Ελληνική γλώσσα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ελληνικά
Προφορά [eliniˈka]
Περιοχή Ανατολική Μεσόγειος
Φυσικοί ομιλητές 12 εκατομμύρια (2007)[1]
Ταξινόμηση Ινδοευρωπαϊκές
Διάλεκτοι Αρχαίες διάλεκτοι
Νέες διάλεκτοι
Σύστημα γραφής Ελληνικό αλφάβητο
Ελληνικό Μπράιγ
Κατάσταση
Επίσημη γλώσσα Flag of Greece.svg Ελλάδα
Κύπρος Κύπρος
Ευρωπαϊκή Ένωση Ευρωπαϊκή Ένωση
Αναγνωρισμένη μειονοτική γλώσσα

Αλβανία Αλβανία [2][3]
Αρμενία Αρμενία [4]
Flag of Hungary.svg Ουγγαρία [5]
Flag of Italy.svg Ιταλία [6]
Ρουμανία Ρουμανία[4]
Flag of Turkey.svg Τουρκία [7]

Ουκρανία Ουκρανία [4]
Κώδικες γλώσσας
ISO 639-1 el
ISO 639-2 gre
ISO 639-3

Ποικιλοτρόπως:
gmyΜυκηναϊκά
grc   – Αρχαία ελληνικά
tsd  Τσακωνικά
cpg Καππαδοκικά
pnt  Ποντιακά
yej   Γεβανικά

ell    Νέα ελληνικά
Linguasphere 56-AAA-a
56-AAA-aa σε -am (ποικιλ.)
Glottolog gree1276
Το άρθρο περιέχει φωνητικά ΔΦΑ σύμβολα. Εκτός από την παροχή υποστήριξης, μπορείτε να δείτε ερωτηματικά, πλαίσια, ή άλλα σύμβολα αντί των χαρακτήρων Unicode.

Η ελληνική γλώσσα είναι μία από τις ινδοευρωπαϊκές γλώσσες.[8] Αποτελεί το μοναδικό μέλος ενός ανεξάρτητου κλάδου της ινδοευρωπαϊκής οικογένειας γλωσσών. Ανήκει επίσης στον βαλκανικό γλωσσικό δεσμό. Στην ελληνική γλώσσα, έχουμε γραπτά κείμενα από τον 15ο αιώνα π.Χ. μέχρι σήμερα.

Γεωγραφική εξάπλωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ελληνική υπήρξε στην αρχαιότητα η πιο διαδεδομένη γλώσσα στην Μεσόγειο και στην Νότια Ευρώπη κυρίως εξαιτίας του πλήθους των αποικιών που είχαν ιδρυθεί από τους Έλληνες στις ακτές της Μεσογείου και έφτασε να είναι η γλώσσα του εμπορίου ακόμα και μέχρι τα τέλη της Αλεξανδρινής περιόδου. Η ελληνική σήμερα αποτελεί τη μητρική γλώσσα περίπου 12 εκατομμυρίων ανθρώπων, κυρίως στην Ελλάδα και την Κύπρο. Αποτελεί επίσης την μητρική γλώσσα αυτοχθόνων πληθυσμών στην Αλβανία, τη Βουλγαρία, την ΠΓΔΜ, την Ιταλία και την Τουρκία. Εξαιτίας της μετανάστευσης η γλώσσα ομιλείται ακόμα σε χώρες-προορισμούς ελληνόφωνων πληθυσμών μεταξύ των οποίων η Αυστραλία, ο Καναδάς, η Γερμανία, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Ρωσία,και οι Ηνωμένες Πολιτείες. Υπολογίζεται ότι ο συνολικός αριθμός ανθρώπων που μιλούν ελληνικά ως πρώτη ή δεύτερη γλώσσα είναι γύρω στα 25 εκατομμύρια.[εκκρεμεί παραπομπή]

Επίσημη κατάσταση της γλώσσας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα ελληνικά είναι η επίσημη γλώσσα της Ελλάδας και της Κύπρου και μία από τις 23 επίσημες γλώσσες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Επίσης είναι αναγνωρισμένη μειονοτική γλώσσα στην Αλβανία, την Αρμενία, την Ιταλία, την Ουγγαρία, την Ρουμανία, την Ουκρανία και την Τουρκία.

Φάσεις εξέλιξης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πρωτοελληνική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Για την πρώτη φάση (πρωτοελληνική) η οποία τοποθετείται πριν το 1600 π.Χ., οι όποιες γνώσεις μας για την ελληνική γλώσσα βασίζονται σε τεχνικές επανασύνθεσης που προκύπτουν από τη συγκριτική γλωσσολογία. Η πρωτοελληνική είχε 7 πτώσεις (ονομαστική, γενική, δοτική, αιτιατική, αφαιρετική, τοπική, κλητική). Επίσης είχε διατηρήσει σε πολύ μεγάλο βαθμό τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά της Ινδοευρωπαϊκής μητέρας-γλώσσας. Είχε τρεις φωνές (ενεργητική, παθητική, μέση) και τρεις αριθμούς (ενικός, δυϊκός, πληθυντικός). Σημαντικό χαρακτηριστικό της (που διατηρήθηκε σχεδόν μέχρι τα πρώτα μεταχριστιανικά χρόνια) ήταν ο μουσικός τόνος. Ο τόνος στα αρχαία ελληνικά δεν αντιστοιχούσε σε αύξηση της έντασης της φωνής αλλά σε αύξηση του τονικού ύψους.

Μυκηναϊκή ελληνική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην αμέσως επόμενη φάση (μυκηναϊκή ελληνική), η οποία μαρτυρείται από τις πινακίδες της Γραμμικής Β΄ και από ορισμένους στίχους των Ομηρικών επών, παρατηρούμε εξίσου πολλούς αρχαϊσμούς. Π.χ. η γενική των ονομάτων σε -ος σχηματιζόταν με την κατάληξη -οιο (πρβλ. Ομηρικό «Πριάμοιο»), ενώ υπάρχει φθόγγος (που συμβολίζεται με) «q» ο οποίος βρίσκεται σε λέξεις όπου από την ΙΕ θα αναμενόταν ένα *k^w ή ένα *g^w. Οι πτώσεις αφαιρετική και τοπική διατηρούνται αλλά σε μάλλον περιορισμένο βαθμό.

Κλασική ελληνική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ιστορία της ελληνικής γλώσσας
(δείτε επίσης: Ελληνικό αλφάβητο)
Πρωτοελληνική (περ. 3000 π.Χ.)
Μυκηναϊκή (περ. 1600–1200 π.Χ.)
Αρχαία ελληνική (περ. 800–300 π.Χ.)
Διάλεκτοι:
Αιολική, Αρκαδοκυπριακή,
ΑττικήΙωνική, Δωρική, Παμφυλιακή, Ομηρική
Πιθανή διάλεκτος: Μακεδονική

Ελληνιστική Κοινή (περ. από 330 π.Χ. ως 330)
Μεσαιωνική ελληνική (περ. 700–1700)
Νέα ελληνική γλώσσα (από το 1700)
Ιδιώματα: Δημοτική, Καθαρεύουσα
Διάλεκτοι:
Καππαδοκική, Κατωιταλική , Κρητική, Κυπριακή, Ποντιακή, Ρωμανιώτικη, Τσακωνική

Στην κλασική ελληνική, αρχαιότερα κείμενα της οποίας είναι τα Ομηρικά έπη και αρχαιότερο τεκμήριο η επιγραφή του Διπύλου, το βασικότερο χαρακτηριστικό είναι η υψηλή διαλεκτική διαφοροποίηση, η οποία οφείλεται πιθανότατα στην πολυδιάσπαση του ελληνόφωνου κόσμου σε διάφορα κρατίδια. Ως προς το αν οι βασικές διάλεκτοι της κλασικής εποχής (ιωνική, αιολική, δωρική κ.λπ.) δημιουργήθηκαν στην Ελλάδα λόγω της πολιτικής πολυδιάσπασης των Ελλήνων ή «ήρθαν» μαζί με τα αντίστοιχα φύλα κατά την εποχή του Χαλκού, οι γνώμες διίστανται. Φαίνεται πως δεν αποκλείεται να συνέβησαν και τα δύο. Πάντως οι διάλεκτοι της κλασικής εποχής διέφεραν αρκετά μεταξύ τους και δεν θα ήταν υπερβολή να υποστηριχθεί ότι οι ομιλητές τους βρίσκονταν πολλές φορές στα ακραία όρια της αλληλοκατανόησης.

Μία από τις σημαντικότερες διαλέκτους της κλασικής εποχής ήταν η αττική διάλεκτος, που χρησιμοποιούνταν κυρίως στην Αθήνα αλλά και ως γλώσσα των φιλοσόφων και των επιστημόνων. Η αττική διάλεκτος προέρχεται από την ιωνική (τη βασική διάλεκτο των Ομηρικών επών) με αρκετές δωρικές επιδράσεις. Υιοθετήθηκε ως επίσημη γλώσσα όλης της Ελλάδας από τον Φίλιππο τον Μακεδόνα και ως επίσημη γλώσσα ολόκληρου του ελληνιστικού κόσμου από τον γιο του Αλέξανδρο. Από αυτήν προέρχονται απ' ευθείας σχεδόν όλες οι μεταγενέστερες ελληνικές διάλεκτοι.

Ελληνιστική κοινή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αποτέλεσμα της χρήσης της αττικής διαλέκτου ως δεύτερης (και συχνά πρώτης) γλώσσας από πάρα πολλούς αλλόγλωσσους (αλλά και από ελληνόφωνους που μιλούσαν πρωτύτερα μια άλλη ελληνική διάλεκτο) ήταν σαρωτικές αλλαγές σε όλα τα επίπεδα της γλώσσας. Έτσι:

Το αποτέλεσμα όλων αυτών των μεταβολών ήταν η Ελληνιστική Κοινή, η οποία μαρτυρείται κυρίως στην Καινή Διαθήκη. Είναι χαρακτηριστικό ότι την ίδια εποχή έχουμε και τους πρώτους αττικιστές, αυτούς που θεωρούσαν απαραίτητη τη διατήρηση της «αυθεντικής» αττικής διαλέκτου, τουλάχιστον στο γραπτό λόγο.

Μεσαιωνική ελληνική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ελληνιστική κοινή εξελίχθηκε στη μεσαιωνική ελληνική,αυτο φαίνεται κυρίως από δημοτικά τραγούδια. Τελευταία φωνολογική μεταβολή κατά το 10ο αιώνα ήταν ο ιωτακισμός και του «οι» και του «υ» που ως τότε προφερόταν ως [y], δηλαδή σαν το γαλλικό «u».

Νέα ελληνική[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα όρια μεταξύ νέας ελληνικής και μεσαιωνικής ελληνικής δεν είναι ιδιαίτερα σαφή, πάντως τοποθετούνται χονδρικά κάπου στα τελευταία χρόνια του Βυζαντίου. Κατά την περίοδο αυτή (καθώς και στην Οθωμανική περίοδο) είχαμε μια εξίσου έντονη διαλεκτική διαφοροποίηση η οποία συνεχιζόταν μέχρι πριν μερικές δεκαετίες.

Η Γραμματική του Μανόλη Τριανταφυλλίδη ενώ περιγράφει την κοινή νέα ελληνική είναι παράλληλα ρυθμιστική για τη σημερινή χρήση της γλώσσας στο σχολείο και αλλού.

Γλωσσική επαφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η ελληνική γλώσσα έχει επηρεάσει σημαντικά τις άλλες γλώσσες, τόσο στην πολιτική, όσο και στους επιστημονικούς όρους, στις τέχνες, στη φιλοσοφία, στο θέατρο και γενικά σε τομείς στους οποίους είχε προηγηθεί κοινωνικά και, κατά συνέπεια, γλωσσολογικά. Υπήρξε για μεγάλο διάστημα η lingua franca της ανατολικής και δυτικής Μεσογείου και τα πρώτα χριστιανικά κείμενα γράφτηκαν σε αυτήν. Οι Λατίνοι επηρεάστηκαν βαθύτατα από τα ελληνικά που ήταν πλουσιότερη γλώσσα τότε, και έτσι πολλά ελληνικά στοιχεία εντάχθηκαν σχεδόν αυτούσια στα λατινικά, από τα οποία εν συνεχεία εντάχθηκαν και σε άλλες συγγενείς προς τα λατινικά γλωσσες. Με τη σειρά τους τα ελληνικά επηρεάστηκαν κι αυτά από τη γλώσσα λαών που κατέκτησαν τη χώρα είτε με πολέμους είτε οικονομικά, με αποτέλεσμα στη διάρκεια των αιώνων να μπουν στο ελληνικό λεξιλόγιο λατινικές λέξεις, ενετικές και τουρκικές. Στα προεπαναστατικά του 1821 χρόνια η ελληνική γλώσσα άρχισε να επηρεάζεται περισσότερο από τις δυτικοευρωπαϊκές γλώσσες, κάτι που συνεχίστηκε μετά την απελευθέρωση με περισσότερη ένταση, επειδή ο ελληνικός, ως υπόδουλος πληθυσμός με μη ανεπτυγμένη οικονομία, δεν διέθετε πληθώρα όρων που είχαν δημιουργήσει με την πρόοδό τους οι πιο ανεπτυγμένες πλέον δυτικές κοινωνίες. Εντούτοις, χάρη στην αρχαιολατρεία των δυτικών, πολλοί επιστήμονές τους δανείστηκαν αρχαιοελληνικές λέξεις για το σχηματισμό νεολογισμών και έτσι η ελληνική επιβίωσε και σε μια πληθώρα ξένων επιστημονικών ή φιλοσοφικών όρων. Η ελληνική στην περίοδο της καθαρεύουσας άρχισε να επανεισάγει τροπον τινά τις λέξεις της, καθώς έπαιρνε ξανά πίσω λέξεις που είχε δανείσει πρώτη σε άλλες γλώσσες. Η παραπάνω διαδικασία ονομάζεται αντιδάνειο.

Γραφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πρώτη γραφή που αποδεδειγμένα χρησιμοποιήθηκε για τη γραφή της ελληνικής γλώσσας είναι η Γραμμική Β περίπου τον 15ο αιώνα π.Χ.. Το ελληνικό αλφάβητο άρχισε να χρησιμοποιείται από τον 9ο αιώνα π.Χ.. Το 403 π.Χ. έγινε στην Αθήνα η μεταρρύθμιση του Αρχίνου ο οποίος διαμόρφωσε το αττικό αλφάβητο στηριζόμενος στο Ιωνικό. Το αλφάβητο που προέκυψε ονομάστηκε και Ευκλείδειο αλφάβητο γιατί η μεταρρύθμιση έγινε το δεύτερο έτος της 94ης Ολυμπιάδας επί άρχοντος (επωνύμου) Ευκλείδου. Το παλιό αττικό αλφάβητο ήταν: Α,Β,Γ,Δ,Ε,F,Ζ,Η,Θ,Ι,Κ,Λ,Μ,Ν,Ο,Π,Ϟ,Ρ,Σ,Τ,Υ,Φ,Χ. Το Λ, το Ρ και το Ϟ το έγραφαν ως L, R και Q. Παρόμοια το έγραφαν και οι Κυμαίοι οι οποίοι έδωσαν το αλφάβητό τους στους Ιταλιώτες. Το Χ είχε τη μορφή σταυρού (+). Αρχικά χρησιμοποιούσαν τα Ε, Η και ΕΙ για ποικιλίες (ανοιχτότερα ή πιο κλειστά) του φθόγγου [e]! αντίστοιχα με τα Ο, Ω και ΟΥ δήλωναν το φθόγγο [o]. Με τη μεταρρύθμιση αφαιρέθηκαν τα γράμματα Ϝ και Ϟ τα οποία είχαν περιπέσει σε αχρησία και υιοθετήθηκαν τα γράμματα Ξ, Ψ και Ω. Το Η δεν αντιστοιχούσε πλέον στο δασύ πνεύμα 'h' αλλά στο μακρύ 'e'. To Ω αντιστοιχούσε στο μακρύ 'ο'. Το Ξ αντικατέστησε το σύμπλεγμα 'ΧΣ' και το Ψ αντιστοίχως το σύμπλεγμα 'ΦΣ' (διπλά σύμφωνα). Σε όλη την αρχαιότητα το αλφάβητο περιελάμβανε μόνο τις μορφές των γραμμάτων που σήμερα τις λέμε κεφαλαία. Είναι η λεγόμενη μεγαλογράμματη γραφή. Από τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες, η επιθυμία των γραφέων να γράφουν πιο γρήγορα, καθώς επίσης και η ανάγκη να χωρούν περισσότερες πληροφορίες στα, μικρά σε μέγεθος αλλά και ακριβά, φύλλα παπύρου ή περγαμηνής, οδήγησαν σιγά σιγά στη διαμόρφωση των μορφών των γραμμάτων που σήμερα λέγονται πεζά. Αυτή είναι η μικρογράμματη γραφή. Αυτή η διαδικασία μεταβολής της μορφής των κεφαλαίων γραμμάτων είχε συμπληρωθεί μέχρι τον 9ο αιώνα.

Σήμερα η ελληνική εξακολουθεί να γράφεται με το αρχαίο ελληνικό αλφάβητο.

Βλέπε Επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Nationalencyklopedin "Världens 100 största språk 2007" ("The World's 100 Largest Languages in 2007").
  2. «Greek». Office of the High Commissioner for Human Rights. http://www.unhchr.ch/udhr/lang/grk.htm. Ανακτήθηκε στις 8 December 2008.  [νεκρός σύνδεσμος]
  3. Jeffries, Ian. Eastern Europe at the end of the 20th century. books.google.com. σελ. 69. http://books.google.com/books?id=kqCnCOgGc5AC&pg=PA68&dq=greek+minority+albania&lr=&as_drrb_is=q&as_minm_is=0&as_miny_is=&as_maxm_is=0&as_maxy_is=&as_brr=0. Ανακτήθηκε στις 2013-09-09. 
  4. 4,0 4,1 4,2 «List of declarations made with respect to treaty No. 148». Council of Europe. http://conventions.coe.int/Treaty/Commun/ListeDeclarations.asp?NT=148&CM=8&DF=23/01/05&CL=ENG&VL=1. Ανακτήθηκε στις 8 December 2008. 
  5. «Greek in Hungary». Public Foundation for European Comparative Minority Research. http://languagecharter.eokik.hu/sites/languages/L-Greek_in_Hungary.htm. Ανακτήθηκε στις 31 May 2013. 
  6. Hellenic Republic: Ministry of Foreign Affairs: Italy: The Greek Community[νεκρός σύνδεσμος]
  7. Tsitselikis, Konstantinos (2013). «A surviving treaty: the Lausanne minority protection in Greece and Turkey». Kristin Henrard. The interrelation between the right to identity of minorities and their socio-economic participation. Leiden: Martinus Nijhoff. σελ. 294–295. 
  8. Χριστίδης, Α.-Φ. (1999). «Η διαμόρφωση της ελληνικής γλώσσας». Κοπιδάκης, Μ. Ζ.. Ιστορία της Ελληνικής Γλώσσας. Αθήνα: Ε.Λ.Ι.Α.. σελ. 20. 
Σημείωση:
α. ^ Η Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου είναι ένα κράτος το οποίο αναγνωρίζεται μέχρι σήμερα μόνο από την Τουρκία. Σε αυτό ζούνε Τουρκοκύπριοι οι οποίοι μιλούν κυρίως Τούρκικα αλλά και ορισμένες περιοχές της, μιλούν και την Ελληνική γλώσσα.

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Eklund, Bo-Lennart, «Ἡ ἑλληνικὴ γλώσσα ἀνάμεσα στὴν Ἀνατολὴ καὶ τὴ Δύση: οἱ μαρτυρίες τῶν ξένων λέξεων», στό: Πρακτικὰ τοῦ Α' Εὐρωπαϊκοῦ Συνεδρίου Νεοελληνικῶν Σπουδῶν. [Τόμοι Α' καὶ Β'], Ὁ Ἑλληνικὸς Κόσμος ἀνάμεσα στὴν Ἀνατολὴ καὶ τὴ Δύση 1453-1981, Τόμος Α', Βερολίνο, 1999, σσ. 603-611

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]