Αγία Πετρούπολη

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Συντεταγμένες: 59°56′00″N 30°16′00″E / 59.9333°N 30.2667°E / 59.9333; 30.2667

Αγία Πετρούπολη
Санкт-Петербург
Η Αγία Πετρούπολη στα τέλη του 19ου αιώνα

Σημαία

Έμβλημα
Χώρα Flag of Russia.svg Ρωσία
Έκταση 1.439 χλμ²
Πληθυσμός 4.879.566 (2010)
Ιστοσελίδα επίσημος ιστότοπος

Η Ομοσπονδιακή Πόλη της Αγίας Πετρούπολης (ρωσική: Санкт-Петербу́рг: προφέρεται [sankt pʲɪtʲɪrˈburk] ) είναι ρωσική μεγαλούπολη, διοικητικό κέντρο της περιφέρειας (όμπλαστ) Λένινγκραντ και πνευματικό κέντρο παγκόσμιας ακτινοβολίας. Βρίσκεται στη βορειοδυτική Ρωσία και πολύ κοντά στα σύνορα της χώρας με τη Φινλανδία, στο σημείο που ο ποταμός Νέβας εκβάλλει στη Βαλτική Θάλασσα. Είναι κτισμένη επάνω σε σύμπλεγμα μικρών νησιών, που χωρίζονται από φυσικά και τεχνητά κανάλια και επικοινωνούν μεταξύ τους με γέφυρες. Με βάση τη ρωσική κρατική οργάνωση, είναι επίσης διοικητικό κέντρο του Βορειοδυτικού Διαμερίσματος και έδρα του Στόλου της Βαλτικής.

Θεμελιώθηκε από τον τσάρο Πέτρο τον Α΄ το 1703 ως παράθυρο της Ρωσίας στην Ευρώπη. Εννέα χρόνια αργότερα και μέχρι την Οκτωβριανή Επανάσταση του 1917 ήταν πρωτεύουσα του αχανούς κράτους. Σήμερα αριθμεί σχεδόν 5.000.000 κατοίκους και είναι η δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της Ρωσίας μετά την πρωτεύουσα Μόσχα.

Το όνομα της πόλης ακολουθεί τις κατά καιρούς πολιτικές εξελίξεις. Ιδρύθηκε ως Πετερμπούργκ (Πετρούπολη), όμως το 1914 μετονομάσθηκε σε Πετρογκράντ, διότι το Πετερμπούργκ θύμιζε γερμανικά και οι Γερμανοί ήταν τότε αντίπαλοι των Ρώσων στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο. Μετά το θάνατο του Β.Ι. Λένιν και έως το 1991 ονομαζόταν Λένινγκραντ (Ленингра́д, στις δυτικές γλώσσες προφερόταν ως προπαροξύτονο). Μολονότι το όνομα της πόλης ως Λένινγκραντ καταργήθηκε μετά την πτώση του Γκορμπατσώφ, διατηρήθηκε ως όνομα της διοικητικής της περιφέρειας.

Η UNESCO έχει ανακηρύξει ολόκληρο το κέντρο και πολλά προάστιά της ως Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς. Ολόκληρη η πόλη αποκαλείται και «πρωτεύουσα του Βορρά» όντας μια τεράστια ανοιχτή έκθεση μνημειακής, διακοσμητικής και χρηστικής αρχιτεκτονικής, γεμάτη μεγαλοπρεπή και μη κτήρια με εξαιρετικές λεπτομέρειες, κήπους και πάρκα, πλατιές λεωφόρους, σκαλιστές γέφυρες, αγάλματα και μνημεία. Για το λόγο αυτό, συχνά αποκαλείται ανοιχτό μουσείο του μπαρόκ και του νεοκλασικισμού. Ακόμα πιο ξεχωριστή κάνουν την πόλη ο Νέβας και τα πολυάριθμα κανάλια που τη διαρρέουν, δίνοντάς της το προσωνύμιο «Βενετία του Βορρά» ή «Πόλη των 300 γεφυρών» (αν και στην πραγματικότητα έχει πάνω από οκτακόσιες).

Χαρακτηριστικό της πόλης είναι οι «λευκές νύχτες» του Ιουνίου. Ο ουρανός φαίνεται να μη σκοτεινιάζει ποτέ τις νύχτες εκείνες - φαινόμενο που οφείλεται στη θέση της Αγίας Πετρούπολης κοντά στον Αρκτικό Κύκλο (60° Β, σχεδόν στο ίδιο γεωγραφικό πλάτος με τις σκανδιναβικές πρωτεύουσες).

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η περιοχή στο Μεσαίωνα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά το μεσαίωνα η περιοχή έφερε την ονομασία Ίνγκρια και ήταν μήλον της έριδος ανάμεσα στη Φεουδαλική Δημοκρατία του Νόβγκοροντ και την ισχυρότερη Σουηδία. Η διαμάχη αυτή συνεχίσθηκε και όταν το Νόβγκοροντ αντικαταστάθηκε στην πρωτοκαθεδρία του ρωσικού κόσμου από τη Μοσχοβία. Γενικά ο έλεγχος της Ίνγκριας ήταν η βασική αιτία των Ρωσο-σουηδικών Πολέμων, οι οποίοι επαναλαμβάνονταν για επτά αιώνες.

Η ίδρυση της πόλης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χάρτης που δείχνει την εγγύτητα της Ίνγκριας στα σπουδαιότερα λιμάνια της εποχής

Το 1700 ξεκίνησε ο Μεγάλος Βόρειος Πόλεμος. Εν αντιθέσει με το αδύναμο και γεμάτο διασπάσεις παρελθόν της, το Ρωσικό Βασίλειο ήταν πια διαφορετικό τόσο σε ενότητα όσο και σε στόχους.

Στις δεκαετίες που προηγήθηκαν του Μεγάλου Πολέμου, είχαν λάβει χώρα εντατικές προσπάθειες για την πολιτική και διοικητική ενοποίηση της ρωσικής επικράτειας. Όταν ανέλαβε ο Μέγας Πέτρος, πέρασε σε ένα νέο στόχο: τη διάνοιξη εμπορικών οδών και η συστηματική καλλιέργεια των οικονομικών σχέσεων με τη δύση. Έως τότε, το λιγοστό εμπόριο διεξαγόταν είτε από ξηράς με κάρα (εξαιρετικά αργό και ασύμφορο) είτε θαλασσίως από νότο, με τα πλοία να διασχίζουν ολόκληρη τη Μεσόγειο, και μέσω του Αιγαίου να μπαίνουν στον Εύξεινο Πόντο, όπου βρίσκονταν κάποιοι ρωσικοί εμπορικοί σταθμοί. Πέραν του ότι αυτή η θαλάσσια διαδρομή ήταν δαπανηρή και χρονοβόρα, τα πλοία κινδύνευαν από τους πειρατές.

Το κυριότερο όμως μειονέκτημα είχε να κάνει με την εξάρτησή της από την Υψηλή Πύλη, που άμεσα (Αιγαίο, Βόσπορος) ή έμμεσα (τουρκομάνοι ηγεμόνες του Βόρειου Εύξεινου Πόντου και δη Τάταροι της Κριμαίας) ήλεγχε το ρου του ρωσικού εμπορίου. Είχαν λοιπόν από τότε διατυπωθεί σκέψεις για τη δημιουργία ενός μεγάλου λιμανιού στο βορρά, που θα βρισκόταν εγγύτερα στο Λονδίνο, το Άμστερνταμ και το Αμβούργο, και επιπλέον θα «έλυνε τα χέρια» του τσάρου στο χειρισμό των ρωσο-τουρκικών ζητημάτων. Για τους παραπάνω λόγους, πρώτο μέλημα του Πέτρου στο Μεγάλο Πόλεμο ήταν η ανάκτηση της Ίνγκριας, ώστε να αποκτήσει διέξοδο στη Βαλτική. Σύμφωνα με το θρύλο, το εν λόγω σημείο υποδείχθηκε στον τσάρο με θεόσταλτο όνειρο, λίγο πριν από μία πολύ σημαντική μάχη εναντίον των Σουηδών.

O Μέγας Πέτρος, ιδρυτής της πόλης

Η περιοχή καταλήφθηκε πολύ γρήγορα, και η θεμελίωση της Αγ. Πετρούπολης έγινε από τον ίδιο τον τσάρο στις 27 Μαΐου του 1703 (16 με το παλαιό ημερολόγιο). Αφού η οικοδόμηση της πόλης ξεκίνησε σε περίοδο πολέμου, το πρώτο κτίσμα της ήταν ένα φρούριο: αυτό των Πέτρου και Παύλου. Ως ιδανική τοποθεσία επιλέχθηκε το νησάκι Ζαγιάτσι (Λαγονήσι) εντός του Νέβα, δύο μίλια από την εκβολή του ποταμού στη Βαλτική. Αμέσως μετά, άρχισε η δημιουργία της πόλης.

Το εγχείρημα ήταν πολύ δύσκολο, διότι η περιοχή ήταν εξαιρετικά ελώδης. Μετακλήθηκαν Γερμανοί μηχανικοί και πολεοδόμοι, οι οποίοι αποξήραναν τους βάλτους και άρχισαν να επεκτείνουν την πόλη στα νησάκια πέριξ του φρουρίου. Χρειάσθηκε τόση πέτρα που ο Πέτρος απαγόρευσε την ανέγερση λίθινων κτηρίων σε όλην την επικράτεια, ώστε να έχει επάρκεια υλικού και όλους τους εξειδικευμένους τεχνίτες στη διάθεσή του. Η εργασία έγινε εντατικά από εκατοντάδες χιλιάδες δουλοπάροικους και Σουηδούς αιχμαλώτους πολέμου - υπολογίζεται ότι 30.000 από αυτούς πέθαναν από εξάντληση και ελονοσία. Το πρώτο οίκημα που ολοκληρώθηκε ολοκληρώθηκε εκτός του φρουρίου ήταν αυτό του Ολλανδού Κορνήλιου Κρούις, στενού φίλου του Πέτρου από την εποχή των σπουδών του στο Ζάανταμ, ο οποίος τον ακολούθησε στη Ρωσία και ανέλαβε διοικητής του Στόλου της Βαλτικής.

Η στρατηγική θέση της πόλης τής έδωσε τεράστια σημασία ως εμπορική πύλη της Ρωσίας από/προς τη δυτική Ευρώπη. Παράλληλα το νησί Κότλιν (Κροστάνδη) στην είσοδο του Φινλανδικού Κόλπου μετετράπη σε οχυρό, κάνοντας την Αγ. Πετρούπολη απρόσβλητη από θαλάσσης και κέντρο του Πολεμικού Ναυτικού.

Το 1712 η Αγ. Πετρούπολη έγινε επισήμως πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας και στα χρόνια που ακολούθησαν η ρωσική ελίτ ξόδεψε αμύθητα ποσά, δημιουργώντας μια πόλη - αρχιτεκτονικό πρότυπο. Το 1861 ο Αλέξανδρος Β' κατήργησε τη δουλοπαροικία, με αποτέλεσμα μεγάλος αριθμός απελεύθερων να συρρεύσει στην πόλη αναζητώντας εργασία. Ανεγέρθηκαν έτσι τα πρώτα εργατικά προάστια και η παραγωγή εκτοξεύθηκε, μετατρέποντας μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα την πόλη σε ένα από τα μεγαλύτερα βιομηχανικά κέντρα της Ευρώπης.

Η εποχή των επαναστατών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Ρωσική Επανάσταση
O Λένιν, ηγέτης της Οκτωβριανής Επανάστασης

Η βιομηχανική ανάπτυξη αποτέλεσε γενικά κατάλληλο υπόστρωμα για την ανάπτυξη ριζοσπαστικών ιδεών, και η Αγία Πετρούπολη δεν ξέφυγε από τον κανόνα. Οι εξαθλιωμένοι εργάτες οργανώθηκαν σε εργατικά συμβούλια (σοβιέτ) και ξεκίνησαν πολιτική πάλη. Το 1881 μία σοσιαλιστική οργάνωση κατάφερε να δολοφονήσει τον ίδιο τον αυτοκράτορα. Παρά το κύμα διωγμών που ακολούθησε, οι αγώνες συνέχισαν να τρέφονται από την απολυταρχική διακυβέρνηση των τσάρων και εντάθηκαν στις αρχές του 20ού αιώνα. Το 1905 σημειώθηκε η πρώτη επανάσταση, η οποία είχε ειρηνικό χαρακτήρα. Στα αιτήματα για εκδημοκρατισμό, ο Νικόλαος Β' απάντησε με πολυβολισμό των άοπλων διαδηλωτών - έκτοτε του αποδόθηκε το προσωνύμιο Αιματοβαμμένος. Ακολούθησε ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος και η μετονομασία της πόλης σε Πέτρογκραντ. Η εξαθλίωση των μαζών εντάθηκε, αφού το ανθρώπινο αλλά και οικονομικό κόστος της ρωσικής συμμετοχής ήταν τεράστιο. Σε αυτό το πλαίσιο, ήταν αναπόφευκτα τα γεγονότα του 1917 που άλλαξαν την πορεία όχι μόνο της Ρωσίας αλλά και ολόκληρου του πλανήτη.

Ο λαός ήταν πια οπλισμένος. Σε πρώτη φάση, το Φλεβάρη καθαιρέθηκε ο τσάρος Νικόλαος ο Β' και η εξουσία μεταφέρθηκε σε δύο φορείς, την Προσωρινή Κυβέρνηση και το Σοβιέτ Πέτρογκραντ. Οι δύο θεσμοί εξελίχθηκαν ανταγωνιστικά ο ένας προς τον άλλον, διότι η κυβέρνηση ελεγχόταν από αστούς και το σοβιέτ από σοσιαλιστές. Το Νοέμβριο (Οκτώβριο με το τότε ισχύον παλαιό ημερολόγιο) το σοβιέτ εξεγέρθηκε εναντίον της κυβέρνησης και την ανέτρεψε, εγκαθιδρύοντας το πρώτο κομμουνιστικό καθεστώς στον κόσμο υπό την ηγεσία του μπολσεβίκου ηγέτη Β.Ι. Ουλιάνοβ (Λένιν).

Ο Λένιν φοβόταν ότι η θέση της πόλης την καθιστούσε ευάλωτη σε πιθανή επέμβαση των δυτικών δυνάμεων, οι οποίες ήταν συνέταιροι του τσάρου. Για το λόγο αυτό, στις 5 Μαρτίου 1918 μετακίνησε προσωρινά την πρωτεύουσα στη Μόσχα. Τελικά η επέμβαση των δυτικών σημειώθηκε από το Νότο μέσω της Κριμαίας (Ουκρανική Εκστρατεία), αλλά αποκρούστηκε και η επανάσταση επικράτησε οριστικά. Παρόλα αυτά η πρωτεύουσα παρέμεινε στη Μόσχα. Η μετακίνηση της πρωτεύουσας ανέκοψε την τάση διόγκωσης της πόλης, αφού το 1920 ο πληθυσμός της ανερχόταν μόλις στο 1/3 του πληθυσμού του 1915.

Στις 24 Ιανουαρίου 1924, τρεις ημέρες μετά το θάνατο του Λένιν, η πόλη μετονομάστηκε ξανά, αυτή τη φορά σε Λένινγκραντ. Η επίσημη αιτιολογία ανέφερε ότι αυτό έγινε προς τιμήν του νεκρού κομμουνιστή ηγέτη, αλλά η πραγματική αιτία είναι βαθύτερη: στο όνομα της πόλης ο αυτοκράτορας αντικαθίσταται από το λαϊκό ηγέτη, και αυτό συμβολίζει την κοσμογονική αλλαγή που συντελέσθηκε στη ρωσική πολιτική σκηνή με την ολοκληρωτική κυριαρχία των επαναστατών.

Η Πολιορκία του Λένινγκραντ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, το Λένινγκραντ πολιορκήθηκε και σφυροκοπήθηκε αλύπητα από τους Γερμανούς. Η πολιορκία ξεκίνησε στις 8 Σεπτεμβρίου 1941 και η πόλη κινδύνευσε να πέσει στα χέρια των ναζιστικών στρατευμάτων. Με υπομονή και εφευρετικότητα, η πόλη αντιστάθηκε ηρωικά. Στις 18 Ιανουαρίου του 1943, ο Κόκκινος Στρατός έσπασε για πρώτη φορά τον κλοιό και ένα χρόνο αργότερα κατάφερε την οριστική επικράτηση. Με την πρώτη απογραφή αποκαλύφθηκε το ανθρώπινο κόστος της αντίστασης: τουλάχιστον 800.000 κάτοικοι (κατ' άλλους 1.000.000) έχασαν τη ζωή τους από πείνα ή στις μάχες.

Μετά τη λήξη του πολέμου, άρχισε η ανοικοδόμηση. Το Λένινγκραντ και τα περισσότερα προάστιά του ξανακτίστηκαν ή αποκαταστάθηκαν με βάση τα αρχικά σχέδια, για αυτό και σήμερα η πόλη διατηρεί το χαρακτήρα της, παρά τα όσα έχουν συμβεί από την ίδρυσή της μέχρι σήμερα.

Η πόλη σήμερα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης το 1991 διεξήχθη δημοψήφισμα, το οποίο με ποσοστό 54% αποφάσισε την επαναφορά του πρώτου ονόματος της πόλης και μετονόμασε 39 δρόμους, 6 γέφυρες, 3 σταθμούς του μετρό και 6 πάρκα. Οι αλλαγές αυτές είχαν σκοπό περισσότερο να εξισορροπήσουν την «εκπροσώπηση» των δύο μεγάλων παραδόσεων (αυτοκρατορική και κομμουνιστική) και όχι να διαγράψουν από την ιστορία της πόλης τη δεύτερη. Ακόμα και σήμερα η ευρύτερη περιοχή (πάλι με απόφαση δημοψηφίσματος) λέγεται Λένινγκραντ. Στην πόλη βρίσκονται αρκετά μέρη που διατηρούν τις «σοβιετικές» ονομασίες τους, ενώ πολλά δημόσια κτήρια (σταθμοί μετρό, εκπαιδευτικά ιδρύματα κτλ) φέρουν ακόμα τα σοβιετικά σύμβολα.

Αξιοθέατα και μνημεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το συγκρότημα των Χειμερινών Ανακτόρων, όπως φαίνεται από τον ποταμό Νέβα. Το πράσινο κτίριο στα δεξιά είναι το μουσείο Ερμιτάζ.

Τα παλάτια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ως πρωτεύουσα της Ρωσίας για σχεδόν δύο αιώνες, η πόλη είναι γεμάτη παλάτια τσάρων και αξιωματούχων του προσοβιετικού καθεστώτος. Τα περισσότερα κτίσθηκαν από ιταλούς αρχιτέκτονες που προσκλήθηκαν για το σκοπό αυτό στη χώρα και σήμερα λειτουργούν ως μουσεία.

To Μαρμάρινο Παλάτι του κόμη Ορλώφ

Κυρίαρχη τεχνοτροπία στις πρώτες δεκαετίες της ιστορίας της Αγίας Πετρούπολης είναι το μπαρόκ. Σε αυτό το στυλ χτίζεται το παλαιό Θερινό Παλάτι (1710-1714), ένα μάλλον μικρό οικοδόμημα για τον ίδιο τον ιδρυτή της πόλης, Πέτρο τον Α', στο κέντρο των πανέμορφων Θερινών Κήπων. Την ίδια εποχή, με σχέδια του ιταλού Ντομένικο Τρετσίνι, κτίστηκαν και οι επιβλητικές κατοικίες των συγγενών του Πέτρου. Πιο μεγαλειώδες από όλα όμως είναι το συγκρότημα των Χειμερινών Ανακτόρων. Σχεδιάστηκε από το Βαρθολομαίο Ραστρέλι στο σημείο που η οδός Νιέφσκι (η κεντρική της πόλης) συναντά το Νέβα. Η ανέγερσή του ξεκίνησε το 1754 και ολοκληρώθηκε οκτώ χρόνια αργότερα. Πρόκειται για συγκρότημα με εκθαμβωτική εξωτερική και εσωτερική διακόσμηση, που χρησιμοποιήθηκε ως έδρα του τσάρου, ενώ σήμερα στεγάζει το μουσείο Ερμιτάζ, το οποίο θεωρείται ως το μεγαλύτερο και πλουσιότερο του κόσμου. Πέραν των ανακτόρων, ο ίδιος αρχιτέκτονας έκτισε στην ίδια περιοχή σπουδαία παλάτια για τρεις ευγενείς: Στρόγκανοβ (σήμερα Μουσείο Κέρινων Ομοιωμάτων), Βοροντσόβ (σήμερα στρατιωτική σχολή) και Ανίτσκοβ (σήμερα κέντρο εκδηλώσεων των σχολείων της πόλης).

Από τα τέλη του 18ου αιώνα, οι αρχιτέκτονες υιοθετούν τις αρχές του νεοκλασικισμού. Πρώτος ο κόμης Ορλώφ (γνωστός για το φιλελληνισμό του) κτίζει το Μαρμάρινο Παλάτι (1768-1785) και το διακοσμεί με ποικίλα είδη μαρμάρου, σε σχέδια του Αντόνιο Ρινάλντι. Την ίδια περίοδο κτίζεται το παλάτι της Ταυρίδας για λογαριασμό του πρίγκηπα Ποτέμκιν. Κοντά σε αυτό, ο τσάρος Παύλος ανεγείρει το Κάστρο του Αγ. Μιχαήλ (1797-1801) για να παίξει το ρόλο του νέου Θερινού παλατιού. Γενικά ο νεοκλασικισμός είναι το κυρίαρχο στυλ στα παλάτια και επαύλεις τις πόλης, δεδομένου ότι δεκάδες ακόμα από αυτά κτίστηκαν το 19ο αιώνα.

Οι ναοί[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο ναός του Χυμένου Αίματος
Βουδιστικός Ναός

Ανάμεσα στους μεγαλοπρεπείς ναούς της Αγ. Πετρούπολης, αρχαιότερος είναι ο Καθεδρικός των Πέτρου και Παύλου, κτισμένος μεταξύ 1712-1732 εντός του ομώνυμου φρουρίου-νησιού. Έναν αιώνα αργότερα ανεγέρθηκε ο Καθεδρικός του Καζάν (εις ανάμνησιν της νίκης των Ρώσων κατά του Ναπολέοντα το 1812) σε σχέδια εμπνευσμένα από τη Βασιλική του Αγ. Πέτρου του Βατικανού. Ο μεγαλύτερος ναός της πόλης είναι αυτός του Αγ. Ισαάκ. Κτιζόταν από το 1818 για σαράντα χρόνια σε σχέδια του Γάλλου Αυγούστου Ντε Μονφεράν και είναι ένας από τους μεγαλύτερους στεγασμένους χώρους παγκοσμίως. Στα μέσα του 19ου αι. ξεκίνησε από το Βαρθολομαίο Ραστρέλι σε μπαρόκ ρυθμό η ανέγερση του πανύψηλου ναού της μονής Σμόλνυ σε χρώμα λευκό-θαλασσί, αλλά ποτέ δεν ολοκληρώθηκε. Σπουδαία κληρονομιά άφησαν και δύο Ρώσοι ναοδόμοι της ίδιας περιόδου, οι Βασίλι Στάσοβ (ναοί Μεταμόρφωσης του Σωτήρος, Αγίας Τριάδας) και Γιούρι Βελτέν (Ιωάννη του Βαπτιστή, Σεσμένσκαγια - αμφότεροι κτισμένοι στο στυλ της Γοτθικής Αναγέννησης). Ο ναός της Αγ. Τριάδας διέθετε το μεγαλύτερο ξύλινο τρούλο στην Ευρώπη, αλλά καταστράφηκε από πυρκαγιά τον Αύγουστο του 2006.

Διασημότερος όλων όμως είναι ο περίφημος Ναός του Χυμένου Αίματος. Ονομάσθηκε έτσι γιατί βρίσκεται στο σημείο που δολοφονήθηκε ο τσάρος Αλέξανδρος ο Β'. Πρόκειται για ένα κομψοτέχνημα μεγάλων διαστάσεων, γεμάτο πολύχρωμα λεπτουργήματα, μωσαϊκά και τοιχογραφίες, με χαρακτηριστικούς πύργους σε σχήμα κρεμμυδιού.

Εκτός από χριστιανικούς ναούς, στην πόλη βρίσκονται Ισλαμικό τέμενος (όταν χτίστηκε ήταν το μεγαλύτερο της Ευρώπης) και Βουδιστικός ναός Ντατσάν. Και οι δύο είναι κτίσματα των αρχών του 20ού αιώνα. Το τέμενος ακολουθεί την τεχνοτροπία των αντιστοίχων της Σαμαρκάνδης του Ουζμπεκιστάν.

Οι περισσότεροι ναοί πέρασαν στην ιδιοκτησία του κράτους κατά την κομμουνιστική περίοδο και σήμερα λειτουργούν κυρίως ως μουσεία ή πολιτιστικοί χώροι.

Τα δημόσια κτήρια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

H έδρα της Ναυτικής Διοίκησης Βαλτικής

Σήμα κατατεθέν της πόλης αποτελεί το πολυγωνικό Φρούριο των Πέτρου και Παύλου στο οχυρωμένο νησάκι που ιδρύθηκε η πόλη το 1703. Χαρακτηριστικό είναι επίσης το κτήριο της Ναυτικής Διοίκησης, στις όχθες του ποταμού.

Αναμφισβήτητα ο μεγαλύτερος πόλος έλξης είναι το μουσείο Ερμιτάζ. Στεγάζεται σε ένα από τα κτήρια του συγκροτήματος των Χειμερινών Ανακτόρων, το αποκαλούμενο πράσινο ή Ελληνικό Αναγεννησιακό. Στο τεράστιο εσωτερικό του θα βρει κανείς αρχαία Αιγυπτιακή, Ελληνική και Ρωμαϊκή έκθεση, αλλά και τη μεγαλύτερη πινακοθήκη προκλασικής και κλασικής ζωγραφικής στον κόσμο. Έχει υπολογισθεί ότι εάν ο επισκέπτης ξόδευε μισό λεπτό για κάθε βασικό έκθεμα, θα χρειαζόταν δύο χρόνια για να το δει ολόκληρο, και εάν ξόδευε τον ίδιο χρόνο για όλα τα εκθέματα, θα ήθελε κι άλλα τέσσερα! Άλλα σημαντικά μουσεία είναι είναι των Εφαρμοσμένων Τεχνών, το Εθνογραφικό, το Στρατιωτικό και το Πολιτικό-Ιστορικό.

Εξαιρετικής αισθητικής είναι και τα κτήρια που στεγάζουν τα εκπαιδευτικά ιδρύματα της Αγ. Πετρούπολης. Στις όχθες του Νέβα βρίσκεται η Σχολή Καλών Τεχνών, με αιγυπτιακούς γρύπες και σφίγγες να καλωσορίζουν το επισκέπτη από τη μεριά του ποταμού. Στο νησί Βασιλιέβσκι είναι η έδρα του Πανεπιστημίου της πόλης - σύμπλεγμα κτισμάτων με μπαρόκ χαρακτηριστικά. Η μονή Σμόλνυ (νυν ινστιτούτο) στέγασε το πρώτο σχολείο θηλέων, ενώ κατά την Επανάσταση του 1917 χρησιμοποιήθηκε ως στρατηγείο των μπολσεβίκων. Το Ινστιτούτο της Αικατερίνης (Βιβλιοθήκη) και η Σχολή Ιππικού, σχεδιασμένα από τον Ιταλό Κουαρέγκι, είναι χαρακτηριστικά δείγματα νεοκλασικισμού.

Περνώντας στα θέατρα, δεσπόζει η «παγκόσμια πρωτεύουσα του μπαλέτου»: το Θέατρο Όπερας και Μπαλέτου Κίροφ - σήμερα η επίσημη ονομασία του είναι Θέατρο Μαρίνσκι, αλλά λίγοι το αποκαλούν έτσι. Παλαιότερο είναι το θέατρο του ανακτόρου, εντός του Ερμιτάζ. Άξια αναφοράς είναι ακόμα το κυκλικό θέατρο Σινισέλι και το Ωδείο. Το Ωδείο φέρει το όνομα του Νικολάι Ρίμσκι-Κορσακόφ και στους μαθητές του περιελάμβανε ονόματα όπως Τσαϊκόφσκι, Προκόφιεβ και Σοστακόβιτς.

Επίσης επισκέψιμο είναι και το τελευταίο σπίτι του Ρώσου συγγραφέα Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, το οποίο μετατράπηκε σε μουσείο το 1971, με αφορμή την 150η επέτειο από τη γέννηση του συγγραφέα. Ως μουσείο λειτουργεί και η οικία του μυθιστοριογράφου Ναμπόκοφ.

O Χάλκινος Καβαλάρης και ο Καθεδρικός του Αγ. Ισαάκ

Tα αγάλματα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το σήμα κατατεθέν της Αγ. Πετρούπολης είναι ο Χάλκινος Καβαλάρης. Πρόκειται για έργο του Γάλλου γλύπτη Ε.Μ. Φαλκονέ, κατόπιν παραγγελίας της Μεγάλης Αικατερίνης, και απεικονίζει το Μεγάλο Πέτρο έφιππο. Τοποθετήθηκε το 1782 στο πάρκο μπροστά από το ναό του Αγ. Ισαάκ, στις όχθες του Νέβα.

Η πλατεία των Χειμερινών Ανακτόρων, στην πίσω μεριά του Ερμιτάζ, κοσμείται από τη μοναδική Στήλη του Αλεξάνδρου, την ψηλότερη αυτού του είδους στον κόσμο. Στην πλατεία του Αγ. Ισαάκ βρίσκεται το άγαλμα του Νικολάου του Α' - θεωρείται μοναδικό, διότι παρά το μέγεθός του στηρίζεται μόνο σε δύο σημεία, στα πίσω πόδια του αλόγου. Στην λεωφόρο Νιέφσκι δεσπόζει το κυκλικό άγαλμα της Μεγάλης Αικατερίνης και στην πλατεία Σανάγια το μνημείο-δώρο της Γαλλίας προς την πόλη, όταν το 2003 συμπληρώθηκαν τρεις αιώνες από την ίδρυσή της. Στο μεγάλο πάρκο μπροστά στο Ινστιτούτο Σμόλνι, έδρα των μπολσεβίκων κατά την επανάσταση, τον περιπατητή υποδέχονται οι προτομές των Μαρξ και Ένγκελς, ενώ στον περίβολο του κτηρίου και στο Σιδηροδρομικό Σταθμό Φινλανδίας ο Λένιν εξακολουθεί να δείχνει το δρόμο προς τα Χειμερινά Ανάκτορα, στην κλασική φιγούρα με το υψωμένο χέρι.

Πέραν των αγαλμάτων, σημαντικά είναι και τα γλυπτά που αφιερώνονται σε ιστορικές στιγμές της Ρωσίας: Στο θρίαμβο επί του Ναπολέοντα είναι αφιερωμένες δύο αψίδες - μία στη Νάρβα και μία στην «είσοδο της Μόσχας». Στο ίδιο κλίμα, το Κοιμητήριο Πισκαρέβσκοϊ είναι το μνημείο της Αγ. Πετρούπολης για τα θύματα της τριετούς πολιορκίας της πόλης από τα ναζιστικά στρατεύματα. Χαρακτηριστικό είναι επίσης το σύμπλεγμα χαραγμένων κάθετων πλακών για τους ήρωες της Οκτωβριανής Επανάστασης στο Μάρσοβο Πόλε - μνημείο που επί Σοβιετικής Ένωσης έπαιζε το ρόλο του Αγνώστου Στρατιώτη. Μνημειακό χαρακτήρα έχει και το καταδρομικό Αβρόρα (Αυγή), μόνιμα αγκυροβολημένο στις όχθες του Νέβα, που σήμερα είναι μουσείο της Επανάστασης.

Τελειώνοντας, αξιοπρόσεκτες είναι οι γλυπτές διακοσμήσεις των γεφυρών - από μεγάλα αγάλματα (με συνηθέστερο μοτίβο το άλογο) μέχρι μικρά διακοσμητικά στοιχεία. Διασημότερα είναι τα άλογα της μικρής γέφυρας Ανίσκοφ, όπου συνηθίζουν να φωτογραφίζονται τα ζευγάρια μετά το γάμο τους.

Εκτός κέντρου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ομορφιά και ο πλούτος της Αγ. Πετρούπολης δεν περιορίζονται στο ιστορικό κέντρο της. Ανάμεσα στα προάστιά της, ξεχωρίζουν τα ακόλουθα:

  • Κροστάνδη (17 ν.μ. Δ). Είναι το μικρό οχυρωμένο νησάκι στα δυτικά της πόλης, το οποίο ελέγχει την κίνηση από τη Βαλτική προς το Νέβα. Διάσημο για τα ναυτικά μνημεία του, αλλά και την πρώτη μαζική «εκ των έσω αμφισβήτηση» της Οκτωβριανής Επανάστασης.
  • Πέτερχοφ και Στρέλνα, στα δυτικά όρια της πόλης. Ξεκίνησαν ως παραθαλάσσιοι θερινοί οικισμοί των τσάρων και των ευγενών που τους περιστοίχιζαν, κτισμένοι στη νότια ακτή του Φινλανδικού Κόλπου. Με τον καιρό η τσαρική οικογένεια προσέθετε νέα κτίσματα, κήπους και συντριβάνια. Σήμερα το Πέτερχοφ αποτελεί τον κυριότερο τουριστικό προορισμό εκτός του ιστορικού κέντρου.

Δημογραφικά και οικονομικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ποιότητα ζωής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σήμερα ο πληθυσμός της Αγ. Πετρούπολης είναι κοντά στα πέντε εκατομμύρια κατοίκους, δηλαδή σχεδόν το 3% του πληθυσμού της Ρωσίας. Ο μέσος μηνιαίος μισθός είναι γύρω στα 400 Ευρώ - αν και θεωρείται μία από τις ακριβότερες ρωσικές πόλεις, το κόστος ζωής είναι αρκετά φθηνό για το δυτικό επισκέπτη.

Από την ίδρυσή της κιόλας, ήταν έντονη η αντίθεση στον τρόπο ζωής μεταξύ των ευγενών και του απλού λαού. Οι φτωχοί εξακολουθούν να μένουν κατά δεκάδες στα κομμουνάλκα, παλιές κατοικίες ευγενών στο κέντρο της πόλης, οι οποίες κρατικοποιήθηκαν μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση. Περίπου το 10% των κατοίκων ζει σε αυτά. Συχνά συναντά κανείς ζητιάνους και πλανόδιους μικροπωλητές, ενώ εκατοντάδες άνθρωποι περιφέρονται καθημερινά στους δρόμους φορώντας ολόσωμα διαφημιστικά πλακάτ για να εξοικονομήσουν λίγα ρούβλια.

Για να εγκατασταθεί κάποιος μόνιμα στην πόλη χρειάζεται ειδική άδεια, την οποία λαμβάνει μόνο εάν αποδείξει ότι διαθέτει εργασία ή παντρευτεί μόνιμο κάτοικο. Πολύς κόσμος από την επαρχία δε διαθέτει την άδεια και διαβιεί σε καθεστώς ημι-παρανομίας. Οι άνθρωποι αυτοί δε συμπεριλαμβάνονται στις στατιστικές, όπως αυτή που παρατίθεται στη συνέχεια. Χαρακτηριστικά, η Διεθνής Οργάνωση Εργασίας (ILO) υπολόγιζε το 2000 ότι μόνο τα άστεγα παιδιά είναι 16.000. Παρ' όλα αυτά, σε σύγκριση με την υπόλοιπη Ρωσία, η εγκληματικότητα στην πόλη είναι σαφώς χαμηλή - είναι πλήρως προσβάσιμη, χωρίς «γκρίζες ζώνες» ή γκέτο.

Πληθυσμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μεταβολή του πληθυσμού της Αγ. Πετρούπολης

Με βάση την επίσημη πανρωσική απογραφή του 2002, στην πόλη διαμένουν 4.661.219 άνθρωποι. Η εθνική τους προέλευση είναι: Ρώσοι 89,1%, Εβραίοι 2,1%, Ουκρανοί 1,9%, Λευκορώσοι 1,9%. Το υπόλοιπο 5% αποτελείται κυρίως από Τατάρους, Ουζμπέκους, Φινλανδούς, Κινέζους και Καυκάσιους. Υπήρξαν επίσης 1.448 κάτοικοι που δήλωσαν Έλληνες.

Δεν υπάρχει επίσημη θρησκεία, αλλά η πλειοψηφία των κατοίκων είναι χριστιανοί ορθόδοξοι ή άθεοι.

Στον πίνακα που ακολουθεί, περιγράφεται η εξέλιξη του αριθμού δημοτών της Αγ. Πετρούπολης από την ίδρυσή της μέχρι σήμερα. Οι πρώτες οργανωμένες καταγραφές έγιναν μετά τη λύση της Πολιορκίας, επομένως τα στοιχεία μέχρι τότε είναι κατ' εκτίμηση.


Έτος Κάτοικοι
1725 75,000
1750 150,000
1800 300,000
1846 336,000
1852 485,000
1858 520,100
1864 539,100
1867 667,000
1873 842,900
1881 876,600
1886 928,600
1891 1,035,400
1897 1,264,900
1901 1,439,400
Έτος Κάτοικοι
1908 1,678,000
1910 1,962,000
1915 2,318,600
1920 722,000
1926 1,616,100
1936 2,739,800
1939 3,191,300
1944 2,559,000
1959 2,888,000
1970 3,512,974
1979 4,072,528
1989 4,460,424
2002 4,159,635
2005 4,596,000

Υποδομές-τουρισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πόλη είναι σπουδαίο βιομηχανικό κέντρο, με βαριά βιομηχανία στους τομείς της παραγωγής ενέργειας, της ναυπηγικής, της αυτοκινητοβιομηχανίας, των κατασκευών, της μεταλλουργίας, των χημικών και των εκτυπώσεων.

Είναι το μεγαλύτερο διαμετακομιστικό κέντρο της Βαλτικής, διαθέτοντας σύμπλεγμα λιμένων που εκτείνονται στον κόλπο της Φινλανδίας και εντός του Νέβα. Είναι επίσης το μεγαλύτερο σιδηροδρομικό κέντρο, με πέντε μεγάλους σταθμούς. Οι δύο είναι διεθνείς (Φινλανδικός προς Σκανδιναβία, Βαλτικός προς Εσθονία, Λιθουανία, Λετονία) και οι τρεις για το εσωτερικό (Μόσχα, Λάντογκα, Βίτεμπσκ). Μάλιστα στη γραμμή της Φινλανδίας χρησιμοποιούνται και τρία τραίνα εποχής ως τουριστική ατραξιόν. Το δίκτυο του μετρό είναι εξαιρετικά ανεπτυγμένο, με 4 γραμμές που διασταυρώνονται στο κέντρο και επιτρέπουν τη μετακίνηση σε ολόκληρη την πόλη και τα προάστια.

Nυχτερινή βαρκάδα στα κανάλια

Η τουριστική υποδομή της Αγ. Πετρούπολης είναι άρτια και περιλαμβάνει από πανδοχεία μέχρι ξενοδοχεία πολυτελείας. Όταν τα νερά δεν είναι παγωμένα, από πολλά σημεία ξεκινούν βάρκες για την ξενάγηση των επισκεπτών, ενώ από το μώλο του Ερμιτάζ ξεκινά ιπτάμενο δελφίνι για περιήγηση στον άνω ρου του Νέβα και την Κροστάνδη. Το αντίστροφο δρομολόγιο εκτελείται από περιφερειακούς σταθμούς προς το κέντρο. Από το Ερμιτάζ ξεκινά επίσης επιβατικό ποταμόπλοιο, το οποίο κάνει τη διαδρομή Αγ. Πετρούπολη - Μόσχα (3 ημέρες), με ενδιάμεσες στάσεις σε τουριστικούς προορισμούς. Στον τομέα της διατροφής η πόλη διαθέτει πλούσια γαστρονομική παράδοση, κάτι που είναι εύκολα αντιληπτό από τα πολλά εστιατόρια και μπιστρό.

Το αεροδρόμιο της Αγ. Πετρούπολης (διεθνής αεροπορικός κωδικός LED) βρίσκεται στην περιοχή Πούλκοβο, λίγα χιλιόμετρα νότια της πόλης. Οι μεγαλύτερες διεθνείς αεροπορικές εταιρίες έχουν σχεδόν καθημερινές πτήσεις, ενώ η επικοινωνία με τη Μόσχα εξασφαλίζεται με συνεχείς πτήσεις της Αεροφλότ και των Ρωσικών Αερογραμμών. Οι Ρωσικές Αερογραμμές (διάδοχο σχήμα της τοπικής Πούλκοβο) συνδέουν επίσης την Αγ. Πετρούπολη με πολλές ευρωπαϊκές πόλεις, συμπεριλαμβανομένης της Αθήνας με απευθείας πτήσεις εκτός των χειμερινών μηνών.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Wiktionary logo
Το Βικιλεξικό έχει λήμμα που έχει σχέση με το λήμμα:
Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα