Πορτραίτα Φαγιούμ

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Προσωπογραφία του μικρού Ευτύχη, 2ος αιώνας[1]

Με τον όρο πορτραίτα Φαγιούμ εννοείται το σώμα των προσωπογραφιών που φιλοτεχνήθηκαν από τον 1ο έως τον 3ο αιώνα από συνεχιστές της ύστερης ελληνιστικής παράδοσης της Αλεξανδρινής Σχολής και διασώθηκαν ως τη σημερινή εποχή. Τα πορτραίτα ανακάλυψε και ανέφερε πρώτος ο ιταλός περιηγητής Πιέτρο ντελα Βάλλε το 1615 (Pietro Della Valle)[2]. Αυτά τα νεκρικά πορτραίτα, προορισμένα για ταφική χρήση, πήραν το όνομά τους από την όαση Φαγιούμ, στην οποία ανακαλύφθηκαν αρχικά, 85 χλμ νότια του Καΐρου.

Οι αρχαιολογικές ανασκαφές που διεξήχθησαν από αγγλικές και γαλλικές αποστολές στις αρχές του 19ου αιώνα έφεραν στην επιφάνεια περισσότερες προσωπογραφίες, χωρίς ωστόσο να κεντριστεί το ενδιαφέρον των ειδημόνων της τέχνης. Το 1887, κάτοικοι της περιοχής κοντά στο ελ-Ρουμπαγιάτ ανακάλυψαν και ανέσκαψαν μομμιοποιημένα σώματα με προσωπογραφίες στη θέση της κεφαλής. Τα συγκεκριμένα έργα αγόρασε ο Θίοντορ Γκραφ (1840–1903), αυστριακός επιχειρηματίας και τα παρουσίασε σε διάφορες ευρωπαϊκές πόλεις και τη Νέα Υόρκη.

Ένα μεγάλο μέρος του συνολικού corpus, ωστόσο, ήλθε στην επιφάνεια χάρις στον άγγλο αρχαιολόγο Γουΐλιαμ Φλίντερς Πέτρι (Sir William Flinders Petrie), ο οποίος τον Ιανουάριο του 1900 αναζητώντας την είσοδο της πυραμίδας Χαουάρα στην όαση Φαγιούμ της Αιγύπτου, εντόπισε την ελληνορωμαϊκή νεκρόπολη της Αρσινόης, γνωστή από τον Ηρόδοτο ως Κροκοδείλων πόλις[3], κέντρο λατρείας του θεού Σομπέκ.

Η τεχνική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Άριστα διατηρημένα εξαιτίας του ξηρού κλίματος της αιγυπτιακής ερήμου, τα πορτραίτα Φαγιούμ είναι ζωγραφισμένα είτε με την εγκαυστική τεχνική ή με την τεχνική της τέμπερας. Οι τεχνικές αυτές προέρχονται από την αρχαιοελληνική ζωγραφική παράδοση, που συνεχίστηκε στις πρωτοχριστιανικές εγκαυστικές εικόνες της Μονής της Αγίας Αικατερίνης στο Σινά.

Η εγκαυστική τεχνική χαρακτηρίζεται από το λιωμένο κερί που με τη βοήθεια του «καυτηρίου», του πινέλου ή του «κέστρου» απλωνόταν πάνω στο ξύλο ή το πανί που έπρεπε να ζωγραφιστεί. Το κερί απλωνόταν ομοιόμορφα στη ζωγραφική επιφάνεια και πάνω του ο καλλιτέχνης εκτελούσε την παράσταση που επιθυμούσε. Στο έργο σε αρκετές περιπτώσεις και ανάλογα με την οικονομική επιφάνεια του νεκρού χρησιμοποιούνταν φύλλα χρυσού, με τα οποία αποδίδονταν διακοσμητικοί στέφανοι και κοσμήματα.

Εικόνες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σημειώσεις παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Portrait of the Boy Eutyches, The Metropolitan Museum of Art
  2. Στα μέσα του 17ου αιώνα ο Πιέτρο ντελα Βάλλε (1586–1652) δημοσίευσε το χρονικό των ταξιδίων του από την Περσία και την Ινδία έως την Αίγυπτο. Οι δύο προσωπογραφίες που περιήλθαν στην κατοχή του στη Σαχάρα έξω από το Κάιρο περιγράφονταν στο βιβλίο του, αλλά θεωρήθηκαν «παράδοξα» τέχνεργα μάλλον παρά έργα τέχνης. Βλ. Borg, B. 1996, 6.
  3. Ηρόδοτος 2 148.1 [...]καὶ δή σφι μνημόσυνα ἔδοξε λιπέσθαι κοινῇ, δόξαν δέ σφι ἐποιήσαντο λαβύρινθον, ὀλίγον ὑπὲρ τῆς λίμνης τῆς Μοίριος κατὰ Κροκοδείλων καλεομένην πόλιν[...]

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Borg, Barbara. Mumienporträts: Chronologie und kultureller Kontext. Mainz: Philip von Zabern, 1996.

Περαιτέρω ανάγνωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Δοξιάδη, Ευφροσύνη. Τα πορτρέτα του Φαγιούμ. Αθήνα: Εκδόσεις Αδάμ, 1996.
  • Από τα πορτραίτα του Φαγιούμ στις απαρχές της τέχνης των βυζαντινών εικόνων: μια συμβολή και μια άλλη προσέγγιση. Εισαγωγικά, επιλογή κειμένων, σχόλια Ευφροσύνη Κ. Δοξιάδη. 2 τόμοι. Ηράκλειο: Βικελαία Βιβλιοθήκη Δήμου Ηρακλείου, 1998.
  • Κόρδης, Γιώργος. Οι προσωπογραφίες του Φαγιούμ και η βυζαντινή εικόνα. Αθήνα: Αρμός, 2001.
Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δικτυακοί τόποι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]