Θουκυδίδης

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Θουκυδίδης

Ο Θουκυδίδης (περίπου 460 -398 π.Χ.) ήταν αρχαίος Έλληνας στρατηγός και ιστορικός, παγκοσμίως γνωστός για τη συγγραφή της Ιστορίας του Πελοποννησιακού Πολέμου. Πρόκειται για ένα κλασικό ιστορικό έργο, το πρώτο στο είδος του, που αφηγείται τα γεγονότα του πολέμου μεταξύ της Αθήνας και της Σπάρτης (Πελοποννησιακός Πόλεμος, 431 - 404 π.Χ.).Ο πόλεμος αυτός χωρίζεται σε 3 φάσεις α)Δεκαετής ή Αρχιδάμειος πόλεμος(431-404) β)Σικελική εκστρατεία(415-413) γ)Δεκελικός πόλεμος(411-404).Πρόκειται για έναν ενιαίο πόλεμο,γιατί είναι κοινές οι αιτίες που οδήγησαν σ αυτόν.


Η ζωή του[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

«Καί ἐπέπεσε πολλά και χαλεπά κατά στάσιν ταῖς πόλεσιν, γιγνόμενα μέν καί ἀεὶ ἐσόμενα, έως άν ἡ αὐτή φύσις ἀνθρώπων».

Θουκυδίδης, Ιστορίαι 3.2

Οι πληροφορίες που σώζονται για τη ζωή και τη δράση του είναι πενιχρές και προέρχονται είτε από αναφορές του ίδιου του συγγραφέα μέσα στο έργο του είτε από άλλες, μεταγενέστερες πηγές, ιδιαίτερα από τους λεγόμενους Βίους (κυρίως από αυτόν που έγραψε ο Αμμιανός Μαρκελλίνος) και από το άρθρο στο λεξικό της Σούδας. Πατέρας του ήταν ο Όλορος, όνομα το οποίο επίσης ανήκε σε πολλούς βασιλείς της Θράκης. Ήταν ιδιοκτήτης χρυσορυχείων στην παράκτια περιοχή της Θράκης απέναντι από τη Θάσο. Γεννημένος στον Άλιμο, ο Θουκυδίδης είχε συγγενικούς δεσμούς με τον Αθηναίο πολιτικό και στρατηγό Μιλτιάδη και το γιο του Κίμωνα. Η συγγένεια αυτή τον έφερε σε επαφή με τους ανθρώπους που διαμόρφωσαν την ιστορία της περιόδου για την οποία έγραψε.

Ο Θουκυδίδης ήταν περίπου 25-30 ετών στην αρχή του Πελοποννησιακού Πολέμου (431 π.Χ.). Αρρώστησε και ο ίδιος κατά τον λοιμό που έπληξε την Αθήνα μεταξύ 430 και 427 π.Χ. εξοντώνοντας το ένα τέταρτο του πληθυσμού της, μεταξύ αυτών και τον Περικλή.

Το 424 π.Χ. εκλέχθηκε στρατηγός και ανέλαβε τη διοίκηση 7 πλοίων που αγκυροβολούσαν στη Θάσο, πιθανότατα λόγω των διασυνδέσεών του στην περιοχή. Κατά το χειμώνα του 424/3 π.Χ. ο Σπαρτιάτης στρατηγός Βρασίδας επιτέθηκε στην Αμφίπολη, μια παραλιακή πόλη της Μακεδονίας στα δυτικά της Θάσου, στρατηγικής σημασίας για την Αθηναϊκή Συμμαχία, λόγω της ναυπηγήσιμης ξυλείας που πρόσφερε η περιοχή και επειδή βρισκόταν κοντά στα χρυσορυχεία του Παγγαίου. Ο Αθηναίος διοικητής της Αμφίπολης ζήτησε βοήθεια από το Θουκυδίδη.

Ο Βρασίδας, γνωρίζοντας ότι ο Θουκυδίδης βρισκόταν στη Θάσο και φοβούμενος βοήθεια από τη θάλασσα, έσπευσε να προσφέρει ευνοϊκούς όρους στους κατοίκους της Αμφίπολης για παράδοση, τους οποίους και δέχτηκαν. Έτσι όταν ο Θουκυδίδης έφτασε στην Αμφίπολη, η πόλη ήταν ήδη υπό σπαρτιατικό έλεγχο.

Τα νέα για την απώλεια της Αμφίπολης προκάλεσαν μεγάλη αναστάτωση στην Αθήνα. Σχετικά με την αποτυχία του να σώσει την πόλη, ο Θουκυδίδης αναφέρει:

Ήταν επίσης γραμμένο να εξοριστώ από την πατρίδα μου για είκοσι χρόνια μετά τα γεγονότα της Αμφίπολης και, όντας παρών και με τις δύο πλευρές της διαμάχης και κυρίως με τους Πελοποννήσιους λόγω της εξορίας μου, είχα το χρόνο να παρακολουθώ τις καταστάσεις κάπως αμερόληπτα.

Χρησιμοποιώντας την ιδιότητα του εξόριστου για να ταξιδεύει ελεύθερα ανάμεσα στους Πελοποννήσιους συμμάχους, μπόρεσε να δει τον πόλεμο από την οπτική γωνία και των δύο στρατοπέδων. Πιθανόν να ταξίδεψε και στη Σικελία κατά τη Σικελική Εκστρατεία, καθώς υπάρχουν εξαιρετικά παραδείγματα βαθιάς γνώσης των τοπικών συνθηκών. Σε αυτή τη χρονική περίοδο διεξήγαγε σημαντική έρευνα για την ιστορία του.

Σύμφωνα με τον Παυσανία, κάποιος με το όνομα Οινόβιος κατάφερε να περάσει ένα νόμο που επέτρεπε στο Θουκυδίδη να γυρίσει στην Αθήνα, πιθανόν λίγο μετά την παράδοση της Αθήνας και το τέλος του πολέμου το 404 π.Χ. Ο Παυσανίας συνεχίζει λέγοντας ότι δολοφονήθηκε κατά την επιστροφή του στην Αθήνα. Πολλοί αμφισβητούν αυτή την εκδοχή, θεωρώντας πως υπάρχουν ενδείξεις ότι έζησε μέχρι και το 397 π.Χ.

Πάντως όποια από τις δύο απόψεις και αν ισχύει, το σίγουρο είναι ότι παρόλο που έζησε μετά το τέλος του πολέμου, δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει την Ιστορία του. Η αφήγησή του τελειώνει απότομα στο μέσο του έτους 411 π.Χ., υποδηλώνοντας ίσως ότι πέθανε κατά τη διάρκεια της συγγραφής του έργου. Σύμφωνα με κάποια παράδοση αναφέρεται ότι το κείμενό του βρέθηκε να τελειώνει με μία ανολοκλήρωτη πρόταση. Τα λείψανά του επιστράφηκαν στην Αθήνα και ενταφιάσθηκαν στον οικογενειακό τάφο του Κίμωνα.

Χαρακτήρας - Επιρροές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Θουκυδίδης πιθανότατα εκπαιδεύτηκε από τους Σοφιστές, δασκάλους και φιλοσόφους της κλασικής Αθήνας. Αυτοί τον παρότρυναν να μη δέχεται τα πράγματα όπως είναι και να αμφισβητεί τις καθιερωμένες αλήθειες, τον δίδαξαν τις τεχνικές που χρησιμοποίησε στη συγγραφή και τον βοήθησαν να αναπτύξει τις ικανότητες εκείνες που χρησιμοποίησε για να προσεγγίσει την αλήθεια.

Ο χαρακτήρας του λέγεται ότι ήταν ψυχρός, μελαγχολικός και απαισιόδοξος. Ο Θουκυδίδης θαύμαζε τον Περικλή και επιδοκίμαζε την εξουσία που είχε στο λαό, παρόλο που απεχθανόταν τους λαϊκιστές δημαγωγούς που τον ακολουθούσαν. Ο Θουκυδίδης δεν ήταν υπέρμαχος της ριζικής δημοκρατίας που προωθούσε ο Περικλής, αλλά πίστευε ότι ήταν αποδεκτή όταν λειτουργούσε υπό την καθοδήγηση ενός ικανού ηγέτη.Άλλη επιροή του Θουκιδίδη ήταν ο Ιπποκρατης.Στο κομμάτι που περιγράφει τη νόσο/λοιμό που έπληξε την Αθήνα η ανάλυση του πάνω στα χαρακτηριστικά της ασθένειας αυτής είναι πολύ λεπτομερής που δείχνει άμεσα την επιρροή-εξάρτηση του απο τον Ιπποκράτη.Ο Θουκυδίδης έχει επηρεαστεί απο την α.ε τραγωδία πράγμα που φαίνεται απο το διάλογο των Αθηναίων- Μηλίων, ο οποίος είναι γραμμένος σε μορφή ερώτησης απάντησης(στιχομυθία)Επίσης Ο Θουκυδίδης συχνά αντιδιαστέλει τη γνώμη με την τύχη(επηρεασμένος παλι απο την άε τραγωδία).

Ο ιστορικός Θουκυδίδης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

«Καὶ εἰς μὲν ἀκρόασιν ἴσως τὸ μὴ μυθῶδες αὐτῶν [τῶν ἔργων] ἀτερπέστερον φανεῖται, ὅσοι δὲ βουλήσονται τῶν τε γενομένων τὸ σαφὲς σκοπεῖν καὶ τῶν μελλόντων ποτὲ αὖθις κατὰ τὸ ἀνθρώπινον τοιούτων καὶ παραπλησίων ἔσεσθαι, ὠφέλιμα κρίνειν αὐτὰ ἀρκούντως ἕξει. Κτῆμά τε ἐς αἰεῖ μᾶλλον ἢ ἀγώνισμα εἰς τὸ παραχρῆμα ἀκούειν ξύγκειται.

Βιβλίο Α΄[1]

»
Phaistos glyph 12.svg
«Ο αποκλεισμός του μυθώδους από την ιστορίαν μου ίσως την καταστήση ολιγώτερον τερπνήν ως ακρόαμα, θα μου είναι όμως αρκετόν, εάν το έργον μου κρίνουν ωφέλιμον όσοι θελήσουν να έχουν ακριβή αντίληψιν των γεγονότων, όσα έχουν ήδη λάβει χώραν, και εκείνων τα οποία κατά την ανθρωπίνην φύσιν μέλλουν να συμβούν περίπου όμοια. Διότι την ιστορίαν μου έγραψα ως θησαυρόν παντοτεινόν και όχι ως έργον προωρισμένον να υποβληθή εις διαγωνισμόν και ν' αναγνωσθή εις επήκοον των πολλών, διά να λησμονηθή μετ' ολίγον. » [2]

Ο Θουκυδίδης γενικά αναγνωρίζεται ως ένας από τους πρώτους αληθινούς ιστορικούς. Αντίθετα με τον προγενέστερό του Ηρόδοτο (τον αποκαλούμενο από τον Ρωμαίο Κικέρωνα «πατέρα της Ιστορίας»), ο οποίος περιελάμβανε στην ιστορία του φήμες και αναφορές στην μυθολογία και στους θεούς, ο Θουκυδίδης συμβουλευόταν επίμονα και σε μεγάλο βαθμό γραπτά ντοκουμέντα και συνομιλούσε με ανθρώπους που συμμετείχαν ή και πρωταγωνίστησαν στα γεγονότα τα οποία περιέγραφε. Ίσως και να κατέληξε ασυνείδητα σε ορισμένα βεβιασμένα συμπεράσματα. Για παράδειγμα σύγχρονοι ιστορικοί θεωρούν ότι ο Θουκυδίδης υποτίμησε την περσική επιρροή στις εξελίξεις στην Ελλάδα. Μάλιστα εικάζεται ότι κατά την περίοδο του θανάτου του σχεδίαζε να αναθεωρήσει πλήρως το έργο του, συνειδητοποιώντας αυτή την παράβλεψη. Παρ' ολ’ αυτά υπήρξε ο πρώτος ιστορικός που πάσχισε πραγματικά να είναι πλήρως αντικειμενικός. Με την εισαγωγή της μεθόδου της ιστορικής αιτιότητας (της αναζήτησης των βαθύτερων αιτιών ενός γεγονότος) υπήρξε ο πρώτος που προσέγγισε με επιστημονικό τρόπο την ιστορία.

Ίσως η επιτομή της έρευνας του Θουκυδίδη πάνω στα βαθύτερα αίτια του πολέμου να είναι ο Μηλίων Διάλογος. Πρόκειται για ένα ασυνήθιστο απόσπασμα, καθώς είναι γραμμένο σε μορφή που θυμίζει θεατρικό έργο. Σ' αυτό αναδεικνύεται καθαρά ο ιμπεριαλιστικός κυνισμός των Αθηναίων, οι οποίοι αρνούνται το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης ή της ουδετερότητας στους Μηλίους. Πρόκειται για ένα έμμεσο αλλά σαφές σχόλιο σχετικά με την αναγκαιότητα μιας ηθικής βασισμένης στη λογική και όχι στη δύναμη, προκειμένου κάποια στιγμή στο μέλλον να σταματήσουν οι πόλεμοι και η ανθρώπινη εκμετάλλευση. Με άλλα λόγια, ως πραγματική αιτία του πολέμου παρουσιάζεται η άρνηση των Αθηναίων να χρησιμοποιήσουν τη λογική στις σχέσεις τους με τους άλλους ανθρώπους, και η επιμονή τους να επεκτείνουν συνεχώς την ηγεμονία τους βασιζόμενοι στη στρατιωτική και οικονομική δύναμή τους, πράγμα το οποίο οι Πελοποννήσιοι (το αντίπαλο δέος) φυσικά δεν μπορούσαν να ανεχτούν.

Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Θουκυδίδης δεν εξετάζει την τέχνη, τη λογοτεχνία ή την κοινωνία της εποχής εκείνης, αλλά αυστηρά ό,τι θεωρούσε ό,τι σχετιζόταν με τον πόλεμο, και αυτό γιατί περιέγραφε ένα συγκεκριμένο γεγονός και όχι μια ιστορική περίοδο. Επίσης άξιο προσοχής αποτελεί τ' ότι είχε συναίσθηση της σπουδαιότητας που θα είχε το έργο του για τις μελλοντικές γενιές, όπως φαίνεται στο παρακάτω απόσπασμα:

Μετά την πτώση των Τριάκοντα τυράννων (404 π.Χ.), επέστρεψε στην Αθήνα, όπου άρχισε να γράφει το έργο του. Απογοητευμένος όμως, σύντομα επέστεψε στην Σκαπτή Ύλη, όπου συνέχισε τη συγγραφή, την οποία διέκοψε ο ξαφνικός θάνατός του. Το έργο της ζωής του ήταν η εξιστόρηση των γεγονότων του Πελοποννησιακού πολέμου έως το 21ο έτος του, το 411 π.Χ.. Ο Θουκυδίδης δεν έδωσε τίτλο στο έργο αυτό, ούτε το διαίρεσε σε βιβλία. Η διαίρεσή του σε 8 βιβλία και ο τίτλος Θουκυδίδου Ιστορίαι ή Συγγραφή οφείλεται στους αρχαίους γραμματικούς.

  • Στο Α' βιβλίο, μετά το προοίμιο ακολουθεί η λεγόμενη αρχαιολογία, η οποία αποτελεί σύγκριση μεταξύ του Πελοποννησιακό πολέμου και των προηγουμένων γεγονότων της ελληνικής ιστορίας. Κατόπιν, ύστερα από ορισμένες μεθοδολογικές εκτιμήσεις, ερευνώνται οι άμεσες αιτίες του πολέμου, με μια αναδρομή στις πρώτες αρχές και στη εξέλιξη της αθηναϊκής ηγεμονίας.
  • Στο Β΄ βιβλίο ξεκινά την εξιστόρηση του πολέμου, την οποία συνεχίζει με χρονολογική σειρά. διαιρώντας κάθε χρόνο σε καλοκαίρι και χειμώνα. Σημαντικότερα μέρη του είναι εκείνα που αναφέρονται στις δύο επιδρομές των Λακεδαιμονίων στη Αττική και στον Επιτάφιο που εκφώνησε ο Περικλής για τους νεκρούς του πρώτου έτους του πολέμου με τον οποίο ο ιστορικός εξιδανικεύει την πόλη των Αθηνών,[3] και στο φοβερό λοιμό που εξουθένουσε την Αθήνα.
  • Στο Γ΄ βιβλίο εκτίθενται οι ωμότητες των τριών επόμενων χρόνων και παρεμβάλλονται οι δημηγορίες του Κλέωνα και του συνετού Διόδοτου για την αποστασία και την τιμωρία των Μυτιληναίων.[4]
  • Στο Δ΄βιβλίο (7ο, 8ο και 9ο έτος του πολέμου) πραγματεύεται την κατάληψη της Πύλου από τους Αθηναίους και τις επιχειρήσεις του Λακκεδαιμονίου στρατηγού Βρασίδα στη Χαλκιδική.
  • Σημαντικό μέρος του Ε΄ βιβλίου αναφέρεται στην πολυσυζητημένη επιχείρηση των Αθηναίων κατά της Μήλου και ο «διαλογος των Μηλίων», όπου δίνεται ανάγλυφη παράσταση της επεκτατικής πολιτικής ης Αθήνας.
  • Στα βιβλία ΣΤ΄και Ζ΄εξιστορεί το δράμα της εκστρατείας των Αθηναίων στη Σικελία (415-413). [5]
  • Στο Η΄βιβλίο περιλαμβάνει τα πρώτα χρόνια του Δεκελεικού πολέμου, την παρέμβαση των Περσών στις ελληνικές υποθέσεις και την αποστασία πολλών συμμάχων από τους Αθηναίους

Επιρροή του Θουκυδίδη στη μετέπειτα ιστοριογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από τους μεταγενέστερους ιστορικούς, μεταξύ άλλων, επηρεάστηκαν άμεσα από το έργο του Θουκυδίδη οι εξής:

Επίσης, αν και δεν συγκαταλέγεται σ ους ιστορικούς, ο ρωμαίος ρήτορας Κικέρωνας ήταν από αυτούς που επηρεάστηκαν έντονα από τον αρχαίο Αθηναίο ιστορικό.


Νεοελληνικές μεταφράσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υποσημειώσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. s:Ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου/Α_#Πελλοπονησιακός πόλεμος Α΄ 22
  2. Θουκυδίδης, Ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου, Α΄ 22 μτφ. Ελευθερίου Βενιζέλου
  3. Περικλέους Επιτάφιος, εκδ. Ζήτρος, 2002, ISBN 960-7760-76-X
  4. Θουκυδίδη Δημηγορίες, εκδ. Ζήτρος 2002, ISBN 960-7760-72-7
  5. Άγγελος Βλάχος, Ο Κύριος μου Αλκιβιάδης, Κεφ. Η΄ σελ. 331-367, εκδ. Βιβλιοπωλείο της Εστίας 13η εκδοση 2000,ISBN 960-05-0062-2
  6. Yuval Shahar. Josephus Geographicus: the classical context of geography in Josephus, Siebeck, 2004, σ. 138
  7. Syme, Ronald. Sallust, University of California Press, 2002, σ. 54-56. ISBN 0-520-23479-0
  8. Rohrbacher (2002), σ. 71, 184
  9. Rohrbacher (2002), σ. 91-92
  10. Hunger (1992), τ. Β', σ. 24-25, 49
  11. Hunger (1992), τ. Β', σ. 24-25, 49, 79
  12. Hunger (1992), τ. Β', σ. 100
  13. Hunger (1992), τ. Β', σ. 323, 325
  14. Hunger (1992), τ. Β', σ. 344
  15. Hunger (1992), τ. Β', σ. 361-362

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Hunger, Herbert. Βυζαντινή λογοτεχνία - η λόγια και κοσμική γραμματεία των Βυζαντινών, 1978, Μορφωτικό Ιδρυμα Εθνικής Τραπέζης, 1992.
  • Rohrbacher, David. The Historians of Late Antiquity, Routledge, 2002. ISBN 0-415-20458-5, ISBN 0-415-20459-3.
  • Romilly, J. de, Ο Θουκυδίδης και ο αθηναϊκός ιμπεριαλισμός. Η σκέψη του ιστορικού και η γένεση του έργου. 5η έκδοση, Μετάφρ. Λύντια Στεφάνου, Επιμ. Κώστας Τσιταράκης,εκδ. «Παπαδήμας», Αθήνα, 2009 (2000¹).

Εξωτερικές συνδέσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα
Wikisource logo
Στη Βικιθήκη υπάρχει υλικό που έχει σχέση με το θέμα:
Wikiquote logo
Στα Βικιφθέγματα υπάρχει υλικό σχετικό με το λήμμα: