Αρχαϊκή εποχή

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση


Acropolis-panorama-night.jpg

Ελληνική Ιστορία

Κυκλαδικός πολιτισμός
Μινωικός πολιτισμός
Μυκηναϊκός πολιτισμός
Γεωμετρική εποχή
Αρχαϊκή εποχή
Κλασική εποχή
Ελληνιστική εποχή
Ρωμαϊκή περίοδος
Βυζαντινή περίοδος
Οθωμανική περίοδος
Νεότερη Ελλάδα
Σχετικά
Αρχαία ελληνική γραμματεία
Ελληνική γλώσσα
Ονομασίες Ελλήνων

Η περίοδος της αρχαίας ελληνικής ιστορίας από περίπου το 800 π.Χ. έως το 479 π.Χ. ονομάζεται αρχαϊκή εποχή. Ο όρος ‘αρχαϊκή εποχή’ προέρχεται από την αρχαιολογία.

Πηγές για την αρχαϊκή εποχή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Την περίοδο αυτή οι πηγές αυξάνονται. Οι πηγές της εποχής εκπροσωπούνται από :

  • τη λογοτεχνική παραγωγή της εποχής, δηλαδή,
  • τους καταλόγους βασιλέων και αρχόντων και
  • τις σωζόμενες επιγραφές.

Από μεταγενέστερες πηγές, έχουμε γραμματειακές πηγές από τον 5ο π.Χ. αιώνα και εξής.

Λογοτεχνία της εποχής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η λογοτεχνική παραγωγή της αρχαϊκής εποχής διακρίνεται στην ποίηση και την παραγωγή πεζών κειμένων.

Επική και λυρική ποίηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην επική ποίηση ανήκει ο Ησίοδος από την Άσκρα της Βοιωτίας, που έγραψε τα "Έργα και Ημέραι", όπου περιγράφει την αγροτική ζωή, σε αντίθεση με την αριστοκρατία, με την οποία ασχολούνται τα ομηρικά Έπη. Η ακμή του τοποθετείται περίπου στο 700 π.Χ. Εξέχοντες εκπρόσωποι της λυρικής ποίησης είναι:

Πεζός λόγος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο πεζός λόγος, είναι ένα νέο είδος λόγου που αρχίζει να καλλιεργείται στο τέλος της αρχαϊκής εποχής. Ο Εκαταίος ο Μιλήσιος, στο τέλος του 6ου π.Χ. αιώνα έγραψε τις "Γενεαλογίες", όπου ταξινομεί τα παραδιδόμενα για τις γενεαλογίες των θεών και των ηρώων. Επίσης έγραψε την "Γης περίοδο", ένα γνωστό στην εποχή του έργο, στο οποίο περιλαμβανόταν ο πρώτος χάρτης του γνωστού τότε κόσμου. Ο Εκαταίος ο Μιλήσιος επηρέασε τον Ηρόδοτο, ο οποίος πέρα από ιστορικές πληροφορίες περιλαμβάνει στο έργο τους και εθνογεωγραφικές.

Κατάλογοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι κατάλογοι των επωνύμων αρχόντων είναι ανασυγκροτημένοι από τη σύγχρονη έρευνα με βάση τους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς. Ο κατάλογος των εφόρων της Σπάρτης ξεκινά το έτος 754/3 π.Χ. και αυτός των επωνύμων αρχόντων στην Αθήνα το 683/2 π.Χ.[1] Ο κατάλογος των ολυμπιονικών ξεκινά το 776 π.Χ. Πιθανώς μέχρι τότε ήταν τοπικοί αγώνες, αλλά τον 8ο π.Χ. αιώνα αναδιοργανώθηκαν και έλαβαν τη μορφή πανελληνίων αγώνων. Υπήρχε, επίσης, το Πάριο χρονικό, ένας χρονολογικός πίνακας προσώπων και γεγονότων, από τη βασιλεία του μυθικού Κέκροπα (1581 π.Χ.) έως το έτος 264/3 π.Χ., όταν επώνυμος άρχοντας στην Αθήνα ήταν ο Διόγνητος. Η χρήση της γραφής έκανε δυνατή την κατάρτιση καταλόγων.

Επιγραφές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι νόμοι που σώζονται απ’ ευθείας από τις επιγραφές. Ο παλιότερος σωζόμενος νόμος που περιέχει πολιτειακές ρυθμίσεις διασώζεται από τον Πλούταρχο στο βίο του, "Λυκούργος". Πρόκειται για τη μεγάλη ρήτρα, η οποία πιθανώς συντάχθηκε στις αρχές του 7ου αιώνα.[2] Οι επιγραφές διασώζουν επίσημα έγγραφα, αποφάσεις και νομικές ρυθμίσεις της εσωτερικής κατάστασης. Οι νόμοι των πόλεων δεν είναι παλαιότεροι του τέλους του 7ου π.Χ. αιώνα. Ο παλαιότερος πλήρως σωζόμενος νόμος είναι ένας νόμος που βρέθηκε στη Δρήρο της Κρήτης. Εν γένει οι επιγραφές μας παρέχουν άμεσες πληροφορίες για την πολιτική οργάνωση. Από το β’ μισό του 8ου π.Χ. αιώνα σώζονται και ιδιωτικές επιγραφές, συνήθως επιτάφιες ή αναθηματικές.

Πρώτη φορά μαρτυρούνται την εποχή αυτή:

Θεματική παρουσίαση των πηγών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Συνοψίζοντας της πηγές κατά θέματα, δύο είναι τα σημαντικότερα φαινόμενα της εποχής: ο β’ ελληνικός ή μεγάλος αποικισμός και οι εσωτερικές εξελίξεις, που αφορούν την εσωτερική κατάσταση των ελληνικών πόλεων. Ακολουθεί ένας άλλος τρόπος παρουσίασης των πηγών.

Πηγές για το Β' ελληνικό αποικισμό[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όσον αφορά τον αποικισμό, οι πηγές που διαθέτουμε είναι κυρίως μεταγενέστερες, πλην της μυθολογικής παράδοσης για τους οικιστές των πόλεων και τους χρησμούς του μαντείου των Δελφών. Οι υπόλοιπες πληροφορίες προέρχονται από τη γραμματεία του 5ου έως και του 2ου π.Χ. αιώνα (Αππιανός?). Την πιο αναλυτική και πλήρης αφήγηση των συνθηκών υπό τις οποίες συνέβη η ίδρυση μιας αποικίας μας την παραδίδει ο Ηρόδοτος [3] και αφορά τον αποικισμό της Κυρήνης από αποίκους από τη Θήρα το 632 π.Χ. Πολύ σύντομες αναφορές για την ίδρυση αποικίας έχουμε και σε άλλα κείμενα. Σημαντικές πληροφορίες για την Κάτω Ιταλία και τη Σικελία έχουμε και από τα Σικελικά του Θουκυδίδη. Διαθέτουμε πληροφορίες για την ίδρυση των αποικιών της Προποντίδας και του Εύξεινου Πόντου, οι οποίες παραδίδονται από το "Χρονικό" του Ευσεβίου Καισαρείας (339-260 π.Χ.).

Εσωτερική κατάσταση των πόλεων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όσον αφορά την εσωτερική κατάσταση των πόλεων, σύγχρονες πηγές είναι η επική και η λυρική ποίηση της εποχής, η μεγάλη ρήτρα και οι νόμοι που σώζονται στις επιγραφές. Στις μεταγενέστερες πηγές ανήκουν

Χαρακτηριστικά της αρχαϊκής εποχής[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Με τον όρο ‘β’ ελληνικός ή μέγας αποικισμός’ εννοούμε μία μεγάλης κλίμακα μετανάστευσης ελληνικών πληθυσμών από τα νησιά του Αιγαίου, τα δυτικά παράλια της Μικράς Ασίας και την κυρίως Ελλάδα σε ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, το οποίο οριοθετείται ως εξής: περίπου 750- περίπου 550 π.Χ., αν και ο αποικισμός ξεκίνησε μέσα στο α’ μισό του 8ου π.Χ. αιώνα, με την ίδρυση του Μεταποντίου (776 π.Χ.). Το συσσωρευμένο αποτέλεσμα όλων των μετακινήσεων που συνέβησαν σε αυτήν την περίοδο ήταν τεράστιο.

Την ίδια εποχή λαμβάνουν χώρα και μικρότερα φαινόμενα μετακίνησης Ελλήνων με συγκεκριμένο σκοπό και κατεύθυνση. Για πρώτη φορά, λοιπόν, χρησιμοποιούνται Έλληνες από τη Μικρά Ασία και τη Ρόδο ως μισθοφόροι από το Φαραώ Ψαμμήτιχο τον Α’ (764-710 π.Χ.), οι οποίοι και έμειναν εκεί μέχρι την εκδίωξή τους από τον Καμβύση το 525 π.Χ. Οι Έλληνες αυτοί δεν έχουν σχέση με την ελληνική κοινότητα της Ναύκρατης, η οποία είχε διαμεσολαβητικές σχέσεις μεταξύ της Αιγύπτου και του ελληνικού κόσμου.

Όσον αφορά τις εσωτερικές εξελίξεις των ελληνικών πόλεων, πρώτο σημαντικό φαινόμενο της εποχής είναι η κατάργηση της βασιλείας και η εγκαθίδρυση του αριστοκρατικού πολιτεύματος, που σημαίνει την άσκηση της διακυβέρνησης από τους ευγενείς. Την εποχή αυτή αρχίζουν και αντιπαραθέσεις εντός του σώματος των ευγενών για τη νομή της εξουσίας, αντιπαραθέσεις οι οποίες de facto συμπεριέλαβαν και τον υπόλοιπο πληθυσμό. Επίσης έχουμε μία μεταβολή, έναν νεωτερισμό στον στρατιωτικό τομέα, τη φάλαγγα των οπλιτών. Την περίοδο αυτή, επίσης, συμβαίνουν εξειδικεύσεις, όπως ο διαχωρισμός του εμπορικού πλοίου από το πολεμικό (τριήρης) και το διαχωρισμό του ίππου από το πολεμικό άρμα. Η μεταβολή αυτή στο στρατό μάχης υιοθετήθηκε από όλες τις πόλεις του ελληνικού κόσμου.

Β' ελληνικός αποικισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Β΄ελληνικός αποικισμός είναι η μετακίνηση ελληνικών ομάδων πληθυσμού από τα νησιά, την κυρίως Ελλάδα, τη Μικρά Ασία προς εδάφη κατοικούμενα από άλλους πληθυσμούς, από τον παλιό ελληνικό χώρο, δηλαδή, σε ξένες περιοχές. Έλληνες, λοιπόν, εγκαταστάθηκαν προς Νότο στην Αφρική, στην Κυρηναϊκή, άποικοι από την Απολλωνία[χρειάζεται αποσαφήνιση] και τη Θήρα, που ήταν αποικίες πρώτου σταδίου. Δυτικότερα δεν ήταν δυνατό να εγκατασταθούν, παρά να κάνουν κάποιες απόπειρες, διότι η φοινικική πόλη Τύρος είχε προλάβει να ιδρύσει την Καρχηδόνα, το 814/3 π.Χ., η οποία με τη σειρά της ίδρυσε και άλλες αποικίες και επεκτάθηκε προς την Ισπανία.

Στην περιοχή της Συρίας και της Παλαιστίνης δεν ιδρύθηκαν αποικίες, αλλά μόνο εμπορικοί σταθμοί, καθώς αυτή ήταν η περιοχή κυριαρχίας των Ασσυρίων και, αργότερα, των Περσών. Επίσης, ελληνικές αποικίες ιδρύθηκαν στη βόρεια ακτή της Δυτικής Μεσογείου εκτός από την Ανατολική ακτή της Ισπανίας. Προς Βορρά αποικίσθηκε ολόκληρος ο Εύξεινος Πόντος, με ιδιαίτερη μεγάλη πυκνότητα στη δυτική και τη νότια ακτή. Στην είσοδο του Βοσπόρου ιδρύθηκε το Βυζάντιο και η Χαλκηδόνα. Στις ακτές της Προποντίδας όπως και στον Ελλήσποντο ιδρύθηκαν αποικίες, π.χ. η Σηστός και η Άβυδος. Το φυσικό γεωγραφικό όριο μεταξύ Ευρώπης και Ασίας ήταν ο Ελλήσποντος και ο Βόσπορος, καθώς και ο ποταμός Τανάις ή ο ποταμός Φάσις. Στη Θρακική χερσόνησο, στο βόρειο Αιγαίο από τη Μεθώνη και την Πύδνα μέχρι τον Αίνο. Στην Ταρτησσό διαπιστώθηκε από αρχαιολογικά ευρήματα ελληνική παρουσία, η οποία τελειώνει στο τελευταίο τρίτο του 6ου π.Χ. αιώνα (530-500 π.Χ.).

Αίτια του Β' ελληνικού αποικισμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τα αίτια και οι λόγοι της μετανάστευσης όπως μας παραδίδονται από τις αρχαίες πηγές και συνάγονται από τα αρχαιολογικά δεδομένα είναι οι εξής:

  • έλλειψη γης και συναφή κοινωνικά προβλήματα. Λόγου χάρη, η Σπάρτη το β’ μισό του 8ου π.Χ. αιώνα ίδρυσε μόνο μία αποικία, τον Τάραντα, περί το 706 π.Χ., δεν υπήρχαν, επομένως, προβλήματα σχετικά με την έλλειψη γης. Μετά τον Α’ μεσσηνιακό πόλεμο (περίπου 735-715 π.Χ.) και πριν το Β’ Μεσσηνιακό πόλεμο, από τον οποίο η Σπάρτη είχε λίγα εδαφικά οφέλη και λίγη γη, σημειώθηκε αναταραχή στην πόλη, με την πιεστική διατύπωση αιτημάτων από μέλη της κοινότητας για τη απόκτηση γης. Ανάμεσά τους υπήρχαν οι Παρθενίαι, άνδρες οι οποίοι δεν ήταν γνήσια παιδιά Σπαρτιατών, αλλά ήταν παιδιά ειλώτων και Σπαρτιατισσών.
  • αφορία γης, λόγω των δυσμενών κλιματικών συνθηκών. Έχουμε δύο τέτοιες περιπτώσεις:
    • την ίδρυση της Κυρήνης από τη Θήρα, όπου δεν έβρεχε για επτά συνεχή χρόνια και υπήρχε ανάγκη διοχέτευσης του πληθυσμού και
    • την αφιέρωση του 1/10 του πληθυσμού των Χαλκιδέων στο ναό του Απόλλωνα στους Δελφούς και την ίδρυση του Ρηγίου.
  • επίθεση των Περσών. Το 547 π.Χ. οι Πέρσες κατέλυσαν το λυδικό βασίλειο και ο Άρπαγος εκστράτευσε εναντίον των ελληνικών πόλεων της δυτικής Μικράς Ασίας. Τότε οι κάτοικοι δύο πόλεων αποφάσισαν να μετεγκατασταθούν για να μην καθυποταγούν. Οι Τήιοι, λοιπόν, ίδρυσαν τα Άβδηρα, αν και ένα μέρος του πληθυσμού επέστρεψε, και από εκεί άποικοι ίδρυσαν την Φαναγόρεια ή Φαναγορία στον Κιμμέριο Βόσπορο, και οι Φωκαείς την Κύρνο και τη Μασσαλία και εμπορικούς σταθμούς στη βόρειο Μεσόγειο και, ειδικότερα, στην ανατολική ακτή της Ισπανίας ως και το νοτιότερο άκρο της.
  • δημογραφική ανάπτυξη. Αρχαιολογικά διαπιστώνεται η άφιξη στην Αττική και την Αργολίδα. Η Αθήνα ίδρυσε μία τέτοια αποικία, το Σίγειο περί το 600 π.Χ. και η Αργολίδα καμία. Η θεωρία αυτή είναι μία θεωρία εκ των υστέρων. Παρατηρώντας την εξάπλωση του φαινομένου παρατηρούμε ότι τόσοι έφυγαν, επομένως πλεόναζαν, άρα υπήρχε δημογραφική ανάπτυξη, η οποία οδήγησε στον αποικισμό. Η θεωρία αυτή έχει ελλιπή τεκμηρίωση.
  • η επιθυμία της διεξαγωγής εμπορίου ώθησε τους Έλληνες στον αποικισμό. Η θεωρία αυτή βασίζεται στην παρατήρηση των χαρακτηριστικών του φαινομένου και συγκεκριμένα του ότι όλες οι νέες πόλεις που ιδρύθηκαν βρίσκονταν στις ακτές και ήταν κέντρα διεξαγωγής εμπορίου και ονομάζονταν ‘εμπόρια’. Πάντως ήταν σε πολύ καλές θέσεις από άποψη της ποιότητας του εδάφους και κλίματος και κύριος τομέας ενασχόλησης ήταν η γεωργία.

Διαδικασία ίδρυσης μιας αποικίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Συνήθης πρακτική ήταν η κατάκτηση του εδάφους. Ευρισκόμενοι σε άμεση γειτνίαση με άλλους πληθυσμούς έρχονταν σε επικοινωνία μαζί τους, αφού ένας μικρός πληθυσμός Ελλήνων βρισκόταν κοντά σε επαφή με τα ντόπια φύλα. Έτσι, διευρύνθηκε ο χώρος όπου είχαν ζήσει οι Έλληνες.

Οι θεσμοί της πόλης αποφάσιζαν την ίδρυση μιας αποικίας, ορίζονταν ο οικιστής και οι προϋποθέσεις για τη συμμετοχή του στην αποστολή. Ο Ηρόδοτος μας πληροφορεί ότι για τον αποικισμό της Κυρήνης από τους Θηραίους ορίστηκε ότι ο ένας από τους δύο γιους μιας οικογένειας μπορούσε να συμμετάσχει στην αποστολή. Καθώς ζητούσε χρησμό η πόλη, ετοιμαζόταν η αναχώρηση με ένα πλοίο. Ο Ηρόδοτος μας λέει ότι ήταν πεντηκόντορος. Γινόταν θυσία και δινόταν η φωτιά, που σε συμβολικό επίπεδο τον άμεσο δεσμό αποικίας και μητρόπολης.

Σε λίγες περιπτώσεις έχουμε αναφορές για συμμετοχή γυναικών και εξίσου λίγες όπου οι άποικοι παντρεύονταν. Ο οικιστής οδηγούσε την αποστολή στον κατάλληλο τόπο και πριν να κατανείμουν τη γη, όριζαν το χώρο για τα ιερά, τη δημόσια γη και τεμάχιζαν σε γεωτεμάχια. Η οικοδόμηση της πόλης γινόταν υπό την ευθύνη του οικιστή, από τον οποίο ονομαζόταν και η αποικία, συνήθως από ένα μυθικό ιδρυτή. Η συντριπτική πλειοψηφία των πόλεων είχε ένα μυθικό ιδρυτή, αυτόν που κατά τον ιδρυτικό μύθο της πόλης την ίδρυσε. Π.χ. τα Άβδηρα κατά το μύθο είχαν ιδρυθεί από τον Άβδηρο, φίλο του Ηρακλή.

Οι ιστορικές συνέπειες του β’ ελληνικού αποικισμού[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Διεύρυνση των ορίων του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού
  • Διαδόθηκε το μοντέλο της πολιτικής οργάνωσης με βάση την πόλιν, αφού όλες οι αποικίες που ιδρύθηκαν ήταν πόλεις
  • Διευρύνθηκε ο οικονομικός χώρος δράσης του ελληνισμού με αποτέλεσμα την ανάπτυξη του εμπορίου και της βιοτεχνία, που ήταν προσανατολισμένη στις ανταλλαγές με πρώτες ύλες και αγροτικά προϊόντα από την ενδοχώρα.
  • Η επικοινωνία με πολλές και ποικίλες εθνότητες συντέλεσε στη διαμόρφωση της κοινής συνείδησης της εθνικής ταυτότητας. Ο όρος "Πανέλληνες" χρησιμοποιείται πρώτη φορά από τον Ησίοδο κατά τις αρχές του 7ου π.Χ. αιώνα και από τον Αρχίλοχο τα μέσα του 7ου π.Χ. αιώνα.

Στην ανάπτυξη της κοινής αυτής συνείδησης συνέβαλαν και οι πανελλήνιες γιορτές που άρχισαν να διοργανώνονται. Αρκετά εκτεταμένα εκφράζει αυτό η αμφικτιονία των Πυλών και των Δελφών. Δε γνωρίζουμε πολλά για την οργάνωση των αμφικτιονιών, αλλά έχουμε πολλές πληροφορίες για την αμφικτιονία των Πυλών και Δελφών, η οποία είχε δύο θρησκευτικά κέντρα: το ένα ήταν το ιερό της Δήμητρας και της Κόρης στις Πύλες και το άλλο ήταν το ιερό του Απόλλωνα στους Δελφούς. Αρχικά, η αμφικτιονία απλωνόταν γύρω από τις Πύλες και ήταν γνωστή ως αμφικτιονία των Πυλών. Αργότερα, εντάχθηκαν και οι Δελφοί στην αμφικτιονία, η οποία πλέον περιλάμβανε εντός των ορίων της το ιερό του Απόλλωνα και μετονομάστηκες σε αμφικτιονία των Πυλών και των Δελφών. Το γεγονός ότι η αμφικτιονία των Δελφών και των Πυλών είχε δώδεκα έθνη μέλη και όχι πόλεις δείχνει ότι ήταν μία παλαιά αμφικτιονία χρονολογούμενη ίσως και από τη μυκηναϊκή εποχή. Το κάθε μέλος έστελνε δύο αντιπροσώπους στο αμφικτιονικό συνέδριο, αποτελούμενο από 24 αντιπροσώπους, οι οποίοι ονομάζονταν ιερομνήμονες και διαχειρίζονταν τα οικονομικά της συμμαχίας.

Τον 6ο π.Χ. αιώνα εμφανίζεται στις πηγές για την Κάτω Ιταλία ο όρος "Μεγάλη Ελλάδα", ο οποίος στη συνέχεια εξαφανίζεται, κάτι που αποτελεί ένα πρόβλημα της ιστορικής έρευνας.

Οπλιτική φάλαγγα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το πρώτο μισό του 8ου αιώνα διαδόθηκε μία νέα τακτική μάχης, γνωστή ως οπλιτική φάλαγγα, καθώς η μάχη διεξαγόταν ανάμεσα σε δύο μεγάλους στρατιωτικούς σχηματισμούς, αποτελούμενους από οπλίτες. Με τη δημιουργία της φάλαγγας, συνέβη και η μετακίνηση της χειρολαβής της στρόγγυλης ασπίδας από το κέντρο στο άκρο. Η τεχνικής φύσης μεταβολή αυτή είχε αποτελέσματα στο ηθικό επίπεδο. Καθώς η χειρολαβή της ασπίδας βρισκόταν πλέον στην άκρη της ασπίδας, η τελευταία κάλυπτε μόνο το αριστερό τμήμα του σώματος του πολεμιστή που την έφερε, αφήνοντας ακάλυπτο το δεξί, την κάλυψη του οποίου αναλάμβανε ο ευρισκόμενος στα δεξιά του συμπολεμιστής, σχηματίζοντας ένα τείχος ασπίδων. Αυτή η αλληλεξάρτηση των αποτελούντων τη φάλαγγα, οδήγησε στη δημιουργία μίας εσωτερική συνοχής, λόγω της συνυπευθυνότητας των οπλιτών για τη διασφάλιση του αρραγούς της φάλαγγας και της αλληλοκάλυψης.

Μία διαφορετική τακτική διεξαγωγής της αναμέτρησης, η οποία αποτελούσε παραλλαγή της κλασικής φάλαγγας ήταν η λεγόμενη Λοξή φάλαγγα, την οποία χρησιμοποίησε ο Επαμεινώνδας στη μάχη των Λεύκτρων (371 π.Χ.). Κατά την τακτική της λοξής φάλαγγας, η οπλιτική φάλαγγα χωριζόταν σε δύο πτέρυγες: αυτήν που αποτελούσε την κύρια επιθετική δύναμη και την υποστηρικτή, καθεμία από τις οποίες αναλάμβανε διαφορετικούς ρόλους. Κατόπι, χρησιμοποιήθηκε εκτεταμένα από το Φίλιππο το Β’ της Μακεδονίας και από το διάδοχό του Αλέξανδρο Γ’, στις μάχες του Γρανικού, της Ισσού και των Γαυγαμήλων, και από τα ελληνιστικά βασίλεια. Τελευταία χρήση της μακεδονικής φάλαγγας έγινε από το Ρωμαίο αυτοκράτορα Καρακάλλα (211-217 μ.Χ.), ο οποίος τύγχανε θαυμαστής του Αλεξάνδρου και γι’ αυτό αναβίωσε τη χρήση της.

Χρήση του νομίσματος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ένα σημαντικό γεγονός της αρχαϊκής περιόδου είναι η απαρχή της χρήσης του νομίσματος. Τα αρχαιότερα νομίσματα που κόπηκαν από ελληνική πόλη ανακαλύφθηκαν στο Αρτεμίσιο της Εφέσου και χρονολογούνται στα μέσα ή στο β’ μισό του 7ου αιώνα. Ο Ηρόδοτος μας πληροφορεί ότι πρώτοι προχώρησαν στην κοπή νομίσματος οι Λυδοί. Δεν είναι γνωστό αν η υιοθέτηση του νομισματικού συστήματος από τις ελληνικές πόλεις προέκυψε από επίδραση των Λυδών, χωρίς, ωστόσο, κάτι τέτοιο να αποκλείεται.

Κατάργηση της βασιλείας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Θα πρέπει ακόμη να αναφερθούμε στην κατάργηση της βασιλείας. Όπως γνωρίζουμε από γραμματειακές πηγές, ήδη από την περίοδο ανάμεσα στον 8ο αιώνα (τα μέσα του οποίου αποτελούν σημείο καμπής) και το α’ μισό του 7ου αιώνα, η βασιλεία είχε καταργηθεί στο μεγαλύτερο τμήμα του ελληνικού κόσμου.

Η αλλαγή αυτή, που οδήγησε στην άσκηση της πολιτικής διακυβέρνησης από το σώμα των ευγενών, σε κάποιες περιοχές έγινε με βίαιο τρόπο. Της αριστοκρατίας, δηλαδή, χαρακτηριστικό γνώρισμα της οποίας είναι η άσκηση της εξουσίας από τους ευγενείς, μέσω της κατοχής ετήσιων αξιωμάτων, προηγήθηκε η βίαιη έκπτωση του βασιλιά. Σε άλλες περιπτώσεις, όμως, η αντικατάσταση του βασιλιά από τους ευγενείς έγινε σταδιακά, καθώς το αξίωμα του βασιλιά παρέμεινε, άλλαξε, ωστόσο το περιεχόμενό του. Στην Αθήνα, για παράδειγμα, για την οποία γνωρίζουμε πολλά από το έργο του Αριστοτέλη "Αθηναίων Πολιτεία", σημειώνεται μία μακρόχρονη εξέλιξη. Από το 683/2 π.Χ. καθιερώθηκαν εννέα ετήσια αξιώματα, ενώ ο τίτλος του βασιλιά διατηρήθηκε για ένα από αυτά. Οι εννέα άρχοντες, οι οποίοι προέρχονταν από τους ευγενείς, ήταν οι εξής: ο άρχων (με τη σημερινή ορολογία επώνυμος άρχων), ο άρχων βασιλεύς, ο οποίος είχε πλέον θρησκευτικές αρμοδιότητες, ο πολέμαρχος και οι έξι θεσμοθέται, με δικαστικές αρμοδιότητες. Ένδειξη για ομαλή μετάβαση από το πολίτευμα της βασιλείας στην αριστοκρατία, όπως στην περίπτωση της Αθήνας, αποτελεί η διατήρηση και μετά την κατάργηση της βασιλείας του –ετήσιου πλέον- αξιώματος του βασιλέως με άλλες αρμοδιότητες, όπως συμβαίνει και στη Σαμοθράκη και στην Απολλωνία[χρειάζεται αποσαφήνιση].

Σε ορισμένες περιοχές του ελληνικού χώρου, το πολίτευμα της βασιλείας διατηρήθηκε και μετά την αρχαϊκή περιοχή. Ανάμεσα σε αυτές, το Άργος, όπου η βασιλεία καταργήθηκε τον 5ο αιώνα, την Κυρήνη, (μέχρι τα μέσα του 5ου αιώνα) και οι πόλεις της Κύπρου (μέχρι το 310 π.Χ.). Επίσης, οι Μακεδόνες διατήρησαν το θεσμό της βασιλείας μέχρι την κατάλυση του κράτους τους (168 π.Χ.) και το ηπειρωτικό φύλο των Μολοσσών, όπου υπήρχε διπλή βασιλεία, προερχόμενη από την ίδια οικογένεια. Παρατηρούμε ότι, γενικά, πρόκειται για περιοχές απομονωμένες από το κέντρο του ελληνικού πολιτισμού.

Η νομοθεσία του Σόλωνα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Κατά την αρχαϊκή περίοδο, επίσης, συμβαίνει η κωδικοποίηση του δικαίου, όπως και του θρησκευτικού. Στην Αθήνα, ο Σόλων, πέρα από τα κοινωνικής υφής, έλαβε και πολιτικά μέτρα. Διαχώρισε τους Αθηναίους πολίτες σε τέσσερις κατηγορίες ανάλογα με το εισόδημά τους: ανώτερη τάξη ήταν οι πεντακοσιομέδιμνοι, οι οποίοι είχαν ετήσιο εισόδημα άνω των 500 μεδίμνων δημητριακών, ακολουθούσαν οι ιππείς ή τριακοσιομέδιμνοι, οι οποίοι είχαν ετήσιο εισόδημα άνω των 300 μεδίμνων, έπειτα οι ζευγίται ή διακοσιομέδιμνοι, με εισόδημα ανώτερο των 200 μεδίμνων και κατώτατη κατηγορία ήταν οι θήτες, το εισόδημα των οποίων δεν ξεπερνούσε τους 200 μεδίμνους.

Ανάλογα με την κατάταξη του καθενός με βάση το εισόδημά του, καθορίστηκε ο βαθμός συμμετοχής στη διακυβέρνηση των κοινών και στη συγκρότηση του στρατού. Όσον αφορά το πολιτικό σκέλος, μόνο τα μέλη της πρώτης τάξης είχαν το δικαίωμα να εκλέγονται άρχοντες και, επομένως, να συμμετέχουν στον Άρειο Πάγο, τον οποίο αποτελούσαν διατελέσαντες άρχοντες, ή ταμίες, οι οποίοι διαχειρίζονταν το δημόσιο χρήμα. Οι θήτες είχαν το δικαίωμα συμμετοχής μόνο στην εκκλησία του δήμου και στο δικαστήριο της Ηλιαίας. Αναφορικά με τη συγκρότηση του στρατού, το ιππικό αποτελούταν από τα νεότερα μέλη των τάξεων των πεντακοσιομεδίμνων και των τριακοσιομεδίμνων. Ως οπλίτες υπηρετούσαν το σύνολο των ζευγιτών και τα μεγαλύτερα σε ηλικία μέλη των δύο ανώτερων τάξεων.

Το φαινόμενο της τυραννίδας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Για πρώτη φορά την περίοδο αυτή παρουσιάζεται το φαινόμενο της τυραννίδας, το οποίο την περίοδο αυτή γνωρίζει ιδιαίτερη διάδοση. Οι τυρρανίδες της εποχής αυτής είναι γνωστές ως η αρχαία τυραννίς, σε αντιπαραβολή με την νεότερη τυραννίδα, που συμβαίνει στην ύστερη κλασική και κυρίως στην ελληνιστική εποχή. Από τις αρχαίες πηγές η τυραννίδα δε θεωρείται πολίτευμα, αλλά απόκλιση, ούτε, δηλαδή, θεωρητική νομιμοποίηση ούτε ήταν αποδεκτή στην πράξη. Βέβαια, η τυραννίδα δεν έπαυσε να υπάρχει και κατά την κλασική εποχή, οι περιοχές, όμως, στις οποίες υπήρχε ήταν συγκεκριμένες: οι ελληνικές πόλεις της Μικράς Ασίας, τον 6ο και τον πρώιμο 5ο αιώνα, λόγω της περσικής επιρροής και, δεύτερον, η αρχαϊκή και κλασική Σικελία, όπου εξηγείται ιστορικά λόγω των συνεχών προβλημάτων με τους Καρχηδονίους, οι οποίοι είχαν αποικίσει το βόρειο τμήμα του νησιού.

Το πλαίσιο εμφάνισης της τυραννίδας, της ανάληψης, με άλλα λόγια της άσκησης της εξουσίας από ένα πρόσωπο, κατά την αρχαϊκή περίοδο συνθέτουν οι εσωτερικές αντιπαραθέσεις μεταξύ των ευγενών για την κατάληψη των αξιωμάτων. Τα μέσα ισχύος που απαραίτητα έπρεπε να έχει στη διάθεσή του ένας ευγενής προκειμένου να κατορθώσει να υπερισχύσει των αντιπάλων του επιβαλλόμενος ως τύραννος είναι τα εξής:

  • η χρήση ενός μισθοφορικού στρατού,
  • η υποστήριξη του πληθυσμού, βασισμένη στην επιρροή που ασκούσε ο ευγενής,
  • και οι εταιρείες ευγενών, συσσωματώσεις, δηλαδή, ευγενών γύρω από έναν ισχυρό εκπρόσωπο της τάξης τους.

Περιοχή εξάπλωσης της τυραννίδας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η τυραννίδα εξαπλώθηκε στο μεγαλύτερο τμήμα του ελληνικού χώρου, καθώς παρατηρήθηκε στις εξής πόλεις:

Λίγες μόνο περιοχές του ελληνικού κόσμου δε γνώρισαν την τυραννίδα, ανάμεσα στις οποίες και η Σπάρτη, κάτι το οποίο δικαιολογείται ιστορικά. Όπως παρατηρούμε, στις πόλεις που εγκαθιδρύθηκε τυραννίδα, αυτό συνέβη μετά την κατάργηση της βασιλείας. Ωστόσο, στη Σπάρτη η διπλή βασιλεία δεν καταργήθηκε ποτέ, αφού με τη Μεγάλη Ρήτρα, οι δύο βασιλείς εντάχθηκαν στη γερουσία, μη; διατηρώντας ουσιώδη χαρακτηριστικά της ιδιότητάς τους. Πλέον ήταν στρατιωτικοί αρχηγοί, έχοντας, παράλληλα, ορισμένες θρησκευτικές αρμοδιότητες και διατηρώντας μέρος των δικαστικών αρμοδιοτήτων τους. Καθώς, λοιπόν, το πολίτευμα της Σπάρτης κατένειμε την πολιτική ισχύ στους δύο βασιλείς, στη γερουσία, στους πέντε εφόρους και στην Απέλλα, κατά τη διαδικασία λήψης των αποφάσεων εκφράζονταν όλα τα κοινωνικά μέρη και, συνεπώς, δεν υπήρχαν περιθώρια εγκαθίδρυσης προσωπικής εξουσίας.

Οι εξελίξεις στην Αθήνα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Περισσότερες πληροφορίες έχουμε για την τυραννίδα στην Αθήνα. Η πρώτη αποτυχημένη απόπειρα επιβολής τυραννίδας έγινε από τον Κύλωνα, ο οποίος δε διέθετε τα αναγκαία μέσα ισχύος. Ο Κύλων, όντας ολυμπιονίκης το έτος 640/39, το 636 ή το 632 (δεν υπάρχει ακριβής χρονολόγηση) με μισθοφόρους που του παρέσχε ο πεθερός του, τύραννος των Μεγάρων, ο Θεαγένης, προσπάθησε να εγκαθιδρύσει τυραννίδα, αλλά αναγκάστηκε να δραπετεύσει ενώ οι οπαδοί του, παρόλο που κατέφυγαν σε βωμούς, ζητώντας άσυλο, δολοφονήθηκαν κατά διαταγή του εν ενεργεία επώνυμου άρχοντα, του Μεγακλή, ο οποίος καταγόταν από το γένος των Αλκμεωνιδών. Εξαιτίας αυτού του γεγονότος, γνωστού ως Κυλώνειο άγος, οι Αλκμεωνίδες εξορίστηκαν από την Αθήνα, μέχρις ότου έλαβαν αμνηστία την εποχή του Σόλωνα.

Τα νομοθετικά μέτρα του τελευταίου δεν απέδωσαν τα αναμενόμενα αποτελέσματα, καθώς δεν εξασφάλισαν σε ένα μεγάλο διάστημα πολιτική και κοινωνική σταθερότητα, διότι η ισχύς των ευγενών έμεινε ως είχε και δεν περιορίσθηκε, παρ’ όλη την κατάτμησή τους σε δύο τάξεις (πεντακοσιομέδιμνοι και τριακοσιομέδιμνοι). Οι μεταξύ ευγενών ανταγωνισμοί συνεχίστηκαν και μάλιστα οι δραστηριότητές τους υπερέβαιναν το θεσμοθετημένο πλαίσιο. Αυτό αποδεικνύει και το γεγονός ότι δύο φορές μετά τη θέσπιση της νομοθεσίας του Σόλωνα η θέση του επώνυμου άρχοντα έμεινε κενή λόγω αναταραχών, το 590/89 και το 586/5, περίοδοι γνωστοί ως περίοδοι αναρχίας.

Ακόμη, σημειώθηκε δεύτερη απόπειρα επιβολής τυραννίδας. Ο Δαμασίας αρνήθηκε να παραδώσει το αξίωμα του επώνυμου άρχοντα, το οποίο κατείχε, και παρέμεινε στη θέση αυτή για δύο χρόνια και δύο μήνες, την περίοδο 582-580, αφού έκρινε ότι η θεσμική οδός δεν ενδεικνυόταν για την εγκαθίδρυση προσωπικής εξουσίας. Τελικά, ο Δαμασίας ανατράπηκε από τον πληθυσμό.

Οι έριδες των ευγενών συμπεριέλαβαν τους πληθυσμούς της Αττικής. Δημιουργήθηκαν, λοιπόν, τρεις τοπικά προσδιορισμένες παρατάξεις με επικεφαλής ισχυρά γένη ευγενών. Αυτοί ήταν οι Πεδιακοί, που νέμονταν την εύφορη κοιλάδα του Κηφισού, με αρχηγό το Λυκούργο του γένους των Ετεοβουτάδων, τους Παράλιους, που κατοικούσαν στη νότια ακτή της Αττικής, με επικεφαλής το Μεγακλή των Αλκμεωνιδών, και οι Διάκριοι ή Υπεράκριοι, που εντοπίζονταν στη βόρεια και ανατολική Αττική, με κέντρο τη Βραυρώνα, η οποία ήταν κέντρο του γένους του αρχηγού της παράταξης, του Πεισίστρατου. Η επιρροή των τριών επικεφαλής επεκτεινόταν στις περιοχές που ήλεγχε το γένος του καθενός.

Η δημιουργία των τοπικών παρατάξεων εξηγείται εάν λάβουμε υπόψη μας:

  • τη διάρθρωση του πληθυσμού της Αττικής σε γένη, φρατρίες και φυλές. Μέχρι τις μεταρρυθμίσεις του Κλεισθένη, Αθηναίος πολίτης ήταν αυτός ο οποίος ανήκε σε μία από τις φατρίες, οι οποίες ελέγχονταν από τα γένη των ευγενών.
  • το ότι κάθε γένος είχε ένα τοπικό κέντρο λατρείας, το οποίο αύξανε την επιρροή των ευγενών.

Η τυρρανίδα του Πεισίστρατου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Τελικά, στην αναμέτρηση μεταξύ των παρατάξεων επικράτησε ο Πεισίστρατος, ο οποίος ανάμεσα στο 570 και το 560 ήταν πολέμαρχος και διακρίθηκε λόγω σημαντικών επιτυχιών του εναντίον των Μεγαρέων, από τους οποίους απέσπασε το επίνειο της πόλης τους, τη Νίσαια και τη Σαλαμίνα.

Ο Πεισίστρατος ισχυρίσθηκε ότι δέχθηκε επίθεση και ζήτησε προσωπική φρουρά την οποία και έλαβε, επί άρχοντος Κωμέου, το 561/60, και χρησιμοποίησε για να καταλάβει την εξουσία καταλαμβάνοντας την ακρόπολη. Λόγω της αντίδρασης του Μεγακλή και του Λυκούργου, υποχρεώθηκε σχεδόν αμέσως να εγκαταλείψει την Αττική. Μετά την πρώτη έξωση του Πεισίστρατου, το 561/60 ή 560/59, ο Μεγακλής τον επανέφερε το 557/6 ή 556/5 στην Αθήνα, την οποία εγκατέλειψε πιθανώς το 556/5.

Μετά τη δεύτερή του αυτή έξωση, ο Πεισίστρατος μερίμνησε να ενισχύσει τη θέση του. Αρχικά, κατευθύνθηκε στην Ερέτρια με τους ευγενείς της οποίας είχε πολύ καλές σχέσεις. Με την οικονομική ενίσχυσή τους και τη συμμετοχή Ερετριέων, πιθανώς και μερικών Αθηναίων, ίδρυσε μία αποικία στο Θερμαϊκό, τα Δίκαια, την οποία οι έρευνες τοποθετούν ανάμεσα στη Θέρμη και την Ποτίδαια, ίσως στη σημερινή Αγία Παρασκευή. Από εκεί πήγε στο Παγγαίο, όπου ασχολήθηκε με την εκμετάλλευση ορυχείων, δραστηριότητα η οποία του προσκόμισε πολλά χρήματα. Έπειτα, ζήτησε βοήθεια από προσωπικούς του φίλους στη Θήβα και από το Λύγδαμη, τύραννο της Νάξου, ενώ ο γιος του Ηγησίστρατος, συγκέντρωσε στρατό από το Άργος. Πιθανώς το 546/5, λοιπόν, αποβιβάστηκε με στρατό στο Μαραθώνα και αφού νίκησε το στρατό της πόλης στην Παλλήνη επέβαλε τυραννίδα.

Η πολιτική που εφάρμοσε ο Πεισίστρατος είχε ως στόχο την αποδυνάμωση των ευγενών και την ενίσχυση των μικρών γεωργών με δάνεια (πιθανώς σε είδος, π.χ. σπόρος), καθιέρωση περιοδεύοντων δικαστών και την επιβολή ενός αναλογικού φόρου της τάξης του 5% στα αγροτικά εισοδήματα, μέρος του οποίου επιστρεφόταν στους μικρούς γεωργούς με τη μορφή των προαναφερθέντων δανείων.

Επιπλέον, ενίσχυσε τις λατρείες της πόλης, αποδυναμώνοντας ταυτόχρονα τις τοπικές. Στον Πεισίστρατο αποδίδονται η ενίσχυση των Παναθηναίων, που είχαν καθιερωθεί από το 566/5 και εορτάζονταν πλέον με μεγάλη μεγαλοπρέπεια, και των Ελευσίνιων μυστηρίων και η ίδρυση των μεγάλων ή εν άστει Διονυσίων. Επίσης, οικοδόμησε το ναό της Παρθένου Αθηνάς στην Ακρόπολη, ο οποίος καταστράφηκε από τους Πέρσες το 480 π.Χ., άρχισε η κατασκευή του ναού του Ολυμπίου Διός και ιδρύθηκε το υδραγωγείο της πόλης, γνωστό ως εννεάκρουνο. Για τα έργα αυτά διέθετε πόρους από τα μεταλλεία του Παγγαίου και του Λαυρίου αλλά και την κατάσχεση των περιουσιών των ευγενών που εκδιώχθηκαν ή έφυγαν από την Αθήνα.

Τον Πεισίστρατο διαδέχθηκαν στην εξουσία μετά το θάνατό του οι δύο γιοι του, ο Ιππίας και ο Ίππαρχος. Το θέρος του 514 π.Χ. κατά τον εορτασμό των μεγάλων Παναθηναίων ο Ίππαρχος δολοφονήθηκε και ο Ιππίας εγκατέλειψε την Αττική το 510 π.Χ., μετά από απαίτηση του βασιλιά της Σπάρτης Κλεομένη Α’, και κατευθύνθηκε προς το Σίγειο. Ακολούθησαν οι μεταρρυθμίσεις του Κλεισθένη. Γενικά μετά την τυραννίδα οι αρχαίες ελληνικές πόλεις είτε επανήλθαν σε ολιγαρχικό καθεστώς είτε επέλεξαν τη δημοκρατία. Κύριες διαφορές μεταξύ των δύο αυτών πολιτευμάτων είναι το ότι στην ολιγαρχία υπάρχουν και οικονομικές υποχρεώσεις για τη συμμετοχή στη διακυβέρνηση των κοινών και ότι σημαντικότερος θεσμός δεν είναι η εκκλησία του δήμου, αλλά η βουλή.

Οι μεταρρυθμίσεις του Κλεισθένη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Εκ των πραγμάτων, η τυραννίδα του Πεισίστρατου διευκόλυνε τις μεταρρυθμίσεις του Κλεισθένη και την ανάδυση της δημοκρατίας, διότι συνέβαλε στην αποδυνάμωση των ευγενών και την άμβλυνση των σχέσεων εξάρτησης μεταξύ ευγενών και του υπόλοιπου πληθυσμού.

Με τη φυγή του Ιππία, επανεμφανίστηκαν στο πολιτικό προσκήνιο οι ευγενείς, με εξέχοντες του εξής δύο: τον Ισαγόρα, γιο του Πεισάνδρου, και τον Κλεισθένη, που εξέφραζαν αντίπαλες απόψεις. Ο Κλεισθένης, καταγόταν από το γένος των Αλκμεωνιδών, που δεν είχε επικρατήσει στη φάση των αντιπαραθέσεων μεταξύ των ευγενών, και είχε διατελέσει άρχων το 525/4. Ο Ισαγόρας, νοσταλγός της τυραννίδας, επικράτησε με την υποστήριξη εταιρειών και εξελέγη άρχων το 508/7 π.Χ. Τότε, ο Κλεισθένης στράφηκε στο δήμο και κυρίως στους μη ευγενείς και πρότεινε ένα ριζοσπαστικό και πολύ ενδιαφέρον στη σύλληψη πρόγραμμα. Ο Ισαγόρας ζήτησε τη βοήθεια της Σπάρτης, η οποία συγκάλεσε συνέδριο της Πελοποννησιακής συμμαχίας. Επειδή οι βασιλείς της Σπάρτης, Κλεομένης και Δημάρατος, εξέφρασαν διαφορετικές απόψεις, αφού ο πρώτος υποστήριξε τον Ισαγόρα, ενώ ο δεύτερος όχι, και ορισμένες πόλεις, όπως η Κόρινθος, προέβαλαν αντιρρήσεις, ο Ισαγόρας παρέμεινε χωρίς βοήθεια και η εσωτερική πολιτική κατάσταση της Αθήνας άλλαξε εντελώς.

Υπάρχει μία ανακρίβεια στο χρονικό προσδιορισμό της κατάθεσης της πρότασης του Κλεισθένη. Το 507/6 άρχων ήταν ένας συγγενής του Κλεισθένη. Επομένως, οι προτάσεις του Κλεισθένη κατατέθηκαν κατά τη διάρκεια της θητείας του Ισαγόρα ή την αρχή του επόμενού έτους, δηλαδή το 508/7 ή το 507. Το πρώτο πεδίο των μεταρρυθμίσεων του Κλεισθένη ήταν η διάρθρωση του σώματος των πολιτών. Η επικράτεια της Αττικής διαιρέθηκε σε τρεις περιοχές: το άστυ, την παράλια (χώρα), και τη μεσόγαια (χώρα), καθεμία από τις οποίες υποδιαιρούνταν σε 10 τριττύες. Κάθε τριττύς περιείχε έναν αριθμό δήμων, τέτοιο ώστε ο πληθυσμός να ισοκατανέμεται στις τριττύες. Η νέα διάρθρωση του σώματος των πολιτών επιτεύχθηκε με τη δημιουργία δέκα νέων φυλών, καθεμία από τις οποίες αποτελούνταν από τρεις τριττύες, καθεμιά από διαφορετική περιοχή, αναμιγνύοντας το πληθυσμό. Ταυτόχρονα, όμως, ο Κλεισθένης δεν κατήργησε τις τέσσερις φυλές, οι οποίες συνέχισαν να υπάρχουν ως θρησκευτικές ενώσεις.

Οι δήμοι προϋπήρχαν χωρίς, ωστόσο, να έχουν πολιτική σημασία. Με τις μεταρρυθμίσεις που εισηγήθηκε ο Κλεισθένης, ο κάθε δήμος γινόταν η μικρότερη διοικητική μονάδα, με την ακόλουθη θεσμική οργάνωση. Επικεφαλής του δήμου ήταν ο δήμαρχος. Ο δήμος διατηρούσε τα ληξιαρχικά μητρώα, η εγγραφή στα οποία ήταν προϋπόθεση της απόκτησης της ιδιότητας του πολίτη, τελούσε παραδοσιακές λατρείες. Η εγγραφή στα μητρώα ενός δήμου ήταν κληρονομική και μπορούσε να αλλάξει μόνο με υιοθεσία από δημότη άλλου δήμου. Τα δημοτικά ονόματα καθιερώθηκαν ως συστατικό του ονόματος κάθε πολίτη.

Ο Κλεισθένης αντικατέστησε τη βουλή των 400, η οποία προέκυπτε από τις τέσσερις σολώνειες τάξεις (οι οποίες, ωστόσο, συνέχισαν να υπάρχουν), με τη βουλή των 500, τα μέλη της οποίας αναδεικνύονταν με κλήρωση, 50 από κάθε φυλή. Οι αρμοδιότητές της εκτείνονταν σε δύο τομείς: ο πρώτος σχετιζόταν με την προβούλευσιν, τη διαμόρφωση της ημερήσιας διάταξης με τη σύνταξη του πρώτου κειμένου για αποφάσεις ή νόμους, ενός προσχεδίου, δηλαδή, νόμου ή ψηφίσματος, επί του οποίου θα διεξαγόταν η συζήτηση στην εκκλησία του δήμου. Ο δεύτερος αναφερόταν στην επίβλεψη της διοίκησης, με την εποπτεία των αρχόντων και του στόλου, των δημοσίων κτηρίων ή της διοργάνωσης των μεγάλων εορτών. Τα μέλη της βουλής αναδεικνύονταν με κλήρωση, 50 από κάθε φυλή, για ένα χρόνο, με δικαίωμα κλήρωσης δύο φορές. Το κάθε τμήμα των βουλευτών μιας φυλής αναλάμβανε την πρυτανεία για ένα δέκατο του πολιτικού έτους και η φυλή αυτή το διάστημα αυτό ονομαζόταν πρυτανεύουσα.

Στον Κλεισθένη, επίσης, αποδίδεται η δημιουργία του θεσμού της στρατηγίας. Οι στρατηγοί ήταν αιρετοί αξιωματούχοι.

Ο Κλεισθένης εισηγήθηκε το θεσμό του οστρακισμού, ο οποίος χρησιμοποιήθηκε ως μέσο εξουδετέρωσης προσώπων που επηρέαζαν τα πράγματα σε βαθμό τέτοιο ώστε να κινδυνεύει το δημοκρατικό πολίτευμα. Εφαρμόστηκε από το 487 έως το 417. Ο οστρακισμός διεξαγόταν κατά την έκτη πρυτανεία κάθε έτους. Ο θεσμός αυτός παρατηρείται σε δύο ακόμη πόλεις, την Κυρήνη και τις Συρακούσες.

Μετά την εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων του Κλεισθένη, το δημοκρατικό πολίτευμα παρέμεινε σχετικά σταθερό, καθώς διευρύνθηκε μόνο σε σημεία. Η σημασία των ευγενών διατηρήθηκε, καθώς τον 5ο αιώνα οι ευγενείς κυριαρχούσαν στην πολιτική ζωή της Αθήνας. Αφαιρέθηκε, όμως, από αυτούς η αποκλειστικότητα στην άσκηση της εξουσίας. Έπαψε, ακόμη, η αντιπαράθεσή τους εκτός των θεσμών, αφού οι πολιτικές αντιπαραθέσεις γίνονταν πλέον στην εκκλησία με τους λόγους.

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Οι χρονολογίες αποδίδονται με βάση το αττικό έτος.
  2. Στη Σπάρτη και τη Θάσο ο όρος ρήτρα είναι συνώνυμος του νόμου.
  3. Ηροδότου Ιστορίαι, Βιβλίο Δ', 150 και εξής