Δημοτική γλώσσα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ιστορία της
Ελληνικής γλώσσας

(βλ. επίσης Ελληνικό αλφάβητο)
Πρωτοελληνική (περ. 3000 π.Χ.)
Μυκηναϊκή (περ. 1600–1200 π.Χ.)
Αρχαία ελληνική
(περ. 800–300 π.Χ.)
Διάλεκτοι:
Αιολική, Αρκαδοκυπριακή, Αττική-Ιωνική,
Δωρική, Παμφυλιακή; Ομηρική.
πιθανή διάλεκτος: Μακεδονική.

Ελληνιστική Κοινή
(από περ. 300 π.Χ. ώς 300 μ.Χ. ή 600 μ.Χ.)
Μεσαιωνική ελληνική
(περ. 700-1700)
Νέα ελληνική γλώσσα
(από το 1700)
Δημοτική, Καθαρεύουσα
Διάλεκτοι:
Καππαδοκική, Κυπριακή,
Κατωιταλική , Κρητική
Ποντιακή, Τσακωνική, Ρωμανιώτικη

Η δημοτική γλώσσα είναι η σύγχρονη ιδιωματική μορφή της Ελληνικής γλώσσας. Ο όρος χρησιμοποιείται από το 1818. Αναφέρεται ιδίως στη μορφή της γλώσσας που προήλθε φυσιολογικά από την αρχαία Ελληνική γλώσσα, σε αντίθεση με την τεχνητή αρχαϊκή καθαρεύουσα, που αποτελούσε την επίσημη γλώσσα του ελληνικού κράτους μέχρι το 1976. Και οι δύο συμπλήρωναν η μια την άλλη σε ένα τυπικό παράδειγμα διγλωσσίας μέχρι την οριστική επίλυση του γλωσσικού ζητήματος στην Ελλάδα υπέρ της δημοτικής.

Το 1910, ο Εκπαιδευτικός Όμιλος, σωματείο με σκοπό την προσπάθεια αναμόρφωσης της ελληνικής εκπαίδευσης, υποστήριξε τη διδασκαλία της δημοτικής γλώσσας. Το 1917, η κυβέρνηση Βενιζέλου καθιέρωσε τη δημοτική γλώσσα στο δημοτικό σχολείο[1], [2][3]. Το νέο αναγνωστικό «Τα Ψηλά Βουνά» αλλά και άλλα βιβλία στη δημοτική χρησιμοποιήθηκαν μέχρι το 1920, όταν έπεσε η κυβέρνηση και τερματίστηκε η μεταρρύθμιση[4]. Μια ακόμη προσπάθεια εφαρμογής της μεταρρύθμισης αυτής πραγματοποιήθηκε την περίοδο 1922-1925, αλλά χωρίς επιτυχία.

Το 1930, με υπουργό Παιδείας τον Γ. Παπανδρέου, ψηφίστηκε ο Νόμος 5045 σύμφωνα με τον οποίο η δημοτική γλώσσα έπρεπε να διδάσκεται στις τέσσερις πρώτες τάξεις του δημοτικού σχολείου, ενώ στις δύο τελευταίες διδασκόταν μαζί με την καθαρεύουσα[5].

Κατά τη διάρκεια της κυβέρνησης της Ελλάδας από τον Ιωάννη Μεταξά, ανατέθηκε στον Μανόλη Τριανταφυλλίδη, το 1939, η έκδοση γραμματικής για τη δημοτική γλώσσα, η «Νεοελληνική Γραμματική»[6].

Η κυβέρνηση Παπανδρέου, το 1964, ξαναέφερε τη δημοτική γλώσσα στην εκπαίδευση μέσα από την μεταρρύθμιση Παπανούτσου, μια μεταρρύθμιση με μικρή διάρκεια ζωής (μέχρι το 1965)[7][8][9].

Το 1976, με τον νόμο 309/30.04.1976 «Περί οργανώσεως και διοικήσεως της Γενικής Εκπαιδεύσεως» του υπουργού Παιδείας Γεωργίου Ράλλη, νομοθετήθηκε η χρήση της δημοτικής γλώσσας στην εκπαίδευση.[10]

Η Δημοτική και η Νεοελληνική Κοινή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η δημοτική αποτελεί τη βάση της Νεοελληνικής Κοινής η οποία δανείζεται στοιχεία από την καθαρεύουσα σε όλα τα γλωσσικά επίπεδα. Στο φωνολογικό επίπεδο της δημοτικής ισχύει ο φωνολογικός νόμος της τροπής ορισμένων συμφωνικών συμπλεγμάτων σε άλλα: πτ>φτ (πτωχός>φτωχός), κτ>χτ (κτίζω>χτίζω), φθ>φτ (ευθυνός>φτηνός), χθ>χτ (χθες>χτες), σθ>στ (είσθε>είστε). Στην Νεοελληνική Κοινή αυτού του είδους φωνολογικοί νόμοι έχουν χάσει την απόλυτη ισχύ τους, έτσι έχουμε παράλληλα πολύ περισσότερα συμφωνικά συμπλέγματα: φτωχός-πτώμα, δάχτυλο-εκτιμώ, φτάνω-αφθονία, χτες-εχθρός κλπ. Η δημοτική αποβάλλει το τελικό -ν στην αιτιατική ενικού, στο πρώτο πληθυντικό των ρημάτων σε αντίθεση με την καθαρεύουσα που το διατηρεί. Στη δημοτική δεν καταβιβάζεται ο τόνος στα επίθετα (νεώτερος-νεώτερη-νεώτερων-νεώτερους). Στο επίπεδο της μορφολογίας οι προθέσεις εις και από με αιτιατική παράγουν τους τύπους στον-στην κλπ. ενώ η καθαρεύουσα διαχωρίζει τις προθέσεις από τα άρθρα που ακολουθούν. Οι προθέσεις συντάσσονται με αιτιατική. Δεν υπάρχει το αρθρωτικό απαρέμφατο της καθαρεύουσας το οποίο αντικαθίσταται από ρηματικό ουσιαστικό σε –σιμο, -σίματος. Η χρονική αύξηση επιτρέπεται μόνο σε τονισμένη θέση. Οι καταλήξεις του παθητικού παρατατικού είναι: (–όμουν, -όσουν, -όταν, -όμαστε, -όσαστε, -όνταν) ενώ στην καθαρεύουσα χρησιμοποιούνται οι καταλήξεις: (-όμην, -εσο, -ετο, -όμεθα, -εσθε, -οντο). Οι καταλήξεις του παρατατικού των συνηρημένων ρημάτων συνοψίζονται σε ένα κλιτικό παράδειγμα: (-ούσα, -ούσες, -ούσε, -ούσαμε, -ούσατε, -ούσαν), και για τα σε –άω ρήματα εναλλακτικές καταλήξεις σε –αγα, -αγες, -αγε κλπ. Η Δημοτική χρησιμοποιεί γερούνδιο σε –οντας εκεί που η καθαρεύουσα κάνει χρήση κλιτών μετοχών. Στην παραγωγή η δημοτική χρησιμοποιεί παραγωγικά προσφύματα που αγνοεί η καθαρεύουσα, π.χ. –ένιος, -ούλης, -ούτσικος, -άκι, -άδα, -τζής κλπ. Στη σύνθεση η δημοτική χαρακτηρίζεται από κυρίως παρατακτικά σύνθετα (μαχαιροπήρουνο) που σπανίζουν στην καθαρεύουσα. Πάρα πολύ συχνά είναι τα ρηματικά παρατακτικά σύνθετα του τύπου ανοιγοκλείνω, τρωγοπίνω, μπαινοβγαίνω κλπ.


Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Βασιλικό Διάταγμα 2585/11 Μαΐου 1917 ΦΕΚ 138/11-7-1917, «Τα διά τας τέσσαρας πρώτας τάξεις των δημοτικών σχολείων προοριζόμενα αναγνωστικά, ως και τα βιβλία των αριθμητικών ασκήσεων δια την γ΄, δ΄, ε΄ και ς΄ τάξιν των αυτών σχολείων, οφείλουσι να είναι γεγραμμένα εις την κοινήν ομιλουμένην (δημοτικήν) γλώσσαν, απηλλαγμένην παντός αρχαϊσμού ή ιδιωτισμού.» [1]
  2. Νόμος 827 ΦΕΚ 188/5-9-1917
  3. Νόμος 1332 ΦΕΚ 89/27-4-1918
  4. "Τα Ψηλά Βουνά" Αναγνωστικό Γ΄ Δημοτικού Από τη χαρά των μαθητών στην "πυρά" της "Επιτροπείας", Ηλίας Χρ. Δήμος 2o Διεθνές Συνέδριο: Η παιδεία στην αυγή του 21ου αιώνα. Ιστορικοσυγκριτικές προσεγγίσεις, Συνεδριακό Κέντρο Πανεπιστημίου Πατρών, 4-6 Οκτωβρίου 2002
  5. Γιάννης Σαλονικίδης «Αναφορά στην ιστορία της νεοελληνικής εκπαίδευσης» (νεοελληνικός διαφωτισμός – 1985) [2]
  6. Τα Νέα, 9 Δεκεμβρίου 2006
  7. Από τον Ράλλη στον Αρη
  8. Η αλφαβήτα της νοσταλγίας, Ελευθεροτυπία 08/01/2002
  9. Η μεταρρύθμιση του 1964, Ν. Βαρμάζης - Τ. Γιάννου
  10. ΦΕΚ 100/Α΄/30-4-1976, Νόμος 309, Άρθρο 2: «Γλώσσα διδασκαλίας .... της Γενικής Εκπαιδεύσεως είναι από του σχολικού έτους 1976 - 1977 η Νεοελληνική. Ως Νεοελληνική γλώσσα νοείται η διαμορφωθείσα ως πανελλήνιον εκφραστικόν όργανον υπό του Ελληνικού λαού και των δοκίμων συγγραφέων του Έθνους Δημοτική, συντεταγμένη άνευ ιδιωματισμών και ακροτήτων» ΦΕΚ διαθέσιμο στο Εθνικό Τυπογραφείο