Ιλιάδα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ψάλε μου, θεά την οργή του Αχιλλέα, του γιου του Πηλέα, αυτή την καταραμένη οργή, που προξένεσε στους Αχαιούς αμέτρητες συμφορές κι έστειλε τις ατρόμητες ψυχές πολλών ηρώων στον Άδη, αφήνοντας τα σώματά τους βορά (τροφή) στα σκυλιά και στα όρνεα·αυτό ήταν το θέλημα του Δία από τότε που έπεσε μίσος για πρώτη φορά ανάμεσα στο βασιλιά γιο του Ατρέα και το θεόμορφο Αχιλλέα.
μτφ.Φιλολογική ομάδα Κάκτου.[1]
«Ἧλθον ἐγὼ (Ἀθήνη) παύσουσα τὸ σὸν μένος, αἴ κε πίθηαι, οὐρανόθεν· πρὸ δέ μ' ἧκε θεὰ λευκώλενος Ἥρη ἄμφω ὁμῶς θυμῷ φιλέουσά τε κηδομένη τε·[A 205-209].
«Ήρθα από τον ουρανό για να κατευνάσω την οργή σου. Η θεά Ήρα με τους λευκούς βραχίονες μ΄ έστειλε εδώ κάτω, επειδή σας αγαπά στη ψυχή της και νοιάζεται και για τους δυο το ίδιο»
*Έλα τώρα, σταμάτησε τη διαμάχη και πάρε το χέρι σου απ΄ το σπαθί σου και ντρόπιασέ τον (Αγαμέμνονα) με τους λόγους όπως του αξίζει.
«τοὺς δ' ἔλαθ' εἰσελθὼν Πρίαμος μέγας, ἄγχι δ' ἄρα στὰς χερσὶν Ἀχιλλῆος λάβε γούνατα καὶ κύσε χεῖρας δεινὰς ἀνδροφόνους, αἵ οἱ πολέας κτάνον υἷας». Πίνακας του Αλεξάντρ Ιβάνοφ (1824).
   Gnome-emblem-important.svg-Ο μέγας Πρίαμος μπήκε χωρίς αυτοί να τον καταλάβουν και αφού στάθηκε κοντά με τα χέρια του έπιασε τα γόνατα του Αχιλλέα και του φίλησε τα χέρια τα φοβερά και ανδροφόνα, τα οποία του είχαν σκοτώσει πολλούς γιους.Ραψωδία Ω (477-479).

Η Ιλιάδα (Ιλιάς) είναι ένα από τα ομηρικά έπη και σώζεται ολόκληρη στις μέρες μας. Η σύνθεσή της, που κατά την παράδοση έγινε από τον Όμηρο, τοποθετείται στον 8ο αιώνα π.Χ. και βασίζεται στην παράδοση προφορικής σύνθεσης και απαγγελίας ηρωικών ποιημάτων που είχε αναπτυχθεί τους προηγούμενους αιώνες. Το ποίημα, που περιγράφει κάποια γεγονότα του δέκατου και τελευταίου χρόνου της πολιορκίας της Τροίας (Ιλίου) από τους Έλληνες (Αχαιοί ή Αργείοι ή Δαναοί στο έπος), είναι γραμμένο σε δακτυλικό (ή ηρωικό) εξάμετρο σε μια έντεχνη ποιητική γλώσσα και έχει 15.692 στίχους

Πίνακας περιεχομένων

Η Ιλιάδα και ο τρωικός κύκλος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δείτε επίσης: Τρωικός πόλεμος

Τα γεγονότα του τρωικού πολέμου, που αφηγείται η Ιλιάδα, διαδραματίζονται στον δέκατο χρόνο του πολέμου και εκτυλίσσονται σε περίπου 52 ημέρες. Η όλη υπόθεση (οργή του Αχιλλέα) εξελίσσεται σε 52 ημέρες και τρεις νύχτες. Δεν ονομάζεται Αχιλληίς αλλά Ιλιάς, από την πόλη Ίλιον (Τροία), γύρω από την οποία εξελίσσεται.[2] Αρχή του ποιήματος είναι η μῆνις, η οργή του Αχιλλέα, μετά από διαφωνία με τον Αγαμέμνονα για τη διανομή των λαφύρων από τις μάχες, που οδηγεί στην αποχώρηση του Αχιλλέα από τις πολεμικές επιχειρήσεις. Στην Ιλιάδα περιλαμβάνονται τα γεγονότα που ακολουθούν την αποχώρηση του Αχιλλέα και οι επιτυχίες των Τρώων, η είσοδος του Πάτροκλου στον πόλεμο με τον οπλισμό του Αχιλλέα, ο θάνατος του Πάτροκλου, η επιστροφή του Αχιλλέα στη μάχη για εκδίκηση, ο θάνατος του Έκτορα και η βεβήλωσή του από τον Αχιλλέα. Τέλος, η παράδοση του νεκρού Έκτορα στους Τρώες για την ταφή του. Τα επεισόδια που έχουν προηγηθεί στα δέκα χρόνια του πολέμου, καθώς και η προϊστορία του πολέμου, περιλαμβάνονται στα Κύπρια έπη, ενώ τα γεγονότα μετά την ταφή του Έκτορα μέχρι και την άλωση της Τροίας περιέχονται στα επόμενα έργα του τρωικού κύκλου, Αιθιοπίς, Μικρά Ιλιάς, Ιλίου πέρσις.

Κύρια χαρακτηριστικά της Ιλιάδας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από τα κύρια χαρακτηριστικά της Ιλιάδας πρέπει ν΄αναφερθεί η μεγάλη συμμετοχή των θεών στα δρώμενα με αποτέλεσμα το έπος να αποπνέει μεγάλη θρησκευτικότητα, αφού οι θεοί παρεμβαίνουν στις διαφωνίες των ισχυρών προσώπων. Ο Απόλλωνας υπακούοντας στον αδικημένο Χρύση και ο Δίας στον Αχιλλέα στέλουν λοιμό στους Αχαιούς. Πρέπει και οι δυο να ικανοποιηθούν.

  • Οι ήρωες του έπους είναι αληθινοί άνθρωποι, αγαπούν την πατρίδα τους, είναι γενναίοι, έχουν υψηλό φρόνημα, είναι ευσβείς, πολλές φορές είναι ορμητικοί και κάποτε ιδιοτελείς και στο έπακρο φιλόδοι. Αγαπούν τους οικείου τους, αγαπούν επίσης τις τιμές και τον πλούτο και δεν αρνούνται τις τέρψεις και τις απολαύσεις της ζωής. Καθένας απ΄ αυτούς έχει τη δική του προσωπικότητα και κάποιοι ιδιαίτερο γνώρισμα, όπως συμβαίνει με τον Αχιλλέα, τον Οδυσσεά, τον Αγαμέμνονα ή Νέστωρα. Σαφώς επίσης διαγράφονται από τον ποιητή και οι γυναικείες μορφές, όπως η Ελένη, η Εκάβη, η Ανδρομάχη κλπ.

Λογοτεχνική αξία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα ομηρικά έπη είναι τα παλαιότερα διασωθέντα κείμενα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας και στην αρχαία Ελλάδα θεωρούνταν τα σημαντικότερα έργα της και χρησιμοποιούνταν στην εκπαίδευση. Ως κύριο θέμα των ραψωδών, η απαγγελία τους ήταν βασικό μέρος των Ελληνικών θρησκευτικών γιορτών. [3] Μαζί με την Οδύσσεια, η Ιλιάδα είναι ένα από τα παλαιότερα έργα της δυτικής λογοτεχνίας σε γραπτή μορφή. Ανεξάρτητα από τις διάφορες παραμέτρους τα όμηρικά έπη αποτελούν έργα μεγάλης λογοτεχνικής δύναμης, αισθητικής ωριμότητας και ουμανιστικής έκφρασης, στοιχεία που άσκησαν τεράστια και διαχρονική επιρροή τόσο στον πνευματικό κόσμο όσο και στους απλούς ανθρώπους. Αποτέλεσαν το πολιτιστικό και εκπαιδευτικό θεμέλιο όλη την περίοδο της κλασικής αρχαιότητας και συνέχισαν να επιδρούν στη διαμόρφωση της λογοτεχνικής και της φιλοσοφικής σκέψης καθόλη τη διάρκεια της ιστορίας του Δυτικού πολιτισμού, κυρίως όμως την περίοοδο της Αναγέννησης.[4]

Δομή και σύνθεση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από τους Γραμματικούς της Αλεξάνδρειας, η Ιλιάς διαιρέθηκε σε 24 ραψωδίες σύμφωνα με το ελληνικό αλφάβητο (Α-Ω), ενώ οι ραψωδίες της Οδύσσειας με μικρά γράμματα.

Η πρώτη ραψωδία χρησιμεύει ως εισαγωγή σε ολόκληρο το έπος, το ποίο αποτελείται από τρία μέρη. Το πρώτο μέρος αρχίζει από τη Β και φτάνει μέχρι τη Ι ραψωδία. Σε αυτό το τμήμα, στο οποίο έχουμε την αποχή του Αχιλλέα, οι Αχαιοί δίνουν μάχες με τους Τρώες, στις οποίες άλλοτε νικούν και άλλοτε νικιούνται, και στο τέλος κινδυνεύουν να καταστραφούν, γιατί οι Τρώες μπήκαν μέσα στο στρατόπεδο των Αχαιών. Με τη ραψωδία Ι έχουμε διακοπή της μάχης και παρακολουθούμε τους ρητορικούς λόγους της πρεσβείας, η οποία ικετεύει τον Αχιλλέα να μπει στη μάχη. Η ραψωδία Ι βρίσκεται μεταξύ του πρώτου και του δεύτερου μέρους και αποτελεί δείγμα της τέχνης του Ομήρου, ο οποίος την παρενέβαλε σαν γέφυρα για το δεύτερο μέρος, το οποίο αρχίζει από τη ραψωδία Κ και τελειώνει στην Τ. Σ΄ αυτό το μέρος περιγράφονται οι μάχες που δίνουν οι Αχαιοί με τους Τρώες, και συνήθως νικιούνται, μέχρις ότου ο Έκτορας αφού σκοτώσει τον Πάτροκλο, θ ΄απειλήσει το στρατόπεδο των Ελλήνων. Ο θάνατος όμως του Πατρόκλου γίνεται η αιτία να ξαναγυρίσει ο Αχιλλέας στη μάχη. Στο τρίτο και τελευταίο μέρος της Ιλιάδας, το οποίο εξελίσσεται από τη ραψωδία Υ μέχρι του τέλος που τελειώνει με την ταφή (καύση) του Έκτορα.[5]

Υπόθεση και δομή της Ιλιάδας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ραψωδία Α : Λοιμός (επιδημία). Μῆνις (οργή)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πρότυπο:Clearright

{{(Έμμετρη) Παρακλήσεις του Χρύση, λοιμός του στρατού, οργή των βασιλέων.

(Πεζή) Ο λοιμός και η οργή.


Επισημάνσεις

Συνεχώς πυκνές φωτιές από νεκρούς καίγανε.

Για εννιά μέρες έπεφταν αδιάκοπα τα βέλη του θεού στο στρατό.

}}
Phaistos glyph 12.svg
Iliasschiff.jpg


Ο Χρύσης, ο ιερέας του Απόλλωνα, φθάνει στο ναύσταθμο των Ελλήνων, ικετεύοντας για την απελευθέρωση της κόρης του Χρυσηίδας. Δεν τα κατάφερε όμως και, διωγμένος από τον αλαζονικό Αγαμέμνονα, προσευχήθηκε στον Απόλλωνα να στραφεί κατά των Ελλήνων. Όταν τότε ο θεός έστειλε λοιμό και χάθηκαν, όπως ήταν φυσικό, πολλοί, ο Αχιλλέας κάλεσε συνέλευση του στρατού.

Ο μάντης Κάλχας προφήτεψε την πραγματική αιτία του κακού και συμβούλευσε τον Αχιλλέα να εξιλεώσει το θεό. Ο Αγαμέμνονας οργισμένος με τον Αχιλλέα, του πήρε τη Βρισηίδα, την κοπέλα που του είχε δώσει έπαθλο οργίστηκε με τους Αχαιούς. Τότε η Θέτιδα, μετά από παράκληση του γιου της, ανέβηκε στο Όλυμπο και ζήτησε από τον Δία να βοηθήσει τους Τρώες να νικήσουν τους Έλληνες. Η Ήρα, όταν το αντιλήφθηκε, φιλονίκησε με τον Δία ωσότου τους συμφιλίωσε ο Ήφαιστος ρίχνοντας κρασί στα ποτήρια τους.

Η Αθηνά σταλμένη από την Ήρα συμβουλεύει τον Αχιλλέα να σταματήσει τη διαμάχη και να πάρει το χέρι του από το σπαθί και να τον ντροπιάσε με τους λόγους του, όπως ακριβώς του αξίζει.[210-211]. Ο Αχιλλέας μεταξύ των άλλων τον αποκαλεί τιποτένιο βασιλιά, επειδή εξουσιάζει τιποτένιους.

Ραψωδία Β : Το όνειρο, η συνέλευση και η απαρίθμηση των πλοίων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ενώ οι άλλοι και οι άνθρωποι κοιμούνταν, ο Δίας σκεπτόμενος την ικεσία της Θέτιδας να δικαιώσει το γιο του Πηλέα, στέλνει όνειρο στον Αγαμέμνονα· μ΄αυτό του ζητούσε να οδηγήσει σε μάχη όλους τους Έλληνες και παράλληλα τον συμβούλευε να προτρέψει και τον Αχιλλέα να πολεμήσει. Ο Αγαμέμνονας, επειδή δεν κατάλαβε το όνειρο, το διηγήθηκε στους άρχοντες. Έπειτα συγκάλεσε συνέλευση όλων των Ελλήνων με την υποψία μήπως ο Αχιλλέας, που ήταν αρχηγός πάρει με το μέρος του το στράτευμα και του επιτεθεί, προτρέποντάς τους να φύγουν στην πατρίδα. Τους συγκρατεί με πειστικά λόγια ο Οδυσσέας και μιλά με αυστηρότητα στους στρατιώτες. Παύει επίσης και την οργή του Θερσίτη, που με θράσος εναντιώθηκε στον βασιλιά και προτρέπει τους Έλληνες να μείνουν και να καταλάβουν την Τροία. Ο Νέστορας δίνει στον στρατό τις ίδιες συμβουλές και ο Αγαμένονας, αφού θυσίασε στον Δία, συγκέντρωσε τους γέροντες και προέτρεψε όλους Έλληνες σε πόλεμο. Στη συνέχεια παρατίθεται κατάλογος των πλοίων και των αρχηγών των Ελλήνων καθώς επίσης των Τρώων και των συμμάχων τους. (Β 1-877)

«Αὐτὰρ Πυραίχμης ἄγε Παίονας ἀγκυλοτόξους/τηλόθεν ἐξ Ἀμυδῶνος ἀπ' Ἀξιοῦ εὐρὺ ῥέοντος/Ἀξιοῦ οὗ κάλλιστον ὕδωρ ἐπικίδναται αἶαν.B 848-850

Ραψωδία Γ : Ὅρκοι. Τειχοσκοπία. Ἀλεξάνδρου καὶ Μενελάου μονομαχία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι δύο στρατοί αποφασίζουν να κριθεί η έκβαση της μάχης σε μονομαχία μεταξύ Πάρη και Μενέλαου. Η Ελένη ανεβαίνει στα τείχη για να παρακολουθήσει την μονομαχία, γοητεύοντας ακόμη και τους γέρους Τρώες με την ομορφιά της (αἰνῶς ἀθανάτηισι θεῆις εἰς ὦπα ἔοικεν – αληθινά μ’ αθάνατης θεάς μοιάζ’ η μορφή της - Γ 158) και δείχνει στον Πρίαμο τους αρχηγούς των Αχαιών. Στην μονομαχία ο Μενέλαος τραυματίζει τον Πάρη κι ετοιμάζεται να τον εξοντώσει, αλλά η θεά Αφροδίτη επεμβαίνει και τον διασώζει.

Ραψωδία Δ : Παραβίαση τω όρκων και παραπλάνηση του Αγαμέμνονα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι αντίπαλοι αποφασίζουν ανακωχή, αλλά η Ήρα επιζητώντας τον όλεθρο της Τροίας πείθει τον Δία που αμφιταλαντεύεται να συναινέσει στα σχέδιά της. Κι έτσι η Αθηνά μεταμορφωμένη σε Τρώα πολεμιστή πείθει τον Πάνδαρο να παραβιάσει την ανακωχή τοξεύοντας τον Μενέλαο που τραυματίζεται αλλά θεραπεύεται από τον Μαχάοντα. Οι Τρώες επιτίθενται, ο Αγαμέμνων συνεγείρει τους Αχαιούς και η μάχη γενικεύεται. Οι θεοί οδηγούν τους πολεμιστές [439] «ὄρσε δὲ τοὺς μὲν Ἄρης, τοὺς δὲ γλαυκῶπις Ἀθήνη» (Ξεσήκωσε τους Τρώες ο Άρης, ενώ τους Αχαιούς η Αθηνά με τα σπινθηροβόλα μάτια).

Ραψωδία Ε : Διομήδους ἀριστεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Αθηνά απομακρύνει τον Άρη από την μάχη που συνεχίζεται και οι Αχαιοί εξολοθρεύουν τους Τρώες. Ο Διομήδης διακρίνεται εξαιρετικά, σφάζει πλήθος Τρώων κ’ είναι έτοιμος να σκοτώσει και τον Αινεία, που όμως σώζεται με παρέμβαση της μητέρας του Αφροδίτης. Αλλά ο Διομήδης ακολουθώντας τις συμβουλές της Αθηνάς, τραυματίζει και την θεά. Ο Άρης βοηθά τους Τρώες, η Ήρα ενθαρρύνει τους Έλληνες (αἰδὼς Ἀργεῖοι – Ε 787), και ο Διομήδης πληγώνει και τον Άρη με υπόδειξη και βοήθεια της Αθηνάς.

Ραψωδία Ζ : Ἕκτορος καὶ Ἀνδρομάχης ὁμιλία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Σύνοψη

Όταν οι θεοί απομακρύνθηκαν από τη μάχη, οι Έλληνες σκότωσαν πολλούς Τρώες. Με συμβολή του μάντη Έλενου, ο Έκτορας πηγαίνει στην πόλη και παρακαλεί τη μητέρα του Εκάβη να προσευχηθεί στην Αθηνά και να υποσχεθεί στη θεά θυσία δώδεκα βοδιών, ώστε ν΄απομακρύνει τον Διομήδη από τη μάχη. Ενώ βρίσκονταν στο πεδίο της μάχης, ο Γλαύκος και ο Διομήδης θυμήθηκαν την πατρική φιλία και αντάλλαξαν τα όπλα τους. Ο Έκτορας, αφού συνομίλησε με τη μητέρα του και τη γυναίκα του Ανδρομάχη, ξεκίνησε με τον αδελφό του Πάρη για το πεδίο της μάχης.

Γλαύκος και Διομήδης στο πεδίο της μάχης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κι όταν προχωρώντας ο ένας ενάντια στιν άλλο, πλησίασαν, πρώτος μίλησε ο βροντόφωνος Διομήδης και είπε : «Ποιος από τους θνητούς ανθρώπους είσαι συ, γενναίε μου; Γιατί δεν σε είδα ποτέ μέσα στη μάχη που δοξάζει τους άντρες πιο πριν, τώρα όμως προχώρησες πολύ πιο μπροστά απ΄όλους τους άλλους με το θάρρος σου, εσύ που βάσταξες να μείνεις μπροστά στο δικό μου μακροήσκιωτο κοντάρι· μόνο των δυστυχισμένων τα παιδιά αντικρίζουν την ορμή μου. Αν όμως κάποιος αθάνατος έχει έρθει από τον ουρανό, εγώ δεν θα πολεμούσα με επουράνιους θεούς· γιατί ούτε και ο γιος του Δρύαντα, ο δυνατός Λυκούργος, που μάλωνε με τους θεούς, έζησε πολύ».

Σ΄αυτόν απάντησε ο λαμπρός γιος του Ιππόλοχου «Γενναίε γιε του Τυδέα, τι τη ρωτάς τη γενιά μου;».

Τυδεΐδη μεγάθυμε τί ἢ γενεὴν ἐρεείνεις;
«Οἵη περ φύλλων γενεὴ τοίη δὲ καὶ ἀνδρῶν. φύλλα τὰ μέν τ' ἄνεμος χαμάδις χέει, ἄλλα δέ θ' ὕλη τηλεθόωσα φύει, ἔαρος δ' ἐπιγίγνεται ὥρη· ὣς ἀνδρῶν γενεὴ ἣ μὲν φύει ἣ δ' ἀπολήγει'».

-Γενναίε γιε του Τυδέα, τι τη ρωτάς τη γενειά μου; «Όπως είναι των φύλλων η γενιά, έτσι είναι και των ανθρώπων. Τα φύλλα, άλλα τα ρίχνει ο άνεμος χάμω στη γη κι άλλα βγάζει το ολόχλωρο δάσος, σαν έρθει η εποχή της άνοιξης, Έτσι και των ανθρώπων η γενειά, η μια φυτρώνει και η άλλη τελειώνει».

Ιλιάδα Ζ 146-149

Αν όμως θέλεις να μάθεις τη δική μας γενιά, γιατί πολλοί άνθρωποι την ξέρουν: Σε μια γωνια της Πελοποννήσου, που θρέφει άλογα, βρίσκεται μια πολιτεία, η Εφύρα, όπου ζούσε ο Σίσυφος, που στάθηκε ο πιο πονηρός απ΄όλους τους ανθρώπους, ο γιος του Αιόλου. Αυτός λοιπόν γέννησε ένα γιο τον Γλαύκο και ο Γλαύκος γέννησε τον Βελλερεφόντη, που ήταν χωρίς ψεγάδι...Έτσι μίλησε και ο βροντόφωνος Διομήδης χάρηκε· έμπηξε το κοντάρι του στη γη που θρέφει πολλούς και με πρόσχαρα λόγια μίλησε στον κυβερνήτη του στρατού: «Αληθινά, μου είσαι παλιός πατρικός φίλος· γιατί ο θείος Οινέας φιλοξένησε κάποτε στο μέγαρό του τον αψεγάδιαστο Βελλερεφόντη, κρατώντας τον είκοσι μέρες κοντά του· κι έδωσαν ο ένας στον άλλο όμορφα δώρα αγάπης· ο Οινέας έδωσε ένα ζωστήρα που άστραφτε από την πορφύρα, ο Βελλεροφόντης πάλι μια χρυσή κούπα δίγουβη (αμφικύπελλον)· φεύγοντας εγώ για εδώ την άφησα στο σπίτι μου» [Ζ 150-155]. και [Z 213-221.]

Όταν τα είπαν αυτά πήδηξαν από τα άρματα και εσφιξαν τα χέρια ο ένας του άλλου και έδωσαν τον λόγο τους πως θα μείνουν φίλοι. Τη στιγμή τούτη ο Δίας, ο γιος του Κρόνου, πήρε τα μυαλά του Γλαύκου, που άλλαξε τα όπλα του με τον Διομήδη, το γιο του Τυδέα, χρυσά με χάλκινα, αξίας εκατό βοδιών (ἑκατόμβοι) με αξίας εννέα βοδιών (ἐννεαβοίων).[6]

Έκτωρος και Ανδρομάχης διάλογος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το βάρος της σκηνής μετριάζεται από τα χαμόγελα που προκαλεί ο φόβος του Αστυάνακτα για το κράνος του πατέρα του και ο εναγκαλισμός που επακολουθεί του Έκτορα με το βρέφος.

Έτσι λοιπόν αφού μίλησε, έφυγε ο ορμητικός Έκτορας· αμέσως δε έπειτα έφτασε στο καλοχτισμένο ανακτορό του, αλλά δεν βρήκε τη λευκόχειρη (λευκώλενον) Ανδρομάχη, αλλά αυτή μαζί με το παιδί της και την καλλίπεπλη υπηρέτρια είχε σταθεί επάνω στο πύργο με θρήνος και κλάματα. Όταν δε ο Έκτορας δεν βρήκε μέσα στο σπίτι την άψογη σύζυγό του, ήρθε και στάθηκε στο κατώφλι και ρώτησε τις δούλες μήπως πήγε σε καμιά κουνιάδα της ή καλοντυμένη συννυφάδα της ή μήπως είχε πάει στο ναό της Αθηνάς, όπου και άλλες καλλιπλόκαμες Τρωάδες ζητούν να εξιλεώσουν τη φοφερή Αθηνά.

Προς αυτό δε απάντησε η πρόθυμη οικονόμος:
«Έκτορα, επειδή έντονα με προστάζεις να πω την αλήθεια ούτε κάπου σε καμιά κουνάδια της ούτε σε καμιά καλοντυμένη συννυφάδα της ούτε για το ναό της Αθηνάς βγήκε, όπου άλλες καλλίκομες Τρωάδες ζητοούν να εξιλεώσουν τη φοβερή θεά, αλλά πήγε στον ψηλό πύργο του Ιλίου, γιατί άκουσε ότι οι Τρώες δεινοπαθούν και ότι η υπεροχή των Αχαιών είναι μεγάλη. Αυτή μεν έχει φτάσει πια στο τείχος τρεχάτη σαν τρελή· μαζί της δε η παραμάνα (τιθινή) κρατεί το παιδί». [Z 389].

Όταν ο Έκτωρας έφτασε στις Σκαιές πύλες τότε τρεχάτη τον συνάντησε η γυναίκα του Ανδρομάχη με τα πολλά χαρίσματα, η κορή του Ηετίωνα χύνοντας δάκρυα του έσφυξε το χέρι θερμά και του είπε: «Ευλογημένε (διαμόνιε), η ορμή σου θα σε καταστρέψει και δεν λυπάσαι το ανήλικο τέκνο σου και μένα την άμοιρη (άμμορον) που σύντομα χήρα (χήρη) σου θα γίνω· γιατί γρήγορα οι Αχαιοί θα σε σκοτώσουν ορμώντας όλοι επάνω σου· για μένα δε θα ήταν προτιμοτερο, εάν σε στερηθώ, να χωθώ στη γη· γιατί πια δεν έχω άλλα παρηγοριά, όταν συ βέβαια πεθάνεις, αλλά βάσανα· ούτε υπάρχει ο πατέρα μου και η σεβαστή μου μητέρα».

Αλήθεια κι εγώ, απάντησε ο Έκτωρας, για όλα αυτά φροντίζω, αλλά πάρα πολύ ντρέπομαι του Τρώες και τις χαριτωμένες Τρωάδες, αν φεύγω σαν δειλός μακριά από τον πόλεμο, ούτε ο χαρακτήρας μου το επιτρέπει, γιατί έμαθα να είμαι γενναίος πάντοτε και να πολεμώ μαζί με τους Τρώες στην πρώτη γραμμή, προσπαθώντας να διαφυλάξω τη μεγάλη δόξα του πατέρα μου και μένα του ίδιου [Z 441-446].

« Εγώ με την καρδιά μου και την ψυχή μου αυτό το ξέρω καλά· θα έρθει δηλαδή ημέρα (ἔσσεται ἦμαρ) [Z 448], όταν κάποτε η ιερή Τροία θα έχει χαθεί και ο Πρίαμος και ο λαός του πολεμιστή Πριάμου. Αλλά δεν αισθάνομαι τόσο λύπη για τους Τρώες στο μέλλον ούτε γι΄αυτή την Εκάβη ούτε για το βασιλιά Πρίαμο ούτε για τους αδελφούς μου, που πολλοί και γενναίοι μπορεί να πέσουν στο χώμα από άντρες εχθρούς όσο για σένα, όταν κάποιος από τους χαλκοθώρακες Αχαιούς κλαμένη θα σε πάρει μαζί του, αφού σου αφαιρέσει την ελεύθερη ημέρα, και, στο Άργος αφού θα είσαι, θα υφαίνεις στον αργαλειό κάτω από τις διαταγές άλλης και ίσως θα μεταφέρεις νερό από τη Μεσσηίδα ή την Υπερία χωρίς καθόλου να το θέλεις, γιατί θα σε πιέζει σκληρή ανάγκη· και κάποτε όταν κανένας σε δει να χύνει δάκρυα θα πει· «αυτή είναι γυναίκα του Έκτορα», που ήταν πρώτος στη μάχη από τους ιπποδαμαστές Τρώες, όταν πολεμούσσαν γύρω από την Τροία.[7]  »

Ραψωδία Η : Ἕκτορος καὶ Αἴαντος μονομαχία. Νεκρῶν ἀναίρεσις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Έκτωρ επιστρέφει στη μάχη και τώρα υπερισχύουν οι Τρώες, η Αθηνά ξεκινά να βοηθήσει τους Αχαιούς αλλά ο Απόλλωνας την σταματά και συμφωνούν να εμπνεύσουν την ιδέα μιας νέας μονομαχίας στον Έκτορα. Εννέα Αχαιοί αρχηγοί δέχονται την πρόταση και κληρώνεται ο Αίας ο Τελαμώνιος. Η πάλη διαρκεί μέχρι τη νύχτα χωρίς αποτέλεσμα και οι δύο ήρωες αποτραβιούνται στα στρατόπεδά τους έχοντας ανταλλάξει δώρα. Οι Τρώες κάνουν προτάσεις ειρήνης που απορρίπτονται. Ο Αγαμέμνωνας συγκατατίθεται απλώς σε εκεχειρία για την ταφή των νεκρών και οι Αχαιοί ενισχύουν την περιτείχιση του στρατοπέδου τους.

Ραψωδία Θ : Κόλος μάχη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ραψωδία αυτή επιγράφεται έτσι γιατί η περιγραφή της μάχης ήταν κολοβή, συντομευμένη, επειδή ο Όμηρος, κατά τον σχολιαστή της Ιλιάδος, «συντέμνει την διήγησιν, συναχθόμενος τοις Αχαιοίς». Ο Δίας απαγορεύει στους θεούς την ανάμιξη στον πόλεμο και ο ίδιος ευνοεί τους Τρώες που πιέζουν έντονα τους Αχαιούς. Η Ήρα και η Αθηνά διαμαρτύρονται και ο Δίας απαντά ότι ενεργεί έτσι για να εξαναγκαστεί να επιστρέψει στη μάχη ο Αχιλλέας. Η νύχτα έρχεται λυτρωτικά για τους Αχαιούς, ενώ οι Τρώες διανυκτερεύουν εκτός των τειχών.

Ραψωδία Ι : Πρεσβεία πρὸς Ἀχιλλέα. Λιταί[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Απογοητεύμενος από τις επιτυχίες των Τρώων, ο Αγαμέμνων συγκαλεί συνέλευση των βασιλέων και προτείνει λύση της πολιορκίας. Ο Διομήδης εναντιώνεται και ο Νέστορας προτείνει κατευνασμό του Αχιλλέα. Ο Αγαμέμνων κάνει αυτοκριτική και δέχεται να δώσει πίσω την Βρισηίδα -ανέγγιχτη ακόμη κατά τα λεγόμενά του- και πολλά άλλα πλούσια δώρα, χρυσάφι, άλογα και γυναίκες. Ο παιδαγωγός του Αχιλλέα Φοίνικας, ο Οδυσσέας και ο Αίας ο Τελαμώνιος πηγαίνουν στην σκηνή του Αχιλλέα για να μεσιτεύσουν, αλλ’ αυτός μένει αμετάπειστος. Το μόνο που κατορθώνει ο Αίας με τα λόγια του είναι ν’ αποσπάσει την υπόσχεση του Αχιλλέα ότι θα πολεμήσει όταν ο Έκτορας κάψει τα πλοία των Αχαιών και φέρει τους Τρώες ως τη σκηνή του.

Ραψωδία Κ : Δολώνεια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αγαμέμνων και Μενέλαος κάνουν νυκτερινή επιθεώρηση του στρατοπέδου. Ο Νέστορας προτείνει να κατασκοπεύσουν οι Αχαιοί το στρατόπεδο των Τρώων και ξεκινούν ο Οδυσσέας και ο Διομήδης. Κατάσκοπο όμως είχε στείλει κι ο Έκτορας, τον Δόλωνα, που πέφτει στα χέρια των δύο Αχαιών. Τον ανακρίνουν και τον σκοτώνουν. Ύστερα, εκμεταλλευόμενοι τις πληροφορίες του Δόλωνα, επιπίπτουν στην στρατοπεδία του Ρήσου, βασιλιά των Θρακών και συμμάχου των Τρώων, σφάζουν τους άντρες του και τον ίδιο κι αρπάζουν τα περίφημα λευκά του άλογα –με την βοήθεια πάντα της Αθηνάς.

Ραψωδία Λ : Ἀγαμέμνονος ἀριστεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ραψωδία Λ αρχίζει με νέες μάχες. Αν και αρχικά διακρίνεται ο Αγαμέμνονας και απωθεί τους Τρώες μέχρι τα τείχη τους, οι θεοί ενθαρρύνουν τον Έκτορα και, καθώς στη συνέχεια τραυματίζονται πολλοί αρχηγοί των Αχαιών (Αγαμέμνονας, Διομήδης, ο γιατρός Μαχάονας), οι Τρώες προχωρούν και τους πιέζουν. Ο Νέστορας συμβουλεύει τον Πάτροκλο να ζητήσει από τον Αχιλλέα να του δανείσει την πανοπλία του για να συγκρατήσει τους Τρώες και ν’ ανακουφίσει τους Έλληνες (αἴ κέν τι φόως Δαναοῖσι γένηαι - Λ 797).

Ραψωδία Μ : Μάχη γύρω από τα τείχη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • «Εἷς οἰωνὸς ἄριστος ἀμύνεσθαι περὶ πάτρης».

Αφού κατέβηκαν οι Τρώες από τους ίππους, περνούν την τάφρο, παρ΄ ότι τους φάνηκε απαίσιος οιωνός. Ο οιωνοσκόπος Πολυδάμας συμβουλεύει τον Έκτορα να μη προχωρήσουν άλλο, αλλ’ αυτός απαντά «εἷς οἰωνὸς ἄριστος ἀμύνεσθαι περὶ πάτρης» [Μ 243] και αφού διαρέθηκαν σε πέντε ομάδες, προσβάλλουν το τείχος των Ελλήνων, όπου ο Σαρπηδόνας καταστρέφει την έπαλξη, ο δε Έκτορας, αφού χτύπησε με λίθο τις πύλες, επιτέθηκε εναντίον των πλοίων κι όλοι οι Τρώες μαζί μ΄αυτόν.

Ραψωδία Ν : Μάχη ἐπὶ ταῖς ναυσίν[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Δίας, ευνοώντας τους Τρώες για να δοξάσει τελικά τον Αχιλλέα, και βέβαιος ότι κανείς θεός δεν θα τολμούσε ν’ αγνοήσει την διαταγή του περί μη επέμβασης, έστρεψε αλλού την προσοχή του. Τότε ο Ποσειδών παίρνει την μορφή του Κάλχαντα και ενθαρρύνει τους Αχαιούς. Παρ’ όλα αυτά οι Τρώες περνούν το τείχος και εισβάλλουν στο στρατόπεδο απειλώντας τα πλοία.

Ραψωδία Ξ  : Η εξαπάτηση του Δία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σε πρόχειρη σύσκεψη των τραυματισμένων αρχηγών ο Αγαμέμνων προτείνει πάλι λύση της πολιορκίας. Οι Οδυσσέας και Διομήδης διαφωνούν κι ο Ποσειδώνας εξακολουθεί να ενθαρρύνει τους Αχαιούς, παρά την απαγόρευση του Δία. Για να κάνει αποτελεσματικότερη την παρέμβαση του Ποσειδώνα, η Ήρα εξαπατά την Αφροδίτη, της παίρνει την ζώνη με τα ερωτικά φίλτρα (φιλότητα καὶ ἵμερον [Ξ 198] και προκαλεί τον πόθο του Δία. Μετά την περίπτυξη ο Δίας κοιμάται βαθιά, γιατί η Ήρα είχε δωροδοκήσει τον Ύπνο. Ο Αίας τραυματίζει τον Έκτορα και η επίθεση των Τρώων αποκρούεται.

Ραψωδία Ο  : Σκληρή μάχη γύρω από τα πλοία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Υπόθεση της Ραψωδίας Ο κατά τον αρχαίο «παραφραστή»

Ο Δίας αφού σηκώθηκε (εγερθείς), επειδή είδε (θεασάμενος) τους Τρώες να νικιούνται, καταφέρεται (επιπλήσει) κατά της Ήρας και στέλνει την ανεμοπόδαρη γρήγορη Ίριδα (ποδήνεμος ὠκέα Ἶρις) [O 168] στον Ποσειδώνα, διατάζοντάς τον να απομακρυνθεί από τον πόλεμο. Τον Απόλλωνα δε, να εμψυχώσει τον Έκτορα, ο οποίος, αφού παρέλαβε την αιγίδα, τρέπει τους Έλληνες σε φυγή, ο οποίοι όταν έφτασαν στα πλαίσια καταδιωκόμενοι, ο Αίας ο Τελαμώνιος πολλούς σκοτώνει από τους εχθρούς, απ΄αυτούς που έριχναν φωτιά στα πλοία [O 1 -746].

Ραψωδία Π : Πατρόκλεια[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Πάτροκλος χύνοντας πικρά δάκρυα ζητά από τον Αχιλλέα να του δώσει τα όπλα του για να νομίσουν οι Τρώες ότι ξαναμπήκε στον πόλεμο. Ο Αχιλλέας δέχεται και δίνει τα όπλα με την ρητή εντολή στον Πάτροκλο, να σώσει τα πλοία από την φωτιά και να μη περάσει τον περίβολο του στρατοπέδου των Αχαιών. Ο Πάτροκλος μπήκε στην μάχη όταν ο Αίας κατέρρεε πια και κάποια πλοία είχαν αρχίσει να καίγονται. Οι Τρώες τρέπονται σε φυγή, ο Πάτροκλος ανδραγαθεί, αλλά ξεχνά την εντολή του Αχιλλέα και βγαίνει στην πεδιάδα. Ο Απόλλων φανερώνει στον Έκτορα ότι κάτω από την πανοπλία του Αχιλλέα είναι ο Πάτροκλος και τον βοηθά να τον σκοτώσει.

« Ίσως, φίλε μου (Κέλσε), να μη φανώ φορτικός παραθέτοντας ένα ακόμη εδάφιο από τον ποιητή, από εκείνα που αφορούν έργα ανθρώπων και τούτο για να καταλάβεις ότι αυτός συνήθως συμβαδίζει με τις ηρωικές αφηγήσεις του. Ομίχλη ξαφνικά και νύχτα αδιάβατη στο ποίημά του εμποδίζει τους Έλληνες μαχητές· τότε λοιπόν, ο Αίας μη ξέροντας τι να κάνει:  »
  • «ποίησον δ' αἴθρην, δὸς δ' ὀφθαλμοῖσιν ἰδέσθαι·ἐν δὲ φάει καὶ ὄλεσσον, ἐπεί νύ τοι εὔαδεν οὕτως».(Π 645-647)

Δία πατέρα λέει, σώσε απ΄την ομίχλη τους γιούς

των Αχαιών,

κάνε αθρία κι άφησέ μας να δούμε με τα μάτια μας·
και σ΄ αιθρία μέσα να μας καταστρέψεις.

Πάθος αντάξιο του Αίαντα, στ΄αλήθεια, γιατί δεν προσεύχεται να ζήσει (τέτοιο αίτημα θα ήταν κατώτερο του ήρωα), αλλά επειδή μέσα στην απραξία του σκοταδιού δεν μπορεί να διοχετεύσει την ανδρεία του σε καμιά ευγενή πράξη και γι΄αυτό αγανακτεί που μένει άπραγος για τη μάχη και παρακαλεί νά έρθει το φως το συντομότερο, ώστε οπωσδήποτε να βρει θάνατο αντάξιο της ανδρείας του, έστω κι αν αντίπαλός του είναι ο Δίας.[8]

Ραψωδία Ρ : Μενελάου ἀριστεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μάχη για το σώμα του Πάτροκλου στην οποία διακρίνεται ο Μενέλαος. Τελικά ο Αίας καταφέρνει να αποσπάσει τον νεκρό από τους Τρώες, αλλά ο Έκτορας κρατά τον οπλισμό του Αχιλλέα. Φορώντας τον πλέον, επιχειρεί ξανά να πάρει το σώμα του Πατρόκλου. Οι Αργείτες εναλλάσσονται στην μάχη με τους Τρώες, πότε έχουν οι πρώτοι το προβάδισμα και πότε οι δεύτεροι. Όταν πια είναι φανερό ότι ο Δίας έχει δώσει την μάχη στους Τρώες, ο Μενέλαος μαζί με τον Μυρώνη καταφέρνουν να αποσπάσουν το σώμα του Πατρόκλου, το μεταφέρουν στους ώμους τους και τρέχουν. Προκαλούν τον θυμό όλου του στρατού των Τρώων.

Ραψωδία Σ : Η πανοπλία του Αχιλλέα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Θρήνος του Αχιλλέα για τον Πάτροκλο. Πίνακας του Νικολάι Γκαι(1855).

Όταν ο Αχιλλέας έμαθε το θάνατο του Πατρόκλου κλαίει· αφού βγήκε δε η Θέτιδα από τη θάλασσα, τον παρηγορεί και τον συμβουλεύει να απομακρυνθεί από τον πόλεμο, μέχρις ότου του φέρει όπλα από τον Ήφαιστο· με παρακίνηση όμως της Ήρας, άοπλος πλησίασε την τάφρο και παρουσιάζεται στους εχθρούς και, επειδή τον φοβήθηκαν, τρέπονται σε φυγή· και κατά τη φυγή πολλοί σκοτώνονται. Το δε σώμα του Πατρόκλου αφού διέσωσαν οι Μυρμιδόνες, το πλένουν. Ο Ήφαιστος δε για τον Αχιλλέα κατασκευάζει πανοπλία. Οι Τρώες εν τω μεταξύ έχουν εντείνει τις προσπάθειές τους για να πάρουν τον νεκρό κι ο Αχιλλέας, ειδοποιημένος από την Ήρα και σκεπασμένος με την εκτυφλωτική αιγίδα της Αθηνάς, προβάλλει στην τάφρο. Κραύγασε τρεις φορές κ’ οι Τρώες πανικόβλητοι υποχώρησαν.[9] Η ραψωδία ολοκληρώνεται με την εκτενή περιγραφή της ασπίδας του Αχιλλέα που κατασκεύασε ο Ήφαιστος.

Έτσι αφού είπε πήγε στα φυσερά που τα έστρεψε στη φωτιά και τα τα διέταξε να εργάζονται·τα δε φυσερά, είκοσι συνολικά, φυσούσαν στα χωνευτήρια, αφού έβγαζαν κάθε είδους πνοή που φυσούσε ωραία, ώστε άλλοτε μεν, όταν αυτός έσπευδε, να είναι πρόχειρα σ΄ αυτόν, άλλοτε δε πάλι όπως ο Ήφαιστος ήθελε, και συπμπληρώνονταν το έργο. Τοποθέτησε δε μέσα στη φωτιά σκληρό χαλκό και κασσίτερο και πολύτιμο χρυσάφι και ασήμι· έπειτα δε τοποθέτησε στον ακμοθέτη μεγάλο αμόνι, πήρε δε στο χέρι του μεγάλο σφυρί και με το άλλο χέρι έπιασε την πυράγρα [Σ 468-477]..

Και πρώτα πρώτα κατασκεύασε μεγάλη και γερή  ασπίδα 
τοποθέτησε δε γύρω στεφάνι λαμπρό τρίδιπλο, γυαλιστερό,
από την ασπίδα δε κρέμασε αργυρό τελαμώνα·
πέντε δ' ἄρ' αὐτοῦ ἔσαν σάκεος (πτυχές), πάνω δε σ΄αυτή
χάραξε πολλά τεχνικά ανάγλυφα με τον καλλιτεχνικό του νου...
Σ 483-617.''

Ραψωδία Τ : Μήνιδος ἀπόρρησις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Αχιλλέας παραλαμβάνει τα νέα όπλα του και συγκαλεί συνέλευση των Αχαιών. Συμφιλιώνεται με τον Αγαμέμνονα, αφού και οι δύο παραδέχονται ότι οδηγήθηκαν σε σύγκρουση από θεϊκές παρεμβάσεις και επιστρέφεται η Βρισηίδα, την οποία ο Αγαμέμνονας ορκίζεται ότι δεν είχε αγγίξει. Μετά τη συνέλευση ξαναρχίζει και γενικεύεται ο θρήνος για τον Πάτροκλο. Τέλος ο Αχιλλέας φορά την καινούρια πανοπλία του και ανεβαίνει στο άρμα. Ένα από τα άλογα του προλέγει ότι θα σκοτωθεί από θεό και από άνθρωπο (μόρσιμόν ἐστι θεῶι τε καὶ ἀνέρι ἶφι δαμῆναι - Τ 417).

Ραψωδία Υ : Θεομαχία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Αχιλλέας οδηγεί τους Αχαιούς στη μάχη, στην οποία ο Δίας επιτρέπει να πάρουν μέρος και οι θεοί. Ήρα, Αθηνά, Ποσειδών, Ερμής και Ήφαιστος έσπευσαν στα στρατόπεδο των Αχαιών ενώ Άρης, Αφροδίτη, Απόλλων και Άρτεμις τάχθηκαν στο πλευρό των Τρώων. Ο Αχιλλέας μονομαχεί με τον Αινεία, τον οποίο σώζει ο Ποσειδώνας για να μη θυμώσει ο Δίας. Στη συνέχεια ο Αχιλλέας σκορπά τον όλεθρο στους Τρώες και βρίσκεται αντιμέτωπος με τον Έκτορα. Αλλά η Αθηνά και ο Απόλλων αποτρέπουν ένα μοιραίο αποτέλεσμα της μονομαχίας.

Ραψωδία Φ : Μάχη παραποτάμιος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Αχιλλέας εξακολουθεί να εξολοθρεύει τους Τρώες και πολεμά και με τον ποτάμιο θεό Σκάμανδρο που το ρεύμα του είχε γεμίσει με σώματα ζωντανών και νεκρών Τρώων. Σώζεται χάρη στην παρέμβαση του Ποσειδώνα και της Αθηνάς στην αρχή και στην συνέχεια από την Ήρα και τον Ήφαιστο που συγκρούονται στη συνέχεια μεταξύ τους. Η Αθηνά τραυματίζει τον Άρη και χτυπά την Αφροδίτη που ήρθε να τον βοηθήσει και η Ήρα δέρνει την Άρτεμη. Τελικά οι Τρώες, καταδιωκόμενοι από τον Αχιλλέα, κλείνονται στα τείχη.

Ραψωδία Χ : Φόνος του Έκτορα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Υπόθεση
Η Ανδρομάχη θρηνεί πάνω από το νεκρό σώμα του τον Έκτορα

Ενώ οι υπόλοιποι Τρώες αναχώρησαν για την Τροία, μόνος ο Έκτορας μένει έξω· αν και τον παρακαλούν οι γονείς του να μπει στην πόλη, αρνείται· κι αυτός μεν, αφού ήρθε εναντίον τρεις φορές καταδιώκεται γύρω από τα τείχη, ο Δίας δε αμφιταλαντεύει την μοίρα και των δυο· και η μεν μοίρα του Έκτορα προχωρεί στη γη, η δε του Αχιλλέα φέρεται άνω· κι έτσι ο Δίας διατάζει τον Απόλλωνα να αποχωρησήσει από τη μάχη· κι αυτός μεν υποχωρεί, η δε Αθηνά, αφού εξομοιώθηκε με τον Δηίφοβος, το γιο του Πριάμου, παρακινεί τον Έκτορα να αντιταχθεί στο Αχιλλέα· αυτός δε, αφού πείστηκε, αντιπαρατάσσεται και σκοτώνεται, αφού δέθηκε δε κάτω από το άρμα του Αχιλλέα, σέρνεται στο στρατόπεδο των Ελλήνων [1-515]. Έτσι το κεφάλι αυτού ολόκληρο ήταν σκονισμένο· η μητέρα του δε, όπως ήταν επόμενο, ξερίζωσε τις τρίχες από τα μαλλιά της, πέταξε δε μακριά το ωραίο μαντήλι (καλύπτρην), αναλύθηκε δε σε θρήνους πολύ μεγάλους, όταν είδε το γιο της, πολύ δε θλιβερά θρήνησε ο πατέρας του, γύρω δε οι άλλοι κατέχονταν από θρήνους και οιμωγές στην πόλη [Z 405-409]. Μεταξύ δε των Τρωάδων η Εκάβη έκανε την αρχή γοερού θρήνου.

«Παιδί, εγώ η άθλια γιατί λοιπόν να ζήσω αφού με το δικό σου θάνατο έπαθα φοβρα; Εσύ που νύχτα και μέρα ήσουνα καύχημα για μένα στην πόλη και ωφέλεια σε όλους, στους Τρώες και στις Τρωάδες που σαν θεό σε χαιρετούσαν· γιατί βέβαια και ήσουνα γι΄αυτούς πολύ μεγάλη δόξα και όταν ζούσες· τώρα όμως σ΄ έχει καταλάβει ο θάνατος και η μοίρα» [Z 431-436].

Ραψωδία Ψ  : Ἆθλα ἐπὶ Πατρόκλῳ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Αχιλλέας επιστρέφει στο στρατόπεδο με τον νεκρό του Έκτορα. Ο Πάτροκλος, που το σώμα του είχε φροντίσει η Θέτις να διατηρηθεί ανέπαφο, εμφανίζεται στον ύπνο του Αχιλλέα και ζητά να τον θάψουν επί τέλους γιατί δεν μπορεί να μπει στον Άδη. Και προμαντεύει κι αυτός τον θάνατο του Αχιλλέα κάτω από τα τείχη της Τροίας. Ύστερα το σώμα του Πατρόκλου αποτεφρώνεται και ακολουθούν επιτάφιοι αγώνες εις μνήμην του, με πλούσια βραβεία που αθλοθέτησε ο Αχιλλέας.

Ραψωδία Ω : Λύτρα για τον Έκτορα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Υπόθεση

Ο Δίας ενδιαφερόμενος για τον Έκτορα, στέλνει τη Θέτιδα στον Αχιλλέα, για ν΄ αποδώσει το σώμα του ήρωα. Την Ίριδα δε προς τον Πρίαμο στέλνει για να προσφέρει λύτρα στον Αχιλλέα και να παραλάβει το σώμα του νεκρού παιδιού του. Αυτός δε, αφού οδηγήθηκε σπό τον Ερμή, ο οποίος αποκοίμησε τους φύλακες, φτάνει κοντά στον Αχιλλέα παρακαλώντας τον με τα παρακάτω λόγια:

«Θυμήσου τον πατέρα σου, όμοιε με τους θεούς, Αχιλλέα, που είναι τόσο γέρος όπως ακριβώς εγώ, στο καταραμένο σκαλοπάτι των γερατιών. Και αλήθεια και εκείνον οι γώρω κάτοικοι που τον περιστοιχίζουν τον βασανίζουν και δεν υπάρχει κανένας για να απομακρύνει το κακό και τον όλεθρο. Αλλά εκείνος τουλάχιστον ακούοντας πως αυτός είναι ζωντανός και χαίρεται στην ψυχή του και ελπίζει μέρα με τη μέρα ότι θα δει το γιο του τον αγαπητό να γυρίζει πίσω από την Τροία».[485-492].

Με τις ικεσίες του παραλαμβάνει το γιο του, και, αφού τον μετέφερε στην πόλη, τον θάπτει και στη μνήμη του παραθέτει δείπνο.[1-804]. Ακολουθούν δώδεκα ημέρες θρήνων και προετοιμασιών και τέλος γίνεται η καύση και η ταφή του Έκτορα. Η Ιλιάδα τελειώνει με τον στίχο : ὣς οἵ γ᾽ ἀμφίεπον τάφον Ἕκτορος ἱπποδάμοιο (έτσι έκαναν αυτοί την ταφή του ιπποδαμαστή Έκτορα).

Βασικές έννοιες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δακτυλικός εξάμετρος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μακρό-βραχύ-βραχύ «Μνιν ἄειδε, θεά, Πηληιάδεω Ἀχιλῆος».

Κλέος - Μοίρα - Νόστος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

μήτηρ γάρ τέ μέ φησι θεὰ Θέτις ἀργυρόπεζα
διχθαδίας κῆρας φερέμεν θανάτοιο τέλος δέ.
εἰ μέν κ’ αὖθι μένων Τρώων πόλιν ἀμφιμάχωμαι,
ὤλετο μέν μοι νόστος, ἀτὰρ κλέος ἄφθιτον ἔσται
εἰ δέ κεν οἴκαδ’ ἵκωμι φίλην ἐς πατρίδα γαῖαν,
ὤλετό μοι κλέος ἐσθλόν, ἐπὶ δηρὸν δέ μοι αἰὼν
ἔσσεται, οὐδέ κέ μ’ ὦκα τέλος θανάτοιο κιχείη.
[Ι 410-415].

Γιατί η μητέρα, η θεά Θέτιδα με τα κάτασπρα πόδια
λέει ότι δύο ειδών μοίρες με οδηγούν στο θάνατο.
Αν μείνω εδώ και πολιορκήσω την πόλη των Τρώων,
θα χάσω την επάνοδο, αλλά θα έχω αθάνατη φήμη.
αν όμως ξαναγυρίσω στην αγαπητή πατρική γη,
χάνω την καλή μου φήμη, αλλά θα ζήσω πολλά χρόνια.
και δεν θα με εύρει γρήγορα ο θάνατος.
μτφ. φιλολογική ομάδα Κάκτου[10]

«ἔνθα δέ μοι μάλα πολλὸν ἐπέσσυτο θυμὸς ἀγήνωρ γήμαντα μνηστὴν ἄλοχον ἐϊκυῖαν ἄκοιτιν κτήμασι τέρπεσθαι τὰ γέρων ἐκτήσατο Πηλεύς· οὐ γὰρ ἐμοὶ ψυχῆς ἀντάξιον οὐδ' ὅσα φασὶν Ἴλιον ἐκτῆσθαι εὖ ναιόμενον πτολίεθρον τὸ πρὶν ἐπ' εἰρήνης, πρὶν ἐλθεῖν υἷας Ἀχαιῶν, οὐδ' ὅσα λάϊνος οὐδὸς ἀφήτορος ἐντὸς ἐέργει Φοίβου Ἀπόλλωνος Πυθοῖ ἔνι πετρηέσσῃ. ληϊστοὶ μὲν γάρ τε βόες καὶ ἴφια μῆλα, κτητοὶ δὲ τρίποδές τε καὶ ἵππων ξανθὰ κάρηνα, ἀνδρὸς δὲ ψυχὴ πάλιν ἐλθεῖν οὔτε λεϊστὴ οὔθ' ἑλετή, ἐπεὶ ἄρ κεν ἀμείψεται ἕρκος ὀδόντων[I 398-409].».

Gnome-emblem-important.svg
Κι εκεί πεθύμησε η γενναία μου καρδιά, αφού πάρω νόμιμη σύζυγο που μου ταιριάζει, να ευχαριστιέμαι με τα κτήματα που απέκτησε ο γερο-Πηλέας. Γιατί για μένα δεν είναι αντάξιο της ψυχής ούτε όσα λένε ότι ο Ίλιος, η καλοκατοικημένη πόλη, είχε πριν, στη ειρηνική περίοδο, πριν έρθουν οι γιοι των Αχαιών, ούτε όσα κλείνει μέσα στο πέτρινο κατώφλι του τοξότη, του Φοίβου Απόλλωνα, στην Πετρώδη Πυθώ. Διότι λαφυραγωγούνται βόδια και παχιά πρόβατα και αποκτιούνται τρίποδες και ξανθά άλογα. Αλλά η ψυχή του ανθ-ρώπου δεν λαφυραγωγείται ούτε πιάνεται, ώστε να ξαναγυρίσει, όταν περάσει το φραγμό των δοντιών.μτφ. φιλολογική ομάδα Κάκτου
  • Η περισπώμενη λέξη «κῆρ» [11] εκ του ιδίου θέματος και καρδίη, όπως στο παραπάνω χωρίο, υποδηλώνει γενικότερα την έδρα της ψυχής από όπου προέρχονται οι συναισθηματικές και οι άλλες διαθέσεις και καταστάσεις, ενώ η οξύτονη λέξη «κήρ» [12] αποδίδεται ως όλεθρος, καταστροφή, η μοίρα του θανάτου, η θέα του θανάτου πρωσοποποιούμενη.[13]
  • Η λέξη νόστος, επιστροφή στην πατρίδα, αναφέρεται δώδεκα φορές στη Ιλιάδα [B 155], [I 413], [K 509], κ.α. και άλλες τόσες στην Οδύσσεια.
  • Το κλέος στο ενικό αριθμό αποδίδεται ως φήμη, λόγος [B 486], [Λ 21], [Ν 364], και στο πληθυντικό άριθμό «κλέα»: ένδοξες πράξεις, κατορθώματα [Ι 189 ], κ.α., ενώ « κῦδος » με την έννοια της έπαρσης [Π 251].[14] διαφορετικό από το «κῆδος» που σημαίνει μέριμνα, φροντίδα[15] αλλά και λύπη, πένθος[16]
  • Η μοίρα από το ρήμα μείρομαι= παίρνω μερίδιο (πβ αμείβω αμοιβή) ερμηνεύεται ως ή τύχη καθολοκληρίαν, ό,τι δηλ. εκ τύχης συμβαίνει στους ανθρώπους [Ι 318], [K 253], [Ο 195], [Π 68], ή όπως δίδεται από τους θεούς σε αυτούς (πεπρωμένο) [Γ 101], [Ζ 488], [Μ 116], κατά μοίραν δηλ. όπως πρέπει, σωστά [Α 286], [Π 367], [Ψ 626], και ο πληθυντικός Μοίραι ως πρόσωπον μόνο στο χωρίο [Ω 49].[17]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. ΙΛΙΑΣ, Τόμος 1, σ. 27 εκδ.Κάκτος ISBN 960-352-113-2
  2. Όμηρος, ΙΛΙΑΣ, τόμος Α, σ. 19 εκδόσεις Κάκτος ISBN 960-352-113-2
  3. Λουκιανός, Περί της Περεγρίνου τελευτής
  4. Εγκυκλοπαίδεια Δομή, τόμ. 11, σ. 510 ISBN 960-8177-61-8
  5. ΙΛΙΑΣ, τόμ. 5, σ. 20, εκδ. ΚΑΚΤΟΣ, 1992 ISBN 960-352-117-5
  6. Ιλιάδα (Ζ 236)
  7. Ιλιάδα [Z 441-446].
  8. Λογγίνος, Περί ύψους, σ.53, εκδ. Κάκτος, 1999 ISBN 960-352-956-7
  9. Κωνσταντίνος Καβάφης,Οι Τρώες, 1905
  10. ΙΛΙΑΣ, τόμ. 3, σ. 55, έκδ. ΚΑΚΤΟΣ , 1992 ISBN 960-352-115-9
  11. Ιλιάδα A44, Ιλιάδα A 491,Ιλιάδα A 5696 κ.α.
  12. Ιλιάδα Γ6,Ιλιάδα Θ 70, Ιλιάδα Ν 655 κ.α.
  13. Παναγής Λορεντζάτος, «Ομηρικόν Λεξικόν», σ. 214, εκδ. Κακουλίδη, 1989 ISBN 960-7139-01-1
  14. Ιλιάδα Δ 95, Ιλιάδα Η 205, Ιλιάδα Θ 51, Ιλιάδα Λ 81
  15. Ιλιάδα Ν 664 κ.α.,
  16. Ιλιάδα Ε 156 κ.α.
  17. Ομηρικό Λεξικόν ό.π. σ. 217

Χειρόγραφα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]


Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μεταφράσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Νεοελληνικές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πρώτη, η πρωταρχική, έκδοση του Ομήρου έγινε στη Φλωρεντία το 1488 από τον Έλληνα Δημήτριο Χαλκοκονδύλη, σε δύο τόμους. Αργότερα, το 1504, ο Άλδος Μανούτιος εξέδωσε τη λεγόμενη Aldina έκδοση του Ομήρου, επίσης σε δύο τόμους.

σε άλλες γλώσσες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

(επιλογή)

Αγγλικές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Τζώρτζ Τσάπμαν (George Chapman), 1611-15
  • Τόμας Χομπς (Thomas Hobbes), 1676
  • Τζων Ντράυντεν (John Dryden), 1700
  • Αλεξάντερ Πόουπ (Alexander Pope), 1715
  • Τζαίημς Μακφέρσον (James Macpherson), 1773
  • Ουϊλλιαμ Κόουπερ (William Cowper), 1791
  • Μάθιου Άρνολντ (Matthew Arnold), 1861
  • Σάμουελ Μπάτλερ (Samuel Butler), 1898
  • Ρόμπερτ Γκραίηβς (Robert Graves), 1959

Γαλλικές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Λεκόντ ντε Λίλ (Leconte de Lisle), 1850

Ιταλικές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Βιντσέντσο Μόντι (Vincenzo Monti) 1810
  • Σαλβατόρε Κουαζιμόντο (Salvatore Quasimodo), 1945

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Wikisource logo
Στη Βικιθήκη υπάρχει υλικό που έχει σχέση με το θέμα: