αρχαία και Νέα, Κέδρος, Αθήνα