Αναγέννηση

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ο «Άνθρωπος του Βιτρούβιου» του Λεονάρντο Ντα Βίντσι αντανακλά την επίδραση που άσκησαν οι συγγραφείς της κλασικής αρχαίοτητας στους ουμανιστές της Αναγέννησης. Παίρνοντας ως βάση τις προδιαγραφές που θέτει ο Βιτρούβιος στο έργο του «De architectura», κάπου 1.500 χρόνια πριν, ο Ντα Βίντσι προσπάθησε να σχεδιάσει έναν άνθρωπο με τέλειες αναλογίες.

Ιστορία του κόσμου
Herodot und Thukydides.jpg
Προϊστορία
Παλαιολιθική (2.5 εκ. - 10000 π.Χ.)
Μεσολιθική (10000 - 3000 π.Χ.)
Νεολιθική (3000 - 2000 π.Χ.)
Χαλκολιθική (3500 - 1500 π.Χ.)
Εποχή του Χαλκού (2000 - 1000 π.Χ.)
Εποχή του Σιδήρου (1600 - 600 π.Χ.)
Αρχαία Ιστορία
Αρχαϊκή (10ος - 7ος αιώνας π.Χ.)
Κλασική (7ος - 4ος αιώνας π.Χ.)
Ύστερη (3ος αι. π.Χ. - 5ος αι. μ.Χ.)
Μεσαίωνας
Πρώιμος (6ος - 10ος αιώνας)
Ύστερος (11ος - 15ος αιώνας)
Νεότερη Ιστορία
Αναγέννηση (14ος - 16ος αιώνας.)
Διαφωτισμός (17ος - 18ος αιώνας)
Βιομηχανική επανάσταση (19ος αιώνας)
Αποικιοκρατία (15ος - 20ος αιώνας)
Σύγχρονη Ιστορία
20ος αιώνας
21ος αιώνας

Η Αναγέννηση (αγγλικά: Renaissance, ιταλικά: Rinascimento, γαλλικά: Renaissance, από τα συνθετικά ri- «ξανά» και nascere «γεννιέμαι»[1]) ήταν πολιτιστικό κίνημα που τοποθετείται προσεγγιστικά ανάμεσα στο 14ο και το 17ο αιώνα, ξεκινώντας στην Ιταλία κατά τον ύστερο Μεσαίωνα, από όπου και εξαπλώθηκε στην υπόλοιπη Ευρώπη. Ο όρος χρησιμοποιείται επίσης ως ονομασία της συγκεκριμένης ιστορικής περιόδου, μα με μεγαλύτερη ελευθερία, καθώς το κύμα των αλλαγών που επήλθαν δεν εξαπλώθηκε με την ίδια ταχύτητα σε ολόκληρη την Ευρώπη. Ως πολιτιστικό κίνημα, επέφερε την άνθηση της λογοτεχνίας, της επιστήμης, της τέχνης, της θρησκείας και της πολιτικής επιστήμης, καθώς και την αναβίωση της μελέτης κλασικών συγγραφέων, την ανάπτυξη της γραμμικής προοπτικής στη ζωγραφική και τη σταδιακή, αλλά ευρέως διαδεδομένη, μεταρρύθμιση στην εκπαίδευση. Παραδοσιακά, αυτή η πνευματική μεταμόρφωση είχε ως αποτέλεσμα να θεωρείται η Αναγέννηση γέφυρα μεταξύ του Μεσαίωνα και της Σύγχρονης Εποχής. Αν και κατά την Αναγέννηση έλαβαν χώρα επαναστατικές καινοτομίες σε πολλά πνευματικά πεδία, καθώς και κοινωνικές και πολιτικές αναταραχές, είναι ίσως περισσότερο συνυφασμένη με τα ρεύματα που διαμορφώθηκαν στο χώρο της τέχνης, αλλά και τη συμβολή παν-επιστημόνων όπως ο Λεονάρντο ντα Βίντσι και ο Μιχαήλ Άγγελος, οι οποίοι ενέπνευσαν τον όρο Homo Universalis (Καθολικός Άνθρωπος).[2][3]

Κατά γενική παραδοχή η Αναγέννηση έχει τις ρίζες της στη Φλωρεντία, στην περιοχή της Τοσκάνης, κατά το 14ο αιώνα.[4] Έχουν προταθεί πολυάριθμες θεωρίες σχετικά με την προέλευση και τα χαρακτηριστικά της γνωρίσματα, εστιάζοντας σε ποικιλία παραγόντων που περιλαμβάνουν τις κοινωνικές και πολιτικές ιδιαιτερότητες της πόλης κατά την εποχή εκείνη, η οποία βρισκόταν υπό την καθοδήγηση της επιφανούς και ισχυρής οικογένειας των Μεδίκων.[5][6]

Η Αναγέννηση έχει μακρά και περίπλοκη ιστοριογραφία, ενώ οι ιστορικοί διαφωνούν σχετικά με τη χρησιμότητα της λέξης ως οριοθέτησης μιας περιόδου της ιστορίας.[7] Ορισμένοι μελετητές αμφισβητούν πως η Αναγέννηση ήταν ένα «βήμα πολιτιστικής προόδου» σε σχέση με το Μεσαίωνα, χαρακτηρίζοντάς την, αντίθετα, ως περίοδο απαισιοδοξίας και νοσταλγίας για την Κλασική Αρχαιότητα,[8] ενώ άλλοι επικεντρώνονται στα σημεία που καθιστούν τη μία εποχή συνέχεια της άλλης.[9]

Πράγματι, ορισμένοι ζήτησαν να μπει τέλος στη χρήση του όρου, τον οποίο θεωρούν προϊόν παροντισμού - χρήση της ιστορίας προκειμένου να επικυρωθούν και να αποθεωθούν τα σύγχρονα ιδανικά.[10] Η λέξη Αναγέννηση έχει επίσης χρησιμοποιηθεί για να περιγράψει άλλα ιστορικά και πολιτιστικά κινήματα, όπως η Καρολίγγεια Αναγέννηση και η Αναγέννηση του 12ου αιώνα.

Επισκόπηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ντεζιντέριους Έρασμος (1466 – 1536), Ολλανδός λόγιος, ουμανιστής και θεολόγος, που μετέφρασε εκ νaioy την Καινή Διαθήκη στα λατινικά και τα ελληνικά, ασκώντας κριτική στην εξουσία του κλήρου και στη λατρεία ιερών λειψάνων, προετοιμάζοντας τη Μεταρρύθμιση στην Ευρώπη.

Η Αναγέννηση ως πολιτιστικό κίνημα άσκησε έντονη επίδραση στην πνευματική ζωή της Ευρώπης κατά την πρώιμη Σύγχρονη Εποχή. Με εφαλτήριο την Ιταλία, και έχοντας εξαπλωθεί στο σύνολο της ηπείρου μέχρι το 16ο αιώνα, άφησε το σημάδι της στη λογοτεχνία, τη φιλοσοφία, την τέχνη, την πολιτική, την επιστήμη, τη θρησκεία, και σε άλλες πτυχές της πνευματικής αναζήτησης. Οι λόγιοι της εποχής επιστράτευσαν την ουμανιστική μέθοδο μελέτης, επιδιώκοντας παράλληλα τον ρεαλισμό και το συναίσθημα στην τέχνη.[11] Οι λόγιοι της εποχής αναζήτησαν στις βιβλιοθήκες των μοναστηριών, καθώς και στα εδάφη της καταρρέουσας Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, τα λογοτεχνικά, ιστορικά και ρητορικά κείμενα της αρχαιότητας, συνήθως γραμμένα στα λατινικά ή τα αρχαία ελληνικά, πολλά από τα οποία είχαν πέσει στην αφάνεια. Ακριβώς αυτή η εστίαση στα λογοτεχνικά και ιστορικά κείμενα διαφοροποιεί τους λόγιους της Αναγέννησης από τους προγενέστερους του 12ου αιώνα, οι οποίοι έδωσαν περισσότερη προσοχή στα ελληνικά και αραβικά κείμενα που πραγματεύονταν τις φυσικές επιστήμες, τη φιλοσοφία και τα μαθηματικά. Οι ουμανιστές της Αναγέννησης δεν απέρριπταν το Χριστιανισμό, αντιθέτως, ορισμένα από τα σημαντικότερα έργα της εποχής αφιερώθηκαν σε αυτόν, ενώ η Εκκλησία χρηματοδότησε πολλά από αυτά. Εντούτοις, έλαβε χώρα μια λεπτή αλλαγή στον τρόπο που οι μορφωμένοι άνθρωποι προσέγγιζαν το θέμα της θρησκείας, κάτι που αντικατοπτρίστηκε σε πολλές εκφάνσεις της πνευματικής ζωής.[12]

Πορτραίτο του Νικολό Μακιαβέλλι (1469 - 1527), Ιταλού ιστορικού, φιλοσόφου, ουμανιστή και συγγραφέα, ο οποίος αποτελεί πρωτοπόρο της σύγχρονης πολιτικής επιστήμης

Επιπροσθέτως, πολλά ελληνικά χριστιανικά συγγράμματα, ανάμεσα στα οποία και η Καινή Διαθήκη στα ελληνικά, ταξίδεψαν από το Βυζάντιο στη Δυτική Ευρώπη απασχολώντας τους λόγιους για πρώτη φορά μετά την όψιμη αρχαιότητα. Αυτή η στροφή προς τα ελληνικά χριστιανικά έργα, και κυρίως η μελέτη της Καινής Διαθήκης στην πρωτότυπή της γλώσσα, όπως προωθήθηκαν από τους ουμανιστές Λαυρέντιο Βάλλα και Έρασμο, άνοιξαν το δρόμο για την Προτεσταντική Μεταρρύθμιση.

Καλλιτέχνες όπως ο Μαζάτσο προσπάθησαν να απεικονίσουν την ανθρώπινη μορφή με ρεαλιστικό τρόπο, αναπτύσσοντας τεχνικές ώστε να αποδίδονται η προοπτική και το φως με φυσικό τρόπο. Πολιτικοί φιλόσοφοι, και ιδιαίτερα ο Νικολό Μακιαβέλλι, εστίασαν στη ρεαλιστική περιγραφή της πολιτικής ζωής, ώστε να γίνει κατανοητή δια μέσου της λογικής. Σημαντική συμβολή στον αναγεννησιακό ουμανισμό αποτέλεσε το κείμενο του Τζοβάννι Πίκο ντέλλα Μιράντολα με τίτλο «De hominis dignitate» («Λόγος περί της ανθρώπινης αξιοπρέπειας»), που απαρτίζεται από μία σειρά θέσεων για τη φιλοσοφία, τη φυσική σκέψη, την πίστη και τη μαγεία. Πέρα από τη μελέτη της κλασικής αρχαιότητας, οι συγγραφείς της Αναγέννησης υιοθέτησαν τη χρήση της καθομιλουμένης γλώσσας, κάτι που σε συνδυασμό με την εφεύρεση της τυπογραφίας, επέτρεψε σε ολοένα και περισσότερους ανθρώπους να έχουν πρόσβαση σε βιβλία, με πιο αξιοπρόσεκτη περίπτωση τη Βίβλο.[13]

Συνοψίζοντας, η Αναγέννηση μπορεί να θεωρηθεί ως μια προσπάθεια διανοούμενων να μελετήσουν και να βελτιώσουν τα εγκόσμια, τόσο μέσα από την αναβίωση των ιδεολογιών της αρχαιότητας, όσο και διαμέσου καινοτόμων προσεγγίσεων στη Σκέψη. Ορισμένοι μελετητές, όπως ο Ρόντνεϋ Σταρκ,[14] αποδίδουν λιγότερη σημασία στην Αναγέννηση εστιάζοντας στις καινοτομίες που εισήχθησαν στις ιταλικές πόλεις κράτη νωρίτερα, κατά την κορύφωση του Μεσαίωνα, οπότε και συνδυάστηκαν η λογοδοτική διακυβέρνηση, ο Χριστιανισμός και η γέννηση του καπιταλισμού. Αυτή η ανάλυση υποστηρίζει πως, την περίοδο που τα ισχυρά ευρωπαϊκά κράτη (Γαλλία και Ισπανία) είχαν απολυταρχικές μοναρχίες, ενώ άλλα βρίσκονταν υπό την εξουσία της Εκκλησίας, οι ανεξάρτητες ιταλικές δημοκρατίες, πατώντας στις αρχές του καπιταλισμού που πρωτοεμφανίστηκαν σε μοναστηριακά κτήματα, δημιούργησαν μια εμπορική επανάσταση χωρίς προηγούμενο, η οποία προηγήθηκε και χρηματοδότησε την Αναγέννηση.

Προέλευση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Φλωρεντία, πόλη στην Τοσκάνη της Ιταλίας, από όπου θεωρείται ευρέως πως εξαπλώθηκε το πολιτιστικό ρεύμα της Αναγέννησης.

Η πλειοψηφία των ιστορικών συμφωνεί ότι οι ιδέες που χαρακτηρίζουν την Αναγέννηση πηγάζουν από τη Φλωρεντία του ύστερου 13ου αιώνα, ιδιαίτερα από το συγγραφικό έργο των Ντάντε Αλιγκιέρι (1265–1321) και Φραντσέσκο Πετράρκα (1304–1374), καθώς και από τα έργα ζωγραφικής του Τζιόττο ντι Μποντόνε (1267–1337). Ορισμένοι μελετητές οριοθετούν χρονικά την Αναγέννηση με μεγάλη ακρίβεια: μια θεωρία τοποθετεί την αρχή στο έτος 1401, οπότε και οι ευφυείς ανταγωνιστές Λορέντζο Γκιμπέρτι (1378–1455) και Φιλίππο Μπρουνελέσκι (1377–1446) συναγωνίστηκαν για την ανάληψη της κατασκευής των χάλκινων θυρών του Βαπτιστηρίου του Καθεδρικού Ναού της Φλωρεντίας (Cattedrale di Santa Maria del Fiore). Άλλοι ότι ο γενικότερος ανταγωνισμός μεταξύ καλλιτεχνών και πολυμαθών όπως οι Μπρουνελέσκι, Γκιμπέρτι, Ντονατέλλο και Μαζάτσο για την ανάληψη έργων πυροδότησε τη δημιουργικότητα που επέφερε την Αναγέννηση. Ωστόσο εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο αντιγνωμιών το γιατί το ρεύμα αυτό ξεκίνησε στην Ιταλία, και γιατί εκείνη τη συγκεκριμένη εποχή. Επομένως, πολλές θεωρίες επιστρατεύτηκαν για να εξηγήσουν την προέλευσή του.

Κατά τη διάρκεια της Αναγέννησης, τα χρήματα και η τέχνη συμβάδιζαν. Οι καλλιτέχνες εξαρτώνταν ολοκληρωτικά από προστάτες των τεχνών, ενώ οι τελευταίοι χρειάζονταν χρήματα για να συντηρούν ιδιοφυείς ανθρώπους. Πλούτος εισήλθε στην Ιταλία κατά το 14ο, 15ο και 16ο αιώνα με την επέκταση των εμπορικών δρόμων προς την Ασία και την Ευρώπη. Η εξόρυξη ασημιού στο Τιρόλο αύξησε τη ρευστότητα σε χρήμα. Πολυτελή αντικείμενα από τον Ανατολικό Κόσμο, τα οποία ήρθαν στην πατρίδα κατά τη διάρκεια των Σταυροφοριών, αύξησαν την ευμάρεια της Γένοβας και της Βενετίας.[15]

Λατινική και ελληνική φάση του αναγεννησιακού ουμανισμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Άγαλμα του Φραντσέσκο Πετράρκα (1304 – 1374), Ιταλού λογίου, ποιητή και ουμανιστή. Πρόσοψη του Ουφίτσι, Φλωρεντία, Ιταλία.

Σε αντιδιαστολή με τον όψιμο Μεσαίωνα, οπότε οι Λατίνοι λόγιοι εστίασαν σχεδόν αποκλειστικά στη μελέτη ελληνικών και αραβικών έργων αναφορικά με τις φυσικές επιστήμες, τη φιλοσοφία και τα μαθηματικά, οι λόγιοι της Αναγέννησης έδειξαν μεγαλύτερο ενδιαφέρον για την ανακάλυψη και μελέτη λατινικών και ελληνικών λογοτεχνικών, ιστορικών και ρητορικών κειμένων. Αυτό ξεκίνησε κατά το 14ο αιώνα με μία «λατινική φάση», όταν μελετητές όπως ο Πετράρκα, ο Κολούτσο Σαλουτάτι (1331–1406), ο Νικολό ντε' Νίκκολι (1364–1437) και ο Πότζο Μπρατσολίνι (1380–1459) χτένισαν τις βιβλιοθήκες της Ευρώπης αναζητώντας έργα συγγραφέων όπως ο Κικέρων, ο Λίβιος και ο Σένεκας.[16] Μέχρι τις αρχές του 15ου αιώνα ο κύριος όγκος των λατινικών αυτών έργων είχε ανακαλυφθεί. Δρομολογήθηκε πλέον η ελληνική φάση του αναγεννησιακού ουμανισμού, καθώς οι Δυτικοευρωπαίοι μελετητές στράφηκαν στην αναζήτηση αρχαιοελληνικών λογοτεχνικών, ιστορικών, ρητορικών και θεολογικών κειμένων.[17]

Σε αντίθεση με τα λατινικά κείμενα, τα οποία διαφυλάχτηκαν και μελετήθηκαν στη Δυτική Ευρώπη από την ύστερη αρχαιότητα, η μελέτη των αρχαίων ελληνικών κειμένων ήταν πολύ περιορισμένη στη Δυτική Ευρώπη την εποχή αυτή. Αρχαία ελληνικά κείμενα για την επιστήμη, τα μαθηματικά και τη φιλοσοφία ήδη μελετώνταν από τα τέλη του Μεσαίωνα τόσο στη Δυτική Ευρώπη όσο και στον ισλαμικό κόσμο, αλλά τα ελληνικά λογοτεχνικά, ρητορικά και ιστορικά έργα (π.χ. ο Όμηρος, οι μεγάλοι δραματουργοί, ο Δημοσθένης, ο Θουκυδίδης κ.ά.) δεν αποτέλεσαν αντικείμενο μελέτης ούτε των Ευρωπαίων ούτε των Ισλαμιστών. Στο Μεσαίωνα τέτοια κείμενα απασχόλησαν μοναχά τους Βυζαντινούς λογίους. Ένα από τα μεγαλύτερα επιτεύγματα της λογίων της Αναγέννησης είναι το ότι έφεραν όλα αυτά τα έργα αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων στη Δυτική Ευρώπη για πρώτη φορά μετά το τέλος της αρχαιότητας. Αυτό το κίνημα για την επανένταξη της συστηματικής μελέτης των έργων αυτών στη Δυτική Ευρώπη συνήθως οριοθετείται χρονολογικά στην πρόσκληση που απηύθυνε ο Κολούτσο Σαλουτάτι στον Βυζαντινό διπλωμάτη και λόγιο Μανουήλ Χρυσολωρά (π.1355–1415) να διδάξει ελληνικά στη Φλωρεντία.[18]

Κοινωνικές και πολιτικές δομές στην Ιταλία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι ιδιαίτερες πολιτικές δομές που απαντώνται στην Ιταλία κατά τα τέλη του Μεσαίωνα οδήγησαν ορισμένους μελετητές στο συμπέρασμα πως το ασυνήθιστο αυτό πολιτικό περιβάλλον επέτρεψε την ανάδυση μιας σπάνιας πολιτιστικής άνθησης. Η Ιταλία δεν υπήρχε ως πολιτική οντότητα κατά την πρώιμη σύγχρονη εποχή. Αντιθέτως, η χερσόνησος ήταν διαιρεμένη σε πολλά κρατίδια: το Βασίλειο της Νάπολης ήλεγχε το Νότο, η Δημοκρατία της Φλωρεντίας και τα Παπικά Κράτη το κέντρο, οι Μιλανέζοι και οι Γενοβέζοι το Βορρά και τη Δύση αντίστοιχα, και η Δημοκρατία της Βενετίας την Ανατολή. Η Ιταλία του 15ου αιώνα αποτελούσε μια από τις περισσότερο αστικοποιημένες περιοχές της Ευρώπης.[19] Πολλές από τις πόλεις της έστεκαν ανάμεσα σε ρωμαϊκά ερείπια, συνεπώς είναι πιθανό η στροφή της Αναγέννησης προς την κλασσική αρχαιότητα να συνδέεται με το γεγονός ότι ξεκίνησε από την κοιτίδα της πάλαι πότε Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.[20]

Πολιτικός χάρτης των ιταλικών κρατιδίων κατά το 1494.

Ο ιστορικός και πολιτικός φιλόσοφος Κουέντιν Σκίνερ τονίζει πως ο Όττο του Φρέιζινγκ (περ. 1114-1158), ένας Γερμανός επίσκοπος που επισκέφτηκε την Ιταλία το 12ο αιώνα, μαρτυρά μια ευρέως διαδεδομένη νέα φόρμα πολιτικής και κοινωνικής οργάνωσης, παρατηρώντας πως η Ιταλία φαίνεται να είχε εξέλθει από το Φεουδαλισμό με αποτέλεσμα η κοινωνία της να στηρίζεται στους εμπόρους και τις συναλλαγές. Σχετική με το παραπάνω ήταν η αντιμοναρχική ιδεολογία, αντιπροσωπευτικό δείγμα της οποίας είναι η διάσημη τοιχογραφία της πρώιμης Αναγέννησης με τίτλο «Αλληγορία της Καλής και Κακής Διακυβέρνησης» στη Σιένα, έργο του Αμπρότζιο Λορεντσέττι (ζωγρ. 1338-1340) της οποίας το κυρίαρχο μήνυμα είναι οι αρετές της ισότητας, της δικαιοσύνης, της δημοκρατικότητας και της καλής διακυβέρνησης. Κρατώντας σε απόσταση ασφαλείας τόσο την Εκκλησία όσο και τις Αυτοκρατορίες, αυτές οι δημοκρατικές πόλεις αφιερώθηκαν στην έννοια της ελευθερίας.[21]

Ακόμη και τα κρατίδια που βρίσκονταν κάπως μακρύτερα από την κεντρική Ιταλία επέδειξαν αξιοσημείωτες εμπορικές δημοκρατίες, ιδίως η Δημοκρατία της Βενετίας. Παρόλο που στην πραγματικότητα επρόκειτο για ολιγαρχικά κράτη, με ελάχιστη ομοιότητα με τις σύγχρονες δημοκρατίες, είχαν πράγματι χαρακτηριστικά δημοκρατίας με λογοδοτικές κυβερνήσεις, με μορφές συμμετοχής στη διακυβέρνηση και πίστη στην ελευθερία.[14][21][22] Η σχετική πολιτική αυτονομία που απολάμβαναν διαδραμάτισε σπουδαίο ρόλο στην ακαδημαϊκή και καλλιτεχνική πρόοδο.[20] Ομοίως, η ιδιότητα των ιταλικών κρατιδίων ως σημαντικών εμπορικών κέντρων, τα κατέστησε σταυροδρόμια ιδεών. Οι έμποροι έφεραν μαζί τους ιδέες από τις άκρες του κόσμου, ιδιαίτερα από την Εγγύς Ανατολή. Η Βενετία ήταν η εμπορική πύλη της Ευρώπης με την Ανατολή, και παραγωγός εξαιρετικής ποιότητας γυαλιού, ενώ η Φλωρεντία ήταν η Μέκκα των υφασμάτων. Ο πλούτος που εισήλθε στην Ιταλία μέσω των δραστηριοτήτων αυτών επέφερε σημαντικά δημόσια και ιδιωτικά καλλιτεχνικά εγχειρήματα, ενώ οι ιδιώτες απέκτησαν περισσότερο ελεύθερο χρόνο για πνευματική καλλιέργεια και μελέτη.[20]

Μαύρος Θάνατος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κύριο λήμμα: Μαύρη πανώλη
«Ο Θρίαμβος του Θανάτου», έργο του Πίτερ Μπρίγκελ του πρεσβύτερου, περ. 1562, Πράδο, Μαδρίτη. Ο Μπρίγκελ επηρεάστηκε βαθειά από την τεχνοτροπία του Ιερώνυμου Μπος.

Σύμφωνα με μια θεωρία, ο αντίκτυπος του Μαύρου Θανάτου στη Φλωρεντία, που χτύπησε την Ευρώπη μεταξύ των ετών 1348 και 1350, επέφερε ριζική αλλαγή στην κοσμοθεωρία των Ιταλών του 14ου αιώνα. Η πανούκλα χτύπησε με σφοδρότητα την ιταλική χερσόνησο και έχει διατυπωθεί η άποψη πως η εξοικείωση αυτή με το θάνατο έκανε τους διανοούμενους να αναθεωρήσουν την αξία της επίγειας ζωής, σε σχέση με την πνευματικότητα και την προετοιμασία για τη μεταθανάτια ζωή. Συμπληρωματικά, μπορούμε να θεωρήσουμε πως ο Μαύρος Θάνατος γέννησε ένα κύμα ευσέβειας, το οποίο και εκδηλώθηκε δια μέσου της χρηματοδότησης έργων τέχνης με θρησκευτικό περιεχόμενο.[23] Ωστόσο, τα παραπάνω δεν εξηγούν το γιατί η Αναγέννηση ανάβλυσε συγκεκριμένα από την Ιταλία του 14ου αιώνα. Η πανώλη ήταν πανδημία που είχε τις παραπάνω επιπτώσεις στο σύνολο της Ευρώπης, όχι μόνο στην Ιταλία. Κατά συνέπεια, η ανατολή του πολιτιστικού αυτού ρεύματος στην Ιταλία ήταν κατά πάσα πιθανότητα αποτέλεσμα των περίπλοκων αλληλεπιδράσεων ανάμεσα σε όλους τους προαναφερθέντες παράγοντες.[7]

Η πανώλη μεταφέρθηκε μέσω ψύλλων που ταξίδεψαν με καράβια από τα λιμάνια της Ασίας και εξαπλώθηκε ταχύτατα εξαιτίας της έλλειψης κανόνων υγιεινής. Ο πληθυσμός της Αγγλίας, για παράδειγμα, που ανερχόταν τότε στα 4,2 εκατομμύρια, μειώθηκε κατά 1,4 εκατομμύριο εξαιτίας της ασθένειας. Ο πληθυσμός της Φλωρεντίας μειώθηκε σχεδόν στο μισό κατά το έτος 1347. Χάρη στη μείωση πληθυσμού, η αξία της εργατικής τάξης μεγάλωσε και οι κοινοί άνθρωποι άρχισαν να απολαμβάνουν περισσότερες ελευθερίες. Για να ανταποκριθούν στις αυξημένες ανάγκες για χειρωνακτική εργασία, οι εργάτες ταξίδευαν από τόπο σε τόπο προκειμένου να κλείσουν συμφέρουσες οικονομικά δουλειές.[24]

Προσωπογραφία του Λορέντζο των Μεδίκων, ισχυρού άνδρα της Φλωρεντίας και προστάτη των τεχνών, από τον Τζόρτζιο Βαζάρι, 16ος αιώνας, Ουφίτσι, Φλωρεντία

Η δημογραφική μείωση εξαιτίας της πανώλης είχε ορισμένες σημαντικές οικονομικές επιπτώσεις: οι τιμές των τροφίμων μειώθηκαν ενώ η αξία της γης μειώθηκε κατά 30 με 40 τοις εκατό στις περισσότερες ευρωπαϊκές περιοχές μεταξύ των ετών 1350 και 1400.[25] Οι γαιοκτήμονες είχαν σαφώς μεγάλες απώλειες, αλλά για τους ασθενέστερους οικονομικά αυτό ήταν αναπάντεχη τύχη. Οι επιζώντες της πανώλης δεν είδαν απλά τις τιμές να πέφτουν, αλλά και τις καλλιεργήσιμες εκτάσεις να αφθονούν, ενώ οι περισσότεροι κληρονόμησαν τις ιδιοκτησίες αποθανόντων συγγενών τους.

Πολιτιστικό κλίμα στη Φλωρεντία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Από παλαιά έχει αποτελέσει αντικείμενο μελέτης το γιατί η Αναγέννηση ξεκίνησε ειδικά στη Φλωρεντία κι όχι κάπου αλλού στην Ιταλία. Οι ιστορικοί υπογραμμίζουν αρκετά χαρακτηριστικά στην πολιτιστική ζωή της πόλης, που ίσως να έδωσαν πνοή στο πολιτιστικό αυτό κίνημα. Πολλοί δίνουν έμφαση στο ρόλο που διαδραμάτισαν οι Μέδικοι, μια οικογένεια τραπεζιτών και αργότερα κυβερνώντων, δια μέσου της χρηματοδότησης και της τόνωσης των τεχνών. Ο Λορέντζο των Μεδίκων (1449 - 1492) έπαιξε καταλυτικό ρόλο στην παραγωγή τεράστιου αριθμού έργων τέχνης, ενθαρρύνοντας τους συμπολίτες του να αναθέσουν εργασίες στους εξοχότερους Φλωρεντινούς καλλιτέχνες, όπως ο Λεονάρντο ντα Βίντσι, ο Σάντρο Μποττιτσέλλι και ο Μικελάντζελο Μπουοναρότι.[5]

Η Αναγέννηση ήταν σαφώς καθ’ οδόν προτού αναλάβει ο Λορέντζο την εξουσία, ακόμη και πριν οι Μέδικοι κυριαρχήσουν στην κοινωνία της Φλωρεντίας. Κάποιοι ιστορικοί υποστηρίζουν πως η Φλωρεντία έγινε κατά τύχη γενέτειρα της Αναγέννησης, επειδή έτυχε να γεννηθούν εκεί πραγματικά σπουδαίοι άνθρωποι.[26] Οι Ντα Βίντσι, Μποττιτσέλλι και Μπουοναρότι γεννήθηκαν όλοι στην Τοσκάνη. Αμφιβάλλοντας πως η άνθηση αυτή ήταν θέμα τύχης, άλλοι ιστορικοί υποστηρίζουν πως οι μεγάλοι αυτοί άνδρες είχαν την ευκαιρία να δείξουν το ταλέντο τους ακριβώς χάρις στις επικρατούσες πολιτιστικές συνθήκες της εποχής.[27]

Χαρακτηριστικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ουμανισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Λεονάρντο ντα Βίντσι (1452 – 1519) αποτελεί το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα πολυμαθούς που ενσάρκωσε το ιδεώδες του «Καθολικού Ανθρώπου».

Ο ουμανισμός υπό κάποιο πρίσμα δεν είναι αυτή καθεαυτή φιλοσοφία, αλλά περισσότερο ένας τρόπος αναζήτησης της γνώσης. Σε αντίθεση με το μεσαιωνικό σχολαστικισμό, που επικεντρώθηκε στην επίλυση αντιφάσεων μεταξύ συγγραφέων, οι ουμανιστές μελέτησαν τα αρχαία κείμενα από το πρωτότυπο, εκτιμώντας τα, συνδυάζοντας τη λογική σκέψη και την εμπειρική παρατήρηση. Η ουμανιστική εκπαίδευση βασιζόταν στο πρόγραμμα της «Studia Humanitatis», της μελέτης δηλαδή πέντε πεδίων: της ποίησης, της γραμματείας, της ιστορίας, της ηθικής φιλοσοφίας και της ρητορικής. Παρόλο που οι ιστορικοί δυσκολεύονται να δώσουν ακριβή ορισμό του ουμανισμού, οι περισσότεροι αποδέχονται «έναν ορισμό της μέσης οδού… το κίνημα με στόχο της ανάκτηση, ερμηνεία και αφομοίωση της γλώσσας, γραμματείας, μεθοδολογίας μάθησης και αξιών της αρχαίας Ελλάδας και της αρχαίας Ρώμης».[28] Πάνω από όλα, οι ουμανιστές αποθέωσαν την «ανθρώπινη ευφυΐα… τη μοναδική και ασυνήθιστη δύναμη του ανθρώπινου μυαλού». Οι ουμανιστές λόγιοι διαμόρφωσαν το πνευματικό πεδίο της πρώιμης σύγχρονης εποχής. Πολιτικοί φιλόσοφοι όπως ο Νικολό Μακιαβέλι και ο Τόμας Μορ αναβίωσαν την ιδεολογία των Ελλήνων και Ρωμαίων στοχαστών, υιοθετώντας την σε έργα όπου ασκούσαν κριτική στους κυβερνόντες της εποχής τους. Ο Πίκο ντέλλα Μιράντολα συνέγραψε το έργο που συχνά αναφέρεται ως το μανιφέστο της Αναγέννησης, μια φλογερή υπεράσπιση της σκέψης, με τίτλο «De hominis dignitate» («Λόγος περί της ανθρώπινης αξιοπρέπειας»). Ο Ματτέο Παλμιέρι (1406-1475), έτερος ουμανιστής, είναι κυρίως γνωστός για το έργο του «Della vita civile» («Περί αστικής ζωής»), που τυπώθηκε το 1528 και που υποστήριζε τον αστικό ανθρωπισμό, καθώς και για τη συμβολή του στο να εξυψωθεί η καθομιλουμένη της Τοσκάνης στο επίπεδο της λατινικής γλώσσας.

Η Χίλντεγκαρντ του Μπίνγκεν (1098 – 1179), Γερμανίδα συγγραφέας, μουσικός και φιλόσοφος. Αν και προηγήθηκε της Αναγέννησης, ενσάρκωνε ιδανικά το ιδεώδες του «Καθολικού Ανθρώπου» και μετά το θάνατό της αναγνωρίστηκε ως Αγία.

Τα συγγράμματα του Παλμιέρι αντλούν θέματα από Ρωμαίους φιλοσόφους, κυρίως από τον Κικέρονα, ο οποίος, όπως και ο Παλμιέρι, ήταν ενεργός στην πολιτική ζωή, τόσο ως πολίτης όσο και ως αξιωματούχος, καθώς και ως θεωρητικός και φιλόσοφος. Η πιο περιεκτική, ίσως, έκφραση των απόψεών του περί ουμανισμού απαντάται στο ποιητικό έργο του 1465 με τίτλο «La città di vita», ωστόσο το προγενέστερο έργο του «Della vita civile» («Περί αστικής ζωής») είναι ευρύτερης κλίμακας. Γραμμένο ως συλλογή διαλόγων με φόντο μια εξοχική κατοικία στην εξοχή της Τοσκάνης κατά την επιδημία πανώλης του 1430, εκφράζει τις απόψεις του Παλμιέρι για τον ιδανικό πολίτη. Οι διάλογοι περιλαμβάνουν απόψεις αναφορικά με το πώς τα παιδιά αναπτύσσονται πνευματικά και σωματικά, πώς μπορούν να κινηθούν οι πολίτες σε ηθικό επίπεδο, πώς οι πολίτες και τα κράτη μπορούν να διασφαλίσουν την ακεραιότητα της δημόσιας ζωής, καθώς και μια σημαντική συζήτηση σχετικά με τη διαφορά μεταξύ αυτού που είναι ρεαλιστικά χρήσιμο και αυτού που είναι ειλικρινές.

Οι ουμανιστές θεωρούσαν σημαντική τη μετάβαση στη μεταθανάτια ζωή με τέλειο πνεύμα και σώμα. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί δια μέσου της εκπαίδευσης. Σκοπός του ουμανισμού ήταν να δημιουργήσει ένα καθολικό άνθρωπο στο πρόσωπο του οποίου συνδυαζόταν η πνευματική και φυσική τελειότητα και ο οποίος ήταν ικανός να λειτουργεί έντιμα σε κάθε περίσταση.[29] Η ιδεολογία αυτή του «Homo Universalis» αποτελεί ιδανικό του ελληνορωμαϊκού κόσμου. Η εκπαίδευση κατά την Αναγέννηση γυρίζει γύρω από την αρχαία γραμματεία και ιστορία. Γενικά ήταν αποδεκτή η άποψη πως οι κλασσικοί συγγραφείς παρείχαν ηθική καθοδήγηση εκφράζοντας εκτεταμένη κατανόηση της ανθρώπινης συμπεριφοράς.

Τέχνη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η πρώιμη Αναγέννηση γεφυρώνει τα καλλιτεχνικά ρεύματα του Μεσαίωνα με εκείνα της Υψηλής Αναγέννησης στην Ιταλία. Γενικά είναι αποδεκτό πως στη Βόρεια Ευρώπη η Αναγέννηση ήρθε σε επίπεδο ωριμότητας αργότερα, κατά το 16ο αιώνα.

Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά στοιχεία της αναγεννησιακής τέχνης είναι η ανάπτυξη της άκρως ρεαλιστικής γραμμικής προοπτικής. Στον Τζιόττο ντι Μποντόνε (1267-1337) αποδίδεται η πρώτη μεταχείριση του ζωγραφικού καμβά ως παραθύρου προς το χώρο, ωστόσο δεν ήταν παρά διαμέσου του αρχιτεκτονικού έργου του Φιλίππο Μπρουνελέσκι (1377–1446) και των συγγραμάτων του Λεόν Μπαττίστα Αλμπέρτι (1404-1472) που καθιερώθηκε ως καλλιτεχνική τεχνική.[30] Η ανάπτυξη τεχνικών προοπτικής ήταν μέρος μιας ευρύτερης τάσης των τεχνών προς το ρεαλισμό.[31] Για τον ίδιο σκοπό, οι ζωγράφοι ανέπτυξαν κι άλλες τεχνικές, μελετώντας το φως, τη σκιά, και, όπως είναι πασίγνωστο στην περίπτωση του Λεονάρντο ντα Βίντσι, της ανατομίας του ανθρώπινου σώματος. Πίσω από αυτές τις αλλαγές στην καλλιτεχνική μέθοδο, ήταν μια ανανεωμένη επιθυμία απεικόνισης της ομορφιάς της φύσης, ενασχόλησης με τα αξιώματα της αισθητικής, με τα έργα των Ντα Βίντσι, Μικελάντζελο και Ραφαήλ να αντιπροσωπεύουν καλλιτεχνικές κορυφώσεις που επρόκειτο να γίνουν αντικείμενο μίμησης από άλλους καλλιτέχνες.[32] Άλλοι αξιόλογοι δημιουργοί ήταν ανάμεσα σε άλλους οι Σάντρο Μποττιτσέλλι, ο οποίος εργαζόταν για τους Μεδίκους στη Φλωρεντία, ο Ντονατέλλο, από την ίδια πόλη, και ο Τιτσιάνο στη Βενετία.

Ταυτόχρονα, στις Κάτω Χώρες, αναπτύχθηκε μια ιδιαίτερα ζωντανή καλλιτεχνική κουλτούρα, με τα έργα των Χιούγκο βαν ντερ Γκόες και Γιαν βαν Άικ να ασκούν επίδραση στην ανάπτυξη της ζωγραφικής στην Ιταλία, τόσο σε ζητήματα τεχνικής με την εισαγωγή της λαδομπογιάς και του καμβά, όσο και στυλιστικά με το νατουραλισμό στην απεικόνιση. Αργότερα, το έργο του Πίτερ Μπρίγκελ του πρεσβύτερου θα ενέπνεε τους καλλιτέχνες να πραγματευτούν θέματα από την καθημερινή ζωή.[33]

Άποψη του Καθεδρικού Ναού της Φλωρεντίας, την επιβλητική θόλο του οποίου κατασκεύασε ο Φιλίππο Μπρουνελέσκι.
Ο Δαβίδ του Μιχαήλ Άγγελου (1501 - 1504), αριστούργημα της αναγεννησιακής γλυπτικής, Πινακοθήκη της Ακαδημίας, Φλωρεντία.

Στο χώρο της αρχιτεκτονικής, ο Φιλίππο Μπρουνελέσκι (1377–1446) μελέτησε τα ερείπια κτισμάτων της κλασσικής περιόδου και, κάνοντας χρήση των πρόσφατα ανακαλυφθέντων γνώσεων του Βιτρουβίου, συγγραφέως του 1ου αιώνα, καθώς και της ακμάζουσας επιστήμης των μαθηματικών, έδωσε μορφή στο αναγεννησιακό στυλ που μιμήθηκε και βελτίωσε τις κλασσικές φόρμες. Το μεγαλύτερο επίτευγμα του Μπρουνελέσκι ως μηχανικού είναι η κατασκευή της θόλου του Καθεδρικού Ναού της Φλωρεντίας.[34] Το πρώτο κτίριο που βασίστηκε στις παραπάνω αρχές πιστεύεται πως είναι ο Ναός του Αγίου Ανδρέα στη Μάντουα. Το εξέχων αρχιτεκτονικό επίτευγμα της Υψηλής Αναγέννησης ήταν η ανοικοδόμηση της Βασιλικής του Αγίου Πέτρου, συνδυάζοντας τις ικανότητες των Μπραμάντε (1444–1514), Μικελάντζελο (1475–1564), Ραφαήλ (1483-1520), Σάνγκαλλο (1484–1546) και Μαντέρνο (1556-1629).

Την περίοδο αυτή αξιοποιούνται οι ελληνορωμαϊκοί ρυθμοί κιόνων: ο Τοσκανικός, ο Δωρικός, ο Ιωνικός, ο Κορινθιακός και ο Σύνθετος. Αυτοί μπορεί να έχουν λειτουργικό ρόλο, υποστηρίζοντας για παράδειγμα μια τοξωτή στοά ή ένα επιστύλιο, ή εντελώς διακοσμητικό ρόλο, τοποθετημένοι ως παραστάδες ενάντια σε έναν τοίχο. Κατά την Αναγέννηση, οι αρχιτέκτονες προσπαθούσαν να χρησιμοποιούν τους κίονες, τις παραστάδες και τους θριγκούς ως ολοκληρωμένο σύστημα. Ένα από τα πρώτα κτίσματα που χρησιμοποίησαν παραστάδες με τον τρόπο αυτό ήταν το Παλαιό Σκευοφυλάκιο (1421–1440) του Μπρουνελέσκι.[35]

Αψίδες, ημικυκλικές ή (στη Μανιεριστική τεχνοτροπία) κατατετμημένες, απαντώνται συχνά στις τοξωτές στοές, στηριγμένες σε κάθετες δοκούς ή σε κίονες με κιονόκρανα. Πιθανώς να υπάρχει θριγκός ανάμεσα στο κιονόκρανο και την αρχή της αψίδας. Ο Αλμπέρτι (1404-1472) ήταν ένας από τους πρώτους που έκαναν χρήση της αψίδας σε μνημειακά κτίρια. Οι αναγεννησιακοί θόλοι δεν διαθέτουν νεύρα. Είναι ημικυκλικές ή κατατετμημένες σε τετράγωνη κάτοψη, σε αντιδιαστολή με τις γοτθικές που συχνά είναι σε ορθογώνια.

Οι καλλιτέχνες τις Αναγέννησης δεν ήταν παγανιστές παρόλο που θαύμαζαν την αρχαιότητα. Κράτησαν επίσης ιδέες και σύμβολα του μεσαιωνικού παρελθόντος. Ο Νικόλα Πιζάνο (περ. 1220 - περ. 1278) μιμήθηκε τις κλασσικές φόρμες απεικονίζοντας σκηνές από τη Βίβλο. Ο «Ευαγγελισμός» που φιλοτέχνησε ο Πιζάνο για το Βαπτιστήριο της Πίζα, αποτελεί απόδειξη πως τα κλασσικά μοντέλα άσκησαν επιρροή στην ιταλική τέχνη πριν ακόμη εδραιωθεί η Αναγέννηση ως ρεύμα.[36]

Επιστήμη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πορτραίτο του αστρονόμου και φυσικομαθηματικού Γαλιλαίου Γαλιλέι (1564 - 1642), έργο του Οττάβιο Λεόνι.

Η επανανακάλυψη των αρχαίων κειμένων και η εφεύρεση της τυπογραφίας εκδημοκράτισαν τη μάθηση και επέτρεψαν την ταχύτερη διάδοση των ιδεών. Ωστόσο η πρώτη περίοδος της ιταλικής Αναγέννησης θεωρείται συχνά ως εποχή επιστημονικής οπισθοδρομικότητας: οι ουμανιστές ευνόησαν τη μελέτη των ανθρωπιστικών επιστημών σε βάρος της φυσικής φιλοσοφίας και των εφαρμοσμένων μαθηματικών. Η ευλάβεια που έδειξαν απέναντι στις κλασσικής πηγές εδραίωσε περαιτέρω τις απόψεις του Αριστοτέλη και του Πτολεμαίου αναφορικά με την ερμηνεία του σύμπαντος.

Παρόλο που, γύρω στο 1450, τα συγγράματα του Νικολάου του Κουζάνου (1401–1464) προετοίμαζαν το έδαφος για την ηλιοκεντρική θεωρία του Κοπέρνικου (1473-1543), αυτό έγινε με μη-επιστημονική μέθοδο. Η επιστήμη και η τέχνη συμβάδιζαν κατά την πρώιμη Αναγέννηση, με πολυμαθείς καλλιτέχνες, όπως ο Λεονάρντο ντα Βίντσι, να πραγματοποιούν μέσω της παρατήρησης σχέδια της ανθρώπινης ανατομίας και της φύσης. Ο Ντα Βίντσι, επιπροσθέτως, πραγματοποίησε ελεγχόμενα πειράματα αναφορικά με τη ροή του νερού, την ιατρική ανατομή πτωμάτων και τη συστηματική μελέτη της κίνησης και της αεροδυναμικής. Για την επινόηση βασικών αρχών της ερευνητικής μεθόδου ο Αυστριακός φυσικός και συγγραφέας Φρίτζοφ Κάπρα τον χαρακτηρίζει «πατέρα της σύγχρονης επιστήμης».[37]

Η ανακάλυψη το 1492 του Νέου Κόσμου από το Χριστόφορο Κολόμβο (1451-1506) κλόνισε την κλασσική κοσμοθεωρία, καθώς τα έργα του Πτολεμαίου και του Γαληνού στη γεωγραφία και την ιατρική αντίστοιχα βρέθηκαν να βρίσκονται σε ασυμφωνία με τις καθημερινές παρατηρήσεις: έτσι δημιουργήθηκε πρόσφορο έδαφος αμφισβήτησης των επιστημονικών θεωριών. Ενώ η Προτεσταντική Μεταρρύθμιση και η Αντιμεταρρύθμιση συγκρούονταν, το αναγεννησιακό ρεύμα στις χώρες του βορρά παρουσίασε αποφασιστική μεταστροφή της εστίασης από τη φυσική φιλοσοφία του Αριστοτέλη προς τη χημεία και τη βιολογία (βοτανική, ανατομία και ιατρική).[38] Η αποφασιστικότητα διερεύνησης των κάποτε αναμφισβήτητων αληθειών και η αναζήτηση απαντήσεων σε νέα ερωτήματα είχε ως αποτέλεσμα μια περίοδο μεγάλης προόδου στον επιστημονικό τομέα.

Ο Φλαμανδός Αντρέα Βεζάλιους (1514 – 1564) υπήρξε ιατρός και καθηγητής της ανατομίας, καθώς και συγγραφέας βιβλίων που άσκησαν μεγάλη επιρροή στον επιστημονικό του τομέα.

Ορισμένοι μελετητές αντιμετωπίζουν τα παραπάνω ως «επιστημονική επανάσταση», η οποία σηματοδότησε την αρχή της σύγχρονης εποχής.[39] Άλλοι ως επιτάχυνση μιας συνεχούς διαδικασίας η οποία εκτείνεται από την αρχαιότητα μέχρι τις ημέρες μας.[40] Ανεξαρτήτως αυτού, κατά γενική συμφωνία η περίοδος της Αναγέννησης συνοδεύτηκε από σημαντικές αλλαγές στον τρόπο που οι άνθρωποι αντιλαμβάνονταν το σύμπαν και στις μεθόδους που χρησιμοποιούσαν για να εξηγήσουν τα φυσικά φαινόμενα.[7] Παραδοσιακά η αρχή τοποθετείται το έτος 1543, οπότε και τυπώθηκαν για πρώτη φορά τα έργα «De humani corporis fabrica» («Περί του τρόπου που λειτουργεί το ανθρώπινο σώμα») του Αντρέα Βεζάλιους, το οποίο έδωσε νέα ώθηση στην πρακτική της ανατομής, της παρατήρησης και της μηχανιστική άποψη για την ανατομία,[7] καθώς επίσης και το έργο «De revolutionibus orbium coelestium» («Περί της περιστροφής των ουράνιων σφαιρών») του Κοπέρνικου. Η επαναστατική άποψη που εκφράστικε στο τελευταίο ήταν πως είναι η Γη που κινείται γύρω από τον Ήλιο. Σημαντικές επιστημονικές πρόοδοι συντελέστηκαν την περίοδο αυτή επίσης από τους Γαλιλαίο Γαλιλέι (1564-1642), Τυχό Μπραχέ (1546-1601) και Γιοχάνες Κέπλερ (1571-1630).

Η ίσως σημαντικότερη αποκάλυψη της εποχής, δεν ήταν μια συγκεκριμένη ανακάλυψη, αλλά μάλλον μια διαδικασία για την πραγματοποίηση ανακαλύψεων: η επιστημονική μέθοδος.[7] Αυτός ο επαναστατικός νέος τρόπος μάθησης εστίαζε στις εμπειρικές παρατηρήσεις και τα μαθηματικά, απορρίπτοντας την τελεολογία του Αριστοτέλη για χάρη της μηχανικής φιλοσοφίας. Ανάμεσα στους προπάτορες της θεώρησης αυτής ήταν οι Κοπέρνικος, Γαλιλαίος και Φράνσις Μπέηκον (1561-1626).[41][42] Η νέα επιστημονική μέθοδος συνέβαλε στην πραγματοποίηση μεγάλων ανακαλύψεων στα πεδία της αστρονομίας, της φυσικής, της βιολογίας και της ανατομίας.

Θρησκεία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Μαρτίνος Λούθηρος (1483 - 1546) καλείται σε απολογία στη Δίαιτα της Βορμς (1521), όπου και αρνείται να ανακαλέσει τις θέσεις του. Έργο του Άντον φον Βέρνερ, 1877.

Τα νέα ιδεώδη του ουμανισμού, αν και κοσμικά από κάποιες πλευρές, αναπτύχθηκαν σε ένα χριστιανικό υπόβαθρο, κυρίως στις χώρες του Βορρά. Πράγματι, πολλά (αν όχι τα περισσότερα) έργα τέχνης ήταν παραγγελία από ή αφιέρωση στην Εκκλήσία.[12] Ωστόσο, η Αναγέννηση άσκησε βαθειά επιρροή στη θεολογία της εποχής, ιδίως στον τρόπο που οι άνθρωποι αντιλαμβάνονταν τη σχέση ανάμεσα στο Θεό και τον άνθρωπο.[12] Πολλοί από τους εξέχοντες θεολόγους της εποχής ήταν ακόλουθοι της ουμανιστικής μεθόδου, όπως ο Έρασμος (1466-1536), ο Ούλριχ Ζβίγγλιος (1484-1531), ο Τόμας Μορ (1478-1535), ο Μαρτίνος Λούθηρος (1483-1546) και ο Ιωάννης Καλβίνος (1509-1564).

Ο Πάπας Αλέξανδρος Στ', κατά κόσμον Ροδρίγος Βοργίας (1431 - 1503), ο οποίος κατηγορήθηκε κατά καιρούς για σιμωνία, νεποτισμό και απόκτηση νόθων παιδιών.

Η εποχή κατά την οποία ξεκίνησε η Αναγέννηση χαρακτηριζόταν από θρησκευτικές αναταραχές. Στα τέλη του Μεσαίωνα ίντριγκες περικύκλωσαν τον Παπικό Θρόνο, γνωρίζοντας την κορύφωση με το Δυτικό Σχίσμα, οπότε και τρεις άνδρες διεκδικούσαν ταυτόχρονα την αναγνώρισή τους ως πραγματικού Επισκόπου της Ρώμης.[43] Ενώ το ζήτημα επιλύθηκε τελικά με τη Σύνοδο της Κωνσταντίας (1414), κατά το 15ο αιώνα παρουσιάστηκε ένα μεταρρυθμιστικό ρεύμα γνωστό ως Κονσιλιαρισμός (Conciliarismo), το οποίο απέβλεπε στον περιορισμό των εξουσιών του Πάπα. Παρόλο που ο παπισμός αναγορεύτηκε τελικά υπέρτατη δύναμη σε ό,τι αφορά τα εκκλησιαστικά ζητήματα από τη Σύνοδο του Λατερανού (1511), το προφίλ του επλήγη από συνεχείς κατηγορίες για διαφθορά, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τον Πάπα Αλέξανδρο Στ', ο οποίος κατηγορήθηκε κατά καιρούς για σιμωνία, νεποτισμό και απόκτηση νόθων παιδιών, με τους γάμους των οποίων επεδίωξε την αύξηση της δύναμής του.[44]

Κληρικοί όπως ο Έρασμος και ο Λούθηρος πρότειναν μεταρρύθμιση στους κόλπους της Εκκλησίας, βασισμένοι στην ανάγνωση του κειμένου της Καινής Διαθήκης υπό ουμανιστικό πρίσμα.[12] Πράγματι, ήταν ο Λούθηρος που τον Οκτώβριο του 1517 δημοσίευσε τις 95 Θέσεις που οδήγησαν στη Μεταρρύθμιση, μια ρήξη με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, η οποία στο παρελθόν αξίωνε την ηγεμονία της Δυτικής Ευρώπης. Ο ουμανισμός και η Αναγέννηση κατά συνέπεια έπαιξαν άμεσο ρόλο στο ξέσπασμα της Μεταρρύθμισης, όπως και πολλών άλλων ταυτόχρονων θρησκευτικών συζητήσεων και συγκρούσεων.

Κατά την περίοδο που ακολούθησε τη Λεηλασία της Ρώμης το 1527, οπότε και η Μεταρρύθμιση είχε κλονίσει τα θεμέλια της Καθολικής Εκκλησίας, ο Πάπας Παύλος Γ' ανήλθε στον παπικό θρόνο (1534–1549). Σε αυτόν αφιέρωσε ο Κοπέρνικος το «Περί της περιστροφής των ουράνιων σφαιρών» και ήταν αυτός που έγινε παππούς του καρδιναλίου Αλεσσάντρο Φαρνέζε που ήταν ιδιοκτήτης πινάκων του Τιτσιάνο, του Μικελάντζελο και του Ραφαήλ, καθώς και μιας σημαντικής συλλογής πινάκων, και που επίσης παρήγγειλε το αριστούργημα του Κροάτη Τζούλιο Κλόβιο, ίσως το τελευταίο κύριο εικονογραφημένο χειρόγραφο, οι «Ώρες των Φαρνέζε».

Αυτογνωσία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Τζόρτζιο Βαζάρι (1511-1574) συγγραφέας του έργου με τίτλο «Vite de' più eccellenti architetti, pittori, et scultori Italiani» («Βίοι των εξοχότερων Ιταλών αρχιτεκτόνων, ζωγράφων και γλυπτών») (1550).

Μέχρι το 15ο αιώνα, οι συγγραφείς, οι καλλιτέχνες και οι αρχιτέκτονες της Ιταλίας είχαν αντιληφθεί το κύμα των αλλαγών που λάμβανε χώρα και χρησιμοποιούσαν όρους όπως «modi antichi» (μόντι αντίκι, «με τον παλαιό τρόπο») και «alle romana et alla antica» (άλλε ρομάνα ε άλλα αντίκα, «με τον τρόπο των Ρωμαίων και τον τρόπο των αρχαίων») για να περιγράψουν τις αντίστοιχες τεχνοτροπίες. Κατά τη δεκαετία του 1330, ο Πετράρκα αναφερόταν στην προχριστιανική περίοδο με τον όρο «antiqua» (αντίκουα, «αρχαία») και στη χριστιανική περίοδο με τον όρο «nova» (νόβα, «νέα»).[45] Από την (ιταλική) οπτική γωνία του Πετράρκα, αυτή η νέα εποχή, η οποία συμπεριελάμβανε τις μέρες του, ήταν εποχή εθνικής έκλειψης.[45] Ο Λεονάρντο Μπρούνι (περ. 1370–1444) ήταν ο πρώτος που χώρισε την «Ιστορία των Φλωρεντινών» (1442) σε τρεις περιόδους.[46] Οι δύο πρώτες ταυτίζονται με αυτές του Πετράρκα, ωστόσο προσέθεσε και μία τρίτη καθώς πίστευε πως η Ιταλία δεν βρισκόταν πλέον σε παρακμή. Ο Φλάβιο Μπιόντο (1392–1463) χρησιμοποίησε παρόμοιο πλαίσιο στο έργο του «Historiarum ab inclinatione Romanorum imperii decades» («Δεκαετίες ιστορίας από την Παρακμή της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας») (1439–1453).

Οι ουμανιστές ιστορικοί υποστηρίζουν πως το έργο των συγχρόνων τους λογίων αποκαθιστά άμεσες συνδέσεις με την κλασσική περίοδο, παρακάμπτοντας με τον τρόπο αυτό τη Μεσαιωνική Εποχή, στην οποία αποδίδουν για πρώτη φορά το όνομα αυτό. Ο όρος εμφανίζεται αρχικά στα λατινικά το 1469 ως «media tempestas» («μεσαίοι καιροί»).[47] Ο όρος «la rinascita» («η αναγέννηση») έκανε την εμφάνισή του, ωστόσο, με την ευρεία του έννοια στο έργο του Τζόρτζιο Βαζάρι (1511-1574) με τίτλο «Vite de' più eccellenti architetti, pittori, et scultori Italiani» («Βίοι των εξοχότερων Ιταλών αρχιτεκτόνων, ζωγράφων και γλυπτών») (1550).[48] Ο Βαζάρι χωρίζει την εποχή σε τρεις φάσεις: κατά την πρώτη έδρασαν οι Τσιμαμπούε (περ. 1240–1302), Τζιόττο (1267-1337) και Αρνόλφο ντι Κάμπιο (περ. 1240–1300/1310). Κατά τη δεύτερη οι Μαζάτσο (1401–1428), Μπρουνελέσκι (1377–1446) και Ντονατέλλο (περ. 1386–1466). Η τρίτη επικεντρώνεται γύρω από τον ντα Βίντσι (1452-1519) και κορυφώνεται με το Μικελάντζελο (1475–1564). Σύμφωνα με το Βαζάρι, δεν ήταν απλά η εξάπλωση των γνώσεων γύρω από την κλασσική αρχαιότητα που οδήγησε στο πολιτιστικό αυτό ρεύμα, αλλά επίσης η αυξανόμενη επιθυμία των ανθρώπων να μελετήσουν και να μιμηθούν τους τρόπους της φύσης.[49]

Ιστοριογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύλληψη του όρου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Φωτογραφικό πορτραίτο του Ελβετού ιστορικού τέχνης Γιακόμπ Μπούκχαρντ (1818–1897).

Ο όρος «Αναγέννηση» χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά αναδρομικά από τον Ιταλό καλλιτέχνη και κριτικό Τζόρτζιο Βαζάρι (1511-1574) στο σύγγραμά του με τίτλο «Vite de' più eccellenti architetti, pittori, et scultori Italiani» («Βίοι των εξοχότερων Ιταλών αρχιτεκτόνων, ζωγράφων και γλυπτών»), το οποίο εκδόθηκε το 1550. Σε αυτό ο Βαζάρι προσπάθησε να προσδιορίσει εκείνο που ο ίδιος θεωρεί ρήξη με τις βαρβαρότητες της γοτθικής τέχνης: οι τέχνες είχαν παρακμάσει μετά την πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και μόνο οι καλλιτέχνες της Τοσκάνης Τσιμαμπούε (περ. 1240–1302) και Τζιόττο (1267-1337) αποπειράθηκαν να αντιστρέψουν τη διαδικασία αυτή. Σύμφωνα με το Βαζάρι, η αρχαία τέχνη κατείχε κεντρική θέση στην αναγέννηση των τεχνών στην Ιταλία.[50]

Ωστόσο, έπρεπε να έρθει ο 19ος αιώνας για να γίνει δημοφιλής ο γαλλικός όρος «Renaissance» (ρενεσάνς, «Αναγέννηση») κατά την περιγραφή του πολιτιστικού κινήματος που ξκίνησε στα τέλη του 13ου αιώνα. Η Αναγέννηση ορίστηκε για πρώτη φορά από το Γάλλο ιστορικό Ζυλ Μισελέ (1798–1874), στο έργο του «Histoire de France» (Ιστουάρ ντε Φρανς, «Ιστορία της Γαλλίας», 1855). Για το Μισελέ, η Αναγέννηση υπήρξε περισσότερο βήμα στην εξέλιξη της επιστήμης κι όχι τόσο σε εκείνη της τέχνης και του πολιτισμού. Την οριοθέτησε από τα τέλη του 15ου αιώνα μέχρι τα μέσα του 17ου αιώνα. Επιπλέον, τόνισε τη διαφορά ανάμεσα σε αυτά που αποκαλούσε «παράξενα και τερατώδη» χαρακτηριστικά του Μεσαίωνα και στις δημοκρατικές αξίες που εκείνος, δηλωμένος Ρεπουμπλικάνος, επέλεξε να δει στην περίοδο αυτή.[7] Όντας Γάλλος εθνικιστής, ο Μισελέ υποστήριξε ότι η Αναγέννηση υπήρξε γαλλικό ρεύμα.[7]

Ο Ελβετός ιστορικός Γιακόμπ Μπούκχαρντ (1818 – 1897) στο έργο του «Die Cultur der Renaissance in Italien» («Ο Πολιτισμός της Αναγέννησης στην Ιταλία») (1860), αντιθέτως, οριοθέτησε την Αναγέννηση ως την περίοδο ανάμεσα στον Τζιόττο και τον Μικελάντζελο στη Ιταλία, δηλαδή, από το 14ο έως τα μέσα του 16ου αιώνα. Είδε στην Αναγέννηση την ανάδυση του σύγχρονου πνεύματος της ατομικότητας, που είχε καταπνιγεί στο Μεσαίωνα. Το βιβλίο του διαβάστηκε ευρέως και άσκησε μεγάλη επιρροή στην ανάπτυξη της σύγχρονης ερμηνείας της Ιταλικής Αναγέννησης.[51]

Πιο πρόσφατα, οι ιστορικοί τείνουν πολύ λιγότερο να προσδιορίζουν την Αναγέννηση ως ιστορική εποχή, η ακόμη κι ως πολιτιστικό κίνημα με κάποια συνοχή. Ο Ράντολφ Σταρν, ιστορικός στο Πανεπιστήμιο Μπέρκλεϋ, υποστηρίζει:

«Αντί για μία περίοδο με ακριβώς καθορισμένη αρχή και τέλος και συνεχές περιεχόμενο στο μεταξύ, η Αναγέννηση μπορεί να (και μερικές φορές έχει πράγματι) θεωρηθεί ως ένα κίνημα πρακτικών και ιδεών στο οποίο ανταποκρίθηκαν ποικιλοτρόπως συγκεκριμένες ομάδες και αναγνωρίσιμα πρόσωπα σε διαφορετικούς χρόνους και τόπους. Θα ήταν με αυτή την έννοια ένα δίκτυο από ποικίλες, συχνά συγκλίνουσες, μερικές φορές αντικρουόμενες κουλτούρες, όχι μια ενιαία και χρονικά οριοθετημένη».[9]

Διχογνωμίες αναφορικά με την πρόοδο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υπάρχουν διχογνωμίες αναφορικά με το βαθμό που η Αναγέννηση βελτίωσε τον πολιτισμό του Μεσαίωνα. Τόσο ο Μισελέ όσο και ο Μπούκχαρντ περιέγραψαν με θέρμη τα βήματα προόδου που συντελέστηκαν κατά την Αναγέννηση προς τη σύγχρονη εποχή. Ο Μπούκχαρντ παρομοίωσε την αλλαγή με ένα πέπλο το οποίο αφαιρέθηκε από τα μάτια των ανθρώπων, επιτρέποντάς τους να δουν καθαρά.

«Κατά το Μεσαίωνα αμφότερες οι πλευρές της ανθρώπινης αντίληψης - εκείνη που στράφηκε προς τα μέσα κι εκείνη που στράφηκε προς τα έξω - παρέμεναν σε όνειρο ή μισοκοιμισμένες κάτω από ένα κοινό πέπλο. Το πέπλο είχε υφανθεί με την πίστη, την αυταπάτη και την παιδιάστικη προκατάληψη, δια μέσου των οποίων ο κόσμος και η ιστορία φαίνονταν επενδυμένα με περίεργα χρώματα».


0000 Γιακόμπ Μπούκχαρντ, «Ο Πολιτισμός της Αναγέννησης στην Ιταλία» [26]

«Η Αικατερίνη των Μεδίκων αντιμετωπίζει τα πτώματα των προτεσταντών που σφαγιάστηκαν κατά τη Νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου (1572) στο Παρίσι», έργο του Εντουάρ Ντεμπά - Πονσάν, 1880.

Από την άλλη πλευρά, πολλοί ιστορικοί σήμερα τονίζουν πως πολλοί από τους αρνητικούς κοινωνικούς παράγοντες που είθισται να συσχετίζονται με τη μεσαιωνική εποχή - π.χ. φτώχεια, πόλεμος, θρησκευτικοί και πολιτικοί διωγμοί - κατά τα φαινόμενα χειροτέρεψαν κατά την Αναγέννηση, η οποία υπήρξε μάρτυρας της ανόδου της μακιαβελικής πολιτικής, των θρησκευτικών πολέμων, των δολοπλοκιών που άσκησαν οι Βοργίες και της εξάπλωσης των κυνηγιών μαγισσών κατά το 16ο αιώνα. Πολλοί από τους ανθρώπους που έζησαν κατά την Αναγέννηση δεν την αντιμετώπιζαν ως τη «χρυσή εποχή» που φαντάστηκαν ορισμένοι συγγραφείς του 19ου αιώνα, αλλά αντίθετα εξέφραζαν την ανησυχία τους για τις κοινωνικές αυτές ασθένειες. Χαρακτηριστικά, ωστόσο, οι καλλιτέχνες, συγγραφείς και μαικήνες των τεχνών που υπήρξαν κομμάτι της πολιτιστικής αυτής επανάστασης, θεωρούσαν πως ζούσαν σε μια νέα εποχή, που ήταν σε πλήρη αντιδιαστολή με το Μεσαίωνα.[48] Ορισμένοι μαρξιστές ιστορικοί προτιμούν να περιγράφουν την Αναγέννηση με υλικούς όρους, υιοθετώντας την άποψη πως οι αλλαγές στην τέχνη, τη γραμματεία και τη φιλοσοφία υπήρξαν κομμάτι μιας γενικότερης οικονομικής τάσης από το φεουδαλισμό προς τον καπιταλισμό, που είχε ως αποτέλεσμα την άνθηση μιας αστικής τάξης με αρκετό ελεύθερο χρόνο για ενασχόληση με τις τέχνες.[52]

Ο Γιόχαν Χουιζίνγκα (1872–1945) αναγνώριζε την ύπαρξη της Αναγέννησης μα αμφέβαλλε κατά πόσο επρόκειτο για θετική αλλαγή. Στο βιβλίο του «Herfsttij der Middeleeuwen» («Η Παρακμή του Μεσαίωνα») (1919) υποστήριξε πως η Αναγέννηση ήταν περίοδος παρακμής από τον Υψηλό Μεσαίωνα, οπότε και καταστράφηκαν πολλά σημαντικά πράγματα.[8] Η λατινική γλώσσα, για παράδειγμα, είχε εξελιχθεί σημαντικά από την κλασσική εποχή και ήταν ακόμη ζωντανή γλώσσα, η οποία χρησιμοποιούταν στην εκκλησία και αλλού. Η εμμονή της Αναγέννησης με την κλασσική καθαρότητα παρεμπόδισε την περαιτέρω εξέλιξή της με αποτέλεσμα να επανέλθει στην κλασσική της μορφή. Ο Ρόμπερτ Σ. Λόπεζ ισχυρίστηκε πως επρόκειτο για εποχή βαθειάς οικονομικής κρίσης.[53] Στο μεταξύ, οι Τζωρτζ Σάρτον και Λυνν Θόρννταϊκ υποστήριξαν πως η επιστημονική πρόοδος ίσως και να ήταν λιγότερο καινοτόμος από ό,τι παραδοσιακά θεωρείται.[54] Τέλος, η Τζοάν Κέλλυ πως οδήγησε σε βαθύτερο χάσμα ανάμεσα στα φύλα, μειώνοντας τα μέσα που κατείχαν οι γυναίκες το Μεσαίωνα.[55]

Ορισμένοι ιστορικοί έχουν αρχίσει να θεωρούν πως η λέξη «Αναγέννηση» τείνει να φορτίζεται άσκοπα, υποννοώντας μια αναμφισβήτητα θετική αναγέννηση από την υποτιθέμενη πιο πρωτόγονη «Σκοτεινή Εποχή». Πολλοί ιστορικοί πλέον προτιμούν τον όρο «Πρώιμη Σύγχρονη» για αυτή την περίοδο, μια πιο ουδέτερη φράση που τονίζει το ρόλο της ως μεταβατικό στάδιο ανάμεσα στο Μεσαίωνα και το σήμερα.[56] Άλλοι, όπως ο Ρότζερ Όσμπορν, θεωρούν πως η Ιταλική Αναγέννηση υπήρξε αποθήκη των μύθων και ιδανικών του δυτικού κόσμου γενικότερα, και πως αντί για μια αναβίωση του αρχαίου κόσμου επρόκειτο για μια εποχή μεγάλων καινοτομιών.[57]

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. ««Renaissance», Online Etymology Dictionary». Etymonline.com. http://www.etymonline.com/index.php?search=renaissance&searchmode=none. 
  2. BBC Science and Nature, Leonardo da Vinci
  3. BBC History, Michelangelo
  4. Burke, Peter (1998).
  5. 5,0 5,1 Strathern, Paul (2009).
  6. Barenboim, Peter & Shiyan, Sergey (2006).
  7. 7,0 7,1 7,2 7,3 7,4 7,5 7,6 Brotton, Jerry (2006).
  8. 8,0 8,1 Huizinga, Johan (1919).
  9. 9,0 9,1 Starn, Randolph (2007).
  10. «The Idea of the Renaissance», Washington State University Website.
  11. Perry, Marvin & Baker, J. Wayne & Pfeiffer Hollinger, Pamela (2002). Κεφάλαιο 13.
  12. 12,0 12,1 12,2 12,3 Open University, «Looking at the Renaissance: Religious Context in the Renaissance»
  13. Open University, «Looking at the Renaissance: Urban economy and government»
  14. 14,0 14,1 Stark, Rodney (2006).
  15. The National Geographic Society (1970).
  16. Reynolds, L.D. & Wilson, Nigel (1974), σελ.113-123.
  17. Reynolds, L.D. & Wilson, Nigel (1974), σελ.123, 130–137.
  18. Reynolds, L.D. & Wilson, Nigel (1974), σελ.119, 131.
  19. Kirshner, Julius (2005), σελ. 89.
  20. 20,0 20,1 20,2 Burckhardt, Jacob (1878a).
  21. 21,0 21,1 Skinner, Quentin (1978), σελ. 69.
  22. Martin, John Jeffries & Romano, Dennis (2002).
  23. «The End of Europe's Middle Ages: The Black Death», ιστότοπος Πανεπιστημίου του Κάλγκαρυ.
  24. Netzley, Patricia D. (1997)
  25. Hause, S. & Maltby, W. (2001). (Τόμος 2, σελ. 217).
  26. 26,0 26,1 Burckhardt, Jacob, (1878).
  27. Stephens, John N. (1990), σελ. 121.
  28. Burke, Peter (1990), σελ. 2.
  29. Hause, S. & Maltby, W. (2001). (Τόμος 2, σελ. 245-246).
  30. Clare, John D. & Millen, Alan (1994), σελ. 14.
  31. Stork, David G. Optics and Realism in Renaissance Art, Πανεπιστήμιο Stanford.
  32. Vasari, Giorgio (1965).
  33. «Πίτερ Μπρίγκελ», Web Gallery of Art.
  34. Hooker, Richard, «Architecture and Public Space».
  35. Saalman, Howard (1993).
  36. Hause, S. & Maltby, W. (2001). (Τόμος 2, σελ. 250–251).
  37. Capra, Fritjof, (2007).
  38. Debus, Allen George (1978).
  39. Butterfield, Herbert (1997).
  40. Shapin, Steven (1998).
  41. Van Doren, Charles (1991).
  42. Burke, Peter (2000).
  43. Catholic Encyclopedia: «Western Schism».
  44. Catholic Encyclopedia: «Alexander VI».
  45. 45,0 45,1 Mommsen, Theodore (1942). Τόμος 17, τεύχος 2, σελ. 226-242.
  46. Bruni, Leonardo & Hankins, James (2001), σελ. xvii.
  47. Albrow, Martin, (1996), σελ. 205.
  48. 48,0 48,1 Panofsky, Erwin (1972).
  49. Sohm, Philip (2001).
  50. «Defining the Renaissance», Open University.
  51. Gay, Peter (1974).
  52. Renaissance Forum στο Hull University, Φθινόπωρο 1997.
  53. Lopez, Robert S. & Miskimin, Harry A. (1962). Σελ. 408–26.
  54. Thorndike, Lynn (1943).
  55. Kelly-Gadol, Joan (1977).
  56. Greenblatt, Stephen (1980).
  57. Osborne, Roger (2008).

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αγγλική γλώσσα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Albrow, Martin, (1996). «The Global Age: State and Society Beyond Modernity», Stanford University Press, ISBN 9780804728706.
  • Barenboim, Peter & Shiyan, Sergey (2006). «Michelangelo : Mysteries of Medici Chapel», Μόσχα. ISBN 5850508522.
  • Brotton, Jerry (2006). «The Renaissance: A Very Short Introduction», Oxford University Press. ISBN 9780192801630.
  • Bruni, Leonardo & Hankins, James (2001). «History of the Florentine people», Τόμος 1, Βιβλία 1–4, Harvard University Press, ISBN 9780674005068.
  • Burckhardt, Jacob (1878b). «The Republics: Venice and Florence»', «The Civilization of the Renaissance in Italy» (μετάφραση S.G.C. Middlemore, 1878)
  • Burckhardt, Jacob (1878a). «The Revival of Antiquity», «The Civilization of the Renaissance in Italy» (μετάφραση S.G.C. Middlemore, 1878)
  • Burckhardt, Jacob, (1878). «The Development of the Individual», «The Civilization of the Renaissance in Italy», μετάφραση S.G.C. Middlemore.
  • Burke, Peter (1998). «The European Renaissance: Centers and Peripheries (Making of Europe)», Wiley-Blackwell, Οξφόρδη. ISBN 9780631198451.
  • Burke, Peter (1990). «The Spread of Italian Humanism» στο βιβλίο «The Impact of Humanism on Western Europe», Longman Group United Kingdom, ISBN 9780582503311.
  • Burke, Peter (2000). «A Social History of Knowledge: From Gutenberg to Diderot», Polity Press, Cambridge, Μασσαχουσέττη, ISBN 9780745624853.
  • Butterfield, Herbert (1997). «The Origins of Modern Science», Free Press, ISBN 9780684836379.
  • Capra, Fritjof (2007). «The Science of Leonardo; Inside the Mind of the Great Genius of the Renaissance», Doubleday, Νέα Υόρκη, 2007, ISBN 9780385513906.
  • Clare, John D. & Millen, Alan (1994). «Italian Renaissance», Gulliver Books, Λονδίνο, ISBN 978015200088.
  • Debus, Allen George (1978). «Man and Nature in the Renaissance», Cambridge University Press, ISBN 9780521293280.
  • Gay, Peter (1974). «Style in History», Basic Books, Νέα Υόρκη.
  • Greenblatt, Stephen (1980). «Renaissance Self-Fashioning: From More to Shakespeare», University of Chicago Press.
  • Hause, S. & Maltby, W. (2001). «A History of European Society. Essentials of Western Civilization», Belmont, CA: Thomson Learning, Inc.
  • Huizinga, Johan (1919). «The Waning of the Middle Ages».
  • Kelly-Gadol, Joan (1977). «Did Women Have a Renaissance?», «Becoming Visible: Women in European History.», Houghton Mifflin, Βοστώνη.
  • Kirshner, Julius (2005). «Family and Marriage: A socio-legal perspective» από τη συλλογή «Italy in the Age of the Renaissance: 1300-1550», John M. Najemy, Oxford University Press. ISBN 9780198700401.
  • Lopez, Robert S. & Miskimin, Harry A. (1962). «The Economic Depression of the Renaissance», Economic History Review, 2η σειρά, 14.
  • Martin, John Jeffries & Romano, Dennis (2002). «Venice Reconsidered: The History and Civilization of an Italian City-State, 1297-1797», The Johns Hopkins University Press, ISBN 9780801873089.
  • Mommsen, Theodore (1942). «Petrarch's Conception of the 'Dark Ages'», Speculum (Cambridge MA: Medieval Academy of America).
  • Netzley, Patricia D. (1997). «Life During the Renaissance (Way People Live)», Greenhaven Press, ISBN 9781560063759.
  • Osborne, Roger (2008). «Civilization: A New History of the Western World», Pegasus, ISBN 9781933648767.
  • Panofsky, Erwin (1972). «Renaissance And Renascences In Western Art», Westview Press, ISBN 9780064300261.
  • Perry, Marvin & Baker, J. Wayne & Pfeiffer Hollinger, Pamela (2002). «The Humanities In The Western Tradition: Ideas And Aesthetics (Volume I: Ancient to Medieval)», Wadsworth Publishing. ISBN 9780395848111.
  • Reynolds, L.D. & Wilson, Nigel (1974). «Scribes and Scholars: A Guide to the Transmission of Greek and Latin Literature», Clarendon Press, Οξφόρδη.
  • Saalman, Howard (1993). «Filippo Brunelleschi: The Buildings»], Pennsylvania State Univ Pr. ISBN 9780271010670.
  • Shapin, Steven (1998). «The Scientific Revolution», University of Chicago Press, Σικάγο, ISBN 9780226750217.
  • Skinner, Quentin (1978). «The Foundations of Modern Political Thought», vol I: «The Renaissance» vol II: «The Age of Reformation», Cambridge University Press.
  • Sohm, Philip (2001). «Style in the Art Theory of Early Modern Italy», Cambridge University Press, ISBN 9780521780698.
  • Stark, Rodney (2006). «The Victory of Reason: How Christianity Led to Freedom, Capitalism, and Western Success», Random House Trade Paperbacks. ISBN 9780812972337.
  • Starn, Randolph (2007). «A Postmodern Renaissance?», Renaissance Quarterly. (Project Muse)
  • Starn, Randolph. «Renaissance Redux», «The American Historical Review», Τόμος.103 No.1 σελ.124.
  • Stephens, John N. (1990), «Individualism and the cult of creative personality», «The Italian Renaissance», Νέα Υόρκη, ISBN 9780582064256.
  • Strathern, Paul (2009). «The Medici: Godfathers of the Renaissance», Vintage Books. ISBN 9780099522973.
  • The National Geographic Society (1970), «The Renaissance, Maker of Modern Man». ISBN 9780870440915.
  • Thorndike, Lynn (1943). «Renaissance or Prenaissance?» από το «Some Remarks on the Question of the Originality of the Renaissance», «Journal of the History of Ideas» Τόμος. 4, No. 1, Ιανουάριος 1943.
  • Vasari, Giorgio (1965). «Lives of the Artists», μετάφραση του George Bull, Penguin Classics, ISBN 0140441646.
  • Van Doren, Charles (1991). «A History of Knowledge: Past, Present, and Future», Ballantine, Νέα Υόρκη, ISBN 9780345373168.

Ελληνική γλώσσα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Κ. Γ. Αθανασόπουλος, Ancillae Theologiae: Το φιλοσοφείν και Θεολογείν κατά το Μεσαίωνα και το Βυζάντιο, εκδ. Παρουσία, Αθήνα, 2004, σελ.350 (με πίνακες και λεπτομερή βιβλιογραφία στην Ελληνική, Λατινική, Αγγλική, Γαλλική και Γερμανική) (ISBN: 960-7956-94-X)
  • Κ. Γ. Αθανασόπουλος, Φιλοσοφία στην Ευρώπη, τόμος Α: Η Φιλοσοφία στην Ευρώπη από τον 6ο ως τον 16ο αι., Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, Πάτρα 2001, σελ.203 (ISBN: 960-538-286-5) (β έκδοση με εκτεταμένο κεφάλαιο στην Αναγέννηση)
  • Brotton, Jerry (2007). «Η Αναγέννηση: Όλα όσα πρέπει να γνωρίζετε», μετάφραση Λίλιαν Δογιαμά, Μαρία Πουλέα, Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, ISBN 9789604428854.
  • Calabi, Donatella (2004). «Η πόλη στην πρώιμη Αναγέννηση», μετάφραση Σπύρος Παρίτσης, Δήμητρα Δότση, επιμέλεια Έφη Παφίλη, Εκδόσεις Σαββάλας, Αθήνα, ISBN 9789604230785.
  • Clark, Kenneth (1962). «Τὰ ἑλληνικὰ γράμματα εἰς τὴν Δύσιν πρὸ τῆς ἁλώσεως τῆς Κωνσταντινουπόλεως», Περιοδικό Θεολογία, Τόμος 33, σσ. 43-53, 262-272.
  • Copenhaver, Brian P. & Schmitt, Charles B. (2007). «Η Φιλοσοφία της Αναγέννησης», επιμέλεια Γιώργος Μανιάτης, μετάφραση Χρήστος Γεμελιάρης, Αθήνα, Εκδόσεις Πολύτροπον, ISBN 9789608354593.
  • Corrain, Lucia (2000). «Αναγέννηση», μετάφραση Μπέσσυ Πλακούλα, Εκδόσεις Modern Times, Αθήνα, ISBN 9789605397173.
  • Jaeger, Werner (1977). «Κλασικὴ ἀρχαιότητα καὶ οὑμανισμός», Περιοδικό «Λόγος καὶ Πράξη», Τεύχος 4, σσ. 48-52.
  • Pater, Walter (2011). «Η Αναγέννηση: Μελέτες για την τέχνη και την ποίηση», μετάφραση Άρης Μπερλής, Αθήνα, Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, ISBN 9789602215111.
  • Setton, Kenneth M. (2008). «Το βυζαντινό υπόβαθρο της ιταλικής Αναγέννησης», μετάφραση Μιλτιάδης Οικονόμου, Εκδόσεις Εκάτη, ISBN 9789604080830.
  • Skinner, Quentin. (2005). «Τα θεμέλια της νεότερης πολιτικής σκέψης. Η Αναγέννηση: Η εποχή της μεταρρύθμισης.», επιμέλεια Σπύρος Μαρκέτος, μετάφραση Μαρίνος Σαρηγιάννης, Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, ISBN 9789602213322.
  • Smith, Jeffrey Chipps (2005). «Η Αναγέννηση στη Βόρεια Ευρώπη», μετάφραση Ιωάννα Βετσοπούλου, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα, ISBN 9789600340495.
  • Turner, Richard (2011). «Η Αναγγένηση στη Φλωρεντία : Η γένεση μιας νέας τέχνης», μετάφραση Μιχάλης Λυχούνας, Θεσσαλονίκη, University Studio Press, ISBN 9789601220598.
  • Vasari, Giorgio (1997). «Οι Βίοι των Πλέον Εξαίρετων Ζωγράφων, Γλυπτών και Αρχιτεκτόνων», Εκδόσεις Πατάκη, ISBN 9789606000270.
  • Παλιγγίνης, Β.Χ. (2009). «Ο κόσμος του πνεύματος στην Αναγέννηση και την Μεταρρύθμιση», Εκδόσεις Οδός Πανός, ISBN 9789608378971.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]


Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Renaissance της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).