Δωρική διάλεκτος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Γεωγραφική κατανομή των διαλέκτων της αρχαίας ελληνικής κατά την κλασική εποχή. Με κόκκινο σημειώνεται η Δωρική, με πορτοκαλί οι Βορειοδυτικές διάλεκτοι εκτός της Ηπείρου

Η Δωρική διάλεκτος είναι διάλεκτος της αρχαίας ελληνικής. Η διάλεκτος ομιλούνταν κατά τους κλασικούς χρόνους σε μεγάλο μέρος της Πελοποννήσου, στην Κρήτη, στη Ρόδο και σε περιοχές της Μικράς Ασίας.

Μορφές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Δωρική διάλεκτος ήταν η πιο εκτεταμένη από τις αρχαιοελληνικές διαλέκτους, καθώς ομιλούνταν στην Ήπειρο, τη δυτική Στερεά Ελλάδα, την Πελοπόννησο, την Κρήτη και σε ορισμένα νησιά του νοτίου Αιγαίου. Λόγω της εκτεταμένης διασποράς της υπήρχαν πολλές τοπικές παραλλαγές της και για τον λόγο αυτό η ταξινόμησή τους ποικίλει. Συχνά χρησιμοποιείται ο όρος Δυτική Ελληνική, ο οποίος περιλαμβάνει δύο συγγενικές υποομάδες, την καθεαυτό Δωρική και τις Βορειοδυτικές διαλέκτους. Στην πρώτη υποομάδα ανήκαν οι διάλεκτοι της Λακωνίας, της Αργολίδας, της Μεσσηνίας, της Κορινθίας και της Κρήτης, ενώ οι Βορειοδυτικές δωρικές διάλεκτοι ομιλούνταν στη Φωκίδα, τη Λοκρίδα, τη Δωρίδα, την Ακαρνανία, την Αιτωλία, την Αχαΐα, την Ηλεία και την Ήπειρο. Αρκετοί επιστήμονες θεωρούν πως δωρική ήταν και η αρχαία μακεδονική γλώσσα.

Η διάκριση αυτή όμως θεωρείται από πολλούς γλωσσολόγους ως εσφαλμένη, καθώς οι διαφορές των Βορειοδυτικών διαλέκτων από τις "κλασικές" Δωρικές εντοπίζονται μόνο στην δοτική πληθυντικού των τριτόκλιτων ονομάτων σε -οις αντί για την κατάληξη -σι και στην χρήση του αρχαιότερου τύπου της πρόθεσης ἐν με αιτιατική αντί του εξελιγμένου τύπου εἰς (<ἐνς <ἐν). Φαίνεται πως η μετακίνηση Δωριέων από τη δυτική Στερεά Ελλάδα στην Πελοπόννησο είχε ως αποτέλεσμα τη μικρή διαφοροποίηση των δωρικών διαλέκτων των δύο αυτών περιοχών, ως αποτέλεσμα της διαφορετικής τους εξέλιξης. Σε κάθε περίπτωση υπάρχει σήμερα η τάση να μην γίνεται διαχωρισμός των Βορειοδυτικών διαλέκτων και να θεωρούνται "γνήσιες" Δωρικές.

Ανάλογα με το αν περιέχουν λιγότερους ή περισσότερους αρχαϊσμούς, οι Δωρικές διάλεκτοι διακρίνονται σε τρεις ομάδες: την ήπια (Doris mitior, ανειμένη Δωρίς) η οποία ομιλούνταν στη δυτική Στερεά και την Ήπειρο, τη μέση (Doris media) που ομιλούνταν στην Αργολίδα και στα νησιά του Αιγαίου, και την αυστηρή (Doris severior, αυστηρά Δωρίς) η οποία ομιλούνταν στη νότια Πελοπόννησο και στην Κρήτη.

Χαρακτηριστικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο χαρακτηριστικό της Δωρικής είναι οι αρχαϊσμοί, η διατήρηση δηλαδή τύπων, οι οποίοι στην Αττική διάλεκτο είχαν ήδη μετεξελιχθεί. Οι πληροφορίες που αντλούμε για τη μυκηναϊκή ελληνική από τις πινακίδες της Γραμμικής Β μάς δείχνουν ότι ορισμένες γλωσσικές μεταβολές, οι οποίες δε συνέβησαν στη Δωρική, είχαν ήδη επέλθει στη μυκηναϊκή, κάτι που σημαίνει ότι η Δωρική συνυπήρχε χρονικά παράλληλα με τη μυκηναϊκή (14ο-13ο αι. π.Χ.).

Γραμματεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σε Δωρική διάλεκτο έγραφαν οι χορικοί ποιητές Πίνδαρος, Βακχυλίδης και Αλκμάν. Σε αυτήν επίσης γράφονταν τα χορικά των αρχαίων τραγωδιών. Απλοποιημένη μορφή της Δωρικής με λιγότερους αρχαϊσμούς ήταν και η διάλεκτος των Συρακουσίων κωμωδιογράφων Επίχαρμου και Σώφρονος. Οι αλεξανδρινοί ποιητές Καλλίμαχος και Θεόκριτος έγραφαν επίσης σε (τεχνητή) Δωρική.

Εξέλιξη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Τσακωνική διάλεκτος, η οποία έχει επιβιώσει ως τις μέρες μας, θεωρείται ότι ανάγεται στη δωρίζουσα ζώνη τής Κοινής. Ομιλείται στα νότια χωριά της επαρχίας Kυνουρίας του νομού Αρκαδίας. Τα χωριά αυτά είναι: Τυρός, Αγιος Ανδρέας, Λεωνίδιο, Πραστός, Μέλανα,Βασκίνα. Η ονομασία της περιοχής είναι Τσακωνιά.

Χρονολόγηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ιστορία της
Ελληνικής γλώσσας

(βλ. επίσης Ελληνικό αλφάβητο)
Πρωτοελληνική (περ. 3000 π.Χ.)
Μυκηναϊκή (περ. 1600–1200 π.Χ.)
Αρχαία ελληνική
(περ. 800–300 π.Χ.)
Διάλεκτοι:
Αιολική, Αρκαδοκυπριακή, Αττική-Ιωνική,
Δωρική, Παμφυλιακή; Ομηρική.
πιθανή διάλεκτος: Μακεδονική.

Ελληνιστική Κοινή
(από περ. 300 π.Χ. ώς 300 μ.Χ. ή 600 μ.Χ.)
Μεσαιωνική ελληνική
(περ. 700-1700)
Νέα ελληνική γλώσσα
(από το 1700)
Δημοτική, Καθαρεύουσα
Διάλεκτοι:
Καππαδοκική, Κυπριακή,
Κατωιταλική , Κρητική
Ποντιακή, Τσακωνική, Ρωμανιώτικη

Κατά την στο παρελθόν κρατούσα θεωρία πιστευόταν ότι η Δωρική διάλεκτος εισήχθη στην ηπειρωτική Ελλάδα με την Κάθοδο των Δωριέων περί το 1150 π.Χ.. Η άποψη όμως αυτή τείνει να εγκαταλειφθεί λόγω δύο παραγόντων. Ο πρώτος είναι η έλλειψη αρχαιολογικών ευρημάτων που να μαρτυρούν χωριστές εισόδους των ελληνικών φύλων (Ιώνων, Αιολέων, Δωριέων) στον σημερινό ελλαδικό χώρο. Ο δεύτερος είναι η ομοιότητα της Δωρικής διαλέκτου με τη μυκηναϊκή ελληνική, που επιτρέπει την υπόθεση ότι οι δύο γλώσσες συνυπήρχαν ήδη την εποχή εκείνη (14ο-13ο αι. π.Χ.) στον ελλαδικό χώρο. Έτσι, η επικρατέστερη σήμερα άποψη δέχεται είσοδο όλων των ελληνικών φύλων στον ελλαδικό χώρο ταυτόχρονα περί το 2000 π.Χ., αποκαλείται δε είσοδος in toto αντί της παραδοσιακής εισόδου in parte. Αυτό σημαίνει ότι οι Δωριείς ήταν ήδη στον ελλαδικό χώρο την εποχή της "καθόδου" τους, αλλά σε απομακρυσμένες περιοχές. Μετά την καταστροφή των μυκηναϊκών ανακτόρων προωθήθηκαν νοτιότερα προς τη Στερεά Ελλάδα και την Πελοπόννησο. Ακόμη, κατά την άποψη αυτή, πιθανότερο είναι ότι η μετεξέλιξη της πρωτοελληνικής γλώσσας σε διαφορετικές διαλέκτους έλαβε χώρα εντός του ελλαδικού χώρου μετά την έλευση των ελληνικών φύλων και όχι, όπως μέχρι πρό τινος πιστευόταν, εκτός και πριν.

Διαφορές της Δωρικής με την Αττική διάλεκτο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Φωνήεντα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Διατήρηση του ινδοευρωπαϊκού μακρού όπου στην Αττική διάλεκτο τρέπεται σε μακρό ανοικτό ē (η), όπως στο γᾶ μάτηρ αντί του αττικού γῆ μήτηρ.
  2. Συναίρεση του ae>η (ē) αντί του αττικού .
  3. Τροπή των eo, ea > ιο, ια.
  4. Ορισμένες Δωρικές διάλεκτοι (οι "αυστηρές Δωρικές") έχουν η, ω (ē, ō) για τις "ψευδοδιφθόγγους" της Αττικής ει, ου. Από συναίρεση και αντέκταση με πρώτο σύμφωνο βραχύ ĕ ή ŏ προκύπτει δευτερεύον μακρό ē, ō (η, ω) αντί των αττικών ει, ου. Γνωστά παραδείγματα είναι η γενική ενικού σε αντί του αττικού -ου, αιτιατική πληθυντικού σε -ως αντί αττικού -ους και απαρέμφατο σε -ην αντί αττικού -ειν.
  5. Βραχύ αντί αττικού ε σε ορισμένες λέξεις: ἱαρός (αντί ἱερός), Ἄρταμις (αντί Ἄρτεμις), γα (αντί γε).

Σύμφωνα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Διατήρηση του -τι όπου στην Αττική έχει τραπεί σε -σι (συριστικοποιηθεί). Η συριστικοποίηση του –τ έχει ήδη συμβεί στη μυκηναϊκή ελληνική. Τα πιο γνωστά παραδείγματα είναι:
    1. το τρίτο ενικό πρόσωπο των ρημάτων της δεύτερης συζυγίας (σε –μι), φατί αντί του Αττικού φησί(ν)
    2. τρίτο πληθυντικό πρόσωπο οριστικής ενεστώτα και υποτακτικής λέγoντι αντί λέγουσι(ν)
    3. Fίκατι αντί εἴκοσι(ν) και τα αριθμητικά σε –κάτιοι, τριακάτιοι αντί τριακόσιοι.
  2. Διατήρηση του διπλού –σσ μπροστά από φωνήεν εκεί που η Αττική το έχει απλοποιήσει σε μονό –σ, μέσσος αντί μέσος.
  3. Διατήρηση του αρχικού δίγαμμα (F), το οποίο έχει χαθεί στην Αττική, Fοῖκος αντί οἶκος. Τα λογοτεχνικά κείμενα σε Δωρική και οι επιγραφές από την ελληνιστική εποχή δεν έχουν δίγαμμα.
  4. Προσθήκη –κ στον αόριστο και στον μέλλοντα ρημάτων που τελειώνουν σε –ίζω και –άζω, ενώ η Αττική έχει μόνο –σ, ἀγωνίξατο αντί ἀγωνίσατο. Ομοίως προσθήκη –κ μπροστά από επιθήματα που αρχίζουν με –τ.

Μορφολογία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Το αριθμητικό τέτορες αντί του Αττικού τέτταρες (τέσσαρες).
  2. Το αριθμητικό πρᾶτοςαντί του Αττικού πρῶτος.
  3. Η δεικτική αντωνυμία τῆνος αντί του Αττικού (ἐ)κεῖνος.
  4. Διατήρηση του αρχικού τ- στην ονομαστική πληθυντικού του άρθρου και της δεικτικής αντωνυμίας, τοί, ταί, τοῦτοι, ταῦται αντί των Αττικών οἱ, αἱ, οὗτοι, αὗται.
  5. Κατάληξη του τρίτου πληθυντικού αορίστου των ρημάτων της δεύτερης συζυγίας σε –ν αντί του Αττικού –σαν, ἔδον αντί του Αττικού ἔδοσαν.
  6. Πρώτο πληθυντικό πρόσωπο σε -μες αντί του Αττικού -μεν.
  7. Σχηματισμός μέλλοντα σε -σ-έω, -σ-ίω ή –σ-ῶ αντί του Αττικού -σ-ω, π.χ. πραξῆται (πραγ-σ-έ-εται) αντί πράξεται (πράγ-σ-εται). Ο σχηματισμός αυτός του μέλλοντα ονομάζεται "Δωρικός μέλλοντας" ("futurum doricum").
  8. Υποθετικό μόριο κα αντί του Αττικού ἄν, αἴ κα, αἰ δέ κα, αἰ τίς κα αντί τν Αττικών ἐάν (ἄν), ἐὰν δέ (ἂν δέ), ἐάν τις (ἄν τις).
  9. Χρονικά επιρρήματα σε -κα αντί του Αττικού -τε: ὄκα, τόκα αντί ὄτε, τότε.
  10. Τοπικά επιρρήματα σε -ει αντί του Αττικού -ου: τεῖδε, πεῖ αντί τοῦδε, ποῦ
  11. Διατήρηση παλαιότερων μορφών τονισμού φώτες αντί Αττικού φῶτες, γυναίκες αντί Αττικού γυναῖκες.
  12. Κλίση των ονομάτων σε -ις χωρίς μεταπτωτική ποικιλία (χρήση περισσοτέρων βαθμίδων του θέματος), π.χ. πόλις, πόλιος, πόλι αντί Αττικού πόλις, πόλεως, πόλει.

Ειδικές λέξεις λέω (λείω) = θέλω, δράω = κάνω, πάομαι = κτάομαι = αποκτώ.

Περαιτέρω πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Classification of the West Greek dialects at the time about 350 B.C., Antonín Bartoněk, Adolf M. Hakkert, 1972
  • Los dialectos dorios del noroeste, Gramatica y estudio dialectal, J. Mendez Dosuna, Salamanca, 1985
  • Γεώργιος Μπαμπινιώτης, Συνοπτική Ιστορία της Ελληνικής Γλώσσας, 5η Έκδ. Αθήνα 2002.
  • John Chadwick, The Greek Dialects and Greek Pre-History, Greece & Rome 2nd Series, Vol. 3 1956, pp. 38-50.


Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Doric Greek της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).