Έθνος (κοινωνιολογία)

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Στην τρισχιλιετή ιστορία του Πύργου της Βαβέλ ερμηνεύεται ο διαχωρισμός της ανθρωπότητας σε ξεχωριστά έθνη, το καθένα από τα οποία έχει συγκροτηθεί με βάση τις δικές του πεποιθήσεις στον ιδιαίτερο γεωγραφικό του χώρο, τη δική του γλώσσα και μια υποθετική κoινή βιολογική συγγένεια.[1]

Έθνος ονομάζεται ένα σύνολο ανθρώπων που μοιράζονται κοινά γνωρίσματα που διακρίνουν το σύνολο αυτό, σε παγκόσμια κλίμακα. Τα κυριότερα από τα γνωρίσματα αυτά μπορεί να είναι η φυλή, η γλώσσα, το θρήσκευμα, η κοινή ιστορία και πολιτισμός και η γεωγραφική καταγωγή. Ιστορικά όμως, βασικότερο στοιχείο για την ύπαρξη ενός έθνους είναι η ανάπτυξη της εθνικής του συνείδησης ή ακριβέστερον η αυτή ιστορική αποστολή,[2] δηλαδή ο ιδεολογικός παραγκωνισμός των υπόλοιπων στενότερων (π.χ. φατριασμός, τοπικισμός) ή και ευρύτερων (π.χ. φυλετισμός, αυτοκρατορισμός, οικουμενισμός) ομαδοποιήσεων, χάριν του εθνικισμού.

Γενικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην Ευρώπη, η ανάπτυξη της εθνικής συνείδησης ξεκίνησε για τα περισσότερα έθνη (εξαιρουμένων Ελλάδας και Ιταλίας) κατά την Αναγέννηση, οπότε και τα πρώτα περιορισμένα κατ' έκταση βασίλεια που υπήρχαν μέχρι τότε μετατράπηκαν σταδιακά σε κράτη σημερινής μορφής. Κατά τη μαρξιστική θεώρηση υποστηρίζεται ότι η άνοδος του εθνικισμού υπήρξε απαραίτητη για τη μετάβαση από τη φεουδαρχία στον καπιταλισμό και για την άνοδο της αστικής τάξης στη θέση που κατείχε η αριστοκρατία ως άρχουσα τάξη του κράτους.

Το έθνος καταλαμβάνει μια κοινή εδαφική έκταση (γεωγραφική περιοχή), γι' αυτό και τα μέλη που το απαρτίζουν έχουν κοινά συμφέροντα χώρου και εδάφους με συνέπεια της δημιουργίας της έννοιας της πατρίδας. Έτσι, η ανάπτυξη της εθνικής συνείδησης οδήγησε συγχρόνως σε ταύτιση του χώρου κράτους με το έθνος και κατ' επέκταση η διοίκηση αυτού με τον Ηγεμόνα του.

Σήμερα θεωρείται ότι η αποφασιστική συνδετική δύναμη ενός έθνους είναι εκείνη που προέρχεται, κατά ποικίλους τρόπους, από μια έντονη αίσθηση της δικής του ιστορίας, της ιδιαίτερης ακόμη και θρησκείας αλλά και της μοναδικότητας της ομιλούμενης γλώσσας, που αποτελούν και τα κύρια αντικείμενα της έρευνας των εθνολόγων.

Η έννοια του έθνους παραλλάσσει ανάμεσα σε δύο σχολές που την αντιλαμβάνονται διαφορετικά η κάθε μία. Η παραπάνω οριοθέτηση της έννοιας του έθνους απαντάται στην γερμανική περί έθνους σχολή. Η δεύτερη σχολή είναι η γαλλική περί έθνους, όπου ως έθνος νοείται το σύνολο των ανθρώπων που αυτοπροσδιορίζονται και εντάσσουν εαυτόν (αίσθημα του ανήκειν) σε ένα συγκεκριμένο έθνος, ανεξαρτήτως βιολογικής καταγωγής ή γλώσσας κ.λπ. Ο Ερνέστ Ρενάν χαρακτηρίζει αυτή τη διαδικασία αυτοπροσδιορισμού του καθενός ως ένα καθημερινό δημοψήφισμα.

Έδαφος, μνήμη, χρόνος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

«Υπάρχουν παιδιά της γης που ζουν και κατοικούν στη δική τους πατρίδα...Είναι δίκαιο να ξεκινήσουμε εξυμνώντας τη γη που είναι η μητέρα τους...διότι όπως μία γυναίκα αποδεικνύει τη μητρότητά της θηλάζοντας τα νεογνά της, με τον ίδιο τρόπο αποδεικνύει η γη μας πως είναι μητέρα των ανδρών, διότι σε αυτές τις ημέρες μόνο αυτή και πρώτη απ΄ οτιδήποτε άλλο προσέφερε σιτάρι και κριθάρι για να τραφούμε».

Πλάτων, Μενέξενος 237d κ.ε.

Το έθνος μορφοποιείται γύρω από κοινές παραδόσεις οι οποίες δεν αφορούν απλώς ένα ιδιαίτερο και ξεχωριστό αλλά, κυρίως, ένα χωρικά προσδιορισμένο συλλογικό παρελθόν. Όταν η σχέση μεταξύ των ατόμων προσδιορίζεται με γεωγραφικούς όρους τότε ο χώρος γίνεται βάση διάκρισης των ανθρώπινων συνόλων. Οι κάτοικοι ενός γεωγραφικού χώρου συσχετίζουν τους εαυτούς τους με άλλα άτομα των οποίων η αυτοκατανόηση έχει αναφορές στον ίδιο γεωγραφικό χώρο.

Ιστορικές μνήμες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αν δεν υπήρχαν, για παράδειγμα, μνήμες του παρελθόντος, όπως η Έξοδος από την Αίγυπτο, Ο Μωυσής κι το χάλκινο φίδι του (το οποίο φυλασσόταν στο Ναό της Ιερουσαλήμ) μέχρι τη βασιλεία του Εζεκία (714-686 π.Χ.) δεν θα είχε υπάρξει το έθνος του αρχαίου Ισραήλ. Ούτε θα υπήρχε αγγλικό έθνος εάν δεν είχαν διασωθεί οι μνήμες του Σάξονα βασιλέα Άλφρεντ Κίνγ (King Alfred) (849-899 π.Χ.), όπως ακριβώς για τι ιαπωνικό έθνος ήταν οι μνήμες του βασιλείου Γιαμάτο (Yamato) (4os-7ος αιώνας.[3]

Ιστορική εξέλιξη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το έθνος όντας ιστορικό φαινόμενο εξελίσσεται. Για παράδειγμα, το «όμοιο αίμα και όμοια γλώσσα έχουν οι Έλληνες και τους ίδιους ναούς θεών και θυσίες κάνουν κοινές και τα ήθη τους μοιάζουν» σύμφωνα με τον Ηρόδοτο αποτελεί έναν πρώτο ορισμό.

Ο ορισμός του Ηροδότου, αν και παλαιός, δεν υστερεί των μεταγενέστερων. Θα νόμιζε μάλιστα κανείς ότι το ζήτημα έχει μελετηθεί από παλιά και ότι ελάχιστα μένουν να ειπωθούν. Όμως υπάρχουν κεφαλαιώδεις διαφορές ανάμεσα στην αρχαία και τη σύγχρονη εποχή. Αυτό που διαπίστωνε ο Ηρόδοτος ήταν η πολιτιστική ταυτότητα (ή πολιτιστική ενότητα) των Ελλήνων και σε αυτήν αναφερόταν. Μάλιστα αυτή ήταν σαφέστατα διακριτή και συμβατή με τα κράτη τους. Είτε πόλεις-κράτη ήταν αυτά είτε αυτοκρατορίες και δεν έμπαινε ζήτημα καθορισμού του ενός από το άλλο, ταύτισης ή σύγχυσης. Αντίθετα στη σύγχρονη εποχή η σχέση έθνους-κράτους είναι στενή και καθοριστική. Σχεδόν δεν νοείται το ένα χωρίς το άλλο. Ακόμα η λέξη έθνος σήμαινε μάλλον τη φυλή, έτσι μέσα στους Έλληνες υπήρχαν πολλά έθνη. Και οι κοινωνικοί σχηματισμοί, οι δομήσεις, ήταν διαφορετικοί.

Προ-νεοτερικές εθνικές κοινότητες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι παράγοντες που συνέβαλαν στο σχηματισμό των προ-νεοτερικών εθνικών κοινοτήτων δεν ήταν μόνο η θρησκεία και τα ίδια ήθη και έθιμα, αλλά και η γλώσσα. Στην παράδοση των Ισραηλιτών υπάρχουν αποδείξεις, οι οποίες μας υποβάλλουν την ιδέα ότι οι διαφορές στη γλώσσα μπορεί να έχουν εκληφθεί ως ενδεικτικές διακρίσεις ανάμεσα στους αυτόχθονες και τους ξένους (Βασιλειών Β΄ΙΗ,26, Κριταί ΙΒ΄, 6 και Γένεσις Ι΄, 4,20). Μπορούμε να αντιληφθούμε καλύτερα ότι οι διαφορές στη γλώσσα θεωρούνται αντιπροσωπευτικές εθνικών διαφορών αν εξετάσουμε την ιστορία της μεσαιωνικής Πολωνίας. Εκεί εκδηλώθηκε μία αρνητική προδιάθεση εναντίον των Γερμανών- σημειώθηκε εξέγερση στην Κρακοβία εναντίον του Λόκετεκ, η οποία υποτίθεται πως υποκινήθηκε από τους Γερμανούς- και κατεστάλη το 1312. Στη συνέχεια, προσδιορίστηκε η ενοχή των υποκινητών αυτής της εξέγερσης με τον εξής τρόπο: οι άνθρωποι έπρεπε να προφέρουν σωστά πολωνικές λέξεις όπως soczewica (φακή), kolo (τροχός), mlym (μύλος). Όσοι δεν τις πρόφεραν σωστά κατηγορούνταν είτε ότι είναι Γερμανοί είτε ότι είναι Τσέχοι και στις δύο περιπτώσεις θεωρούνταν ένοχοι.[4]

Κατά την διάρκεια του βουλγαρικού αναρχικού κινήματος στη Θεσσαλονίκη (28 και 29 Απριλίου 1903) εις βάρος του γαλλικού ατμόπλοιου Guadalquivir, την ανατίναξη του μεγάρου της Οθωμανικής Τράπεζας και και την έκρηξη βομβών στο εργοστάσιο του αερόφωτος διεξήχθησαν ανακρίσεις αποκαλύπτοντας τους εμφανιζομένους ως έλληνες βουλγάρους που αδυνατούσαν να προφέρουν τη λέξη «κριθάρι» καθόσον το γράμμα Θ είναι άγνωστο στη βουλγαρική γλώσσα και έτσι πρόφεραν κριτάρι.[5]

Γενέθλιο γεγονός της σύγχρονης περί έθνους ιδέας αποτελεί, κατά την επικρατούσα άποψη, η Γαλλική Επανάσταση, η οποία απετέλεσε ώριμο καρπό του Διαφωτισμού. Στη συνέχεια όχι μόνο το έθνος αλλά και αυτή ακόμα η περί έθνους συζήτηση πήρε το βάρος ιστορικού φαινομένου με διαστάσεις οικονομικές, πολιτικές, ταξικές, θρησκευτικές και άλλες. Πολλαπλασιάστηκε δηλ. η σημασία, η αξία, η βαρύτητα του έθνους, το οποίο (κατ’ αναλογία των «φυσικών δικαίων») θεωρήθηκε «φυσική» συλλογικότητα, ιδιότητα, κατάσταση.

Aφομοιωτικό πρότυπο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το αφομοιωτικό πρότυπο πρωτοεμφανίζεται τη δεκαετία του 1950 με βασική του θέση ότι το έθνος αποτελεί ένα ενιαίο σύνολο από εθνική και πολιτισμική άποψη. Επομένως, το πρότυπο αυτό στοχεύει στην απορρόφηση των μεταναστών από το γηγενή πληθυσμό και στη μη δυνατότητα συμμετοχής τους στην πρόοδο και την ανάπτυξη της κοινωνίας.

Απαραίτητη είναι η εκμάθηση της επίσημης γλώσσας της χώρας υποδοχής και η εγκατάλειψη της μητρικής γλώσσας των μεταναστών, εφόσον δεν υπάρχει χρηστική ανάγκη. Αυτό σημαίνει ότι η μεταναστευτική ομάδα ερχόμενη σε επαφή με την επικρατούσα κοινωνική ομάδα χάνει τα δικά της πολιτισμικά στοιχεία και αναμιγνύεται σε τέτοιο βαθμό με την άλλη, ώστε να μην μπορεί πλέον να διακριθεί ως ξεχωριστή.

Το πρότυπο αυτό κατακρίθηκε διότι κατέχεται από εθνοκεντρικές θέσεις και υπάρχει μια πλήρης εξάρτηση από τον επικρατούντα πολιτισμό. Επίσης, ο μετανάστης καταδικάζεται σε μια συναινετική παρουσία στη ζωή και τον πολιτισμό του νέου χώρου εγκατάστασης, χωρίς δυνατότητα αντίδρασης ή παρέμβασης και είναι αναγκασμένος να εγκαταλείψει τον πολιτισμό της χώρας του και να αφομοιωθεί στα νέα δεδομένα.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Steven Grosby, Nationalism, A very Short Indrodution, Oxford University Press, σε μτφ εκδ. ελληνικά γράμματα, σ. 139 ISBN 960-442-781-4
  2. Θεόδωρος Κουλουμπής- Τζον Γουλφ, Εισαγωγή στις Διεθνείς σχέσεις, εκδ. Παπαζήση, 1981
  3. Steven Grosby, Εθνικισμός «Τι είναι έθνος» σ. 8 University Oxford Press, 2005
  4. Paul W. Knoll, The Rise of the Polish Monarchy, Σικάγο 1972
  5. Κωνσταντίνος Τσώπρος, Αναμνήσεις από το Μελένικο, σ.52, 1964 και 1992 Gr ISSSN:0073-862Χ

Ακαδημαϊκές μελέτες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Edward Shils, «Center and Periphery», Σικάγο 1975
  • Anthony D. Smith, «When is a Nation?», 2002
  • Steven Grosby, «Nationality and Religion», Cambridge, 2001