Βάρβαροι

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Ο όρος Βάρβαροι είναι ονομασία που χρησιμοποιήθηκε αρχικά από τους Αρχαίους Έλληνες και αργότερα από τους Μεσσαιωνικούς Έλληνες ως εθνογραφική ή γεωγραφική ένδειξη, με την οποία, μέχρι τον 5ο π.Χ. αιώνα, χαρακτήριζαν όλους εκείνους που δεν ήταν Έλληνες, τους αλλοδαπούς. Καταδεικνύει ένα λαό με έντονο το αίσθημα της διαφορετικότητάς του από τους μη ανήκωντες σε αυτόν. Ανάλογη χρήση έχει η λέξη γκουγίμ (=εθνικοί) από τους Εβραίους.

Η λέξη στην αρχή δεν είχε την σημασία του απολίτιστου και άξεστου- τουναντίον οι Πέρσες ειδικά ήταν πολύ πολιτισμένοι και μορφωμένοι- ανθρώπου αλλά επειδή οι Έλληνες άκουγαν από τους ξένους να μιλάνε μια άγνωστη για αυτούς γλώσσα, και τους ακουγόταν σαν μπαρ-μπαρ. Έτσι σιγά-σιγά το μπαρ-μπαρ έγινε βαρ-βαρ και εν τέλει βάρβαροι.

Από τον 5ο αιώνα και μετά, η λέξη άρχισε να χρησιμοποιείται και με χαρακτήρα μειωτικό έναντι όλων εκείνων που δεν ήταν Έλληνες, αποκτώντας πλέον μία σειρά από σημασίες, και μπορούσε να σημαίνει κατά περίπτωση, τον διανοητικά κατώτερο, τον κτηνώδη, τον άνθρωπο που ρέπει προς την υποταγή. Άλλωστε, ο Ισοκράτης προτρέπει τον Φίλιππο να κυριεύσει τους βαρβάρους του Βορρά, που εκ φύσεως είναι δουλικά γένη, ενώ ο Αριστοτέλης λέει πως οι Έλληνες είναι πλασμένοι να άρχουν και οι Ασιάτες να άρχονται.

Στη γνωστή έκφραση «πας μη Έλλην βάρβαρος», περικλείεται και η εθνική υπερηφάνεια των Ελλήνων για τα διανοητικά τους επιτεύγματα. Μια υπερηφάνεια που συνήθιζε να υπογραμμίζει και ο Μέγας Αλέξανδρος κατά τη διάρκεια της εκστρατείας του. Με την αναθηματική επιγραφή «Αλέξανδρος Φιλίππου και οι Έλληνες πλην Λακεδαιμονίων από των βαρβάρων των την Ασίαν κατοικούντων», έστειλε στην Αθήνα 300 περσικές πανοπλίες παρουσιάζοντας τη νίκη του Γρανικού, ως νίκη του πανελληνίου εναντίον των βαρβάρων. Την έκφραση τη συναντάμε και στη μεσαιωνική ελληνική γραμματεία. Στο ιστορικό πόνημα της Αλεξιάδος, η Άννα Κομνηνή χαρακτηρίζει τους μη ελληνόφωνους (Λατίνους, Άραβες, κ.τ.λ.) ως βαρβάρους. Η χρήση είναι περισσότερο από λόγιος αττικισμός, καθώς απαντάται και σε πολλά άλλα κείμενα της εποχής και μεταγενέστερα.

Οι Έλληνες χαρακτήριζαν και τη ζωή έξω από την πόλη-κράτος ως ημιβάρβαρη, εννοώντας ότι στα χωριά έλειπε η συγκεντρωτική και συντονισμένη πολιτική ζωή που ήταν απαραίτητη για μια ευτυχισμένη και ορθολογική ύπαρξη.

Η σημερινή έννοια της λέξης βάρβαρος ως απολίτιστος αντί ως μη-Έλληνας/Ρωμιός προέκυψε στον ελληνόφωνο κόσμο αργότερα, ως αντιδάνειο από την έννοια που είχε αποκτήσει η λέξη στη Δύση.

Στο Thesaurus Linguae Graecae δεν αναφέρεται πουθενά η έκφραση "πας μη Έλλην, βάρβαρος", ούτε κάποια αντίστοιχη. Άρα είναι πολύ πιθανό να πρόκειται για πολύ μεταγενέστερη επινόηση και όχι για αρχαίο ρητό.

Ανάλογοι χαρακτηρισμοί σε άλλους πολιτισμούς[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χαρακτηρισμοί ("εξώνυμα") που μεταφράζονται στη δυτική βιβλιογραφία ως "βάρβαροι" χρησιμοποιήθηκαν και από άλλους αρχαίους πολιτισμούς, όπως στην Ινδία, την Κίνα και την Ιαπωνία. Στην Κίνα πιστεύεται ότι αντίστοιχες υποτιμητικές λέξεις για διάφορους πολιτισμούς της περιφέρειας χρησιμοποιούνται εδώ και 4.000 χρόνια. Το κριτήριο του διαχωρισμού των βαρβάρων από τους Κινέζους ήταν ο πολιτισμός και όχι η φυλή.[1]


Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Barbarian, άρθρο της Wikipedia σε αγγλική γλώσσα.

Ενδεικτική βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Dihle, Albrecht (1994). Die Griechen und die Fremden (German Edition). München: C.H. Beck. ISBN 3-406-38168-5. 
  • Hall, Edith (1991). Inventing the barbarian: Greek self-definition through tragedy. Oxford [Eng.]: Clarendon. ISBN 0-19-814780-5. 
  • Harrison, Thomas J. (2002). Greeks and barbarians. New York: Routledge. ISBN 0-415-93959-3. 
  • Malkin, Irad (2001). Ancient perceptions of Greek ethnicity. Washington, D.C: Center for Hellenic Studies, Trustees for Harvard University. ISBN 0-674-00662-3.