Οίκος των Αχαιμενιδών

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Η αυτοκρατορία των Αχαιμενιδών στη μεγαλύτερη επέκταση της.
Η σημαία του Κύρου του Μέγα
Ο τάφος του Κύρου του Μέγα στις Πασαργάδες
Η επιγραφή του Δαρείου του Μέγα στο Μπεχινστούν
Μήδοι και Πέρσες στρατιώτες από ανάγλυφο στην Περσέπολη
Η μάχη της Ισσού ήταν το τέλος της Περσίας των Αχαιμενιδών – διακρίνονται ο Δαρείος Γ’ και ο Μέγας Αλέξανδρος
Ερείπια από την Περσέπολη

Ο Οίκος των Αχαιμενιδών ήταν η σπουδαιότερη Περσική δυναστεία της αρχαιότητας που κυριάρχησε στην Περσία και γενικότερα σε ολόκληρη την Ασία για δύο αιώνες από το 540 π.Χ. ως το 330 π.Χ.

Οι πρώτοι Αχαιμενίδες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ιδρυτής της δυναστείας των Αχαιμενιδών ήταν ο Αχαιμένης ο οποίος σύμφωνα με τους υπολογισμούς των ιστορικών έζησε γύρω στο 700 π.Χ. την εποχή του Ασσύριου βασιλιά Σενναχειρείμ ως αρχηγός της Περσικής φυλής των Πασαργάδων. Ο Αχαιμένης θεωρείται ημι – μυθικό πρόσωπο και η ιστορική του ύπαρξη αμφισβητείται, αναφέρεται μονάχα στην επιγραφή του Δαρείου του Μέγα στο Μπεχινστούν ενώ απουσιάζει σε παλιότερες ιστορικές πηγές. Νεώτεροι ιστορικοί συμπεραίνουν ότι ήταν εφεύρεση του Δαρείου για να εμφανίσει τη συγγενική του σχέση με τον Κύρο μέσω ενός κοινού προπάτορα. Με αυτό τον τρόπο θα νομιμοποιούσε την άνοδο του στον Περσικό θρόνο. Οι Ελληνικές πηγές αντίστοιχα θεωρούν τον Αχαιμένη αληθινό πρόσωπο και μάλιστα Έλληνα γιο του Πέρση και εγγονό του μυθικού Περσέα, υπάρχει επιπλέον καταπληκτική ομοιότητα του Ελληνόφωνου ονόματος του με αυτό των Αχαιών.

Τον γενάρχη Αχαιμένη τον διαδέχθηκε ο γιος του Τεΐσπης ο οποίος ήταν υπαρκτό πρόσωπο τον 7ο αιώνα π.Χ. Σύμφωνα με τις ιστορικές πηγές κυβερνήτης ενός υποτελούς κρατιδίου μέσα στα όρια της αυτοκρατορίας του Ελάμ. Αργότερα ο Τεΐσπης εξεγέρθηκε πετυχαίνοντας την ανεξαρτησία του από τους Ελαμίτες. Θεωρείται ιδρυτής και πρώτος ιστορικός βασιλιάς των Περσών, το όνομα του φαίνεται στην επιγραφή του Δαρείου του μέγα στο Μπεχινστούν. Όταν πέθανε ο Τεΐσπης χώρισε το κράτος στους δυο γιους του: Ο Κύρος Α’ κληρονόμησε το βασίλειο του Ανσνάν και ο Αριαράμνης το βασίλειο των Παρσί. Στην πραγματικότητα ενώ ο Κύρος Α’ ήταν πραγματικά γιος του, η σύνδεση του Αριαράμνη σαν γιου του Τεΐσπη δεν είναι βέβαιη επειδή δεν εμφανίζεται πουθενά αλλού εκτός από την επιγραφή του Δαρείου Α’ στο Μπεχινστούν. Ο Αριαράμνης ίδρυσε τα Εκβάτανα και ήταν πατέρας του Αρσάμη του παππού του Δαρείου,ο Κύρος Β’ ο Μέγας αντίστοιχα ήταν εγγονός του Κύρου Α’. Ο Κύρος Α’ εμφανίζεται στις Ασσυριακές πηγές με το όνομα Κουράς ως υποτελής του Σαρδανάπαλου, συμμάχησε με τον μεγαλύτερο αδελφό του Ασσύριου βασιλιά Σαμάς σουμ ουκίν κυβερνήτη της Βαβυλώνας όταν εξεγέρθηκε εναντίον του Σαρδανάπαλου το 652 π.Χ. Ο Σαρδανάπαλος έπνιξε στο αίμα το 648 π.Χ. την επανάσταση του μεγαλύτερου αδελφού του και των συμμάχων του, το ίδιο έκανε το 638 π.Χ. όταν εξεγέρθηκε το Ελάμ στους συμμάχους των Ελαμιτών ήταν πάλι ο Κουράς.

Ο Κύρος ο μέγας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τον Κύρο Α’ του Ανσνάν διαδέχθηκε ο γιος του Καμβύσης Α’ ο οποίος πήρε σύζυγο την Μανδάνη κόρη του βασιλιά των Μήδων Αστυάγη. Από τον γάμο γεννήθηκε το 570 π.Χ. ο Κύρος ο Μέγας ιδρυτής της Περσικής αυτοκρατορίας. Σύμφωνα με τον θρύλο ο Αστυάγης είχε δει όνειρο ότι θα χάσει τον θρόνο από τον γιο της κόρης του γι´αυτό επιχείρησε να τον σκοτώσει, ο Καμβύσης Α’ σκοτώθηκε σε μάχη εναντίον του Αστυάγη το 559 π.Χ. Το βασίλειο των Παρσί την ίδια εποχή ήταν υποτελές των Μήδων, τον Αριαράμνη διαδέχθηκε ο γιος του Αρσάκης πατέρας του Υστάσπη και παππούς του Δαρείου του Μέγα. Ο Κύρος Β' ή Κύρος ο Μέγας γιος του Καμβύση Α’ και της Μανδάνης ανέτρεψε τον παππού του Αστυάγη από τον θρόνο της Μηδίας, ενώνοντας τα στέμματα των Μήδων και των Περσών. Επέκτεινε σημαντικά το βασίλειο του κατακτώντας όλους τους λαούς της Ασίας μέχρι το Αιγαίο πέλαγος και τα παράλια της Μικράς Ασίας, είναι ο ιδρυτής της Περσικής αυτοκρατορίας, πιο γνωστή η κατάκτηση του βασιλείου του Κροίσου της Λυδίας.

Ο Κύρος Β’ ήταν ένας από τους μεγαλύτερους κατακτητές της ιστορίας έμεινε γνωστός για τις μεγάλες ικανότητες και τον ανθρωπισμό του. Σκοτώθηκε σε μάχη εναντίον των Μασσαγετών το 530 π.Χ. και τον διαδέχθηκε ο γιος του Καμβύσης Β’. Ο Καμβύσης όταν ανέβηκε στον θρόνο δολοφόνησε τον αδελφό του Σμέρδι και έπνιξε στο αίμα την επανάσταση των Αιγυπτίων το 525 π.Χ. σφάζοντας 30.000 άμαχους αλλά το 524 π.Χ. ηττήθηκε από τους Αιθίοπες. Το 523 π.Χ. εμφανίστηκε ένας άντρας που ισχυρίστηκε ότι είναι ο δολοφονημένος Σμέρδης και κήρυξε επανάσταση. Την επόμενη χρονιά ο Καμβύσης Β’ πέθανε μυστηριωδώς τον διαδέχθηκε ο άντρας που ισχυρίστηκε ότι είναι ο Σμέρδις. Την επόμενη χρονιά Πέρσες ευγενείς με επικεφαλής τον Δαρείο κήρυξαν την επανάσταση στον Σμέρδι με τον ισχυρισμό ότι είναι σφετεριστής, ο Σμέρδις ανατράπηκε το 522 π.Χ. και θανατώθηκε βάναυσα από τον Δαρείο τρίτο ξάδελφο των γιων του Κύρου σύμφωνα με τον ισχυρισμό του.

Ο Δαρείος ο μέγας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Δαρείος τον διαδέχθηκε στον θρόνο της Περσίας ως Δαρείος Α’ το 521 π.Χ. και πολλές επαρχίες της αυτοκρατορίας του όπως το Ελάμ, η Μηδία, η Αίγυπτος, η Βαβυλώνα, η Παρθία και η Μοργιανή κήρυξαν την επανάσταση. Όλα τα κινήματα καταπνίγηκαν στο αίμα από τον Δαρείο Α’ με μεγάλη σκληρότητα, μόνο στην Μοργιανή εκτέλεσε 55.000 επαναστάτες. Ο Δαρείος Α΄ κατέγραψε όλα αυτά τα πολεμικά γεγονότα όταν ανέβηκε στον θρόνο μαζί με τη βιογραφία και τη γενεαλογία του στο βράχο Μπεχιστούν στα βόρεια του Ελάμ. Στη γενεαλογία του καταγράφεται αναλυτικά η καταγωγή του από τον γενάρχη της δυναστείας των Αχαιμενιδών Αχαιμένη, κοινό προπάτορα του με τον Κύρο από διαφορετικούς κλάδους των απογόνων του. Η καθιερωμένη άποψη ήταν ότι έγραψε την πραγματικότητα αλλά νεώτεροι ιστορικοί υποστηρίζουν ότι είχε ταπεινή καταγωγή αλλά ισχυρίστηκε τη συγγένεια με τον Κύρο με τη συγκεκριμένη γενεαλογία για να νομιμοποιήσει την άνοδο του στον θρόνο της Περσίας. Ο Δαρείος Α’ γιος του Υστάσπη και εγγονός του Αρσάμη ισχυρίστηκε ότι ανέβηκε στον Περσικό θρόνο και σκότωσε τον Σμέρδι με τη βοήθεια του Αχούρα Μάσδα, τον όρισε σαν προστάτη θεό του, ενώ ονόμασε τον εαυτό του εκλεκτό και απεσταλμένο του Αχούρα Μάσδα.

Στα ανατολικά οι κατακτήσεις του σταμάτησαν από φυσικά εμπόδια στα Ιμαλάια γι´αυτό στη συνέχεια το ενδιαφέρον του Δαρείου Α’ στράφηκε δυτικά στην Ευρώπη. Το 512 π.Χ. κατέκτησε ολόκληρη την Θράκη υποτάσσοντας τους Θρακοσκυθικούς πληθυσμούς, την Μακεδονία, την Ίμβρο και την Λήμνο περιοχές που τις έβαλε όλες στη σατραπεία των Σάρδεων. Επόμενος στόχος του Δαρείου Α’ ήταν η κατάκτηση της κυρίως Ελλάδας, και πρόσχημα σε αυτό στάθηκε η εξέγερση των Ιωνικών πόλεων το 499 π.Χ. για την οποία ο Δαρείος ισχυρίστηκε ότι έγινε με υποκίνηση της Αθήνας. Ο Δαρείος κατέπνιξε όλες τις επαναστάσεις το 493 π.Χ. στη συνέχεια αποφάσισε να εκστρατεύσει στην Ελλάδα για να τιμωρήσει την Αθήνα για τη βοήθεια που πρόσφερε στις επαναστατημένες Ιωνικές πόλεις. Στην πρώτη εκστρατεία του γαμπρού του Μαρδόνιου ο στόλος του καταστράφηκε στο ακρωτήρι Άθως ύστερα από επίθεση που δέχτηκε από το Θρακικό φύλο των Βρυγών. Στη δεύτερη εκστρατεία των Περσών εναντίον των Αθηναίων έγινε το 490 π.Χ. με επικεφαλής τους στρατηγούς Δάτη και Αρταφέρνη, οι Πέρσες γνώρισαν για δεύτερη φορά τη συντριβή στη μάχη του Μαραθώνα από τους Αθηναίους του Μιλτιάδη. Η ήττα των Περσών στη μάχη του Μαραθώνα στάθηκε αιτία να ξεσπάσουν νέα επαναστατικά κινήματα όπως στην Αίγυπτο το 486 π.Χ. και στην Βαβυλώνα το 484 π.Χ. Ο Δαρείος ο Μέγας πέθανε το 485 π.Χ. ενώ προετοίμαζε Τρίτη εκστρατεία εναντίον των Αθηναίων. Διάδοχο του είχε ορίσει τον δεύτερο γιο του, Ξέρξη.

Ο Ξέρξης Α’, οριστική αποτυχία των Περσών να καταλάβουν την Ελλάδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο διάδοχος του Δαρείου Α’, Ξέρξης Α΄, ήταν δεύτερος γιος του Δαρείου και της Ατόσσας, κόρης του Κύρου του Μέγα. Διαδέχθηκε τον πατέρα του το 485 π.Χ. σε ηλικία 35 ετών αφού δολοφόνησε τον μεγαλύτερο αδελφό του Αρτοβαζάνη, την εποχή του Δαρείου Α’ ήταν σατράπης της Βαβυλώνας. Πρώτος του στόχος με την άνοδο του στον θρόνο ήταν η αποκατάσταση της τάξης στην Αίγυπτο και την Βαβυλώνα που επαναστάτησαν στο τέλος της βασιλείας του πατέρα του. Κατέστειλε τις εξεγέρσεις με μεγάλη σκληρότητα,σκότωσε τους ιερείς και λεηλάτησε όλους τους ναούς κλέβοντας από την Βαβυλώνα ακόμα και το άγαλμα του θεού και προστάτη της πόλης Μαρδούκ. Ο πατέρας του πριν πεθάνει του έδωσε ευχή και κατάρα να καταλάβει την Αθήνα για να ξεπλύνει την ντροπή του Μαραθώνα, ο Ξέρξης Α’ τον τρίτο χρόνο της βασιλείας του συγκάλεσε εθνικό συνέδριο σχετικά με το θέμα με τη συμμετοχή όλων των Περσών πριγκίπων και ευγενών. Στο συνέδριο ακούστηκαν διαφορετικές απόψεις ο σημαντικότερος αμφισβητίας για νέα εκστρατεία στην Αθήνα ήταν ο Αρτάβανος θείος του Ξέρξη Α’ και αδελφός του Δαρείου Α’ που φοβόταν νέα ντροπιαστική ήττα. Τελικά πλειοψήφησαν οι απόψεις όλων των ευγενών των σατραπών και των Ελλήνων έκπτωτων βασιλέων που ήθελαν να αποκατασταθούν στα βασίλεια τους γι´αυτό ο Ξέρξης αποφάσισε ύστερα από έξι μήνες να γίνει η εκστρατεία. Σημαντικό ρόλο στην απόφαση αυτή του Ξέρξη ήταν η δεύτερη σύζυγος του η Ιουδαία Εσθήρ,οι προετοιμασίες για τη νέα εκστρατεία στην Αθήνα κράτησαν άλλα 4 χρόνια ακόμα. Ο Ξέρξης Α’ ξεκίνησε την εκστρατεία του με έναν επιβλητικό στρατό ο οποίος σύμφωνα με τον Ηρόδοτο αριθμούσε 1.700.000 πεζούς και 100.000 βοηθητικό προσωπικό από 46 έθνη. Την ηγεσία του στρατού είχε ο Μαρδόνιος ξάδελφος του βασιλιά αποτελείτο κυρίως από Περσικές δυνάμεις αντίθετα το ναυτικό της εκστρατείας αποτελείτο από κατακτημένες περιοχές ιδιαίτερα Μικρασιατικές επειδή οι ίδιοι οι Πέρσες δεν είχαν ναυτικό. Κατάφερε τελικά να περάσει τον Ελλήσποντο τον στρατό του με γέφυρες που κατασκεύασαν οι μηχανικοί του, την πρώτη φορά οι γέφυρες κατέρρευσαν λόγω τρικυμίας γι´αυτό ο Ξέρξης Α’ αποκεφάλισε τους μηχανικούς του και διέταξε να μαστιγωθεί η θάλασσα. Στη συνέχεια άνοιξε μια διώρυγα στην χερσόνησο του Άθω για να περάσει ο στόλος του, ύστερα από πολλές περιπέτειες έφτασε στις Θερμοπύλες όπου συνάντησε ηρωική αντίσταση από 300 Σπαρτιάτες με επικεφαλής τον βασιλιά του Λεωνίδα. Μετά τις Θερμοπύλες κατέβηκε νότια και κατέλαβε την Αθήνα,οι κάτοικοι πανικόβλητοι έφυγαν από την πόλη. Ο στόλος του Ξέρξη ο οποίος έπαθε μεγάλες καταστροφές στη ναυμαχία του Αρτεμισίου από τους Αθηναίους και τις τρικυμίες συνετρίβη από τους Αθηναίους του Θεμιστοκλή στην ναυμαχία της Σαλαμίνας το 480 π.Χ. Ο Ξέρξης αποχώρησε στην Περσία αφήνοντας πίσω μόνο τον στρατό του με τον Μαρδόνιο, ο στρατός ηττήθηκε από τους Έλληνες στη μάχη των Πλαταιών το 479 π.Χ. και στη μάχη της Μυκάλης την ίδια χρονιά, οι Πέρσες διαλύθηκαν οριστικά ύστερα από αυτό. Απογοητευμένος από το φιάσκο της εκστρατείας στην Ελλάδα ο Ξέρξης με πολλά ψυχολογικά προβλήματα στη συνέχεια κλείστηκε στον εαυτό του, παρανόησε δολοφονώντας όλους τους στενούς συγγενείς του. Το 465 π.Χ. σε ηλικία 55 ετών ύστερα από 20 χρόνια βασιλείας δολοφονήθηκε από τον σατράπη Αρτάβανο που φιλοδοξούσε να σφετεριστεί τον θρόνο της Περσίας από τη δυναστεία των Αχαιμενιδών.

Η σταδιακή παρακμή της αυτοκρατορίας των Αχαιμενιδών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο σφετεριστής Αρτάβανος παρέμεινε μόνο έναν χρόνο στον θρόνο της Περσίας, στη συνέχεια ανατράπηκε από τον Αρταξέρξη Α’ τον μακρόχειρα δεύτερο γιο του Ξέρξη Α’, ονομάστηκε μακρόχειρας επειδή το αριστερό του χέρι ήταν πιό μακρύ από το δεξί. Ο Αρταξέρξης Α’ ύστερα από τις ήττες του πατέρα του και του παππού του από τους Αθηναίους δεν θέλησε να συνεχίσει την ίδια τακτική πραγματοποιώντας νέους πολέμους μαζί τους. Οι νέες τακτικές του Αρταξέρξη Α’ ήταν προσανατολισμένες σε ενίσχυση των αντιπάλων των Αθηναίων στον Ελληνικό χώρο, οι Αθηναίοι για να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα μετέφεραν το κέντρο της Συμμαχίας από την Δήλο στην ακρόπολη τους. Η Καλλίειος ειρήνη κλείστηκε το 449 π.Χ. ανάμεσα στον Αρταξέρξη και τους Αθηναίους, την ίδια χρονιά δέχτηκε στην αυλή του στην Περσέπολη τον θριαμβευτή της ναυμαχίας της Σαλαμίνας Θεμιστοκλή που είχε εξοριστεί από τους Αθηναίους. Τον 7ο χρόνο της βασιλείας του το 458 π.Χ. ο Αρταξέρξης Α’ έστειλε στα Ιεροσόλυμα έναν Ιουδαίο αρχιερέα τον Εσδρά να οργανώσει τη θρησκεία του Ιουδαϊκού λαού με αποτέλεσμα να δημιουργήσει την Ιουδαϊκή κοινότητα των Ιεροσολύμων. Τον 20ο χρόνο της βασιλείας του στέλνει ο Αρταξέρξης Α’ στα Ιεροσόλυμα τον Ιουδαίο οινοχόο του Νεεμία να οργανώσει τους Ιουδαίους κατά πολλούς αυτό στάθηκε η αιτία δημιουργίας της Ιουδαϊκής θρησκείας. Τον Αρταξέρξη διαδέχθηκε ο γιος του Ξέρξης Β΄ αλλά ύστερα από 45 μέρες βασιλείας σκοτώθηκε από άνθρωπο του αδελφού του Σογδιανού τον οποίο ο ίδιος ο Ξέρξης είχε εξορίσει. Ο Σογδιανός διαδέχθηκε τον Ξέρξη Β’ ο οποίος το 424 π.Χ., δολοφονήθηκε με εντολή του αλλά την επόμενη χρονιά το 423 π.Χ. δολοφονήθηκε και ο ίδιος από τον άλλο εξόριστο αδελφό τους Δαρείο που τον διαδέχθηκε στον θρόνο της Περσίας ως Δαρείος Β’ ο νόθος. Ο Δαρείος Β’ γεννημένος το 445 π.Χ. είχε αποκτήσει στην εξορία με την αδελφή του Παρυσάτιδα τον μεγαλύτερο γιο του Αρταξέρξη Β’ αλλά το 423 π.Χ. ενώ είχε γίνει ήδη βασιλιάς απέκτησε τον μικρότερο γιο του Κύρο τον νεώτερο. Βοήθησε σημαντικά τους Σπαρτιάτες κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου, έβαλε τον μικρότερο γιο του Κύρο σατράπη της Βαβυλώνας και πέθανε το 404 π.Χ. σε ηλικία 41 έτους λίγο μετά το τέλος του εμφύλιου Ελληνικού πολέμου. Τον Δαρείο Β’ διαδέχθηκε ο μεγαλύτερος γιος του Αρταξέρξης Β' αμφισβητήθηκε από τον νεώτερο αδελφό του Κύρο ο οποίος είχε την υποστήριξη της μητέρας τους Παρισάτιδος. Ο Κύρος αποπειράθηκε να δολοφονήσει τον μεγαλύτερο αδελφό του γι´αυτό φυλακίστηκε από τον Αρταξέρξη Β’ και καταδικάστηκε σε θάνατο, ακολούθησε εμφύλιος πόλεμος ανάμεσα στα δύο αδέλφια 10.000 Σπαρτιάτες έφτασαν να ενισχύσουν τον Κύρο. Στην τελική σύγκρουση στα Κουναξά το 401 π.Χ. ο Αρταξέρξης Β’ με υπερτριπλάσιες δυνάμεις συνέτριψε τον Κύρο ο οποίος βρήκε τον θάνατο. Στη συνέχεια ο Αρταξέρξης αφοσιώθηκε στην εξουδετέρωση των Σπαρτιατών μισθοφόρων του Κύρου από το 395 π.Χ. ως το 387 π.Χ. σε εμφύλια διαμάχη με τη συμμετοχή όλων των Ελληνικών πόλεων. Ο πόλεμος έληξε με την Ανταλκίδειο ειρήνη το 386 π.Χ. σύμφωνα με την οποία όλες οι πόλεις της Μικράς Ασίας και η Κύπρος θα ανήκαν στην Περσία ενώ οι ηπειρωτικές Ελληνικές πόλεις εκτός την Ίμβρο, την Λήμνο και την Σκύρο θα ήταν ανεξάρτητες. Τα πρώτα χρόνια της βασιλείας του Αρταξέρξη οι Αιγύπτιοι εκμεταλλεύτηκαν την εμφύλια διαμάχη με τον αδελφό του και κήρυξαν την ανεξαρτησία τους, ο Αρταξέρξης απέτυχε να την ανακαταλάβει και πέθανε το 358 π.Χ. σε βαθύτατο γήρας.

Αρταξέρξης Γ’, οι τελευταίες αναλαμπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Διάδοχος του Αρταξέρξη Β’ ήταν ο γιος του Αρταξέρξης Γ’ ο οποίος ήταν ήδη 67 ετών όταν ανέβηκε στον θρόνο της Περσίας αρκετά σκληρός και βίαιος σύγχρονος του βασιλιά της Μακεδονίας Φιλίππου Β’. Ο Αρταξέρξης Γ’ με την άνοδο του στον θρόνο για να αποφύγει οποιονδήποτε κίνδυνο απώλειας του θρόνου εκτέλεσε όλους τους αδελφούς του και τους ανιψιούς του συνολικά 80 στον αριθμό. Αντιμετώπισε το 354 π.Χ. την εξέγερση του σατράπη της Λυδίας Αρτάβαζου και του σατράπη της Μυσίας Ορόντη αλλά τελικά κατάφερε να τους νικήσει, στη συνέχεια εξεστράτευσε κατά της Αιγύπτου που είχε επαναστατήσει και ανεξαρτητοποιηθεί την εποχή του πατέρα του. Οι πρώτες επιχειρήσεις των Περσών στην Αίγυπτο το 354 και το 351 π.Χ. απέτυχαν. Την τρίτη φορά το 343 π.Χ. που ήταν επικεφαλής του στρατού ο ίδιος συνέτριψε τις δυνάμεις του Αιγύπτιου Φαραώ Νεκταναβώ Β’, ο ίδιος ο Φαραώ για να γλυτώσει τη ζωή του δραπέτευσε στη Νουβία, από το 342 ως το 332 π.Χ. η Αίγυπτος έγινε ξανά επαρχία της Περσίας. Αντιμετώπισε λόγω της υπερβολικής του αυταρχικότητας την εξέγερση των πόλεων της Φοινίκης με σημαντικότερη αυτή της Σιδώνας, στην πόλη βασίλευε ο Τεννές Β’ που είχε τοποθετηθεί βασιλιάς από τον ίδιο τον Αρταξέρξη Γ’. Λίγο πριν εκστρατεύσει στην Αίγυπτο βάδισε με 330.000 στρατό στην Σιδώνα. Ο Τεννές Β’ δραπέτευσε, οι τρομοκρατημένοι κάτοικοι της Σιδώνας άρχισαν ομαδικά να παραδίδονται. Ο βίαιος Αρταξέρξης Γ’ έσφαξε όσους κατοίκους δεν είχαν προλάβει να αυτοκτονήσουν, ισοπέδωσε εκ θεμελίων και έκαψε την πόλη για να δώσει ένα παραδειγματικό μάθημα στους υπόλοιπους επαναστάτες. Μετά την κατάκτηση της Αιγύπτου υπέργηρος ο Αρταξέρξης Β’ επέστρεψε στην Περσέπολη όπου συνέχισε να κυβερνάει μέχρι το τέλος της ζωής του με ακραίο αυταρχισμό και απολυταρχία. Δηλητηριάστηκε λόγω της αυταρχικότητας του από τον παντοδύναμο σατράπη Βαγώα το 338 π.Χ. σε ηλικία 87 ετών ύστερα από 20 χρόνια βασιλείας. Τον διαδέχθηκε ο γιος του Αρταξέρξης Δ’ ή Αρταξέρξης Άρσης.

Η πτώση της αυτοκρατορίας των Αχαιμενιδών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Βαγώας παρέκαμψε όλους τους όρους διαδοχή τοποθετώντας βασιλιά τον μικρότερο γιο του Αρταξέρξη Γ’ Άρση επειδή ήταν άβουλος ώστε να είναι του χεριού του κυβέρνησε δύο χρόνια ως το 336 π.Χ. Οι ευγενείς της Περσίας έντονα δυσαρεστημένοι με τον Βαγώα έπεισαν τον Αρταξέρξη Δ’ να τον δολοφονήσει. Ο Βαγώας έμαθε τα σχέδια του γι´αυτό πρόλαβε να τον δηλητηριάσει ο ίδιος, τοποθέτησε βασιλιά τον Δαρείο Γ’ τον Κοδομανό. Ο Δαρείος Γ’ ήταν ξάδελφος του Άρση εγγονός του Αρταξέρξη Β’ τελευταίος Μεγάλος βασιλιάς της Περσίας από τη δυναστεία των Αχαιμενιδών ικανότατος πολεμιστής με πολλές αρετές, το 336 π.Χ. ήταν 44 ετών και βασίλευσε έξι χρόνια. Θέλοντας και αυτόν ο Βαγώας να δηλητηριάσει όταν έμαθε τα σχέδια του τον ανάγκασε να πιει ο ίδιος το δηλητήριο που του πρόσφερε. Το 334 π.Χ. ο βασιλιάς της Μακεδονίας Αλέξανδρος Γ’ ο Μέγας που είχε διαδεχθεί τον δολοφονημένο πατέρα του Φίλιππο Β’ ξεκίνησε εκστρατεία εναντίον των Περσών. Ο Δαρείος Γ’ ηττήθηκε από τον Μέγα Αλέξανδρο δυο φορές στη μάχη της Ισσού το 331 π.Χ. και στη μάχη των Γαυγαμήλων. Στη συνέχεια το 330 π.Χ. καθαιρέθηκε και δολοφονήθηκε από τον παντοδύναμο σατράπη Βήσσο. Ο Αλέξανδρος της Μακεδονίας που σεβόταν τον Δαρείο τιμώρησε σκληρά τον δολοφόνο Βήσσο, αλλά η δυναστεία των Αχαιμενιδών είχε λήξει, η Περσία κατακτήθηκε από τους Μακεδόνες.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Pierre Briant: Darius. Les Perses et l'Empire. Decouvertes Gallimard, Paris 1992, ISBN 2-07-053166-X. (Grundlegendes Werk über das Leben des Dareios und den Aufbau seines Reiches. Aufwändig illustriert, auch für Leser mit schwachen Französischkenntnissen empfehlenswert)
  • Gerd Gropp: Beobachtungen in Persepolis. in: Archäologische Mitteilungen aus Iran. Bd 4 (Sonderdruck). Herausgegeben vom Deutschen Archäologischen Institut Abteilung Teheran. Dietrich Reimer Verlag, Berlin 1971. (Forschungsanstöße zu der Bedeutung von Persepolis, insb. der vermutl. ägyptischen Einflüsse in der Architektur.)
  • Fritz Gschnitzer: Die Sieben Perser und das Königtum des Dareios. Ein Beitrag zur Achaimenidengeschichte und zur Herodotanalyse. Carl Winter Universitätsverlag, Heidelberg 1977, ISBN 3-533-02598-5. (Vortragsschrift über die Anfänge der Herrschaft des Dareios und die Analyse der hierzu zur Verfügung stehenden Quellen.)
  • Walther Hinz: Darius und die Perser. Eine Kulturgeschichte der Achämeniden. 2 Bde. Holle, Baden-Baden 1976. (Standardwerk. Grundlage für die neuere Achaimenidenforschung, insb. durch die Auswertung der elamitischen Tontafeln.)
  • Schmitt, Rüdiger. "Achaemenid dynasty". Encyclopaedia Iranica. vol. 3. Routledge & Kegan Paul.
  • Dandamayev, M. "Achaemenes". Encyclopaedia Iranica. vol. 3. Routledge & Kegan Paul.
  • Schlerath, Bernfried (1973). Die Indogermanen. Inst. f. Vergl. Sprachwiss. ISBN 3-85124-516-4.
  • Tavernier, Jan (2007). Iranica in the Achaemenid Period (ca. 550-330 B.C.): Linguistic Study of Old Iranian Proper Names and Loanwords, Attested in Non-Iranian Texts. Peeters Publishers. ISBN 90-429-1833-0.
  • Lendering, Jona. "Livius Picture Archive: texts XPc and A3Pa". Livius.Org. Archived from the original on January 9, 2008. Retrieved March 8, 2008. "king of kings, the king of countries, the king of this earth"
  • Smith, William (1867) [1842]. "Artaxerxes". In William Smith. Dictionary of Greek and Roman Biography and Mythology 1. Boston:Little, Brown, and Company. p. 371. "Arta:"honoured"+Xerxes:"a king" ("the honoured king"), according to Herodotus "the great warrior"" |accessdate= requires |url= (help)
  • Rawlinson, George (1889). "Phœnicia under the Persians". History of Phoenicia. Longmans, Green. Retrieved March 10, 2008.
  • Ρόμπιν Λέιν Φοξ, Η Μεγάλη Πορεία - Ο Ξενοφών Και η Κάθοδος των Μυρίων, (2010)