Απόλλων

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ο «κιθαρωδός» Απόλλωνας. Φρεσκογραφία στον, Οίκο του Αυγούστου στην Ρώμη, περ. 20 π.Χ.
Άγαλμα του Απόλλωνα σε κάποιο πάρκο στην Ευρώπη.

Ο Απόλλωνας ήταν ένας από τους 12 θεούς του Ολύμπου, ο σπουδαιότερος μετά τον Δία.[1] Δεν έχουμε σαφείς ενδείξεις για την προέλευσή του. Σύμφωνα με την επικρατέστερη άποψη, η λατρεία του εισήλθε στον ελλαδικό χώρο από την Ανατολή. Άλλες θεωρίες φέρουν τους Δωριείς ως κομιστές της λατρείας του αλλά και την ως τόπο εμφάνισης του, την Κρήτη, μέσω της οποίας η λατρεία του μεταλαμπαδεύτηκε στην Μικρά Ασία.[2] Διέθετε γύρω στις 350 επικλήσεις, προσωνύμια και τοπικές λατρείες του, θεραπευτής, μάντης και ηλιακός («Φοίβος»). Πιθανότατα να αποτέλεσε έμπνευση για τον θεό Απλού στην ετρουσκική μυθολογία.

Στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο πιο διαδεδομένος μύθος για την γέννησή του αναφέρει πως αυτή πραγματοποιήθηκε στο νησί Ορτυγία (η σημερινή Δήλος) από τη Λητώ που υπήρξε σύζυγος του Δία πριν από την Ήρα. Λόγω της μεγάλης ζήλιας της Ήρας για την Λητώ, κανένας τόπος δεν τη δεχόταν να γεννήσει εκτός από την Ορτυγία. Ήταν ένα νησί που έως τότε έπλεε ελεύθερο στα κύματα κι έτσι ήταν δύσκολο η Ήρα να ανιχνεύσει την τοποθεσία στην οποία η Λητώ είχε καταφύγει. Αργότερα, ο Δίας σταθεροποίησε το νησί προκειμένου να πραγματοποιηθεί η γέννηση του Απόλλωνα. Οι πόνοι του τοκετού διήρκεσαν εννιά μέρες και εννιά νύχτες και τότε η Ειλείθυια, η μαμή, που η Ήρα κρατούσε επίτηδες κοντά της, μπόρεσε να διαφύγει ώστε να βοηθήσει την ετοιμόγεννη Λητώ. Πρώτη γεννήθηκε η Άρτεμις και ύστερα ο Απόλλωνας. Η Ορτυγία ονομάστηκε Δήλος επειδή εκεί αποκαλύφθηκε (έγινε δήλος, δηλαδή φανερός) ο θεός Απόλλωνας.[3]

Σύμφωνα με άλλες απόψεις, ο Διόδωρος ο Σικελιώτης υποστηρίζει πως γενέθλιος τόπος του Απόλλωνα δεν είναι η Δήλος, αλλά η Κρήτη. Ωστόσο η ελληνικότητα του Απόλλωνα αμφισβητείται από τους σύγχρονους ερευνητές. Ορισμένοι υποστηρίζουν πως προέρχεται από το Bορρά, άλλοι από την Ανατολή. Αρχαίες πηγές αναφέρουν πως ο Απόλλων προερχόταν ή αποσυρόταν κάθε χρόνο στη χώρα των Υπερβορείων. Προς επίρρωση της εκδοχής αυτής συμβάλλει και το γεγονός ότι ο μελωδικός κύκνος του θεού είναι βόρειο πουλί, καθώς και ότι το ήλεκτρο, που συνδέεται με αυτόν είναι βορεινό προϊόν. Άλλοι θεωρούν ως τόπο προέλευσης του Απόλλωνα το νησί των ωδικών κύκνων, την Ελιγολάνδη. Επικρατέστερη ωστόσο φαίνεται πως είναι η εκδοχή ότι ο Απόλλωνας κατάγεται από τη Μικρά Ασία, και συγκεκριμένα από τη Λυκία. Είναι χαρακτηριστικό πως επονομάζεται Λητοΐδης, δηλαδή γιος της Λητούς, κάτι που συνέβαινε συχνότατα στη Λυκία, ενώ οι Έλληνες πολύ σπάνια ονομάζονταν από τις μητέρες τους. Η Λητώ καταγόταν πιθανότατα από τη Λυκία, όπου μια παρεμφερής με το όνομα της λέξη σήμαινε «γυναίκα». Ο ίδιος ο Απόλλωνας ονομαζόταν Λύκιος και οι Δήλιοι πίστευαν πως περνούσε τους χειμερινούς μήνες του χρόνου στη Λυκία. Ο εορτασμός του είχε οριστεί την έβδομη μέρα του μήνα, σύμφωνα με το βαβυλωνιακό έθιμο. Ο προομηρικός ποιητής Ωλήν που και αυτός καταγόταν από τη Λυκία, υπήρξε ιδρυτής του δελφικού μαντείου, εφευρέτης του εξάμετρου και υμνητής των θεοτήτων της Δήλου. Τέλος, είναι χαρακτηριστικό ότι παρ’όλο που ο Όμηρος περιγράφει το θεό Απόλλωνα ως ισότιμο των Ολυμπίων, στην Ιλιάδα εμφανίζεται μαζί με την αδερφή του Άρτεμη να πολεμάει στο πλευρό των Τρώων και εναντίον των Ελλήνων, ενώ όλοι οι άλλοι θεοί είναι με το μέρος τους, εκτός από τον Άρη και την Αφροδίτη που θεωρούνται θεοί ξενικής καταγωγής.

Σύμφωνα με την προ-ομηρική παράδοση ο Απόλλωνας και ο Πάρις ήταν αυτοί που σκότωσαν τον Αχιλλέα, τον μεγαλύτερο και πιο ξακουστό ήρωα των Αχαιών . Το πιθανότερο είναι, λοιπόν, πως οι Έλληνες ήρθαν για πρώτη φορά σε επαφή με τη θρησκεία του Απόλλωνα στην μικρασιατική ακτή, κάπου μεταξύ 1100 και 800 π. Χ. Στην Ιλιάδα είναι ο μεγάλος πολεμικός θεός προστάτης και σύμμαχος των Τρώων και βασικός υπερασπιστής και βοηθός του Έκτορα. Ορθώνει την αιγίδα του εναντίον των Αχαιών και με την πολεμική ιαχή του «λιώνει το θάρρος στα στήθη τους και ξεχνούν το πολεμόχαρο πνεύμα τους»[4]. Σε άλλο σημείο της Ιλιάδας, παρακολουθούμε τον Απόλλωνα, κάνοντας χρήση των θεϊκών του δυνάμεων, να ξεγυμνώνει τον Πάτροκλο από τα άρματά του και να του αφαιρεί κομμάτι-κομμάτι την ένδοξη ακατανίκητη πανοπλία του Αχιλλέα, ώστε να διευκολύνει τον Έκτορα να σκοτώσει τον Αχαιό ήρωα με δόλο. Αλλού, ο Αχιλλέας φαίνεται να αντιλαμβάνεται πως τα αθέατα βέλη που σκοτώνουν τους συντρόφους του προέρχονται από θεϊκό χέρι, αγνοεί όμως για ποιο λόγο ο θεός είναι οργισμένος μαζί τους. Ακόμα, ο Απόλλωνας είναι θεός της προφητείας και της μαντικής τέχνης. Ο Κάλχας, ο μάντης των Ελλήνων στρέφεται προς αυτόν για να πάρει χρησμούς σχετικούς με το λοιμό που πλήττει το στρατόπεδο των Αχαιών. Αυτός μαθαίνει την αιτία του θυμού του θεού και διευκρινίζεται πως ο θεός που μπορεί να φέρει το σκοτάδι και το θάνατο, «γρήγορος σαν τη νύχτα», είναι ο ίδιος λαμπρός σαν το φως. Από εκεί αντλείται και το άλλο προσωνύμιό του, Φοίβος. Άλλες γνωστές επικλήσεις του είναι οι Αγραίος, Αγρέτης, Άκτιος, Αμυκλαίος, Γεννήτωρ, Δειραδιώτης, Διονυσοδότης, Εναγώνιος, Επάκυιος, Ήλιος, Κάρνειος, Κιθαρωδός, Κουροτρόφος, Μουσαγέτης ή Μουσηγέτης. Νόμιος, Ογκαίος, Ογκεάτας, Πτώος, Πύθιος, Σπόνδιος, Τμώος, Τυρίτης, Υπερβόρειος κ.ά.

Η μάχη με τον Πύθωνα και οι Δελφοί[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σημαντικός για τη θρησκεία και την τιμή προς τον Απόλλωνα είναι ο σχετικός μύθος για τον αγώνα του θεού του Φωτός και της Μουσικής με τον δράκοντα Πύθωνα. Σύμφωνα με άλλες παραλλαγές του μύθου ανταγωνιστής του θεού είναι η δράκαινα Δελφίνη. Ο Πύθωνας καταγόταν από τη Γαία και ο Ευριπίδης αναφέρεται σε αυτόν στην Ιφιγένεια εν Ταύροις ως «γας πελώριον τέρας», το οποίο κατέβαινε στην εύφορη πεδιάδα της Κρίσης σπέρνοντας την καταστροφή και τον θάνατο. Η Λητώ και οι Νύμφες παρακολούθησαν τον αγώνα του Απόλλωνα με το σαυροειδές αυτό θηρίο, ενθαρρύνοντας τον θεό και ψάλλοντας έπειτα ύμνους και παιάνες για να γιορτάσουν ένδοξα τη νίκη του. Ο Πύθων είχε καταδιώξει τη Λητώ όταν ήταν έγκυος, με διαταγή της ζηλόφθονης Ήρας, οπότε ο φόνος του ήταν πράξη ευλάβειας και ένδειξη αγάπης και σεβασμού του Απόλλωνα προς τη μητέρα του. Πάντως χρειάστηκε να εξιλεωθεί[1] μετά το φόνο αυτό. Σύμφωνα με άλλη παραλλαγή του μύθου, ο Απόλλωνας διαδέχτηκε στον χώρο των Δελφών τον προκάτοχό του Πύρρο ή Λύκο ή Δευκαλίωνα. Μάλιστα, η συγκεκριμένη πάλη ανάμεσα στις δύο αυτές θεότητες, φέρεται να απηχεί συγκρούσεις μεταξύ λαών.[5]

Από το περιστατικό της εξόντωσης του Πύθωνα προέρχονται οι ονομασίες Πύθια (η εορτή προς τιμή του Απόλλωνα) και Πυθία (η ιέρεια του μαντείου των Δελφών). Ο Απόλλωνας επεμβαίνει άλλες δύο φορές στη μυθολογία υπέρ της μητέρας του: Στην πρώτη, σκοτώνει το γίγαντα Τίτυ, γιο της Ελάρας, που αποπειράθηκε να τη βιάσει. Στη δεύτερη οδηγεί σε θάνατο τους επτά γιους της Νιόβης, μαζί με τη αδερφή του Άρτεμη, η οποία σκότωσε τις επτά κόρες της. Η αιτία αυτών των θανάτων είναι πως η Νιόβη, εάν και θνητή, είχε καυχηθεί πως είχε 14 παιδιά ενώ η Λητώ είχε μόνο δύο, διαπράττοντας έτσι ύβρη.[6]

Στους Δελφούς ο Απόλλων είχε ιδρύσει το περίφημο μαντείο του, όπου η Πυθία καθόταν, ως ιέρεια του θεού, σε ένα χρυσό τρίποδα σκεπασμένο με το δέρμα του Πύθωνα και, μασώντας φύλλα δάφνης, πρόφερε σε εξάμετρα τον χρησμό της δοσμένο από τον θεό, που ήταν πάντα σκοτεινός και αινιγματικός. Για το λόγο αυτό ο Απόλλων ονομαζόταν και Λοξίας, ως «λοξά αποκρινόμενος», σύμφωνα με χωρίο του Λουκιανού, στο έργο του Θεών Διάλογοι. Στους Δελφούς κατέφευγαν άνθρωποι που είχαν διαπράξει κακό εν αγνοία τους ή άθελά τους και υπέφεραν γι’ αυτό, και γενικά όσοι ήθελαν να μάθουν τι πρέπει να κάνουν για να είναι θεάρεστες οι πράξεις τους και να κερδίσουν την υποστήριξη και την εύνοια των θεών. Από την ελληνική μυθολογία έχουμε ποικίλα παραδείγματα ηρώων που καταφεύγουν στο Μαντείο των Δελφών για χρησμό: στις Ευμενίδες του Αισχύλου, ο Ορέστης οφείλει να πάει στους Δελφούς να εξαγνιστεί αν και σκότωσε τη μητέρα του με υποκίνηση του ίδιου του θεού Απόλλωνα, υπερασπιζόμενος την τιμή του πατέρα του. Ο Οιδίποδας, όπως μας τον κληροδοτεί ο Σοφοκλής, μέσα στην άγνοιά του και στην προσπάθεια να βρει την αλήθεια και την ατομική του ταυτότητα, επιχειρώντας να αποφύγει την εκπλήρωση του χρησμού του μαντείου πως θα σκοτώσει τον πατέρα του και θα συνάψει ερωτική σχέση με την μητέρα του, εν τέλει άθελά του την επιβεβαιώνει. Η στενή αυτή σχέση του Μαντείου με ηθικά ζητήματα και θέματα δικαιοσύνης ήταν φυσικό να κάνει το Δελφικό Απόλλωνα νομοθέτη των ελληνικών πόλεων, ειδικά σε θέματα που έχρηζαν θρησκευτικής κύρωσης. Σύμφωνα με τον Πλάτωνα στην Πολιτεία του, ο Απόλλων εξηγεί σε όλους τους ανθρώπους τα των ναών, θυσιών και άλλων υπηρεσιών προς τη θεότητα, καθώς και το τυπικό που συνδέεται με το θάνατο και τη μεταθανάτια ύπαρξη. Γίνεται έτσι ο ιδρυτής πολλών τελετουργικών πράξεων και του τυπικού της θρησκείας.

Στον ερωτικό τομέα, κατά τη μυθολογία, ο Απόλλωνας αποδεικνύεται μάλλον άτυχος. Οι έφηβοι που τον επιθυμούν ή σχετίζονται μαζί του καταδιώκονται από ατυχία, όπως ο νεαρός Υάκινθος. Οι γυναίκες που εκείνος ερωτεύεται μένουν μαζί του ψυχρές. Χαρακτηριστικός είναι ο μύθος της Δάφνης που για να αποφύγει την ερωτική ένωση με τον θεό μετατράπηκε στο δέντρο Δάφνη με τη βοήθεια της Γης και από τότε, τιμητικά έγινε το ιερό και αγαπημένο δέντρο του Απόλλωνα και χρησιμοποιήθηκε στην λατρεία του. Πάντως από τους έρωτες του γεννιούνται εξαιρετικά πρόσωπα της ελληνικής μυθολογίας που φέρουν ιδιότητες αντίστοιχες με του θεού πατέρα τους, όπως ο Ασκληπιός, ο Αρισταίος, ο Άραβος, ο Μόψος και ο Ορφέας. Ως ιερά φυτά του Απόλλωνα, αναφέρονται η δάφνη, ο ηλίανθος, η άρκευθος, η μυρίκη, το ηλιοτρόπιο και ο υάκινθος.

Ρωμαϊκά χρόνια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η λατρεία του Απόλλωνα έφτασε και διαδόθηκε ήδη πολύ νωρίς στη Ρώμη. Θεωρείται πως η διάδοση της έγινε από την Κύμη (βόρεια της Νεάπολης) και από τη Νότια Ετρουρία (6ος αι. π. Χ.). Το 433 π. Χ. κατασκευάστηκε ο πρώτος ναός του Απόλλωνα, με αφορμή μια επιδημία που ξέσπασε και με σκοπό να εξευμενιστεί η οργή του θεού. Ωστόσο, υπήρχε ήδη στη Ρώμη ένα ιερό προς τιμή του Απόλλωνα, το Απολλινάριον, κοντά στο Πεδίον του Άρεως.

Ο Ρωμαίος Απόλλωνας ήταν θεραπευτής και γιατρός, οι Εστιάδες τον αποκαλούσαν Apollo Medicus, μητέρα του ήταν η Λατόνα και η αδελφή του η Άρτεμις – Διάνα. Στον πόλεμο κατά του Αννίβα, εγκαινιάστηκαν οι Ludi Apollinares, για να τιμηθεί ο θεός και να βοηθήσει στη νίκη. Ο Απόλλωνας έπαιξε ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο στον εξελληνισμό της ρωμαϊκής θρησκείας. Οι ιερείς του, οι quindicemviri, φύλακες των σιβυλλικών (αινιγματικών, θρησκευτικών) βιβλίων της λατρείας του, οργάνωσαν το ελληνικό τυπικό και συνέβαλαν στην εισαγωγή ελληνικών θεοτήτων στη Ρώμη. Ο ναός του θεού στην Κύμη, πάνω από το σπήλαιο της Σίβυλλας, χρονολογείται από τον 6ο αι. π. Χ. και εκείνος του Φλαμινίου πεδίου στη Ρώμη από το 431 π. Χ. Ο Αύγουστος επέλεξε τον Απόλλωνα ως θεό προστάτη του και απέδωσε τη νίκη του εναντίον του Αντωνίου και της Κλεοπάτρας στην υπεροχή του Φοίβου απέναντι στις τερατόμορφες αιγυπτιακές και ανατολικές θεότητες και άρα, σε μία νίκη της αρχαιοελληνικής έναντι της αιγυπτιακής θρησκείας. Το 17 π. Χ. εγκαινίασε τους Ludi Seculares, όπου ο Απόλλων και η Διάνα αναδεικνύονταν ως θεοί ισοδύναμοι με τον Δία και την Ήρα. Το Carmen Seculare του Ορατίου, παρουσίαζε Απόλλωνα και Αύγουστο να ταυτίζονται, να φέρουν κοινές ιδιότητες και ο δεύτερος να είναι εκπρόσωπος του θεού στη Γη και εκτελεστής των θελημάτων του πρώτου. Ο Απόλλωνας αναφέρονταν ως αρχηγός των ρωμαϊκών πεπρωμένων, άρχοντας του ήλιου, τοξότης, μάντης, διώκτης των επιθυμιών, ηθοπλάστης των νέων και ανάλογες ιδιότητες στόλιζαν και τον αυτοκράτορα – προστατευόμενό του. Το 12 π. Χ. τα σιβυλλικά βιβλία μεταφέρθηκαν από το ναό του Δία στο ναό του Απόλλωνος, που ανοικοδομήθηκε στο μεταξύ στον Παλατινό λόφο.[7]

Γέννηση Απολλώνιου στοιχείου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με την επίδραση του Νίτσε και την διάδοση της φιλοσοφίας του και των βιβλίων του στα νεότερα χρόνια, ο κόσμος άρχισε να βλέπει ως βασική στην ελληνική θρησκεία τη διάκριση και αντίθεση ανάμεσα στον φωτεινό, λογικό, τακτικό, συνετό Απόλλωνα θεό της αρμονίας και της τάξης, και στον συναισθηματικό, μυστικιστή και παράφορο Διόνυσο, θεό της μέθης, των ενστίκτων και του παρορμητισμού. Ο αντιθετικός αυτός διαχωρισμός σε απολλώνιο και διονυσιακό στοιχείο επικράτησε, παρόλο που η σύνδεση του Απόλλωνα με το μαντείο των Δελφών δεν έγινε μόνο βάσει ορθολογιστικών παραγόντων, αλλά κυρίως λόγω πολιτικών σκοπιμοτήτων της εποχής. Επιπρόσθετα, και η τάση του για εξιλασμούς είναι πλησιέστερη στο συναισθηματικό παρά στο λογικό πεδίο. Ωστόσο, με την ανοικοδόμηση του Ναού του Απόλλωνα και την αναπαράσταση σε αυτόν και των δύο αντίθετων θεοτήτων, γίνεται εμφανής μια απόπειρα συγκερασμού των στοιχείων και γεφύρωσης των διαφορών των δύο Θεών και η παγίωση μιας νέας εποχής για τη θρησκευτική λατρεία.[7]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 Βαγγέλη Πεντάζου - Μαρίας Σαρλά, Δελφοί, Β. Γιαννίκος - Β. Καλδής Ο.Ε., 1984, 18.
  2. Βαγγέλη Πεντάζου - Μαρίας Σαρλά, 1984, 17.
  3. Δήλος.
  4. Ιλιάς, 15, 322
  5. Βαγγέλη Πεντάζου - Μαρίας Σαρλά, 1984, 19.
  6. ὔτεκνος δὲ οὖσα Νιόβη τῆς Λητοῦς εὐτεκνοτέρα εἶπεν ὑπάρχειν· Λητὼ δὲ ἀγανακτήσασα τήν τε Ἄρτεμιν καὶ τὸν Ἀπόλλωνα κατ᾽ αὐτῶν παρώξυνε, καὶ τὰς μὲν θηλείας ἐπὶ τῆς οἰκίας κατετόξευσεν Ἄρτεμις, τοὺς δὲ ἄρρενας κοινῇ πάντας ἐν Κιθαιρῶνι Ἀπόλλων κυνηγετοῦντας ἀπέκτεινεν. ἐσώθη δὲ τῶν μὲν ἀρρένων Ἀμφίων, τῶν δὲ θηλειῶν Χλωρὶς ἡ πρεσβυτέρα, ᾗ Νηλεὺς συνᾐκησε. κατὰ δὲ Τελέσιλλαν ἐσώθησαν Ἀμύκλας καὶ Μελίβοια, ἐτοξεύθη δὲ ὑπ᾽ αὐτῶν καὶ Ἀμφίων... ( βλ. Απολλόδωρου Βιβλιοθήκη, Βιβλίο Γ', κεφ. 5.6. )
  7. 7,0 7,1 Γιάννης Λάμψας, Λεξικό του Αρχαίου Κόσμου, τ. Α’, Αθήνα, εκδόσεις Δομή, 1984, 408-413.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Wiktionary logo
Το Βικιλεξικό έχει λήμμα που έχει σχέση με το λήμμα:
Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα