Ελληνιστική Κοινή

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ιστορία της ελληνικής γλώσσας
(δείτε επίσης: Ελληνικό αλφάβητο)
Πρωτοελληνική (περ. 3000 π.Χ.)
Μυκηναϊκή (περ. 1600–1200 π.Χ.)
Αρχαία ελληνική (περ. 800–300 π.Χ.)
Διάλεκτοι:
Αιολική, Αρκαδοκυπριακή,
ΑττικήΙωνική, Δωρική, Παμφυλιακή, Ομηρική
Πιθανή διάλεκτος: Μακεδονική

Ελληνιστική Κοινή (περ. από 330 π.Χ. ως 330)
Μεσαιωνική ελληνική (περ. 700–1700)
Νέα ελληνική γλώσσα (από το 1700)
Ιδιώματα: Δημοτική, Καθαρεύουσα
Διάλεκτοι:
Καππαδοκική, Κατωιταλική , Κρητική, Κυπριακή, Ποντιακή, Ρωμανιώτικη, Τσακωνική

Η Ελληνιστική Κοινή (κοινή εννοείται διάλεκτος) είναι η λαϊκή μορφή της αρχαίας ελληνικής γλώσσας που εμφανίστηκε στη μετακλασσική αρχαιότητα (περ. 300 π.Χ. -300 μ.Χ.) και αποτελεί την τέταρτη περίοδο στην ιστορία της ελληνικής γλώσσας. Άλλες ονομασίες της είναι Αλεξανδρινή, Ελληνιστική, Κοινή ή Ελληνική της Καινής Διαθήκης. Η Κοινή είναι σημαντική όχι μόνο για τους Έλληνες, καθώς αποτέλεσε την πρώτη τους κοινή διάλεκτο και προπομπό της δημοτικής, αλλά και για τον Δυτικό πολιτισμό, για τον οποίο αποτέλεσε την lingua franca στην περιοχή της Μεσογείου. Η Κοινή ήταν επίσης η γλώσσα στην οποία γράφτηκαν τα Ευαγγέλια καθώς και η γλώσσα που χρησιμοποιήθηκε για την διδασκαλία και εξάπλωση του Χριστιανισμού στα πρώτα χρόνια μετά Χριστόν. Η Κοινή ήταν επίσης ανεπίσημα πρώτη ή δεύτερη γλώσσα στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και ενώ στη Δύση σταδιακά εκτοπίστηκε από τα μεσαιωνικά λατινικά (τη Λαϊκή Λατινική γλώσσα), στην Ανατολή παρέμεινε για αιώνες η καθομιλουμένη.

Η Ονομασία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κάποιοι λόγιοι όπως ο Απολλώνιος ο Δύσκολος χρησιμοποιήσαν τον όρο Κοινή αναφερόμενοι στην Πρωτοελληνική γλώσσα, ενώ άλλοι αναφερόμενοι σε οποιαδήποτε καθομιλουμένη μορφή της ελληνικής -δηλαδή για τη γλώσσα που κατά περιόδους διέφερε από την λόγια γλώσσα. Οταν όμως η Ελληνιστική Κοινή έγινε και γλώσσα της λογοτεχνίας της εποχής της (δηλαδή γύρω στον 1ο π.Χ. αιώνα), τότε ο διαχωρισμός άλλαξε. Κάποιοι άρχισαν λοιπόν τότε να διαχωρίζουν τη γλώσσα ανάμεσα στην Ελληνική (σαν καθαρό απόγονο της κλασικής γλώσσας, ως μετακλασική γλώσσα των λογίων) και στην καθομιλουμένη από διάφορους λαούς, του ελληνικού συμπεριλαμβανομένου. Άλλοι επέλεξαν διαφορετικό διαχωρισμό και ανέφεραν ως Κοινή την Αλεξανδρινή (την περὶ τῆς Ἀλεξανδρέων διαλέκτου) ή τη διάλεκτο της Αλεξάνδρειας ενώ άλλη την σχεδόν παγκόσμια γλώσσα της εποχής.

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Κοινή Ελληνιστική ξεπήδησε ως κοινή διάλεκτος μέσα στα στρατεύματα του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Υπό την ηγεσία των Μακεδόνων που κατέκτησαν τον γνωστό τότε κόσμο, η νεοσχηματισθείσα κοινή διάλεκτος ομιλούνταν τότε από την Αίγυπτο εως την λεκάνη της Ινδίας. Αν και τα επιμέρους στοιχεία της Κοινής διαμορφώθηκαν κατά την ύστερη Κλασική εποχή, στην μετά-Κλασική περίοδο μετά τον θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου το 323 π.χ., όταν οι ασιατικοί πολιτισμοί υπό την επιρροή της Ελληνιστικής περιόδου άρχισαν με την σειρά τους να επηρεάζουν την γλώσσα.

Για την προέλευση της Κοινής Ελληνικής οι μελετητές διαφωνούν. Οι μεν πιστεύουν ότι πράγματι προερχόταν από τον συγκερασμό των τεσσάρων βασικών διαλέκτων της αρχαίας ελληνικής γλώσσας (ή εκ των τεσσάρων συνεστώσα), άλλοι ότι αποτελεί ουσιαστικά μια μετεξέλιξη της Ιωνικής ή της Αττικής διαλέκτου. Οι μεν[1] υποστηρίζουν ότι στην Ελληνιστική ήταν πολύέντονα τα ιωνικά στοιχεία, όπως το σσ αντί του ττ και το σύμπεγλμα ρσ αντί του ρρ (θάλασσα αντί θάλαττα και ἀρσενικός αντί ἀρρενικός) ενώ οι δε[2] θεωρούν ότι παρά τα πολλά στοιχεία από την ιωνική και άλλες διαλέκτους, ο βασικός πυρήνας της Ελληνιστικής ήταν η Αττική διάλεκτος.

Η Ελληνιστικη Κοινή είχε σε γενικές γραμμές περισσότερα ιωνικά στοιχείς στις περιοχές που κατοικούνταν κυρίως από Ίωνες ενώ αντίθετα στη Λακωνία και στην Κύπρο είχε περισσότερα λακωνικά και αρκαδικά-κυπριακά στοιχεία αντίστοιχα. Επιπλέον η λόγια γλώσσα της περιόδου εκείνης προσομοιάζει τόσο πολύ στην Αττική ώστε συχνά αναφέρεται ως Κοινή Αττική και οι περισσότεροι πλέον αποδέχονται την άποψη ότι η Ελληνιστική Κοινή είναι παιδί της Αττικής, με αρκετές βέβαια επιρροές από άλλες διαλέκτους ή και από τη μητρική γλώσσα άλλων λαών που την μιλούσαν και που σε μικρό βαθμό επίσης τη διαμόρφωναν.

Το πέρασμα στην επόμενη περίοδο, που είναι γνωστή και ως Μεσαιωνική ελληνική, χρονολογείται από την ίδρυση της Πόλης από τον Κωνσταντίνο Α' το 330. Η μετά-Κλασική περίοδος της Ελληνικής αναφέρεται έτσι στην δημιουργία και την εξέλιξη της Κοινής διαμέσου της όλης Ελληνιστικής και Ρωμαϊκής περιόδου της ιστορίας έως τις αρχές του Μεσαίωνα.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι πρώτοι που μελέτησαν την Ελληνιστική Κοινή ήταν κλασσικιστές (δηλαδή λάτρεις της Αττικής διαλέκτου) και ήταν λογικό να μην αποδέχονται τις παρεκτροπές της Ελληνιστικής από το πρότυπό τους. Την απαξίωσαν ως "παρηκμασμένη μορφή" της λόγιας Αττικής γλώσσας και δεν της έδωσαν ιδιαίτερη σημασία όσο ήταν ακόμα καιρός και διασώζονταν περισσότερα στοιχεία της. Η μεγάλη σημασία της αναγνωρίστηκε μόλις κατά τον 19ο αιώνα και οι πηγές ήταν όσα πρωτότυπα σε επιγραφές και πάπυροι είχαν διασωθεί. Πηγή της επίσης υπήρξε η "Μετάφραση των Εβδομήκοντα", δηλαδή η σχεδόν κατά λέξη μετάφραση στα ελληνικά της Παλαιάς Διαθήκης, καθώς και η Καινή Διαθήκη που συντάχθηκε περίπου 4 αιώνες αργότερα. Αυτά τα κείμενα στόχευαν λογικά στο να γίνουν κατανοητά από το πλατύ κοινό και κατά συνέπεια πρέπει να είχαν συνταχθεί στην καθομιλουμένη της εποχής τους.

Πληροφορίες μπορούν να αντληθούν και από Αττικιστές λόγιους της ελληνιστικής και ρωμαϊκής περιόδου, οι οποίοι προκειμένου να πολεμήσουν ουσιαστικά την εδραίωση της Ελληνιστικής Κοινής, εξέδιδαν έργα στα οποία συνέκριναν την "ορθή Αττική" με την "λανθασμένη Κοινή". Παρέθεταν μάλιστα και παραδείγματα και νουθετούσαν τον κόσμο για την κατά την αντίληψή τους σωστή χρήση της γλώσσας. Ενας από αυτούς ήταν και ο Φρύνιχος Αρράβιος ο οποίος κατά τον 2ο π.Χ. αιώνα έγραφε[3] χαρακτηριστικά τα εξής:

  • Βασίλισσα οὐδείς τῶν Ἀρχαίων εἶπεν, ἀλλὰ βασίλεια ἢ βασιλίς. (Κανείς εκ των Αρχαίων δεν έλεγε (τη λέξη) βασίλισσα αλλά (έλεγε) βασίλεια ή βασιλίς)
  • Διωρία ἑσχάτως ἀδόκιμον, ἀντ' αυτοῦ δὲ προθεσμίαν ἐρεῖς. (Η (λέξη) διωρία είναι αισχρά αδόκιμη και αντ' αυτής να χρησιμοποιείς την προθεσμία)
  • "Πάντοτε" μὴ λέγε, ἀλλὰ "ἑκάστοτε" καὶ "διὰ παντός".

Αλλες πηγές αποτελούν οι ίδιοι οι Αττικιστές με τα γλωσσικά τους "σφάλματα", γιατί καθώς δεν μπορούσαν να είχαν τέλεια γνώση της Αττικής διαλέκτου έβαζαν στο λόγο τους κατά λάθος και στοιχεία της τότε καθομιλουμένης Ελληνιστικής Κοινής. Επίσης πηγή αποτελούν τα τυχαία ευρήματα σε επιγραφές αγγείων -που τις έγραφαν λαϊκοί καλλιτέχνες ή οι έμποροι μόνοι τους- καθώς και μερικά μεταφραστικά λεξικά ή γλωσσάρια ελληνο-λατινικών της ρωμαϊκής περιόδου. Στα τελευταία αναφέρονται[4] ελληνικές φράσεις με τη μετάφρασή τους στα λατινικά:

  • Καλήμερον, ἦλθες; Bono die, venisti?
  • Ποῦ; Ubi?
  • Τί γὰρ ἔχει; Quid enim habet?

Σπουδαία πηγή τέλος αποτελεί αυτή καθαυτή η νεοελληνική και οι διάλεκτοί της, όπως η Ποντιακή διάλεκτος και η Καππαδοκική, που έχουν κρατήσει κάποια γλωσσολογικά στοιχεία τα οποία έχουν χαθεί από τη νεοελληνική. Αυτές έχουν π.χ. κρατήσει την αρχαία προφορά του η ως ε (γράφουν νύφε, τίμεσον) ενώ στην Τσακωνική έχουν κρατήσει το παρτεταμένο α αντί του η (αμέρα, αστραπά, λίμνα). Στις νότιες νησιωτικές περιοχές (στα Δωδεκάνησα) και στην Κύπρο έχει διατηρηθεί η έντονη, διπλή προφορά των διπλών όμοιων συμφώνων σε λεξεις όπως Ελλάδα, θάλασσα κ.α. Φαινόμενα σαν αυτά υποδηλώνουν ότι η προφορές και άλλα χαρακτηριστικά επιβίωσαν μέσα από την Ελληνιστική Κοινή παρά την ποικιλότητα της τελευταίας στον αχανή τότε ελληνόφωνο κόσμο.

Τύποι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Ελληνιστική Κοινή παρουσίαζε ποικιλία κατά τόπους, αλλά και ανάλογα με τη χρήση της. Ενας τύπος Ελληνιστικης Κοινής είναι η γλωσσα της Βίβλου. Η Μετάφραση των Εβδομήκοντα της Παλαιάς Διαθήκης που έγινε γύρω στο 280 π.Χ. από λόγιους Ιουδαίους οι οποίοι μιλούσαν τα ελληνικά, δείχνει την Ελληνιστική Κοινή της εποχής και της περιοχής τους. Η μετάφραση της Παλαιάς Διαθήκης έχει πολλά στοιχεία της ελληνιστικής της περιοχής και είναι επηρεασμένη από τα αραμαϊκά και τα εβραϊκά, οπότε δεν είναι βέβαιο ότι αντικατοπτρίζει την καθομιλουμένη Ελληνιστική Κοινή και λείπουν για παράδειγμα τα "μεν" και "δε" ενώ αφονεί ο ρηματικός τύπος "ἐγένετο" (με τη σημερινή έννοια του "έγινε"). Εντούτοις η μετάφραση αυτή εισήγαγε στοιχεία στην Ελληνιστικη Κοινή και ακόμα κι αν εξαρχής δεν ταυτιζόταν με την καθομιλουμένη, κατέληξε να επηρεάσει την τελευταία πολύ βαθιά.

Τα κείμενα της Νέας ή Καινής Διαθήκης που συντάχθηκαν τα περισσότερα εξαρχής στα ελληνικά, δίνουν στοιχεία για την Ελληνιστικη Κοινή της δικής τους εποχής (1ος αιώνας μ.Χ.) Η γλώσσα είναι αρκετά διαφορετική από της Παλαιάς Διαθήκης γιατί τα ελληνικά της Καινής Διαθήκης είναι πιο καθαρά ελληνιστικά -δεν αποτελούσαν έργο μετάφρασης αλλά συντάχθηκαν εξαρχής στην ελληνική.

Τα ελληνικά των Πατέρων της Εκκλησίας αποτελούν ένα τρίτο τύπο της Ελληνιστικής Κοινής που είναι και πιο κοντά στην καθομιλουμένη της εποχής τους.

Διαφορές με την Αττική διάλεκτο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι έξι αιώνες που καλύπτει ουσιαστικά η Ελληνιστική Κοινή δεν μπορεί να μην επηρέασαν τη γλώσσα τόσο στην απαρχή της όσο και στην εξέλιξή της. Οι διαφορές αφορούν στην γραμματική και στη σύνταξη, στη μορφολογία, στο λεξιλόγιο αλλά ασφαλώς και στη φωνολογία -την προφορά που πλέον είχε αλλάξει δραματικά. Αναμφίβολα όμως η Ελληνιστική Κοινή είναι πολύ πιο κατανοητή σε έναν γνώστη της νεοελληνικής σε σύγκριση με τα αρχαία ελληνικά

Οι διαφορές της από την Αττική διάλεκτο είναι αρκετές, αλλά οι ομοιότητές της πολύ περισσότερες. Οι περισσότερες διαφορές αφορούν σε απλοποιήσεις[5]. Οι συγγραφείς χρησιμοποιούν λιγότερα επίθετα με ανώμαλα παραθετικά,αποφεύγουν επίθετα της τρίτης κλίσης όπως και μονοσύλλαβα ουσιαστικά που έχουν ανώμαλη κλίση. Αποφεύγουν επίσης τα ρήματα εις -μι και πλάθουν ή βρίσκουν και χρησιμοποιούν ρηματικούς τύπους με την κατάληξη -ω. Επίσης αντικαθίστανται οι καταλήξεις του β΄ αορίστου με τις καταλήξεις του α΄ αορίστου

Στη σύνταξη το "ἴνα" αντικαθιστά μια σειρά από συνδέσμους και απαρέμφατα. Γίνεται ευρύτερη χρήση των υποκοριστικών χωρίς όμως αυτά να έχουν την αρχική υποκοριστική τους έννοια (π.χ. το παιδίον δεν είναι όπως στα αρχαία ελληνικά το μικρό παιδί, αλλά γενικά το παιδί). Επίσης, επηρεασμένη από την αραμαϊκή γλώσσα, η ελληνιστική κοινή χρησιμοποιεί συχνά το "τότε" και τη φράση-κλισέ "καί το δέ".

Το απαρέμφατο στην Κύπρο και στον Πόντο είχε μακροβιότερη ιστορία, αλλά στην Ελλάδα η χρήση του περιορίζεται δραματικά από την Ελληνιστική Κοινή. Χρησιμοποιείται πλατιά μόνον όταν μαρτυρεί σκοπό και συχνά βρίσκεται εμπρόθετο με γενική. Επίσης περιορίζεται η χρήση της παθητικής φωνής και ο κόσμος προτιμά να χρησιμοποιεί το ενεργητικό ρήμα μαζί με κάποιαν αυτοπαθή αντωνυμία.

Στην Ελληνιστική (τουλάχιστον όπως μαρτυρούν τα εκκλησιαστικά κείμενα) επέδρασαν και οι σημιτικοί τύποι σύνταξης ή σχημάτων λόγου ή και λέξεις, όπως π.χ. η λέξη σατανάς. Η λέξη άγγελος αποτελεί άλλο ένα παράδειγμα επίδρασης, αφού παύει να χρησιμοποιείται τόσο συχνά με την έννοια του αγγελιοφόρου όσο του άγγελου, που είναι μεν αγγελιοφόρος του Θεού, αλλά η λέξη πλέον εννοεί το συγκεκριμένο όν, τον άγγελο, ο δε "διάβολος" παύει να σημαίνει εκείνον που ενσπείρει διαβολές, αλλά τον διάβολο του Ιώβ.

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. π.χ. οι Ulrich Wilamowitz και Antoine Meilleto
  2. π.χ. o Paul Kretschmer στο βιβλιο του "Die Entstehung der Koine" (1901) και ο Γ.Ν. Χατζιδάκις
  3. αγγλόφωνη βικιπαίδεια στο αντίστοιχο λήμμα Koine Greek
  4. Βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου Augsburg: http://www.hs-augsburg.de/~harsch/Chronologia/Lspost03/Dositheus/dos_col3.html
  5. James Morwood, "Oxford Grammar of Classical Greek"