Αρβανίτικη γλώσσα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Τα Αρβανίτικα (arbërisht) αποτελούν κλάδο της τόσκικης διαλέκτου της Αλβανικής γλώσσας που ομιλείται στην σημερινή νότια Αλβανία καθώς και σε κάποια μέρη της Ελλάδας[1].

Περιοχές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Γεωγραφική κατανομή Αλβανικών διαλέκτων

Ως αρβανιτόφωνες ή μέχρι σχετικά πρόσφατα αρβανιτόφωνες περιοχές στην Ελλάδα μπορούν να θεωρηθούν οι παρακάτω:

Τον 19ο αιώνα τα αρβανίτικα ομιλούνταν και σε χωριά της Ηλείας, της Αρκαδίας και της επαρχίας Καλαβρύτων του νομού Αχαΐας.

Τα αρβανίτικα που ομιλούνται σε κάποια χωριά των νομών Θεσπρωτίας και Πρεβέζης, στον νομό Έβρου από απογόνους προσφύγων από τα αλβανόφωνα χωριά Μεγάλο Ζαλούφι, Ιμπρίκ Τεπέ, Παζάρ Δερέ, Γιλανλή, Αλτίν Τάς, Αμπαλάρ, Σουλτάνκιοϊ, Καρατζά Χαλήλ της Ανατολικής Θράκης, στις Μάνδρες Κιλκίς από τους απογόνους προσφύγων από τη Μανδρίτσα της Ανατολικής Ρωμυλίας, στο Νομό Ροδόπης (Παραδημή, Προσκυνητές κ.α.) καθώς και στα χωριά Λέχοβο, Δροσοπηγή και Φλάμπουρο Φλωρίνης, πρέπει να διακριθούν από τα αρβανίτικα της νότιας Ελλάδας, λόγω της ιδιαίτερα στενής τους συγγένειας με τη σύγχρονη νοτιοαλβανική (τοσκική) διάλεκτο. Σε σύγκριση με τις αλβανικές διαλέκτους των παραπάνω περιοχών, τα αρβανίτικα της νότιας Ελλάδας είναι σαφώς περισσότερο αρχαϊκά, κυρίως ως προς το λεξιλόγιο, και εγγύτερα προς τη μεσαιωνική μορφή της τοσκικής διαλέκτου.

Αρβανιτοχώρια του νομού Φθιώτιδας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Λιβανάτα (Λιβανάτες), η Μαλεσίνα, το Μαρτίνο, η Λάρυμνα, η Τραγάνα, το Μάζι και ο Προσκυνάς.

Αρβανιτοχώρια του νομού Βοιωτίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το Στείρι, το Κυριάκι(οπου ολοι οι κατοικοιτου ακομα μιλουν τα Αρβανιτικα), ο Ελικώνας (Ζερίκι), η Ανάληψη (Σούρπη), η Αγία Άννα (Κούκουρα), η Αγία Τριάδα (Στεβενίκο), η Κορώνια, η Ευαγγελίστρια (Ζαγαράς), το Μαυρομάτι, το Ακραίφνιο, το Κόκκινο, το Μούλκι (συνοικισμός Αλιάρτου), τα Βάγια, η Πύλη, το Πάνακτο, το Πράσινο, η Δάφνη, τα Σκούρτα, η Στεφάνη,οι Θεσπιές, η Άσκρη,το Λιοντάρι, το Νεοχώρι, το Αμπελοχώρι, ο Ελαιώνας, το Μουρίκι, το Καστρί, τα Πλατανάκια, το Νεοχωράκι, το Ύπατο, η Δομβραίνα, ο Άγιος Νικόλαος, η Ελλοπία, η Θίσβη, η Ξηρονομή, η Αλυκή, ο Πρόδρομος, η Παραλία, η Αγία Παρασκευή, τα Οινόφυτα, το Δήλεσι, ο Άγιος Θωμάς, το Κλειδί, το Λούτσιο, ο Παύλος, το Καπαρέλλι, ο Άγιος Βασίλειος, τα Λεύκτρα, η Παραλία Λιβαδόστρας,το Λουτούφιο, το Μελισσοχώρι, οι Πλαταιές, το Σχηματάρι, η Οινόη, η Πλάκα Δήλεσι, το Άρμα, η Ασωπία, η Καλλιθέα, η Τανάγρα, η Παναγία.

Αρβανίτικες περιοχές του νομού Αττικής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα Βίλια (Ειδύλλια), η Μάνδρα, η Οινόη, το (Μάζι), ο Ασπρόπυργος, οι Ερυθρές (Κριεκούκι), το Πουρνάρι, το Πόρτο Γερμανό, η Ψάθα, η Μαγούλα, το Στενό, τα Αμπελάκια, Άγιος Σωτήρας (Αγιά Σωτήρα), τα Παλαιοκούνδουρα, η Περαχώρα, το Μούλκι, Μεσόγεια(Σπάτα οι απόγονοι της οικογένειας του Σπάτα),Λιόσια(απόγονοι του Λιόσα), το Αγκίστρι, η Τροιζηνία, Καπανδριτι, Αυλώνας, Παιανία, Κορωπί κ.α.

Επιρροές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα αρβανίτικα έχουν δεχτεί επιρροές σε όλα τα γλωσσικά επίπεδα από διαφορετικές ιστορικές γλώσσες, νεκρές και ζώσες, όπως τα ελληνικά και τα λατινικά, αλλά κυρίως από ποικίλες ελληνικές διαλέκτους διαφόρων περιοχών και εποχών. Αρχαϊκά στοιχεία που έχουν εκλείψει σε άλλες γλώσσες διατηρούνται στα Αρβανίτικα, γεγονός που τα καθιστά μια πολύτιμη πηγή για τους γλωσσολόγους. Αυτές οι επιρροές αποδεικνύουν επίσης τα κοινωνικά περιβάλλοντα στα οποία διαβίωσαν οι ομιλητές τους, οι Αρβανίτες, στο πέρασμα των αιώνων.

Η ονομασία είναι προσαρμογή του παλαιότερου arbërisht στα ελληνικά. Η ονομασία της γλώσσας ως "αρβανίτικα" έχει πλέον καθιερωθεί και στις ίδιες τις γλωσσικές κοινότητες ως arvanite, όχι όμως σε όλες, καθώς σε αρκετές αρβανιτόφωνες κοινότητες, ειδικά μάλιστα στη Βορειοανατολική Πελοπόννησο, χρησιμοποιείται ο όρος arbërisht. Στο Κυριάκι Βοιωτίας χρησιμοποιείται ο όρος arvanite από τους σύγχρονους ομιλητές της γλώσσας, αναφέρεται όμως ότι οι παλιότερες γενιές (δηλαδή όσοι ήταν γεννημένοι μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα) χρησιμοποιούσαν τον παλιότερο όρο arbërisht. Στην Άνδρο χρησιμοποιείτο και ο όρος arbërishtiqë. Αντίθετα, οι αλβανόφωνοι ομιλητές της Ηπείρου, της Μακεδονίας και της Θράκης που προαναφέραμε προσδιορίζουν τη γλώσσα τους με τον νεότερο όρο shqip, ο οποίος χρονολογείται από τον 16ο αιώνα και είναι άγνωστος στους αρβανιτόφωνους της νότιας Ελλάδας.

Σύμφωνα με τον Κώστα Μπίρη, τα αρβανίτικα δεν είναι ομοιόμορφα. Συγκεκριμένα, αναφέρει: «Πολύ χαρακτηριστικό της επιμειξίας γηγενών και Αρβανιτών Ελλήνων στη διαμόρφωση των αλβανοφώνων της Ελλάδος είναι το γεγονός, ότι το αρβανίτικο γλωσσικό ιδίωμα δεν ήταν ομοιόμορφο και κοινό σε όλα τα αρβανιτοχώρια της Ελλάδος, αλλά πολύ διαφορετικό από τόπο σε τόπο. Και τούτο, γιατί άλλα στοιχεία έτυχε να παρθούν από την ελληνική γλώσσα και αλλιώς να παραμορφωθούν στον ένα τόπο και άλλα στον άλλο. Έτσι, οι αλβανόγλωσσοι της Αττικής με δυσκολία μπορούσαν να συνεννοηθούν με τους αλβανόγλωσσους της Πελοποννήσου ή της Βοιωτίας, το ίδιο δε συνέβαινε και ανάμεσα στους αλβανόγλωσσους των άλλων περιοχών». Ο ίδιος ο Μπίρης, ωστόσο, δεν είχε παρά αμυδρή γνώση της αρβανίτικης γλώσσας και οι διαπιστώσεις του αυτές δεν είναι απόλυτα έγκυρες. Είναι γεγονός ότι οι ίδιοι οι αρβανιτόφωνοι έτειναν ή τείνουν να μεγιστοποιούν τις διαλεκτικές διαφορές μεταξύ των διαφόρων περιοχών στις οποίες ομιλείτο ή ομιλείται η αρβανίτικη γλώσσα. Στην πραγματικότητα, στις περισσότερες περιπτώσεις, η συνεννόηση μεταξύ αρβανιτόφωνων ομιλητών από διαφορετικές κοινότητες, ακόμη και γεωγραφικά απομακρυσμένες μεταξύ τους, δεν ήταν ιδιαίτερα δύσκολη.

Συστηματική κατάταξη των διαλέκτων της αρβανίτικης γλώσσας έκανε ο Γερμανός γλωσσολόγος Καθηγ. Hans-Jürgen Sasse (Institut für Linguistik - Universität zu Köln, Κολωνία) στη μονογραφία Arvanitika. Die albanischen Sprachreste in Griechenland.

Όσο αφορά στην δυνατότητα κατανόησης των Αρβανιτών με τους Αλβανούς της Αλβανίας, οι εκτιμήσεις διαφέρουν. Σύμφωνα με τον Peter Trudgill η συνεννόηση είναι εύκολη, ενώ σύμφωνα με το Ethnologue η συνεννόηση με ομιλητές της τόσκικης διαλέκτου είναι εν μέρει δυνατή, ενώ με ομιλητές της γκέκικης διαλέκτου η συνεννόηση είναι πολύ δύσκολη. Η εκτίμηση αυτή φαίνεται να είναι και η ορθότερη. Σύμφωνα με το Ethnologue πάλι, τα αρβανίτικα ομιλούνται από 150.000 ομιλητές (εκτίμηση του 2005).

Σημερινή μορφή και κατάσταση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σήμερα τα αρβανίτικα συγκαταλέγονται στις απειλούμενες από εξαφάνιση γλώσσες της Ευρώπης. Η συρρίκνωσή τους επιταχύνθηκε μετά τη δεκαετία του 1970 από κοινωνικοοικονομικούς και ιδεολογικούς παράγοντες. Την συρρίκνωση της αρβανίτικης γλώσσας ευνόησε έμμεσα η πολιτική του ελληνικού κράτους, η οποία ευνοούσε τη μονογλωσσία. Παράλληλα όμως υπήρξε και υπάρχει σημαντική απροθυμία των ίδιων των αρβανιτόφωνων να μεταδώσουν τη μητρική τους γλώσσα στους απογόνους τους. Είναι χαρακτηριστικό, επίσης, ότι σε αρκετές επίσημες ιστοσελίδες δήμων όπου σημαντικό ποσοστό των κατοίκων είναι ομιλητές ή παθητικοί γνώστες της γλώσσας, απουσιάζει οποιαδήποτε αναφορά στα αρβανίτικα και στους Αρβανίτες, ενώ γίνεται ιδιαίτερη προβολή του αρχαιοελληνικού παρελθόντος της περιοχής.

Σήμερα, σε σύγκριση με τις υπόλοιπες αρβανιτόφωνες περιοχές της Ελλάδας, τα αρβανίτικα επιβιώνουν περισσότερο ως ζωντανή γλώσσα σε χωριά της Βοιωτίας, με σημαντικότερα ίσως κέντρα αρβανιτοφωνίας το Κυριάκι και δευτερευόντως το Στείρι, την Αγία Άννα, τον Ελικώνα (Ζερίκι) και το Μαυρομμάτι στη νήσο Αγκίστρι, σε χωριά της ανατολικής Κορινθίας (Σοφικό, Αγγελόκαστρο, Κόρφος, Άγιος Ιωάννης, Αθήκια, Γαλατάκι κ.α.), στις Λίμνες και το Αραχναίο (Χέλι) της Αργολίδας, στη χερσόνησο των Μεθάνων (σε μικρότερο μάλλον βαθμό), καθώς και σε χωριά της περιοχής του Κάβο Ντόρο στην Εύβοια. Στην Άνδρο, περισσότερο από όλους τους αρβανιτόφωνους οικισμούς του νησιού, η αρβανίτικη γλώσσα επιβίωσε ως γλώσσα καθημερινής επικοινωνίας μέχρι και τη δεκαετία του 1970 στο χωριό Καλιβάρι της κοινότητας Μακροταντάλου. Σε μικρότερο βαθμό, τα αρβανίτικα ομιλούνταν σποραδικά μέχρι τη δεκαετία του 1980 στα χωριά Πάνω Γαύριο, Ψωριάρεζα, Σιδόντας, Άρνη, Βουρκωτή κ.α.

Στην Αττική, ο σημαντικότερος ίσως πυρήνας αρβανιτοφωνίας σήμερα, από την άποψη του μέσου όρου ηλικίας των ομιλητών ή όσων έχουν παθητική γνώση της γλώσσας, εντοπίζεται ενδεχομένως στη Φυλή (Χασιά) και δευτερευόντως σε άλλες πόλεις και οικισμούς της δυτικής κυρίως Αττικής, όπως η Μάνδρα, τα Βίλια και ο Ασπρόπυργος. Εντούτοις, οι παθητικοί γνώστες της αρβανίτικης γλώσσας είναι πολυάριθμοι σε ολόκληρο σχεδόν τον νομό Αττικής, ακόμα και σε περιοχές που είναι πλέον τμήμα του πολεοδομικού συγκροτήματος της Αθήνας, όπως τα Άνω Λιόσια, οι Αχαρνές (Μενίδι), η Βάρη, ίσως μάλιστα και η Μεταμόρφωση (Κουκουβάουνες). Τα Άνω Λιόσια πήραν το όνομά τους από τον πρώτο Ηπειρώτη (Αρβανίτη) που ήρθε και ονομαζόταν Λιόσια Πέτρου.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Προτεινόμενη βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Breu, Walter: Sprachliche Minderheiten in Italien und Griechenland. Στο: Spillner, Bernd (Επιμ.): Interkulturelle Kommunikation. (Forum angewandte Linguistik. Τμ. 21). Φρανκφούρτη / Βέρνη / N.Y. / Παρίσι (Lang). 1990. σ. 169-170.
  • Ducelier, Alain: Traveaux et memoires. Τμ. 3. L’ Albanon et les Albanais au 16 siècle. σ. 354-368. Παρίσι (Κέντρο Ερευνών Βυζαντινής Ιστορίας και Πολιτισμού). 1968.
  • Haebler, Claus: Grammatik der albanischen Mundart von Salamis. Albanische Forschungen. Τμ. 3. Βισμπάντεν (Harrassowitz). 1965.
  • Hamp, Eric P.: «On the Arvanitika Dialects of Attica and the Megarid». Balkansko Eznikoznanie III. 2. 1961. σ. 101-106.
  • Jochalas, Titos P.: Über die Einwanderung der Albaner in Griechenland. Eine zusammenfassende Betrachtung. Μόναχο (Dr.Dr. Rudolf Trofenik). 1971.
  • Κέντρο Ερευνών Μειονοτικών Ομάδων: Γλωσσική ετερότητα στην Ελλάδα (Αρβανίτικα, Βλάχικα, Γλώσσες της μειονότητας της Δ. Θράκης, σλαβικές διάλεκτοι της Μακεδονίας). Αθήνα (Αλεξάνδρεια). 2001.
  • Κόλλιας, Αρ.: Οι Αρβανίτες και η καταγωγή των Ελλήνων. Αθήνα. 1985.
  • Μπίρης, Κώστας: Αρβανίτες. Οι Δωριείς του Νεότερου Ελληνισμού. Αθήνα. 1981.
  • Sasse, Hans-Jürgen: Arvanitika. Die albanischen Sprachreste in Griechenland. Βισμπάντεν. 1991.
  • Stadtmueller, Georg: Forschungen zur albanischen Frühgeschichte. (Albanische Forschungen. Τμ. 2). Βισμπάντεν (Otto Harrassowitz). 1966.
  • Tsitsipis, Lukas D.: Language change and language death in albanian speech communities in Greece. A sociolinguistic study. University of Wisconsin-Madison (Διατριβή). 1981.
  • Τζαβάρας, Ξενοφών: "Γλωσσική επαφή και εκπαιδευτική διαδικασία (σύγκριση αρβανίτικης-αλβανικής γλώσσας)", Ήριννα 2 (Σύνδεσμος Φιλολόγων Δωδεκανήσου) 2008. σ. 67-74.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]