Καθολική Εκκλησία στην Ελλάδα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Καθολική Εκκλησία στην Ελλάδα
Αναγνώριση 10 Ιουνίου 1965
Έδρα Αθήνα, Ελλάδα
Επικράτεια Ελλάδα
Κυριότητες Ελλάδα
Γλώσσα Ελληνική
Πιστοί 50.000
Δικτυακός τόπος cathecclesia.gr/

Η Καθολική Εκκλησία στην Ελλάδα είναι μέρος της παγκόσμιας Καθολικής Εκκλησίας, υπό την πνευματική καθοδήγηση του Πάπα και της Κουρίας της Ρώμης.

Η Καθολική Εκκλησία στην Ελλάδα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Έλληνες Καθολικοί είναι γύρω στους 50.000 (0,5% του πληθυσμού). Πρόκειται για θρησκευτική και όχι εθνική μειονότητα. Τα ονόματα, τα επίθετα, τα έθιμα και οι παραδόσεις, ιδίως στα νησιά, είναι κοινά μεταξύ καθολικών και ορθοδόξων. Η συμβολή των Ελλήνων Καθολικών στη νεοελληνική λογοτεχνία κατά τους τελευταίους αιώνες είναι σημαντική.

Σύγχρονη εποχή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά τις τελευταίες δεκαετίες αυξάνεται συνεχώς η παρουσία των αλλοδαπών καθολικών που είναι πια μόνιμοι κάτοικοι της Ελλάδος και ο αριθμός τους σήμερα ίσως ξεπερνά τον αριθμό των Ελλήνων καθολικών. Πρόκειται κυρίως για γυναίκες, συζύγους ελλήνων που σπούδασαν ή εργάσθηκαν στο εξωτερικό, για συζύγους ελλήνων ναυτικών κλπ. Επίσης ο τουρισμός, καθώς και η ελεύθερη διακίνηση των πολιτών της Ενωμένης Ευρώπης είναι αιτία αύξησης της παρουσίας αλλοδαπών καθολικών λόγω των μικτών γάμων.

Εκτός από τους πιστούς αυτούς, που με την πάροδο του χρόνου εντάσσονται πλήρως στην τοπική καθολική Εκκλησία, έντονη είναι και η «προσωρινή παρουσία» άλλων καθολικών, που βρίσκονται στην Ελλάδα είτε ως οικονομικοί είτε ως πολιτικοί πρόσφυγες. (Η παραμονή τους στην Ελλάδα κυμαίνεται από μερικούς μήνες ως αρκετά χρόνια):

  • Οι Πολωνοί, που προ ετών είχαν φθάσει τις 120.000, σήμερα είναι περίπου 40.000.
  • Οι Φιλιππινέζοι, (κυρίως Φιλιππινέζες) περίπου 45.000 (από τους οποίους 15.000 στην περιοχή των Αθηνών).
  • Οι Ιρακινοί, περίπου 4.000, κυρίως στην περιοχή των Αθηνών.
  • Οι Αλβανοί (αριθμός ακαθόριστος) σκορπισμένοι σε όλη τη χώρα.
  • Οι Ουκρανοί καθολικοί, καθώς και άλλοι από διάφορες χώρες τόσο της Ανατολικής Ευρώπης όσο και της εγγύς Ανατολής, αλλά και της Αφρικής.

Έτσι ο αριθμός των καθολικών πιστών σήμερα στην Ελλάδα υπερβαίνει τις 200.000[εκκρεμεί παραπομπή]. Οι περισσότεροι καθολικοί βρίσκονται στην Αθήνα.

Σημαντική είναι η παρουσία της καθολικής Εκκλησίας στις Κυκλάδες, κυρίως στα νησιά Σύρο (8.000) και Τήνο (3.000), όπου υπάρχουν και χωριά αμιγώς καθολικά. Καθολικοί επίσης υπάρχουν στην Κέρκυρα (2.500) στη Θεσσαλονίκη (2.000), στην Πάτρα, στην Καβάλα, στο Βόλο και σε άλλες πόλεις της ηπειρωτικής Ελλάδος, καθώς και σε αρκετά νησιά (Νάξος, Θήρα, Κρήτη, Ρόδος, Κως, Σάμος, Χίος, Κεφαλληνία, Ζάκυνθος κλπ.).

Ένας καθολικός ναός στο Ναύπλιο και ένας άλλος στα Άσπρα Σπίτια Βοιωτίας (κοντά στο Αλουμίνιο της Ελλάδος) εξυπηρετούν πολύ τους καθολικούς τουρίστες που επισκέπτονται αντίστοιχα τις Μυκήνες και την Επίδαυρο (στην Πελοπόννησο) και τους Δελφούς (στη Βοιωτία).

Η πλειονότητα των Ελλήνων καθολικών ακολουθεί το ρωμαϊκό τυπικό στη θεία λατρεία. Οι καθολικοί του βυζαντινού τυπικού είναι γύρω στις 2.500, ενώ οι αρμένιοι καθολικοί μερικές εκατοντάδες.

Κεντρικά όργανα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Ιερά Σύνοδος της Καθολικής Ιεραρχίας της Ελλάδος αποτελεί το ανώτατο διοικητικό όργανο των Καθολικών στη χώρα. Το 1983 εγκρίθηκε από την Αγία Έδρα το αναπροσαρμοσμένο σύμφωνα με το νέο Κώδικα Κανονικού Δικαίου της Καθολικής Εκκλησίας καταστατικό λειτουργίας της Ιεράς Συνόδου. Αυτή αποτελείται από τους έξι εν ενεργεία καθολικούς ιεράρχες της Ελλάδας:

  • τον Αρχιεπίσκοπο Κερκύρας και αποστολικό Τοποτηρητή του Βικαριάτου Θεσσαλονίκης (βόρεια Ελλάδα)
  • τον Αρχιεπίσκοπο Νάξου-Τήνου και αποστολικό Τοποτηρητή της Επισκοπής Χίου (κεντρικό και βόρειο Αιγαίο)
  • τον Αρχιεπίσκοπο των εν Αθήναις Καθολικών και αποστολικό Τοποτηρητή της Αρχιεπισκοπής Ρόδου (Δωδεκάνησα)
  • τον Επίσκοπο Σύρου - Θήρας και αποστολικό Τοποτηρητή της Επισκοπής Κρήτης (νότιο Αιγαίο)
  • τον Έξαρχο Ελληνορρύθμων καθολικών (τιτουλάριο επίσκοπο)
  • τον Έξαρχο Αρμενoρρύθμων καθολικών.

Η Ιερά Σύνοδος συνέρχεται ανά εξάμηνο, ενώ τα μέλη της ορίζονται καθ' υπόδειξιν της ίδιας από την Αγία Έδρα. Ο πρόεδρος της Συνόδου της Καθολικής Ιεραρχίας εκλέγεται ανά τριετία, δηλαδή δεν υπάρχει μόνιμος πρωθιεράρχης για την εν Ελλάδι Καθολική Εκκλησία. Επίσης, σύμφωνα με το καθολικό Κανονικό Δίκαιο, οι ιεράρχες δεν υπηρετούν ισοβίως στις έδρες τους, αλλά παραιτούνται σε ηλικία 75 ετών.

Στην Ιερά Σύνοδο υπάγονται και τα εξής κληρικολαϊκά όργανα και επιτροπές:

  • Νομικό Συμβούλιο
  • Πρωτοβάθμιο και το Δευτεροβάθμιο Εκκλησιαστικό Δικαστήριο
  • Καθολική Νεολαία
  • Tο ελληνικό τμήμα του καθολικού φιλανθρωπικού οργανισμού Caritas
  • Η ελληνική επιτροπή του Ποντιφικικού Συμβουλίου "Δικαιοσύνη και Ειρήνη" (Pontificia Commissio Iustitia et Caritas), παγκόσμιας οργάνωσης της Καθολικής Εκκλησίας για τα ανθρώπινα δικαιώματα
  • Επιτροπές για την κατήχηση, τη λειτουργική ζωή και την ποιμαντική του τουρισμού

Εκκλησιαστικές περιφέρειες και διοίκηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι καθολικές κοινότητες της Ελλάδας περιλαμβάνουν τις ακόλουθες εκκλησιαστικές περιφέρειες:

Η Καθολική εκκλησία της "Αμώμου Συλλήψεως" στη Θεσσαλονίκη
  • Αρχιεπισκοπή Αθηνών: Η Αθήνα υπήρξε έδρα καθολικού αρχιεπισκόπου κατά τη διάρκεια της μεσαιωνικής περιόδου (Φραγκοκρατία), η οποία καταργήθηκε μετά την κατάληψή της από τους Οθωμανούς. Μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους πολλοί καθολικοί μετανάστευσαν στην πρωτεύουσα με αποτέλεσμα να προκύψει ένα σημαντικό ποίμνιο στην πόλη, στο οποίο περιλαμβάνονται και κοινότητες αλλοδαπών καθολικών (Ιταλών, Γάλλων, Γερμανών κλπ). Το 1875 επανιδρύθηκε η Καθολική Αρχιεπισκοπή Αθηνών, της οποίας η δικαιοδοσία περιλαμβάνει την Πελοπόννησο και τη Στερεά Ελλάδα. Σήμερα υπολογίζεται ότι η Αρχιεπισκοπή Αθηνών έχει περίπου 30000 πιστούς και αποτελεί τη μεγαλύτερη καθολική περιφέρεια της χώρας. Κέντρο της είναι ο Καθεδρικός Ναός του Αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτου (Οδός Πανεπιστημίου). Από το 1973 Αρχιεπίσκοπος των εν Αθήναις Καθολικών είναι ο Σεβασμιώτατος Νικόλαος Φώσκολος. Η Καθολική Αρχιεπισκοπή Αθηνών δεν αναγνωρίζεται από την ελληνική πολιτεία.
  • Αρχιεπισκοπή Ρόδου: Στη Ρόδο υπήρχε έδρα σημαντικής καθολικής αρχιεπισκοπής κατά την περίοδο του ιπποτικού κράτους των Ιωαννιτών (1309-1522), η οποία καταργήθηκε κατά την οθωμανική περίοδο. Το 1897 η αρχιεπισκοπή επανιδρύθηκε για την εξυπηρέτηση των αλλοδαπών καθολικών της Δωδεκανήσου, που αυξήθηκαν ιδιαίτερα κατά την περίοδο της Ιταλικής κυριαρχίας στα νησιά (1912-1945). Μετά την προσάρτηση των νησιών από την Ελλάδα (1948) οι περισσότεροι καθολικοί της Ρόδου (Ιταλοί και μικτές οικογένειες) εγκατέλειψαν την περιοχή και εγκαταστάθηκαν στην Ιταλία. Σήμερα οι πιστοί της Ρόδου είναι ελάχιστοι και εξυπηρετούνται από τους καππουκίνους ιερομόναχους της Μονής Παναγίας της Νίκης στην Πόλη της Ρόδου. Η Αρχιεπισκοπή ουσιαστικά έχει αδρανήσει και χρέη αποστολικού τοποτηρητή εκτελεί ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών. Η Αρχιεπισκοπή Ρόδου δεν αναγνωρίζεται από την ελληνική πολιτεία.
  • Επισκοπή Χίου: Ιδρύθηκε το 13ο αιώνα. Περιλαμβάνει τα νησιά Χίο, Μυτιλήνη, Σάμο και τα υπόλοιπα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου. Η Επισκοπή δεν έχει πλέον σχεδόν καθόλου ελληνικό ποίμνιο και έχει ως τοποτηρητή τον Μητροπολίτη Νάξου και Τήνου. Δεν είναι αναγνωρισμένη από το κράτος.
  • Μητρόπολις Νάξου-Τήνου: Ιδρύθηκε το 13ο αιώνα και έκτοτε έχει αδιάκοπη λειτουργία. Περιλαμβάνει τα νησιά Νάξο, Πάρο, Αντίπαρο, Αμοργό, Τήνο, Μύκονο, Ανδρο και Δήλο. Παράλληλα φέρει τον τίτλο "Μητρόπολις παντός Αιγαίου", αποτελώντας ένα από τα λίκνα του ελληνικού καθολικισμού. Υπολογίζονται πάνω από 3.000 πιστοί, οι περισσότεροι από τους οποίους είναι συγκεντρωμένοι στην Τήνο. Μητροπολίτης Νάξου-Τήνου, είναι ο Σεβασμιώτατος Νικόλαος Πρίντεζης. Η Μητρόπολη εδρεύει στην Τήνο, με κέντρο τον Καθεδρικό Ναό της Παναγίας του Ροδαρίου στο χωριό Ξινάρα. Πρόκειται για εκκλησιαστική περιφέρεια επίσημα αναγνωρισμένη από την πολιτεία.
  • Επισκοπή Σύρου: Ιδρύθηκε το 13ο αιώνα. Περιλαμβάνει περίπου 8.000 μέλη και έχει υπό την ευθύνη της τα νησιά της Σύρου, Ίου και Μήλου. Δεδομένου ότι τα τρία τέταρτα του Καθολικού κλήρου και των μοναχών στην Ελλάδα προέρχονται τη Σύρο, το νησί αποτελεί το γνωστότερο κέντρο του ελληνικού καθολικισμού. Ως Επίσκοπος, προΐσταται ο Σεβασμιότατος Φραγκίσκος Παπαμανώλης. Η επισκοπή της Σύρου αναγνωρίζεται από την πολιτεία.
  • Επισκοπή Θήρας: Ιδρύθηκε το 1204 και έχει περίπου 150 μέλη. Η μείωση του καθολικού πληθυσμού άρχισε με την υποταγή του νησιού στους Τούρκους και συνεχίστηκε με την αναχώρηση των επιφανέστερων μελών του στο εξωτερικό. Στο νησί βρίσκεται η ιστορική Μονή Αγ. Αικατερίνης, που ιδρύθηκε και λειτουργεί από το 1596 από Δομηνικανίδες μοναχές. Σήμερα η επισκοπή, επίσημα αναγνωρισμένη από το κράτος, βρίσκεται υπό την τοποτηρητεία του Επισκόπου Σύρου.
  • Επισκοπή Κρήτης: Ιδρύθηκε το 1874 και σήμερα αριθμεί 1.000 σχεδόν μέλη (ξένοι εργαζόμενοι, τουρίστες, μικτοί γάμοι). Η ποιμαντική εξυπηρέτηση της τοπικής καθολικής κοινότητας εκτελείται προς το παρόν από ιερομόναχους. Η Καθολική Εκκλησία της Κρήτης δεν αναγνωρίζεται από την πολιτεία και αντιμετωπίζει νομικά προβλήματα κατοχύρωσης της περιουσίας της. Χρέη Τοποτηρητού για την Κρήτη εκτελεί ο Επίσκοπος Σύρου.
  • Αρχιεπισκοπή Κερκύρας: Ιδρύθηκε το 1274. Περιλαμβάνει περίπου 3.000 μέλη, κυρίως μαλτέζικης καταγωγής στην Κέρκυρα. Η εκκλησιαστική αυτή επαρχία περιλαμβάνει τις ενορίες των Επτανήσων και της Ηπείρου. Αρχιεπίσκοπος είναι ο Σεβασμιώτατος Ιωάννης Σπιτέρης.
  • Αποστολικό Βικαριάτο Θεσσαλονίκης: Η εκκλησιαστική αυτή επαρχία ιδρύθηκε το 1926 και ο τίτλος της παραπέμπει στη θέση που είχε ο αρχιεπίσκοπος της Θεσσαλονίκης ως τον 8ο αιώνα, ως ύπατος εκπρόσωπος του Πάπα στις Βαλκανικές επαρχίες του Πατριαρχείου της Ρώμης (επαρχίες του Ιλλυρικού). Σύμφωνα με το Κανονικό Δίκαιο της Καθολικής Εκκλησίας, η επαρχία αυτή σήμερα δεν πληροί όλες τις προϋποθέσεις για να αναδειχθεί σε αυτοτελή επισκοπή. Η βασική ενορία του Βικαριάτου βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη και στη δικαιοδοσία του ανήκουν οι Καθολικές Εκκλησίες του Βόλου, της Καβάλας και της Αλεξανδρούπολης. Αριθμεί περισσότερα από 2.000 μέλη και απασχολεί τα τάγματα των Αδελφών των Χριστιανικών Σχολών (Λασαλιανοί, γνωστοί ως "freres"), των Αδελφών του Ελέους (τάγμα της Μητέρας Τερέζας της Καλκούτας) και των Αδελφών του Αγίου Ιωσήφ. Τοποτηρητής της επαρχίας ο Αρχιεπίσκοπος Κερκύρας, ενώ την ποιμαντική φροντίδα έχουν οι Πατέρες της Ιεραποστολής (Λαζαριστές). Η εκκλησιαστική αυτή επαρχία δεν είναι επίσημα αναγνωρισμένη από το ελληνικό κράτος.
  • Εξαρχία Αρμενορρύθμων Καθολικών: Ιδρύθηκε το 1925 με την έλευση προσφύγων στην Ελλάδα, μετά τη γενοκτονία του αρμενικού λαού από τους Τούρκους το 1918. Πρόκειται για κοινότητα Χριστιανών που τηρούν τα λειτουργικά έθιμα της Αρμενικής Εκκλησίας, αλλά βρίσκονται σε πλήρη κοινωνία με την Καθολική Εκκλησία. Τα μέλη της στην Ελλάδα δεν ξεπερνούν τις λίγες εκατοντάδες. Προϊσταται ο εκάστοτε Έξαρχος που ορίζει η Αγία Έδρα. Η Αρμενόρρυθμη Εξαρχία δεν είναι αναγνωρισμένη από το ελληνικό κράτος.
  • Εξαρχία Ελληνορρύθμων Καθολικών: Ιδρύθηκε το 1923 και στη δικαιοδοσία της υπάγονται οι Ελληνόρρυθμοι Καθολικοί ή Ουνίτες στην Ελλάδα. Η Εξαρχία περιλαμβάνει περίπου 2000 πιστούς με μία ενορία στα Γιαννιτσά και μία στην Αθήνα. Έξαρχος είναι ο Επίσκοπος Γρατιανουπόλεως Ανάργυρος Πρίντεζης.

Προβλήματα της ελληνικής Καθολικής Εκκλησίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Διασπορά του ποιμνίου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το κυριότερο πρόβλημα, από ποιμαντικής πλευράς, για την Καθολική Εκκλησία στην Ελλάδα είναι η διασπορά των πιστών της σε όλη τη χώρα. Από τη διασπορά αυτή προέρχονται όλα τα άλλα προβλήματα που αντιμετωπίζει σήμερα η Εκκλησία, η οποία, με την παρουσία τόσων ξενόγλωσσων πιστών της, βλέπει να αλλάζει η μέχρι προ μερικών ακόμη ετών «παραδοσιακή» μορφή της. Έτσι δημιουργούνται ποιμαντικά προβλήματα με τους μικτούς γάμους, δυσκολίες για τη συγκέντρωση των παιδιών του κατηχητικού, των εφήβων, των νέων, δυσκολίες για τη δημιουργία «χριστιανικής κοινότητας» με κέντρο τον ενοριακό ναό. Η διασπορά αυτή, ακόμη και μέσα στις πόλεις, καθιστά πολύ δύσκολο το έργο των ιερέων και των μοναχών. Εξάλλου, το πρόβλημα νέων ιερατικών και μοναχικών κλήσεων, ιδιαίτερα μεταξύ των μοναχικών ταγμάτων, είναι πολύ οξύ και ανησυχητικό κατά τις δύο τελευταίες δεκαετίες.

Ζητήματα νομικής αναγνώρισης των οργάνων της Καθολικής Εκκλησίας από την ελληνική πολιτεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Ιερά Σύνοδος δεν έχει αναγνωριστεί ως εκκλησιαστικός οργανισμός από την ελληνική πολιτεία και κατά συνέπεια οι αποφάσεις της δεν έχουν προς το παρόν νομική ισχύ. Αυτό σημαίνει πως, ενώ η ίδια μπορεί να προβαίνει σε ποιμαντικές πράξεις με την αναγνώριση του καθολικού ποιμνίου και την έγκριση της Αγίας Έδρας, δεν μπορεί να προβεί σε αστικές πράξεις με την ιδιότητα του νομικού προσώπου, ούτε μπορεί επισήμως να δρα ως συλλογικό όργανο των Ελλήνων Καθολικών και να τους εκπροσωπεί ενώπιον των κοσμικών αρχών. Συνακόλουθα το κεντρικό όργανο της εν Ελλάδι Καθολικής Εκκλησίας δεν μπορεί να κατέχει κανενός είδους περιουσιακά στοιχεία.

Το ζήτημα της νομικής αναγνώρισης της Ιεράς Συνόδου συνδέεται με την αναγνώριση ολόκληρων εκκλησιαστικών περιφερειών από την πολιτεία και έχει προκαλέσει τις επανειλημμένες διαμαρτυρίες της Καθολικής Εκκλησίας και δυσμενείς αναφορές από διεθνείς οργανισμούς σχετικά με το σεβασμό των δικαιωμάτων των θρησκευτικών μειονοτήτων στην Ελλάδα. Η χώρα έχει κατηγορηθεί ότι μη αναγνωρίζοντας τα διοικητικά όργανα της εν λόγω Εκκλησίας εμποδίζει την ελεύθερη άσκηση των δραστηριοτήτων της και κατά συνέπεια καταπιέζει την ελεύθερη άσκηση της θρησκείας.

Ιστορικά στοιχεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά τον αγώνα της ανεξαρτησίας υπήρχαν τέσσερις αρχιεπισκοπικές έδρες της Δυτικής Εκκλησίας στις[1]:

  • Σύρο
    • Πριν το 1833 αρχιεπίσκοπος ήταν ο Αλοΐσιος Μαρία Βλάγκης
    • Το 1833 διάδοχός του ορίστηκε ο Ιωσήφ Μαρία Αλβέρτης
  • Τήνο και Μύκονο
    • Πριν το 1874 Αρχιεπίσκοπος Ζαλλώνης
    • Μετά το 1874 Αρχιεπίσκοπος Ιωάννης Μαραγκός (μετά το 1875 και Αρχιεπίσκοπος Αθηνών μη αναγνωρισμένος από το κράτος)
  • Νάξο
    • Αρχιεπίσκοπος Ιωσήφ Ζαφίνος
  • Θήρα (Σαντορίνη)

και η σχέση τους με το ελληνικό κράτος ρυθμιζόταν με το πρωτόκολλο της 3 Φεβρουαρίου 1830 και της 1ης Ιουλίου 1830.

Με την προσχώρηση των Επτανήσων στην Ελλάδα, υπήρξε και αρχιεπισκοπή στην:

  • Κέρκυρα

Μετά το 1875 ορίστηκε από την Άγια Έδρα και η αρχιεπισκοπή:

  • Αθηνών
    • 1875-1891: Αρχιεπίσκοπος Ιωάννης Μαραγκός (μη αναγνωρισμένος από το κράτος παρά μόνο ως Τήνου και Μυκόνου)
    • Αρχιεπίσκοπος Γαετάνος Μαρία Δεάγγελης, φραγκισκανός μοναχός (μη αναγνωρισμένος από το κράτος)
    • 1891: Αρχιεπίσκοπος Ιωσήφ Ζαφίνος (μη αναγνωρισμένος από το κράτος παρά μόνο ως Νάξου)

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Τρύφωνος Ε. Ευαγγελίδου (1898). Τα μετά τον Όθωνα : ήτοι ιστορία της μεσοβασιλείας και της βασιλείας Γεωργίου του Α'. (1862-1898). Εν Αθήναις: Εκδοτικόν Κατάστημα Γεωργίου Δ. Φέξη. σελ. 334-336. http://anemi.lib.uoc.gr/metadata/6/6/8/metadata-01-0000333.tkl. 

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Ιωάννης Ασημάκης (επιμ),Λεξικό Ελλήνων καθολικών κληρικών και αλλοδαπών καθολικών κληρικών στην Ελλάδα 13ος αι.-2010,εκδ. Αποστολικό Βικαριάτο Θεσσαλονίκης, Αποστολικό Βικαριάτο Θεσσαλονίκης, 2011
  • Ιωάννης Ασημάκης (επιμ), Ελληνική βιβλιογραφία ιστορίας καθολικής εκκλησίας στην Ελλάδα 17οςαι.-2010, Αποστολικό Βικαριάτο Θεσσαλονίκης, 2011

Βλέπε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]