Καππαδόκες

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Έλληνες Καππαδόκες
Kapadokyalı Rumlar
Cappadocian Greek dance.JPG
Έλληνες Καππαδόκες με παραδοσιακές φορεσιές, Ελλάδα.
Συνολικός πληθυσμός
άγνωστος
Περιοχές με σημαντικούς πληθυσμούς
Ελλάδα (ιδιαίτερα στη Βόρεια Ελλάδα)
Flag of Greece.svg Ελλάδα 44.432 (Πάνω από 100.000 μαζί με τους απογόνους) [1] - γύρω στους 100.000-400.000 (εκτίμηση της δεκαετίας 1920)[2]
Γλώσσες
Ελληνική γλώσσα, Καππαδοκική διάλεκτος, Καραμανλήδικα
Θρησκεία
Έλληνες Ορθόδοξοι
Σχετιζόμενες εθνικές ομάδες
άλλοι Έλληνες

Οι Έλληνες Καππαδόκες επίσης γνωστοί ως Καππαδόκες Έλληνες ή απλά Καππαδόκες (τούρκικα:Kapadokyalı Rumlar[3]) είναι ελληνική κοινότητα με καταγωγή από την γεωγραφική περιοχή της Καππαδοκίας στην κέντρο-ανατολική Ανατολία[4][5], περίπου η Επαρχία Νεβσεχίρ και η γύρω επαρχίες της σύγχρονης Τουρκίας. Στην περιοχή της Καππαδοκίας υπήρχε συνεχής ελληνική παρουσία από την αρχαιότητα[6]. Μετά την Ελληνοτουρκική ανταλλαγή των πληθυσμών τη δεκαετία του 1920 η πλειοψηφία από τους Έλληνες Καππαδόκες εγκαταστάθηκαν στην επικράτεια της σύγχρονης Ελλάδας. Σήμερα οι απόγονοί τους βρίσκονται σε όλη την Ελλάδα και την Ελληνική διασπορά σε όλον τον κόσμο.

Ιστορικό πλαίσιο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πρώτες μεταναστεύσεις[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το όρος Άκτεπε κοντά στο Γκιόρεμε και τις Βραχώδεις Περιοχές της Καππαδοκίας (Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO).

Η περιοχή που σήμερα είναι γνωστή ως Καππαδοκία ήταν γνωστή στους αρχαίους Πέρσες ως Katpatuka, το οποίο όνομα οι Έλληνες άλλαξαν σε Καππαδοκία[7].

Ο Απολλώνιος ο Τυανέας (1ος αιώνας μ.Χ.), Έλληνας νεοπυθαγόρειος φιλόσοφος από τα Τύανα της Καππαδοκίας.

Πριν την άφιξη των Ελλήνων στην Μικρά Ασία την περιοχή έλεγχαν οι Χετταίοι. Έλληνες Μυκηναίοι είχαν εγκαταστήσει εμπορικά κέντρα κατά μήκος της δυτικής ακτής γύρω στο 1300 π.Χ. και σύντομα άρχισαν και να εποικούν τις ακτές. Κατά την ελληνιστική περίοδο που ακολούθησε την κατάκτηση της Ανατολίας από τον Μέγα Αλέξανδρο, οι Έλληνες άρχισαν να εγκαθίστανται στις βραχώδεις περιοχές της Καππαδοκίας[8]. Αυτή η μετακίνηση ελληνικών πληθυσμών του 3ου και 2ου π.Χ. αιώνα ισχυροποίησε την Ελληνική παρουσία στην Καππαδοκία.

Μετά το θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου, ο Ευμένης ο Καρδιανός, ένας από τους Διαδόχους, διορίστηκε σατράπης της Καππαδοκίας, όπου ίδρυσε ελληνικούς οικισμούς και μοίρασε πόλεις στους συνεργάτες του[9]. Ο Ευμένης άφησε πίσω διοικητές, δικαστές και επιλεγμένους διοικητές φρουράς στην Καππαδοκία. Κατά τους επόμενους αιώνες οι Έλληνες Σελευκίδες βασιλιάδες ίδρυσαν πολλούς ελληνικούς οικισμούς στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας[9], και αυτή η περιοχή θα γινόταν δημοφιλής για την στρατολόγηση στρατιωτών. Αντίθετα από τις άλλες περιοχές της Μικράς Ασίας όπου οι Έλληνες θα εγκαθίστανται σε πόλεις, οι περισσότεροι ελληνικοί οικισμοί στην Καππαδοκία και στις περιοχές στο εσωτερικό της Ανατολίας ήταν χωριά[10]. Οι βασιλιάδες της Ελληνιστικής περιόδου θα δημιουργούσαν νέους οικισμούς στην Καππαδοκία και τις γύρω περιοχές, προκειμένου να διασφαλίσουν τον έλεγχο αυτής ασταθούς περιοχής[11], και κατά την διάρκεια της εξουσίας τους θα αυξάνονταν οι ελληνικοί οικισμοί στο εσωτερικό της Ανατολίας[11].

Στους αιώνες που ακολούθησαν το θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου, ο έλεγχος της Καππαδοκίας πέρασε από έναν Πέρση σατράπη στο γιο του Αριαράθη, ο οποίος με την σειρά του τον άφησε σε μια σειρά διαδόχων του, οι περισσότεροι από τους οποίους είχαν το όνομα του ιδρυτή της δυναστείας. Αυτοί οι βασιλιάδες άρχισαν να παντρεύονται από τα γειτονικά ελληνικά βασίλεια της ελληνιστικής περιόδου, όπως οι Σελευκίδες. Κατά τη διάρκεια της βασιλείας τους αρχίζουν να εμφανίζονται ελληνικές πόλεις στης νότιες περιοχές της Καππαδοκίας[12]. O Αριαράθης Ε΄ ο οποίος βασίλεψε από το 163 ως το 130 π.Χ. θεωρείται ότι ήταν ο μεγαλύτερος βασιλιάς της Καππαδοκίας[13]. Ήταν κυρίως ελληνικής καταγωγής, ο πατέρας του Αριαράθης Δ΄ ήταν μισός Μακεδόνας[12] και Πέρσης, και η μητέρα του ήταν η Αντιοχίς, κόρη του Αντίοχου Γ΄[14][15]. Μέχρι τον πρώτο αιώνα προ Χριστού περιοχές της Καππαδοκίας είχαν δεχτεί επιδρομές από το βασιλιά της Αρμενίας Τιγράνη, ο οποίος είχε μεταφέρει μεγάλο αριθμό Ελλήνων της Καππαδοκίας και της Κιλικίας στην Μεσοποταμία[16].

Έλληνες Βασιλιάδες της Καππαδοκίας. (αριστερά) Αριαράθης Ε΄ (περ. 163-130 π.Χ) που θεωρείται ότι ήταν ο μεγαλύτερος βασιλιάς της Καππαδοκίας και ήταν κυρίως ελληνικής καταγωγής. (δεξιά) Αρχέλαος (36 π.Χ. – 17 μ.Χ.) ήταν ο τελευταίος βασιλιάς της Καππαδοκίας και ήταν ελληνικής καταγωγής.

Ρωμαϊκή περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Αρχέλαος ήταν πρίγκιπας υποτελής στους Ρωμαίους, τελευταίος βασιλιάς της Καππαδοκίας. Ήταν Καππαδόκης Έλληνας αριστοκράτης[17][18], πιθανόν Μακεδονικής καταγωγής, και ήταν ο πρώτος βασιλιάς της Καππαδοκίας που είχε εξ’ ολοκλήρου μη Περσικό αίμα[19]. Βασίλεψε στην Καππαδοκία πολλά χρόνια πριν εκθρονιστεί από τον Τιβέριο ο οποίος κατέλαβε την Καππαδοκία για λογαριασμό της Ρώμης[19]. Από την περιοχή της Καππαδοκία προήρθαν σημαντικά άτομα κατά την αρχαιότητα, όπως ο Απολλώνιος ο Τυανέας (1ος αιώνας μ.Χ.), ο οποίος ήταν νέο-πυθαγόρειος φιλόσοφος[20] ο οποίος έγινε γνωστός στην Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, και ο Αρεταίος ο Καππαδόκης (81-138 μ.Χ.), που ήταν ελληνικής καταγωγής γεννημένος στην Καππαδοκία, και θεωρείται από τους πρωτοπόρους χειρούργους της αρχαιότητας[21][22][23]. Ήταν ο πρώτος που έκανε διάκριση μεταξύ του σακχαρώδη διαβήτη (diabetes mellitus) και του άποιου διαβήτη (diabetes insipidus), και ο πρώτος που έδωσε λεπτομερή περιγραφή της κρίσης άσματος[23][24].

Γρηγόριος Ναζιανζηνός (περ. 330-περ.389 μ.Χ.).

Μέχρι το τέλος της Ύστερης Αρχαιότητας η Καππαδόκες Έλληνες είχαν κατά το μεγαλύτερο μέρος μεταστραφεί στο Χριστιανισμό[25]. Ήταν τόσο προσηλωμένοι στο Χριστιανισμό που μέχρι τον πρώτο αιώνα μ.Χ. η περιοχή της Καππαδοκίας αποτέλεσε προπύργιο του Χριστιανικού μοναχισμού[26] και υπήρξε περιοχή ιδιαίτερης σημαντικότητας στην ιστορία του πρώιμου Χριστιανισμού[25]. Κατά τους πρώτους αιώνες μετά Χριστόν η Καππαδοκία έδωσε τρεις εξέχοντες πατριαρχικές μορφές, γνωστές ως οι τρεις ιεράρχες[27]: ο Μέγας Βασίλειος (περ. 330-379), Επίσκοπος Κασαρείας[28], ο Γρηγόριος Ναζιανζηνός (περ.330-περ.389)[29], και ο Γρηγόριος Νύσσης (θάνατος περ. 394)[30]. Αυτοί η Καππαδόκες Έλληνες πατέρες του 4ου αιώνα[31] σέβονταν τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό και αρετή, μελετώντας ακόμα και Όμηρο και Ησίοδο, και “στάθηκαν σταθερά στην παράδοση του ελληνικού πολιτισμού[32].

Βυζαντινή περίοδος[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μέχρι τον πέμπτο αιώνα η τελευταίες Ινδοευρωπαϊκές γλώσσες της Ανατολίας έπαψαν να μιλιούνται, και αντικαταστάθηκαν από την Ελληνιστική Κοινή[33]. Ταυτόχρονα, οι ελληνικές κοινότητες της κεντρικής Ανατολίας άρχισαν να εμπλέκονται ενεργά στις υποθέσεις της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και κάποιοι Έλληνες Καππαδόκες όπως ο Μαυρίκιος (βασ. 582-602) και ο Ηράκλειος (που ήταν επίσης και Αρμενικής καταγωγής) θα γίνονταν ακόμα και αυτοκράτορες[34][35].

Η περιοχή έγινε στρατιωτική θέση κλειδί μετά την έλευση του Ισλάμ, και οι κατοπινές Μουσουλμανικές κατακτήσεις οδήγησαν στην δημιουργία μιας στρατιωτικοποιημένης παραμεθορίου (κλεισούρα) στα σύνορα της Καππαδοκίας. Αυτό διήρκησε από τα μέσα του 7ου ως τον 10ο αιώνα κατά τους Αραβοβυζαντινούς πολέμους και αποθανατίστηκε στο Διγενή Ακρίτα, το Μεσαιωνικό ελληνικό έπος που διαδραματίζεται σε αυτήν την μεθόριο. Κατά αυτήν την περίοδο η Καππαδοκία έγινε σημαντική για την Αυτοκρατορία, και έβγαλε πολλούς Βυζαντινούς στρατηγούς, κυρίως την οικογένεια των Φωκάδων, πολέμαρχους (βλ. Καρβέας της Τεφρικλης) και ραδιουργίες, σημαντικότερη κυρίως η αίρεση του Παυλικιανισμού. Καθώς οι Καππαδόκες Έλληνες ζούσαν σε μια τέτοια ασταθή περιοχή, άρχισαν να φτιάχνουν υπόγεια καταλύματα σπηλιών στους ηφαιστιογενείς σχηματισμούς της ανατολικής Καππαδοκίας. Τελικά έχτισαν ολόκληρες υπόγειες πόλεις στις οποίες θα μπορούσαν να καταφύγουν σε καιρούς κινδύνου. Οι Καππαδόκες Έλληνες προστατεύθηκαν σε λαξευμένες στο βράχο υπόγειες πόλεις από τους Ρωμαίους και αργόπτερα από τους Εικονοκλάστες[36]. Αιώνες αργότερα αυτές οι πόλεις θα χρησίμευαν ως προστασία από Μουσουλμανικές Αραβικές[25][37], Τουρκικές και Μογγολικές απειλές[36]. Η πιο διάσημες από αυτές τις υπόγειες πόλεις βρίσκονται στα ελληνικά χωριά Ανακού και Μαλακοπή, γνωστές σήμερα ως οι υπόγειες πόλεις Derinkuyu (Ντερίνκουγιου) και Kaymaklı (Καϊμακλί), οι οποίες έχουν δωμάτια που βρίσκονται σε βάθος πάνω από 80 μέτρα[25]. Οι υπόγειες πόλεις εξακολούθησαν να αποτελούν καταφύγια από τους Τούρκους Μουσουλμάνους ηγεμόνες[38]. Μέχρι και τον 20ο αιώνα οι ντόπιοι χρησιμοποιούσαν ακόμα τις πόλεις για να γλυτώνουν από περιοδικά κύματα διώξεων των Οθωμανών[38].

Καππαδόκες με τις φορεσιές τους.

Κατά το Μεσαίωνα η Καππαδοκία είχε εκατοντάδες οικισμούς και βυζαντινές εκκλησίες λαξευμένες στους ηφαιστιογενείς σχηματισμούς της ανατολικής Καππαδοκίας, διακοσμημένες με ζωγραφισμένες εικόνες, ελληνική γραφή και διακόσμους. Έχουν ανακαλυφθεί πάνω από 700 τέτοιες εκκλησίες[39] και χρονολογηθεί στην περίοδο μεταξύ του 6ου και 13ου αιώνα[25], εκ των οποίων πολλά μοναστήρια και εκκλησίες συνέχιζαν να βρίσκονται σε χρήση μέχρι την Ελληνοτουρκική ανταλλαγή πληθυσμών της δεκαετίας του 1920[26]. Οι Έλληνες κάτοικοι αυτών των περιοχών ονομάζονταν Τρωγλοδύτες. Το 10ο αιώνα ο Λέων ο Διάκονος κατέγραψε ένα ταξίδι στην Καππαδοκία από τον Νικηφόρο Φωκά, αναφέρει στα γραπτά του ότι οι κάτοικοι λέγονται Τρωγλοδύτες γιατί “κατάφευγαν σε υπόγειες τρύπες, ρωγμές, και λαβύρινθους, όπως και σε λημέρια και λαγούμια”[40]. Οι Βυζαντινοί ανέκτησαν τον έλεγχο της Καππαδοκίας μεταξύ του 7ου και 11ου αιώνα, κατά το οποίο διάστημα λαξεύτηκαν εκκλησίες στις περιοχές Γκιόρεμε και Σογανλί[37] Κατά το Μεσαίωνα οι Καππαδόκες Έλληνες θάβανε θρησκευτικές μορφές μέσα και γύρω από τα μοναστήρια. Στα πρόσφατα χρόνια έχουν βρεθεί μουμιοποιημένα σώματα σε εγκαταλειμμένα Ελληνικά μοναστήρια στην Καππαδοκία, και πολλά από αυτά, συμπεριλαμβανομένων και μουμιοποιημένα σώματα βρεφών, εκτίθενται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Νίγδης. Ένα καλά διατηρημένο σώμα με ξανθά μαλλιά μια νεαρής Χριστιανής γυναίκας που πιστεύεται ότι ήταν μοναχή, και χρονολογείται από την Βυζαντινή περίοδο από τον 6ο ως τον 11ο αιώνα, είναι δημοφιλές στους τουρίστες[41][42]. Ανακαλύφθηκε σε ένα ελληνικό παρεκκλήσι του 6ου αιώνα στην Κοιλάδα Ihlara της Καππαδοκίας[43]. Κατά τον 10ο αιώνα η Βυζαντινή Αυτοκρατορία διείσδυσε ανατολικά στα πρώην διοικούμενα από τους Άραβες εδάφη, μεταξύ των οποίων και η Μεγάλη Αρμενία, και μετέφερε χιλιάδες Αρμένιους σε διάφορες περιοχές της Καππαδοκίας. Αυτή η μεταφορά πληθυσμού ενέτεινε τις εθνικές εντάσεις μεταξύ των Καππαδόκων Ελλήνων και των νέο-αφιχθέντων Αρμενίων στην Καππαδοκία[44], και άφησε την Αρμενία στερημένη κατά πολύ από ντόπιους υπερασπιστές[44].

Οθωμανική Καππαδοκία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Βασίλειος Γιαρούπης, Καππαδόκης Έλληνας φεουδάρχης του 13ου αιώνα, ο οποίος κατείχε τον τίτλο στρατηγός (amir arzi) στο στρατό του Μεσούντ Β΄, Σουλτάνου του Σουλτανάτου του Ρουμ.

Το 1071 μ.Χ. η Βυζαντινή Αυτοκρατορία υπέστη σημαντική ήττα στη Μάχη του Ματζικέρτ στην Αρμενία[45][46]. Αυτή η ήττα θα άφηνε ανοιχτή το εσωτερικό της Ανατολία σε εισβολή από Σελτζούκους Τούρκους της Κεντρικής Ασίας, οι οποίοι θα καταλάμβαναν το μεγαλύτερο μέρος της Βυζαντινής Μικράς Ασίας[45]. Αυτό άρχισε την μεταμόρφωση της Μικράς Ασίας από εντελώς Χριστιανική και σε τεράστιο ποσοστό κατοικούμενη από Έλληνες, σε Μουσουλμανικό και Τουρκικό κέντρο[45][46]. Πολλές Αρμενικές βασιλικές οικογένειες μεταξύ των οποίων οι Γκαγκίκ Β΄, Αντόμ, και Αμπού Σαχλ από το Βουσπουρακάν, θέλησαν να πάρουνε εκδίκηση από τον ντόπιο Ελληνορθόδοξο πληθυσμό μετά τις διώξεις των Αρμενίων και των Σύριων Μονοφυσιτών από τους Βυζαντινούς[47]. Εκμεταλλεύτηκαν αυτήν την ευκαιρία που έδωσε η κατάκτηση από τους Σελτζούκους για να στοχοποιήσουν Έλληνες, βασάνισαν και σκότωσαν τον Ορθόδοξο μητροπολίτη της Καισάρειας και λεηλάτησαν κτήματα που ανήκαν σε πλούσιους Έλληνες[47]. Τελικά οι Έλληνες κτηματίες σκότωσαν τον βασιλικής καταγωγής Αρμένιο Γκαγκίκ[47].

Μέχρι το 12ο αιώνα όλη η Ανατολία είχε κατακτηθεί απόΤουρκμενικές φυλές από την Κεντρική Ασία, οι οποίοι αυτοί νομάδες εισβολείς εκκαθάρισαν πολλές περιοχές της Ανατολίας από τους Έλληνες[48]. Υπό την Τουρκική εξουσία ο Ελληνικός πληθυσμός της Ανατολίας μειώθηκε δραστικά, λόγω μαζικής μεταστροφής στο Ισλάμ, σφαγών, ή εξορία σε Ελληνικές επικράτειες στην Ευρώπη[49]. Ενώ πριν την Τουρκική μετανάστευση στην Ανατολία, οι Έλληνες, όπως και μικρότερος αριθμός Αρμενίας, Συρίων και Γεωργιανών, ήταν όλοι Χριστιανοί, ως τον 15ο αιώνα περισσότερο από το 90% της Ανατολίας ήταν Μουσουλμάνοι, σύμφωνα με κάποιους ερευνητές[50] κυρίως λόγω μεταστροφής Χριστιανών στο Ισλάμ. Πολλοί Βυζαντινοί Έλληνες ηγέτες επίσης μπήκαν στον πειρασμό να μεταστραφούν στο Ισλάμ για να μπούνε στην Οθωμανική Τούρκικη αριστοκρατία[50], αν και στις αρχές του 20ου αιώνα η αναλογία Χριστιανών στην Ανατολία ήταν πάνω από 20%[51]. Κατά τους αιώνες της Τουρκικής εξουσίας στην Μικρά Ασία, πολλού Έλληνες και άλλοι λαοί της Ανατολίας όπως οι Αρμένιοι και η Κούρδοι, υιοθέτησαν την Τουρκική γλώσσα, μεταστράφηκαν στο Ισλάμ, και κατέληξαν να αναγνωρίζονται ως Τούρκοι[52]. Παρά την αναταραχή στην Ανατολία, ως τον 13ο αιώνα οι Έλληνες της Καππαδοκία, Λυκαονίας και Παμφυλίας παρέμειναν σε μεγάλους αριθμούς, παρά τις πιέσεις από τους Τουρκμένους νομάδες, και σε κάποια αστικά κέντρα πιθανόν ακόμα και απαρτίζοντας την πλειοψηφία του πληθυσμού[48]. Κατά τη διάρκεια αυτής της χαώδους περιόδου υπάρχουν ενδείξεις ότι μερικοί ντόπιοι Καππαδόκες Έλληνες ενώθηκαν με τους Τούρκους νομάδες εισβολείς. Κάποιοι κατάφεραν ακόμα και ανέλθουν σε ανώτερες θέσεις στο Σελτζουκικό Σουλτανάτο του Ρουμ, όπως ο Βασίλειος Γιαρούπης, πλούσιος Καππαδόκης Έλληνας φεουδάρχης ισχυρής Ελληνικής επαρχίας, ο οποίος κατείχε τον τίτλο της αυλής του στρατηγού (amir arzi) στο στρατό του Σελτζούκου Σουλτάνου του Ικονίου Μεσούντ Β΄[53]. Αφιέρωσε μια εκκλησία που βρίσκεται στην κοιλάδα του Περιστρέμματος (Μπελισιρμά), όπου σώζεται μέχρι σήμερα η τοιχογραφία με το πορτρέτο του που ζωγραφίστηκε εν ζωή.

Εγκαταλειμμένες Ελληνικές Ορθόδοξες λαξευμένες στη συμπαγή πρόσοψη το βράχου, Υπαίθριο Μουσείο του Γκιόρεμε, Καππαδοκία, Νεβσεχίρ, Τουρκία.

Κατά τη διάρκεια του 15ου αιώνα οι Οθωμανοί Τούρκοι κατέκτησαν την Καππαδοκία, ενώ η επαρχία της Καππαδοκίας παρέμεινε σε μεγάλο βαθμό κατοικούμενη από Έλληνες, με έναν μικρότερο αριθμό Αρμενίων, ακόμα και μετά την κατάκτηση[37]. Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Οθωμανού σουλτάνου Μουράτ Γ΄ (1574 με 1595), η περιοχή της Καππαδοκίας τουρκοποιήθηκε σε κουλτούρα και γλώσσα μέσω μιας σταδιακής διαδικασίας επιπολιτισμού[54][55], ως αποτέλεσμα ότι πολλοί Έλληνες είχαν αποδεχτεί την Τουρκική καθομιλουμένη και αργότερα έγιναν γνωστοί ως Καραμανίδες. Το όνομα αυτό προέρχεται από την περιοχή της Καππαδοκίας που οι Τούρκοι ονόμαζαν Καραμάν προς τιμήν του Τούρκο πολέμαρχου Καραμάνογλου, αν και οι Καππαδόκες Έλληνες συνέχισαν να αποκαλούν την περιοχή Λάραντα, το αρχαίο ελληνικό της όνομα[56]. Αυτοί οι τουρκόφωνοι Έλληνες ζούσαν κυρίως στην περιοχή της Καραμανίας, αν και υπήρχαν σημαντικές κοινότητες στην Κωνσταντινούπολη και την περιοχή της Μαύρης Θάλασσας[57][58]. Οι Καππαδόκες Έλληνες που ζούσαν σε απόμακρα λιγότερο προσβάσιμα χωριά παρέμειναν ελληνόφωνοι και χριστιανοί, καθώς ήταν απομονωμένοι και επηρεάστηκαν λιγότερο από την γρήγορη μεταστροφή των περιοχών που γειτόνευαν με το Ισλάμ και την Τουρκική γλώσσα[59][60]. Οι Έλληνες Καππαδόκες διατήρησαν τα αρχικά ελληνικά ονόματα πολλών περιοχών της Καππαδοκίας τα οποία είχαν μετονομαστεί σε τουρκικά ονόματα κατά τη διάρκεια της Οθωμανικής εποχής, όπως την πόλη γνωστή κατά το Μεσαίωνα ως Άγιος Προκόπιος, και μετονομάστηκε Ουργκούρ (Urgup) από τους Τούρκους και ακόμα αποκαλούταν Προκόπιον από τους ντόπιους Έλληνες των αρχών του 20ου αιώνα[61].

Τοιχογραφίες στην εκκλησία του Αγίου Ιωάννη (Γκιούλσεχιρ, Gülşehir), Καππαδοκία, Τουρκία.

Αν και οι Καραμανλήδες εγκατέλειψαν την ελληνική γλώσσα όταν έμαθαν τα τουρκικά, παρέμειναν Ορθόδοξοι Χριστιανοί, και συνέχισαν να χρησιμοποιούν το ελληνικό αλφάβητο[62]. Τύπωσαν χειρόγραφα έργα στην τουρκική γλώσσα με το ελληνικό αλφάβητο, χρήση η οποία έγινε γνωστή Καραμανλήδικα[58]. Αυτό το φαινόμενο δεν περιορίστηκε στους Καππαδόκες Έλληνες Καραμανλήδες, καθώς πολλοί Αρμένιοι που ζούσαν στην Καππαδοκία είχαν επίσης γίνει τουρκόφωνοι, αν και παρέμειναν Αρμένιοι Αποστολικοί (Ορθόδοξοι) Χριστιανοί, μιλούσαν και έγραφαν στην τουρκική, αλλά χρησιμοποιώντας το αρμενικό αλφάβητο[58]. Κάποιοι Εβραίοι κάτοικοι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας είχαν επίσης γίνει τουρκόφωνοι διατηρώντας τη θρησκεία τους, και επίσης γράφανε στην τουρκική χρησιμοποιώντας το εβραϊκό αλφάβητο[63]. Οι Καππαδοκικές ελληνικές, αρμενικές και εβραϊκές μειονότητες ανέπτυξαν ελληνοτουρκικές, αρμενό-τουρκικές και ιουδαϊκό-τουρκικές λογοτεχνίες αναπτύσσοντας η κάθε μία τη δικιά της παράδοση γραφής[63]. Παρά το γεγονός ότι είχαν χάσει την γνώση των γλωσσών τους και είχαν τουρκοποιηθεί[58], οι πλειοψηφία των Καραμανλήδων και πολλοί τουρκόφωνοι Αρμένιοι τελικά ανέκτησαν την αρχική μητρικές τους γλώσσες[64]. Ενώ οι περισσότεροι Καππαδόκες Έλληνες είχαν παραμείνει Ορθόδοξοι Χριστιανοί, ένας σημαντικός αριθμός μεταστράφηκε στο Ισλάμ[54]. Όπως και με άλλες ελληνικές κοινότητες, αυτοί οι προσήλυτοι στο Ισλάμ θεωρούνταν "Τούρκοι"[65], καθώς το να είναι κανείς Μουσουλμάνος για τους Έλληνες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ήταν συνώνυμο με το να είναι Τούρκος. Οι Έλληνες συγγραφείς θα περιέγραφαν λανθασμένα τους Έλληνες προσήλυτους στο Ισλάμ ως ότι “Τουρκέυουν”, γίνονται Τούρκοι[65]. Ευρωπαίοι επισκέπτες στα βασίλεια του Σουλτάνου, επίσης θα χαρακτήριζαν υποκειμενικά κάθε Μουσουλμάνο ως "Τούρκο" ανεξάρτητα από τη μητρική του γλώσσα[66]. Οι Έλληνες πίστευαν ότι με την μεταστροφή στο Ισλάμ και το ‘χάσιμο’ της Χριστιανικής θρησκείας, ένα άτομο έβγαινε επίσης και από την Ελληνική εθνική κοινότητα. Αυτός ο ανακριβής τρόπος σκέψης ήταν ακόμα δημοφιλής και μετά τα χρόνια της διάλυσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας[65].

Κατά την περίοδο της Οθωμανικής εξουσίας συνέβησαν πολλές μετακινήσεις πληθυσμών στην κεντρική Ανατολία[67]. Μετά την Οθωμανική κατάκτηση της Κύπρου του 1571μ ο Οθωμανός Σουλτάνος Σελίμ Α΄ αποφάσισε να μεταφέρει Έλληνες από την Καππαδοκία, ειδικά από την περιοχή της Καισαρείας, στην Κύπρο[68][69]. Σε αυτό το διάστημα ο αρχιτέκτονας Μιμάρ Σινάν, ελληνικής καταγωγής και ντόπιος από την Καππαδοκία, έγραψε μια επιστολή στο Σουλτάνο ζητώντας να εξαιρεθεί η οικογένειά του από την μεταφορά[69][70]. Κατά την Οθωμανική περίοδο Καππαδόκες Έλληνες θα μετανάστευαν στην Κωνσταντινούπολη και σε άλλες μεγάλες πόλεις για δουλείες. Μέχρι το 18ο αιώνα πολλοί ήταν πλούσιοι, μορφωμένοι και δυτικοποιημένοι. Πλούσιοι Καππαδόκες Έλληνες χτίσανε μεγάλες πέτρινες επαύλεις σε περιοχές της Καππαδοκίας όπως η Καρβάλη (το σύγχρονο Γκιουζελιούρτ), πολλές από τις οποίες μπορεί να δει κανείς μέχρι σήμερα[71][72]. Οι Καππαδόκες Έλληνες έγραψαν τα πρώτα μυθιστορήματα που εκδόθηκαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία το 19ο αιώνα, χρησιμοποιώντας το ελληνικό αλφάβητο και την τουρκική γλώσσα[55] Καππαδόκες Έλληνες από διάφορες περιοχές θα ειδικευόταν σε κάποιο συγκεκριμένο επάγγελμα, όπως για παράδειγμα το εμπόριο του χαβιαριού[73]. Ο συγγραφέας Demetrius Charles Boulger αργότερα θα περιγράψει το χαρακτήρα των εργασιών τους, "Κάθε χωριό είναι συνδεδεμένο με κάποια συγκεκριμένη συντεχνία στην Κωνσταντινούπολη. Ένας προμηθεύει μπακάληδες, άλλος τους πωλητές κρασιού και ποτών, άλλος αυτούς που αποξεραίνουν ψάρια, άλλους τους κατασκευαστές χαβιαριού, άλλους τους αχθοφόρους, και ούτω καθ’ εξής."[74]’.

Σύγχρονη Καππαδοκία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Καππαδικός Ελληνικός γάμος στα Κέρμιρα (Germir), Καισάρεια, Καππαδοκοκία, 1902.
Ένα πέρασμα προς την Υπόγεια Πόλη.

Στις αρχές του 20ου αιώνα οι ελληνικοί οικισμοί ήταν ακόμα πολλοί και διασκορπισμένοι στο μεγαλύτερο μέρος της σημερινής Τουρκίας[75][76]. Οι επαρχίες της Καππαδοκία και της Λυκαονίας είχε μεγάλο αριθμό οικισμών με μεγάλους πληθυσμούς στα αστικά κέντρα όπως η Κασάρεια, η Νίγδη και το Ικόνιο[75]. Οι Καππαδόκες Έλληνες του 19ου και του 20ου αιώνα ήταν φημισμένοι για τον πλούτο των λαϊκών αφηγήσεων και τη διατήρηση της αρχαίας ελληνικής γλώσσας[77].

Η Υπόγεια πόλη του Ντερίνκουγιου συνέχισε να χρησιμοποιείται από πρόσφυγες ως καταφύγια για προστασία από τους Μουσουλμάνους Τούρκους[38], και ως και τα τέλη του 20ου αιώνα ήταν ακόμα σε χρήση από τους ντόπιους για να γλυτώνουν από επιδρομές των Οθωμανών[38]. Ο Dawkins, ένας γλωσσολόγος του Κέμπριντζ που πραγματοποίησε έρευνα στους γηγενείς Καππαδόκες Έλληνες στην περιοχή από το 1909-1911, κατέγραψε ότι το 1909, «όταν έφτασαν τα νέα για τις πρόσφατες σφαγές στα Άδανα, μεγάλος μέρος του πληθυσμού στην Αξό κατέφυγαν σε αυτές τις υπόγειες αίθουσες, και για κάποιες νύχτες δεν επιχείρησαν να κοιμηθούν πάνω από το έδαφος».

Οι μελετηρές που περνούσαν από την Καππαδοκία κατά το 19ο αιώνα περιγράφουν τους Καππαδόκες Έλληνες και τα έθιμά τους. Το 1838 ο Βρετανός μελετητής Robert Ainsworth έγραψε ότι, "Οι Καππαδόκες Έλληνες είναι, γενικά, ευχάριστοι και ανοιχτοί στους τρόπους τους, και η συνομιλία τους υποδηλώνει μεγάλο βαθμό ευφυΐας και πολιτισμού, εκεί που υπάρχουν τόσα λίγα βιβλία και τόσο λίγη εκπαίδευση, και συνεπώς εκμάθηση."[78]. Ο Demetrius Charles Boulger περιέγραψε αργότερα το χαρακτήρα τους:

Οι Καππαδόκες Έλληνες έχουν τη φήμη σε όλη τη Μικρά Ασία για την ενέργεια και την εμπορική τους δραστηριότητα. Υπάρχουν λίγες μόνο πόλεις στις οποίες δεν βρίσκει κανείς έναν έμπορο από την Καισάρεια, και η βραχώδη φύση της χώρας ωθεί ακόμα και τις φτωχότερες τάξεις να αναζητήσουν τα προς το ζειν αλλού. Ίσως το πιο ενδιαφέρον χαρακτηριστικό στο χαρακτήρα αυτών των Ελλήνων είναι η μεγάλη τους αγάπη για την πατρίδα τους. Η μεγάλη φιλοδοξία κάθε άντρα είναι να κερδίσει αρκετά χρήματα για να χτίσει ένα σπίτι και να εγκατασταθεί στην αγαπημένη του Καππαδοκία. Οι νέοι φεύγουν στην Κωνσταντινούπολη για κάποια χρόνια και μετά επιστρέφουν για να παντρευτούν και να χτίσουν ένα σπίτι. Σε ένα-δύο χρόνια παντρεμένοι βλέπουν τις οικονομίες τους να τελειώνουν, και χρειάζεται να ξαναγυρίσουν στην Πόλη, κάποιες φορές παραμένοντας δέκα ή δεκαπέντε χρόνια για να κερδίσουν αρκετά για να συντηρηθούν αυτοί και οι γυναίκες τους για το υπόλοιπο της ζωής τους…Ο κόσμος δεν έχει συγκεκριμένες πολιτικές προσδοκίες όπως αυτές που κυριαρχούν μεταξύ των Ελλήνων της δυτικής ακτής. Ονειρεύονται, αυτό είναι αλήθεια, μια νέα Βυζαντινή Αυτοκρατορία, αλλά ό, τι συμπάθεια περισσεύει από την αγάπη του χρήματος και του κέρδους, πηγαίνει στη Ρωσία. Η νότια περιοχή της Καππαδοκίας, όπου κάποτε διακόνησε ο Άγιος Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός, δείχνει πολλά σημάδια αυξανόμενης ευμάρειας. Το χτίσιμο συνεχίζεται, και οι άνθρωποι εγκαταλείπουν τα υπόγεια χωριά, στα οποία χρωστάνε τη διατήρηση της πίστης και της γλώσσας τους, για σπίτια πάνω από το έδαφος. Τα υπόγεια αυτά χωριά είναι γνωστά με ελληνικά, όσο και με τούρκικα ονόματα. Σε κάποια μιλιούνται τα Ελληνικά από Μουσουλμάνους και Χριστιανούς, και σε άλλα μια ελληνοτουρκική διάλεκτος, και σε άλλα μόνο Τούρκικα. Και αυτός ο συνδυασμός υπάρχει ακόμα και στις εκκλησίες, όπου τα περιγραφικά γράμματα στις ιερές εικόνες είναι συχνά στα Τούρκικα, γραμμένα με ελληνικούς χαρακτήρες[74].

Διώξεις και ανταλλαγή πληθυσμών[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1900 η περιοχή της Καππαδοκίας κατοικούνταν ακόμα από Χριστιανούς Καππαδόκες Έλληνες, όπως και από Μουσουλμάνους Τούρκους[40], και από κοινότητες Αρμενίων και Κούρδων. Μέχρι τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο οι Έλληνες της Ανατολίας είχαν πολιορκηθεί από τους Νεότουρκους[79]. Χιλιάδες Έλληνες σφαγιάστηκαν[79], περίπου 750.000 Έλληνες της Μικράς Ασίας σφαγιάστηκαν σε μια πράξη γενοντονίας και περίπου 750.000 εξορίστηκαν[76][80]. Οι Έλληνες στοχοποιήθηκαν πριν από και μαζί με τους Αρμενίους και τους Ασσυρίους. Οι θάνατοι των Ελλήνων της Ιωνίας και της Καππαδοκίας έφτασαν τους 397.000 ενώ των Ποντίων τους 353.000[76]. Ο Τούρκος αξιωματούχος Ραφέτ Μπέι έπαιξε ενεργό ρόλο στην Γενοκτονία των Ελλήνων στο εσωτερικό της Ανατολίας το Νοέμβριο του 1916 δήλωσε, "Πρέπει να αποτελειώσουμε τους Έλληνες όπως κάναμε με τους Αρμενίους…σήμερα έστειλα αποσπάσματα στο εσωτερικό για να σκοτώσουνε κάθε Έλληνα επί τόπου…"[81]. Κατά τη διάρκεια του Ελληνοτουρκικού πολέμου (1919–1922) αμέτρητος αριθμός Ελλήνων εκτοπίστηκαν από τους Τούρκους στην έρημο της Μεσοποταμίας όπου πολλοί[81]. Στις 31 Ιανουαρίου 1917 ο Καγκελάριος της Γερμανίας Μπέθμαν Χόλβεγκ δήλωσε:

Οι ενδείξεις είναι ότι οι Τούρκοι σχεδιάζουν να εξαλείψουν τους Έλληνες ως εχθρούς του κράτους, όπως κάνανε νωρίτερα με τους Αρμενίους. Η τακτική που εφαρμόζεται από τους Τούρκους είναι να εκτοπίζουν τους ανθρώπους στο εσωτερικό χωρίς να παίρνουν μέτρα για την επιβίωσή τους, με το να τους εκθέτουν στο θάνατο, την πείνα και την αρρώστια. Τα εγκαταλελειμμένα σπίτια κατόπιν λεηλατούνταν και καίγονταν ή καταστρέφονταν. Ό, τι έγινε με τους Αρμένιους επαναλαμβάνεται με τους Έλληνες.[81]

Το 1922 μετά από παραμονή αιώνων στην Καππαδοκία[6], όταν οι εναπομείναντες Καππαδόκες Έλληνες εκδόθηκαν στην Ελλάδα ως μέρος της οριζόμενης από τη Συνθήκη της Λοζάνης ανταλλαγής πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας[5], οι απόγονοι των Καππαδόκων Ελλήνων που είχαν μεταστραφεί στο Ισλάμ δεν περιλήφθηκαν στην ανταλλαγή και παρέμειναν στην Καππαδοκία[82], κάποιοι μιλώντας ακόμα την Καππαδοκική ελληνική γλώσσα. Κάποιες πόλεις επηρεάστηκαν πολύ από την αποχώρηση των Ελλήνων, μεταξύ των οποίων η Σινασός, το Ουργκούρ, το Γκιουζελιούρτ, και το Νεβσεχίρ, καθώς αυτοί αποτελούσαν σημαντικό ποσοστό του πληθυσμού αυτών των πόλεων[71]. Οι Καππαδόκες Έλληνες μεταφέρθηκαν στην παράκτια πόλη της Μερσίνης προκειμένου να σταλούν στην Ελλάδα. Πολλοί θα χάνανε όλα τα υπάρχοντά τους εξ’ αιτίας διεφθαρμένων αξιωματούχων και λεηλασιών[71]. Οι Καππαδόκες Έλληνες που μετανάστευαν στην Ελλάδα αντικαταστάθηκαν με Μουσουλμάνους που έρχονταν από την ηπειρωτική Ελλάδα, κυρίως από τη Θράκη. Κάποιοι από αυτούς του Μουσουλμάνους ήταν Έλληνες (βλ. Έλληνες Μουσουλμάνοι), αν και οι περισσότεροι ήταν Σλαβικής, Τουρκικής, ή Τσιγγάνικης καταγωγής. Πολλές από τις Καππαδοκικές ελληνικές εκκλησίες μετατράπηκαν σε τζαμιά μετά την αποχώρηση των Ελλήνων. Σε αυτές περιλαμβάνεται η Εκκλησία του Αγίου Γρηγορίου σήμερα γνωστή ως "Buyuk Kilise Camii (Τζαμί Μεγάλης Εκκλησιάς)"[83].

Η Καππαδοκική Ελληνική ομάδα σχολής "Αργαίος" στην Καισάρεια (1907). Η ομάδα πήρε το όνομά της από τον Αργαίο, φημισμένο ηφαίστειο στην Καππαδοκία.

Μετά την ανταλλαγή υπήρχε ακόμα σημαντική κοινότητα Καππαδόκων Ελλήνων που ζούσε στην Τουρκία, στην Κωνσταντινούπολη[58] they had settled there during the Ottoman era and formed enclaves of their native communities,[57], η πλειοψηφία των οποίων μετανάστεψαν στην Ελλάδα μετά τα Σεπτεμβριανά του 1955. Με την άφιξή τους στην Ελλάδα εγκαταστάθηκαν σε χωριά παρόμοια με τα αρχικά Καππαδοκικά χωριά. Οι νέοι κάτοικοι έδωσαν στα νέα χωριά τα ονόματα των παλιών, με την προσθήκη το Νέος / Νέα. Για παράδειγμα, Καππαδόκες Έλληνες της Σίνασου που εγκαταστάθηκαν στη βόρεια Εύβοια ονόμασαν το χωριό τους Νέα Σινασός. Άλλα παραδείγματα περιλαμβάνουν τη Νέα Καρβάλη στη βόρεια και το Νέο Προκόπι στην κεντρική Ελλάδα[1]. Οι περιοχές της Ελλάδας με σημαντικούς Καππαδοκικούς οικισμούς περιλαμβάνουν τις πόλεις Καρίτσα, Βόλο, Κιλκίς, Λάρισα, Χαλκιδική, Καβάλα, Αλεξανδρούπολη, και Θεσσαλονίκη[84]. Σήμερα η απόγονοι των Καππαδόκων Ελλήνων, μπορεί να βρεθούν σε όλοι την Ελλάδα, καθώς και στον κόσμο, ιδιαίτερα στην Δυτική Ευρώπη Βόρεια Αμερική και Αυστραλία, ως μέρος του Απόδημου Ελληνισμού.

Η σύγχρονη περιοχή της Καππαδοκίας είναι φημισμένη για τις λαξευμένες στο βράχο εκκλησίες στην κοιλάδα του Γκιόρεμε και του Σαγανλί[37], και στους τουρίστες[39], πολλοί από τους οποίους επισκέπτονται τις εγκαταλελειμμένες υπόγειες πόλεις, σπίτια και ελληνικές εκκλησίες, λαξευμένες και διακοσμημένες από Καππαδόκες Έλληνες αιώνες πριν. Η πρώην ελληνική πόλη Γκιουζελγιούρτ (Καρβάλη) έχει γίνει δημοφιλής στους τουρίστες που επισκέπτονται τις εγκαταλελειμμένες πετρόκτιστες επαύλεις πλούσιων Καππαδόκων Ελλήνων επιχειρηματιών[72]. Σήμερα μπορεί να δει κανείς πάνω από 700 Ελληνικές Ορθόδοξες Εκκλησίες[39] και πάνω από τριάντα βραχόκτιστα παρεκκλήσια, πολλές με διατηρημένες αγιογραφίες, ελληνικές επιγραφές και τοιχογραφίες, κάποιες από τις οποίες χρονολογούνται από την εικονοκλαστική περίοδο μέχρι και τον 6ο αιώνα[25]. Το 1985 αυτές η Ελληνικές βραχόκτιστες εκκλησίες χαρακτηρίστηκαν Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς[85].

Γλώσσα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ελληνικές διάλεκτοι της Ανατολίας μέχρι το 1923. Δημοτική με κίτρινο, Ποντιακά με πορτοκαλί, Καππαδοκικά με πράσινο, με τις πράσινες κουκίδες να αντιπροσωπεύουν χωριά με την Καππαδοκική διάλεκτο το 1910[86].
Ελληνική επιγραφή στη Σινασό, Καππαδοκία.

Οι Καππαδόκες Έλληνες παραδοσιακά μιλούσαν μια διάλεκτο της Ελληνικής γλώσσας γνωστή ως Καππαδοκική διάλεκτος. Αυτή η διάλεκτος διαφοροποιήθηκε νωρίς από άλλες Βυζαντινές διαλέκτους, αρχίζοντας από με τις Τουρκικές κατακτήσεις της κεντρικής Μικράς Ασίας του 11ου και 12ου αιώνα, και έτσι ανέπτυξε αρκετές σημαντικές διαφοροποιήσεις, όπως η εξάλειψη του γένους στα ουσιαστικά[87] Όμως, όντας απομονωμένη από τις κατακτήσεις των Σταυροφόρων της Τέταρτης Σταυροφορίας και την μετέπειτα Βενετική επιρροή στις Ελληνικές ακτές, διατήρησε τους αρχαίους ελληνικούς όρους στην Δημοτική για πολλές λέξεις που αντικαταστάθηκαν λέξεις της Ρομανικής γλώσσας[87]. Μετά από αιώνες Οθωμανικού εξουσίας η Τουρκική γλώσσα αναδείχτηκε ως η κυρίαρχη γλώσσα στην Καππαδοκία. Πολλοί Έλληνες άρχισαν να μιλάνε Τουρκικά ως δεύτερη γλώσσα και έγιναν δίγλωσσοι, όπως είναι η περίπτωση με τους “Κουβουκλιώτες” που ήταν πάντα ελληνόφωνοι, και μιλούσαν τα Τουρκικά με βαριά ελληνική προφορά[88], και υπήρχαν Καππαδόκες Έλληνες που μιλούσαν μόνο την Τουρκική γλώσσα και είχαν αφήσει τα Ελληνικά αιώνες πριν, γνωστοί ως Καραμανλήδες[62]. Στην αρχή του 20ου αιώνα η Καππαδοκική ελληνική γλώσσα είχε ακόμα ισχυρή παρουσία στο Γκιουλσεχίρ (πρώην Αραβιζών/Αραπσού) βορειοδυτικά του Νεβσεχίρ, και στην μεγάλη περιοχή στα νότια ως τη Νίγδη και το Μπορ[25]. Τα ελληνικά μιλιόταν ακόμα στο Σίλε (Σύλλη), βορειοδυτικά του Ικονίου, στο Ντεβελί[25], και σε άλλα χωριά σε απομονωμένες κοινότητες στο εσωτερικό της κεντρικής Τουρκίας πριν την γενοκτονία του 1915 και τις μετέπειτα μεταφορές πληθυσμών[80]. Πολλοί Καππαδόκες Έλληνες εγκατέλειψαν εντελώς τα ελληνικά μόλις έμαθαν τούρκικα, αν και στις δυτικές περιοχές της Καππαδοκίας πολλοί Έλληνες διατήρησαν την μητρική τους γλώσσα. Ο John Robert Sitlington Sterrett ταξίδεψε στην Καππαδοκία το 1884 και σημείωσε: "Η Μαλακοπή (το σημερινό Ντερίνκογιου) είναι ένα μεγάλο χωριό που ευημερεί, κατοικείται σχεδόν αποκλειστικά από ελληνόφωνους Έλληνες. Οι Έλληνες είναι πολλοί σε όλο το δυτικό μέρος της Καππαδοκίας, και γενικά κρατάνε τη γλώσσα τους με μεγάλη επιμονή, ένα αξιοσημείωτο γεγονός, καθώς σε άλλα μέρη της Μικράς Ασίας μιλάνε μόνο Τούρκικα. Κάποια παραδείγματα άλλων ελληνόφωνων πόλεων είναι η Νίγδη, Γκέλβερε (Καρβάλη), Μελεκόπια, και Ορτάκοΐ"[89]. Στις αρχές του 20ου αιώνα μελετητές και γλωσσολόγοι που μελετούσαν τους Καππαδόκες Έλληνες παρατήρησαν ότι πολλά Καππαδοκικά ελληνικά χωριά είχαν αρχίσει να αντικαθιστούν την ελληνική τους γλώσσα για τα Τουρκικά. Τον 19ο αιώνα, ο Βρετανός μελετητής John Pinkerton πληροφορήθηκε από τους τουρκόφωνους Έλληνες ότι οι Τούρκοι που εξουσίαζαν στο παρελθόν τους ήταν η αιτία που έχασαν τη γνώση της ελληνικής γλώσσας[90]. Ο Πίνκερτον αναφέρει ότι:

..."οι άγριες διώξεις των Μουσουλμάνων αφεντάδων ήταν η αιτία της σημερινής τους κατάστασης άγνοιας, ακόμα και όσον αφορά στην μητρική τους γλώσσα. Γιατί υπήρχαν καιροί που οι Τούρκοι αφεντάδες απαγόρευαν αυστηρά στους Έλληνες της Μικράς Ασίας ακόμα και να μιλάνε την ελληνική γλώσσα μεταξύ τους, και σε άλλους έκοβαν τη γλώσσα, άλλους τους τιμωρούσαν με θάνατο, όσους τολμούσαν να παρακούσουν αυτή την βάρβαρη εντολή. Είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι η γλώσσα των καταπιεστών τους είχε από καιρό επικρατήσει καθολικά, και ότι σε μεγάλο μέρος της Ανατολίας ακόμα και η δημόσια λατρεία των Ελλήνων τελείται στα Τουρκικά. Τα παρακάτω έργα στην τουρκική γλώσσα αλλά με ελληνικούς χαρακτήρες, παρέχουν παραπέρα απόδειξη σ’ αυτό που μόλις διατύπωσα...” (Τζον Πίνκερτον, 1817)[90].

Τη δεκαετία του 1920 όταν οι Καππαδόκες Έλληνες έφτασαν στην Ελλάδα, τα Καππαδοκικά Ελληνικά που μιλούσαν ήταν με τα βίας κατανοητά από τη Δημοτική που χρησιμοποιούταν στην ηπειρωτική Ελλάδα, ως γλώσσα που είχε αποκοπεί για αιώνες από τον υπόλοιπο ελληνόφωνο κόσμο. Ο Καππαδόκες Έλληνες ήταν πιο εκτουρκισμένοι γλωσσικά από τους Έλληνες του Πόντου και των περιοχών των δυτικών ακτών της Τουρκίας[58]. Μόλις όμως βρέθηκαν στην Ελλάδα, άρχισαν να χρησιμοποιούν την Νέα ελληνική γλώσσα[64], με αποτέλεσμα η προγονική τους γλώσσα, τα Καππαδοκικά Ελληνικά σχεδόν να εκλείψουν, και όντως θεωρούνται εξαλειμμένη γλώσσα από κάποιους μελετητές για χρόνια. Κατόπιν τα Καππαδοκικά Ελληνικά δηλώθηκαν ξανά ως ζωντανή γλώσσα το 2005, όταν βρέθηκαν απόγονοι Καππαδόκων Ελλήνων που μιλούσαν άπταιστα τη γλώσσα στην κεντρική και βόρεια Ελλάδα[60]. Σήμερα ακόμα μιλιέται κυρίως από γεροντότερους Καππαδόκες Έλληνες σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας μεταξύ των οποίων η Καρδίτσα, Βόλος, Κιλκίς, Λάρισα, Θεσσαλονίκη, Χαλκιδική, Καβάλα και Αλεξανδρούπολη[84]. Κάποιοι Καππαδόκες Έλληνες που μεταστράφηκαν στο Ισλάμ, και οι οποίοι δεν ανταλλάχθηκαν το 1923, ακόμα μιλάνε τη γλώσσα στην πατρίδα τους στην Τουρκία.

Πολιτισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Καππαδόκες Έλληνες ήταν απομονωμένοι από τον υπόλοιπο ελληνόφωνο κόσμο για αιώνες, κάτι που έκανε τον τρόπο ζωής και τον εν γένει πολιτισμό τους κάπως πιο ιδιαίτερο. Η κουλτούρα τους έχει δεχθεί ισχυρές επιρροές από την τοπογραφία των διαφορετικών περιοχών. Στις εμπορικές πόλεις όπως η Καισάρεια και η Μαλακοπή η ανώτατη εκπαίδευση και οι τέχνες άνθισαν υπό την προστασία της κοσμοπολίτικης μέσης τάξης. Η οικονομία της Καππαδοκίας ήταν βασισμένη στο μεγαλύτερο μέρος στη γεωργία και την μεταλλευτική, και τα αγροτικά κέντρα που βρίσκονταν στις πεδιάδες και τα οροπέδια. Οι Καππαδόκες Έλληνες έχουν ιδιαίτερα παραδοσιακά τραγούδια και χορούς τα οποία εκτελούνται ακόμα στην Ελλάδα.

Πρώιμη Καππαδοκική Ελληνική λογοτεχνία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παιδιά Καππαδόκες Έλληνες με τις παραδοσιακές φορεσιές τους στην Ελλάδα.

Ο Πέρσης ποιητής Ρουμί (1207-1273), του οποίου το όνομα σημαίνει "Ρωμανός", (Ρουμ-ιός>Ρωμιός, από το Σουλτανάτο του Ρουμ, Rum>Rumi) αναφερόμενο στο ότι ζούσε ανάμεσα "Ρωμιούς" Ελληνόφωνους της Καππαδοκίας, έγραψε κάποια ποιήματα στα Καππαδοκικά Ελληνικά[91][92][93][94]. Αυτοί οι στίχοι είναι μία από τις πρώτες λογοτεχνικές μαρτυρίες τις προφορικής Καππαδοκικής καθομιλουμένης.

Σύγχρονη λογοτεχνία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Καππαδόκης Ελληνοαμερικάνος μετανάστης και φημισμένος σκηνοθέτης του Χόλιγουντ Ηλία Καζάν έγραψε το βιβλίο "Αμέρικα, Αμέρικα" για το θείο του, που μεγάλωσε στην Καππαδοκία σε ένα περιβάλλον αυξανόμενων διώξεων. Σταλμένος με τα πόδια από τον πατέρα του όταν ήταν έφηβος στην Κωνσταντινούπολη, ο θείος του Καζάν επρόκειτο να ξεκινήσει εκεί μια καινούρια ζωή, και τελικά να φέρει και την υπόλοιπη οικογένειά του στην Πόλη. Στο τέλος, ο θείος του Καζάν ταξίδεψε πολύ πιο μακριά, στην Αμερική, εκπληρώνοντας αργότερα και το καθήκον του φέρνοντας και την οικογένειά του. Ο Καζάν έκανε το βιβλίο του στην βραβευμένη με Όσκαρ ταινία Αμέρικα, Αμέρικα το 1963.

Κουζίνα[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι Καππαδόκες Έλληνες συνέχισαν μια σειρά από μαγειρικές παραδόσεις προερχόμενες από τα Βυζαντινά χρόνια. Σε αυτές περιλαμβάνεται ο παστουρμάς[95][96][97], μια λιχουδιά που στα Βυζαντινά χρόνια λεγόταν "παστόν"[98][99], μαζί με τη χρήση του πανταχού παρόντος στην Κεντρική Ανατολία μαντιμάκ, χορταρικό που μοιάζει με το σπανάκι, για φαγητά όπως η σπανακόπιτα[100].

Αξιόλογοι Καππαδόκες Έλληνες[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δώδεκα αξιόλογοι Καππαδόκες Έλληνες: (απάνω σειρά) Ελία Καζάν, Βασίλειος Στεφανίδης, Παντελής Γεωργιάδης, Ευγένιος της Καισαρείας, Δημοσθένης Δανιηλίδης, Κωνσταντίνος Βαγιάννης (κάτω σειρά) Ιωάννης Πεσμαζόγλου, Παύλος Καρολίδης, Σοφοκλής Αβραάμ Χουδαβερδόγλους-Θεόδοτος, Δημήτριος Μαυροφρύδης, Ιωακείμ Βαλαβάνης, Γεώργιος Γεωργιάδης.
  • Αριαράθης Ε΄ της Καππαδοκίας (βασιλεία 163–130 π.Χ.), βασιλιάς της Καππαδοκίας, κυρίως ελληνικής καταγωγής.
  • Αρχέλαος (2ος αιώνας π.Χ.), Έλληνας της Καππαδοκίας που ήταν αρχιστράτηγος του Μιθριδάτη ΣΤ΄.[101]
  • Νεοπτόλεμος (θάνατος 63 π.Χ.), διακεκριμένος βασιλιάς του Μιθριδάτη Στ΄.
  • Αρχέλαος της Καππαδοκίας, (fl 1ος αιώνας π.Χ. και 1ος αιώνας μ.Χ. – θάνατος 17 μ.Χ.), απόγονος του στρατηγού Αρχέλαου, τελευταίος βασιλιάς της Καππαδοκίας.
  • Αρεταίος ο Καππαδόκης (81-138 μ.Χ.), ντόπιος Καππαδόκης Έλληνας, από τους πρωτοπόρους χειρούργους της αρχαιότητας[21][22].
  • Απολλώνιος ο Τυανέας (1ος αιώνας μ.Χ.) από τα Τύανα της Καππαδοκίας (το σημερινό Μπορ στην νότια Τουρκία), νέο-πυθαγόρειος φιλόσοφος που έγινε μυθικός ήρωας την περίοδο της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, στην Ρωμαϊκή επαρχία της Καππαδοκίας.. Γεννήθηκε σε πλούσια Καππαδοκική ελληνική οικογένεια[20].
  • Ουλφίλας (περ. 311 – 383), Γότθος που καταγόταν από Καππαδοκική ελληνική οικογένεια[102][103], μετέφρασε το Ευαγγέλιο στην Γοτθική καθομιλουμένη.
  • Καλογιάννης του Ικονίου (13ος αιώνας), ο αρχιτέκτονας του Γκιοκ Μεντρεσέ στην Σεβάστεια[104][105].
  • Άγιος Σέργιος (fl. 4ος αιώνας, θάνατος 362-363), Αρμένιος Ορθόδοξος άγιος που υπηρέτησε ως εκατόνταρχος στην Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία.
  • Μέγας Βασίλειος (περ. 329 - 379), Έλληνας από την Καππαδοκία[28].
  • Γρηγόριος Ναζιανζηνός (περ.330-c.389), Έλληνας πρελάτος και θεολόγος γεννημένος από Έλληνες γονείς στην Καππαδοκία[29].
  • Μαυρίκιος, Βυζαντινός Αυτοκράτορας από την Καππαδοκία, βασιλεία περ. 582-602[34][35].
  • Σάββας ο Ηγιασμένος (439–532), Καππαδόκης Έλληνας μοναχός, ιερέας και άγιος.
  • Μόδεστος Ιεροσολύμων (6ος αιώνας), Έλληνας Ορθόδοξος Πατριάρχης Ιεροσολύμων, από την Σεβάστεια.
  • Σινάν (1489-1588), Μεγάλος Αρχιτέκτονας της Οθωμανικής Αυτοκρατορικής Αυλής, γεννημένος στο Αγιρνάς της Καππαδοκίας[70],
  • Παΐσιος Β΄, Οικουμενικός Πατριάρχης για τέσσερεις φορές τον 18ο αιώνα. .
  • Κωνσταντίνος Αδοσίδης (1818-1895), διορισμένος από την Οθωμανική Αυτοκρατορία Πρίγκηπας της Σάμου από το 1873 ως το 1874 και ξανά από το 1879 ως το 1885.
  • Θεόδωρος Κασάπης (1835-1905)
  • Πατριάρχης Γερμανός Ε΄ (1835-1920)
  • Παύλος Καρολίδης (1849-1930)
  • Ιωάννης Πεσμαζόγλου (1857-1906), Έλληνας τραπεζίτης, οικονομολόγος και πολιτικός, η οικογένεια του οποίου καταγόταν από το Εντερλίκ της Καππαδοκίας.
  • Λεωνίδας Κεσκεκίδης (1876 - 1954), κατασκευαστής σοκολάτας από τη Νίγδη της Καππαδοκίας, ιδρυτής της διεθνούς φήμης εταιρείας σοκολάτας Leonidas στο Βέλγιο[106].
  • Πρόδρομος Μποδοσάκης Αθανασιάδης (1890-1979), μία από τις σημαντικότερες μορφές της ελληνικής βιομηχανικής ιστορίας του 20ου αιώνα, γεννημένος στο Μπρορ, Νίγδη της Καππαδοκίας[107].
  • Άγιος Αρσένιος ο Καππαδόκης, (1840-1924)
  • Ελία Καζάν (1909-2003), Ελληνοαμερικάνος σκηνοθέτης η οικογένεια του οποίου καταγόταν από την Καισάρεια της Καππαδοκίας[108].
  • Γέροντας Παΐσιος (1924–1994), κατά κόσμον Αρσένιος Εζνεπίδης, από τα Φάρασα της Καππαδοκίας.

Βίντεο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αμέρικα, Αμέρικα, του Ελία Καζάν.

Ντοκιμαντέρ για την Καππαδοκικό Ελληνικό πολιτισμό, παραδοσιακά τραγούδια και χορούς (βλ. Εξωτερικοί σύνδεσμοι.

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στο λήμμα αυτό έχει ενσωματωθεί κείμενο από το λήμμα Cappadocian Greeks της Αγγλικής Βικιπαίδειας, η οποία διανέμεται υπό την GNU FDL και την CC-BY-SA 3.0. (ιστορικό/συντάκτες).

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. 1,0 1,1 Hirschon, Renée (2003). Crossing the Aegean: An Appraisal of the 1923 Compulsory Population Exchange Between Greece and Turkey. Berghahn Books, σελ. 180–191. ISBN 978-1-57181-562-0. «Under the terms of Lausanne Convention, signed on 30 January 1923, an approximate total of over 1.2 million Turkish nationals of Greek Orthodox religion were exchanged for 354,647 Greek nationals of Muslim religion. As part of the final phase of this agreement, 44,432 Greek Orthodox Cappadocian refugees were expelled from Turkey and came to Greece as exchanged persons. Since they had not fled under conditions of military conflict, the experience for them was different from that of the earlier waves of refugees who arrived in Greece in 1922. In this chapter, I describe two Cappadocian settlements: New Karvali in eastern Macedonia, northern Greece, and New Prokopi in central Greece, on the island of Evia. In choosing to study these particular settlements two factors proved decisive: their name and their culture significance. Both settlements were named after places left behind in Cappadocia, with the addition of the word ‘New’. […]Aside from the religious dimension, the other main factor that helped the Cappadocian refugees transform their settlements from ‘space’ into a meaningful ‘place’ was that many of them were settled as communities and were not broken up and dispersed. This allowed the transplanted people to name their settlements in Greece after their villages in Cappadocia. […] In the case of the Cappadocians, the notion of keeping a discrete refugee community together as one unit in the settlement process played a significant role in the refugees’ process of adaptation. By settling near relatives and their fellow villagers fro Cappadocia, these refugees were encouraged to re-create their neighborhoods.» 
  2. Blanchard, Raoul. "The Exchange of Populations Between Greece and Turkey." Geographical Review, 15.3 (1925): 449-56.
  3. Özkan, Akdoğan (2009). Kardeş bayramlar ve özel günler. Inkılâp. ISBN 978-975-10-2928-7. «Evlerin bolluk ve bereketi şu veya bu sebeple kaçmışsa, özellikle Rumların yoğun olarak yaşadığı Orta ve Kuzey Anadolu'da bunun sebebinin karakoncolos isimli iblis olduğu düşünülürmüş. Kapadokyalı Rumlar yeni yılın başında sırf ...» 
  4. Balta, Evangelia (2003). Ottoman studies and archives in Greece. The Isis Press, σελ. 48. ISBN 978-975-428-223-8. «'The so called "Asia Minor Folklore Studies" initially focused on Ottoman Cappadocia and its ethnic Greek inhabitants.» 
  5. 5,0 5,1 Baum, Wilhelm (2006). The Christian minorities in Turkey. Kitab, σελ. 162. ISBN 978-3-902005-62-5. «On October 11, 1922, Turkey concluded an armistice with the allied forces, but not with the Greeks. The Greeks in the other settlement areas of Asia Minor were also expelled at that time, like e.g. the Kappadocian Greeks in the Goreme area and the other Greeks in Pontus, in the Trabzon area and on the west coast.» 
  6. 6,0 6,1 Bichakjian, Bernard H. (2002). Language in a Darwinian perspective. Peter Lang, σελ. 206. ISBN 978-0-8204-5458-0. «Cappadocia is an ancient district in east central Anatolia, west of the Euphrates River, where there had been a Greek presence from the Hellenistic period to the beginning of this century, when the minority group was submitted to a “population exchange”. As the Cappadocians returned to Greece, they became absorbed by the local population and their dialect died out.» 
  7. Bevan, Edwyn Robert (1966). The house of Seleucus, Volume 1. Barnes & Noble, σελ. 76. OCLC 313659202. «The eastern and northern part of the country beyond the Taurus was known to the Persians as Katpatuka, a name which the Greeks transformed into Cappadocia (Kappadokia).» 
  8. Avi-Yonah, Michael (1978). Hellenism and the East: contacts and interrelations from Alexander to the Roman conquest. University Microfilms International, σελ. 119. ISBN 978-0-8357-0301-7. «The Ptolemies also kept close control of the cities on their domain, but as - apart from Naucratis - their cities were new foundations, the relations between them and their cities belong properly to the next subject to be dealt with, the foundation of new cities… Between these two areas cities were set up along the old Persian 'royal road' from Sardis to Cilicia. This strip of Greek colonies was located between the mountainous regions of Pisidia, Cilicia and Cappadocia, which remained largely unconquered or were ruled by native vassals. Another row of cities lined the seacoast from Rhodes eastwards.» 
  9. 9,0 9,1 Getzel M. Cohen (1995). The Hellenistic Settlements in Europe, the Islands, and Asia Minor. University of California Press, σελ. 43–44. ISBN 978-0-520-08329-5. «Turning to the interior regions of Asia Minor, where incidentally his rule was remembered with great nostalgia, we are faced with a lack of unequivocal evidence for any kind of colony founding activity by him. This contrasts sharply with the extensive evidence for Seleucid activity in the region. How many of these Seleucid settlements originated as foundations of Antigonos (or of Lysimachos) is unknown. There is also evidence for colonies of Macedonians in Lydia and Phrygia. … He could, of course, recruit Greek soldiers from Asia Minor and the regions of Greece under his control. But the only Macedonians he could recruit were those already in Asia Minor and Asia. … In short the available evidence makes clear that the Seleucids were very active founding settlements in the interior of Asia Minor. It says nothing about a similar Antigonid effort. There were, of course, other means available to control area, According to Plutarch, when Eumenes was appointed satrap over Cappadocia he distributed cities to his friends, left behind judges (dikastai). And administrators (dioiketai), and appointed garrison commanders.» 
  10. Dueck, Daniela (2000). Strabo of Amasia: A Greek Man of Letters in Augustan Rome. Psychology Press, σελ. 4–5. ISBN 978-0-415-21672-2. «The region is topographically divided into two large sections, the coastline and the mountainous inland region. Most of its cities were originally early Greek settlements founded along the seacoast, such as Sinope, Amisus and Pharnacia, whose economy and character were determined by maritime commerce. Amasia was the largest inland urban centre. Most of the other settlements in the interior were villages, generally more affected by earlier Iranian—Anatolian culture…The constant border movements are reflected in the name of the region, called also ‘Cappadocia near the Pontus’ or ‘Cappadocia on the Euxine’.» 
  11. 11,0 11,1 Ashmore, Harry S. (1961). Encyclopaedia Britannica: a new survey of universal knowledge, Volume 11. Encyclopaedia Britannica, σελ. 406. «Asia Minor…But under the dynasties of his successors a great work of colonization went on as each rival dynasty of Greek or Macedonian kings endeavoured to secure its hold on the country by founding fresh Greek settlements. While new Greek cities were rising in the interior, the older Hellenism of the western coast grew in material splendour under the munificence of Hellenistic kings.» 
  12. 12,0 12,1 Boyce, Mary ; Grenet, Frantz (1991). A History of Zoroastrianism: Zoroastrianism Under Macedonian and Roman Rule. BRILL, σελ. 267–8. ISBN 978-90-04-09271-6. «The coins of Ariaramnes and Ariarathes III, with their mint-names and Greek lettering, have been taken to indicate a scattering of Greeks in the towns of south Cappadocia. […] His son Ariarathes IV (220-c.162), thus half-Macedonian by blood, set the title “king” on his coins, and attached to his name the cognomen Philopator. He also introduced the device of Athena holding Nike, which became the standard reverse type of the Ariarathid coinage. […] His son Ariarathes V (c.162-130), with the cognomen Eusebes, was an ardent philhellene, and no longer wears the tiara on any of his coins. In his youth he studied in Athens, where he became friends with the future Attalus III, the last king of Pergamum. He in his turn married a Seleucid princess, his cousin Nysa, daughter of Antiochus III; and he refounded Mazaka and Tyana as Greek poleis…» 
  13. Newell, Edward Theodore (1968). Royal Greek portrait coins. Whitman Pub. Co, σελ. 52. OCLC 697579. «... Ariarathes V was probably the greatest of the Cappadocian kings.» 
  14. Gera, Dov (1998). Judaea and Mediterranean Politics, 219 to 161 B.C.E.. BRILL, σελ. 259. ISBN 978-90-04-09441-3. «Antiochis, a daughter of Antiochus III, and aunt to both Antiochus V and Demetrius. Antiochis had been married to Ariarathes IV, the king of Cappadocia. At the time in question, her son Ariarathes V, the reigning king of Cappadocia asked Lysias’ permission to rebury his mother’s and sister’s bodies in the family plot of the Cappadocian royal house.» 
  15. Zion, Noam ; Spectre, Barbara (2000). A Different Light: The Big Book of Hanukkah. Devora Publishing, σελ. 57. ISBN 978-1-930143-37-1. «Antiochus III, the Greek Seleucid Dynasty of Greater Syria captures Judea. 172 or 171-163» 
  16. Plutarch (1871). Plutarch's Lives, Volume 2. Harper, σελ. 71. «There he had orders to wait for Tigranes, who was then employed in reducing some cities of Phoenicia; and he found means to bring over to the Roman interest many princes who submitted to the Armenian out of pure necessity… He had colonized Mesopotamia with Greeks, whom he draughted in great numbers out of Cilicia and Cappadocia.» 
  17. Eder, Walter; Renger, Johannes; Henkelman, Wouter; Chenault, Robert (2007). Brill's chronologies of the ancient world New Pauly names, dates and dynasties. Brill, σελ. 111. ISBN 978-90-04-15320-2. «Of greater historical importance are the Archelai, the descendants of an officer of Greek origin (Archelaus). […] The grandson, Archelaus, was the first to have some success in Cappadocia» 
  18. Plutarch (2007). Plutarch's Lives, Volume 2 (of 4). Echo Library, σελ. 312. ISBN 978-1-4068-2330-1. «This Archelaus was a native of Cappadocia, and probably of Greek stock.» 
  19. 19,0 19,1 Boyce, Mary ; Grenet, Frantz (1991). A History of Zoroastrianism: Zoroastrianism Under Macedonian and Roman Rule. BRILL, σελ. 269. ISBN 978-90-04-09271-6. «…36 B.C., when Mark Antony put Archelaus, a great-grandson of one of Mithradates’ generals, on the throne – perhaps Cappadocia’s first king of wholly non-Iranian blood. He appears to have been an able and energetic ruler, who enjoyed a long reign before being deposed in 17 A.C., when senile, by Tiberius, who annexed Cappadocia for Rome.» 
  20. 20,0 20,1 Haughton, Brian (2009). Hidden History: Lost Civilizations, Secret Knowledge, and Ancient Mysteries. ReadHowYouWant, σελ. 448. ISBN 978-1-4429-5332-1. «Apollonius was born around AD2 in Tyana (modern day Bor in southern Turkey), in the Roman province of Cappadocia. He was born into a wealthy and respected Cappadocian Greek family, and received the best education, studying grammar and rhetoric in Tarsus, learning medicine at the temple of Aesculapius at Aegae, and philosophy at the school of Pythagoras.» 
  21. 21,0 21,1 Toledo-Pereyra, Luis H. (2006). Origins of the knife: early encounters with the history of surgery. Landes Bioscience, σελ. 100. ISBN 978-1-57059-694-0. «Aretaeus the Cappadocian (81-138 AD) was the fourth surgeon of distinction considered during the times between Celsus and Galen. He was a Greek, born in Cappadocia, a Roman province in Asia Minor.» 
  22. 22,0 22,1 Talbott, John Harold (1970). A biographical history of medicine: excerpts and essays on the men and their work. Grune & Stratton, σελ. 15. ISBN 978-0-8089-0657-5. «Aretaeus, a Greek, was born in Cappadocia, a Roman province in Asia Minor, several centuries after Hippocrates.» 
  23. 23,0 23,1 Poretsky, Leonid (2002). Principles of Diabetes Mellitus. Springer, σελ. 20. ISBN 978-1-4020-7114-0. «Aretaeus of Cappadocia, a Greek physician who practiced in Rome and Alexandria in the second century AD, was the first to distinguish between what we now call diabetes mellitus and diabetes insipidus.» 
  24. Cantani, Arnaldo (2008). Pediatric Allergy, Asthma And Immunology. Springer, σελ. 724. ISBN 978-3-540-20768-9. «Aretaeus of Cappadocia, a well-known Greek physician (second century AD), is credited with providing the first detailed description of an asthma attack, and to Celsus it was a disease with wheezing and noisy, violent breathing.» 
  25. 25,0 25,1 25,2 25,3 25,4 25,5 25,6 25,7 Horrocks, Geoffrey C. (2010). Greek: A History of the Language and Its Speakers. John Wiley & Sons, σελ. 403. ISBN 978-1-4051-3415-6. «None the less, at the beginning of the 20th century, Greek still had a strong presence in Silli north-west of Konya (ancient Ikonion), in Pharasa and other villages in the region drained by the Yenice river (some 100km south of Kayeri, ancient Caesarea), and in Cappadocia proper, at Arabison (Arapsu/Gulsehir) north-west of Nevsehir (ancient Nyssa), and in the large region south of Nevsehir as far down as Nigde and Bor (close to ancient Tyana). This whole area, as the home of St Basil the Great (329-79), his brother St Gregory of Nyssa (335-94) and his friend St Gregory of Nazianzos (330-89), was of great importance in the early history of Christianity, but is perhaps most famous today for the extraordinary landscape of eroded volcanic tufa in the valleys of Goreme, Ihlara and Soganh, and for the churches and houses carved into the 'fairy chimneys' to serve the Christian population in the middle ages. Many of the rock cut churches, which range in date from the 6th to the 13th centuries, contain magnificent frescos. Away from the valleys, some of the villages have vast underground complexes containing houses, cellars, stables, refectories, cemeteries and churches, affording protection from marauding Arabs in the days when the Byzantine empire extended to the Euphrates, and serving later as places of refuge from hostile Turkish raiders. The most famous of these are at Kaymakli and Derinkuyu, formerly the Greek villages of Anaku (Inegi) and Malakopi (Melagob), where the chambers extended down over several levels of depths of up to 85 metres.» 
  26. 26,0 26,1 Robert C. Ostergren, Mathias Le Bossé (2011). The Europeans: A Geography of People, Culture, and Environment. Guilford Press, σελ. 184. ISBN 978-1-59385-384-6. «The spread of Christianity. During a visit from St. Paul in the first century CE, the inhabitants of Cappadocia in central Anatolia were so thoroughly converted that Cappadocia became the great stronghold of Christian monasticism.. The monasteries and churches, dug deeply into the easily worked volcanic tufa cliffs, continued to fulfill their functions until the exchange of populations between Greece and Turkey in 1923. Here we have the Girl’s Monastery, which accommodated some 300 nuns and is called by the Turks the “Virgins Castle.”» 
  27. Bury, John Bagnell (1967). The Cambridge medieval history, Volume 9, Part 2. University Press, σελ. 213. OCLC 25352555. «The three great Cappadocian Fathers, called by the Greeks 'the three hierarchs ', belong to the Alexandrian school of thought. They are Basil the Great, Bishop of Caesarea in Cappadocia (c. 330-79); Gregory of Nazianzus, a writer of great sensibility with a turn for poetry, the great ‘Theologian’ (as he is called by later writers), for a short time Patriarch of Constantinople (c. 379-c. 390); and Gregory of Nyssa (died c. 394), brother of Basil the Great and Bishop of the small town of Nyssa, a profound thinker and versatile writer.» 
  28. 28,0 28,1 Marvin Perry, Myrna Chase, James Jacob, Margaret Jacob, Theodore H. Von Laue (2012). Western Civilization: Ideas, Politics, and Society. Cengage Learning, σελ. 184. ISBN 978-1-111-83168-4. «Saint Basil (c. 329 - 379), a Greek who was bishop of Caesarea in Cappadocia (eastern Asia Minor), established the rules that became the standard for the monasteries in the East.» 
  29. 29,0 29,1 Company, Houghton Mifflin (2003). The Houghton Mifflin Dictionary of Biography. Houghton Mifflin Harcourt, σελ. 643. ISBN 978-0-618-25210-7. «Gregory of Nazian or Nazianzen, St c.330-c.389 AD * Greek prelate and theologian Born of Greek parents in Cappadocia, he was educated in Caesarea, Alexandria and Athens.» 
  30. Prokhorov, Aleksandr Mikhaĭlovich (1982). Great Soviet encyclopedia, Volume 7. Macmillan, σελ. 412. OCLC 417318059. «One of the most prominent Greek patristic figures. Gregory of Nyssa was the brother of Basil the Great and a friend of Gregory of Nazianzus, and with them he formed the so-called Cappadocian circle of church figures and thinkers.» 
  31. Clendenin Daniel B. (2003). Eastern Orthodox Christianity: A Western Perspective. Baker Academic, σελ. 95. ISBN 978-0-8010-2652-2. «Only that which is false and sinful must be rejected. Thus the Cappadocian Greek fathers of the fourth century admired Origen; Maximus the Confessor was inspired by Evagrios in his spirituality; Nicodemos of Athos (eighteenth ...» 
  32. Woodill, Joseph (2002). The Fellowship of Life: Virtue Ethics and Orthodox Christianity. Georgetown University Press, σελ. 19. ISBN 978-0-87840-368-4. «THE CAPPADOCIANS It was not before the middle of the fourth century "that the province of Cappadocia produced three great theologians, Basil of Caesarea, his friend Gregory Nazianzus and his brother Gregory of Nyssa… It is difficult to find a passage in the Cappadocians that does not make reference to the life of virtue in classical terms and language. This is because the Cappadocian Fathers “stood squarely in the tradition of Greek culture.”…The Cappadocian Fathers both revered the Greek cultural pursuit of virtue found for example in Homer and Hesoid and, yet, despised the myths presented in the same works.» 
  33. Swain, Simon. Adams, J. Maxwell. Janse, Mark (2002). Bilingualism in Ancient Society: Language Contact and the Written Word. Oxford [Oxfordshire]: Oxford University Press, σελ. 246–266. ISBN 0-19-924506-1. 
  34. 34,0 34,1 Stark, Freya (2012). Rome on the Euphrates: The Story of a Frontier. Tauris Parke Paperbacks, σελ. 390. ISBN 978-1-84885-314-0. «Byzantium reverted to Greek (Maurice, born in Cappadocia, was its first Greek emperor); and trade and diplomacy were honored from the very founding of the Imperial city as never in Rome before.» 
  35. 35,0 35,1 Corradini, Richard (2006). Texts and identities in the early Middle Ages. Verl. der Österr. Akad. der Wiss, σελ. 57. ISBN 978-3-7001-3747-4. «Emperor Maurice who is said to be the first emperor "from the race of the Greeks," ex Graecorum genere.» 
  36. 36,0 36,1 Kinross, Baron Patrick Balfour (1970). Within the Taurus: a journey in Asiatic Turkey. J. Murray, σελ. 168. ISBN 978-0-7195-2038-9. «Its inhabitants were Cappadocian Greeks, who may have found a refuge here, perhaps from Roman, from Iconoclast, or later from Turkish and Mongol threats. Urgup itself was the Byzantine Prokopion; the Emperor Nicephoros Phocas is said to have passed this way, after his Cilician campaign; and the neighborhood was populous enough to support, at different times, a number of bishoprics.» 
  37. 37,0 37,1 37,2 37,3 Darke, Diana (2011). Eastern Turkey. Bradt Travel Guides, σελ. 139–140. ISBN 978-1-84162-339-9. «The area became an important frontier province during the 7th century when Arab raids on the Byzantine Empire began. By now the soft tufa had been tunneled and chambered to provide underground cities where a settled if cautious life could continue during difficult times. When the Byzantines re-established secure control between the 7th and 11th centuries, the troglodyte population surfaced, now carving their churches into rock faces and cliffs in the Goreme and Sogamli areas, giving Cappadocia its fame today. […] At any rate here they flourished, their churches remarkable for being cut into the rock, but interesting especially for their paintings, relatively well preserved, rich in coloring, and with an emotional intensity lacking in the formalism of Constantinople; this is one of the few places where paintings from the pre-iconoclastic period have survived. Icons continued to be painted after the Seljuk conquest of the area in the 11th century, and the Ottoman conquest did not interfere with the Christian practices in Cappadocia, where the countryside remained largely Greek, with some Armenians. But decline set in and Goreme, Ihlara and Soganli lost their early importance. The Greeks finally ending their long history here with the mass exchange of populations between Turkey and Greece in 1923.» 
  38. 38,0 38,1 38,2 38,3 Dawkins, R.M. (1916). Modern Greek in Asia Minor. A study of dialect of Silly, Cappadocia and Pharasa.. Cambridge University Press, σελ. 16. https://archive.org/details/moderngreekinas00hallgoog. Ανακτήθηκε στις 25 October 2014. «"their use as places of refuge in time of danger is indicated by their name καταφύγια, and when the news came of the recent massacres at Adana [in 1909], a great part of the population at Axo took refuge in these underground chambers, and for some nights did not venture to sleep above ground."» 
  39. 39,0 39,1 39,2 Ousterhout, Robert G. (2005). A Byzantine Settlement in Cappadocia. Dumbarton Oaks, σελ. 1. ISBN 978-0-88402-310-4. «The Mysteries of Cappadocia – During the Middle Ages, when Cappadocia was an important province of the Byzantine Empire, It became a vibrant area of habitation, with hundreds of settlements, churches, and monasteries carved into the rocky landscape. More than seven hundred churches alone have been counted in the region, many of them preserving impressive ensembles of fresco decoration. Bringing together the best of the Tertiary and the Byzantine periods, the combination of scenic geological wonder and arcane art history has made Cappadocia a tourist destination of ever increasing popularity.» 
  40. 40,0 40,1 Rodley, Lyn (2010). Cave Monasteries of Byzantine Cappadocia. Cambridge University Press, σελ. 1. ISBN 978-0-521-15477-2. «The tenth-century historian Leo the Deacon records a journey to Cappadocia made by Nikephoros Phokas shortly before he became emperor. Perhaps to recapture the attention of readers beginning to tire of troop movements he also offers a scrap of information about a curiosity of the region to which the emperor was heading: its inhabitants were once called troglodytes, because ‘they went underground in holes, clefts and labyrinths, as it were in dens and burrows’. This brief note was probably not based on first-hand knowledge but it might have been prompted by an awareness of the vast number of rock-cut cavities in an area to the west and southwest of Kaisareia (Kayseri of modern Turkey). Had Leo been more inclined to garrulous digression (or perhaps just better informed), he might have supplied more details of the troglodyte region and the task of bringing scholarly order to the hundreds of rock-cut monuments and other cavities in the area might have been much similar. … At this time the region was still inhabited by a mixed population of Turkish-speaking Moslems and Greek-speaking Christians. The latter group left for Greece in the early 1920s, during an exchange of population of minorities that was part of the radical social re-ordering initiated by Kemal Ataturk; they were replaced by Turks from Greece, mostly from Thrace. In the two decades before this upheaval, however, members of the local Greek population acted as guides to Guillaume de Jerphanion, who made several visits to the volcanic valleys and wrote his meticulous descriptions of many painted Byzantine rock-cut churches.» 
  41. Bainbridge, James (2009). Turkey. Lonely Planet, σελ. 527. ISBN 978-1-74104-927-5. «Several mummies are exhibited too, including the 11th-century mummy of a blonde nun discovered in the 1960s in the Ihlara Valley.» 
  42. Önder, Mehmet (1983). The museums of Turkey and examples of the masterpieces in the museums. Türkiye İş Bankasi, σελ. 162. OCLC 19230376. «In this museum there is also a mummy which is believed to date from Byzantine times.» 
  43. Shwartz, Susan (2001). Shards of Empire. E-reads/E-rights, σελ. 380. ISBN 978-0-7592-1298-5. «He also mentions the graves in the underground cities. He also mentions the discovery of a mummified body of a young girl in Ihlara Valley (Peristrema), one of the most remote of the Cappadocian monastic communities and cut by the Melendiz River to the depth of 150 meters, which is where I placed Father Meletios and his friends.» 
  44. 44,0 44,1 Hovannisian, Richard G. (2004). The Armenian People From Ancient to Modern Times, Volume I: The Dynastic Periods: From Antiquity to the Fourteenth Century. Palgrave Macmillan, σελ. 243. ISBN 978-1-4039-6421-2. «From the late tenth century on the Byzantine Empire had followed a policy of removing prominent nakharars from their native lands, absorbing those lands in the structure of the empire, and giving the nakharars in exchange lands and titles elsewhere. The decision of many lords to leave was frequently the result of coercion, though throughout the tenth to eleventh centuries there were also pro-Byzantine factions within the Armenian kingdoms, supporting Byzantium’s aims. Already in 968 the southwestern district of Taron was annexed. In 1000, a large area embracing Tayk, Karin, and Manzikert (to the north of Lake Van) was annexed to the Byzantine Empire. In 1021 King Senekerim Artsruni of Vaspurakan ceded his kingdom to the empire and moved to Cappadocia. He was followed in 1045 by King Gagik II of Ani and King Gagik-Abas of Kars (1064). The Byzantine policy of removing important lords from their Armenian lands and settling them elsewhere (principally on imperial territory, in Cappadocia and northern Mesopotamia) proved shortsighted in two respects. First, it left eastern Asia Minor devoid of its native defenders. Second, it exacerbated Armeno-Greek ethnic tensions by the introduction of thousands of Armenian newcomers into Cappadocia. The empire compounded its error by disbanding a 50,000-man local Armenian army, ostensibly to save money. As a result, the land was left defenseless as well as leaderless.» 
  45. 45,0 45,1 45,2 Zlatar, Zdenko (2007). The Poetics of Slavdom: The Mythopoeic Foundations of Yugoslavia, Volume 2. Peter Lang, σελ. 540. ISBN 978-0-8204-8135-7. «It was after the defeat of the Byzantine Emperor Romanos IV Diogenes (reigned 1068-1071) and his capture by the Seljuk sultan, Alp Aslan (reigned 1063-1072) at Manzikert in Armenia that the real Michael VII Dukas arose. The defeat at Manzikert led to the loss of most of Anatolia, from which the Byzantine Empire never truly recovered, and it inaugurated the process of islamization of the Greek population of Asia Minor.» 
  46. 46,0 46,1 IBP USA, USA International Business Publications (2005). Eastern Europe: an introduction to the people, lands, and culture, Volume 3. ABC-Clio, σελ. 884–6. ISBN 978-1-57607-800-6. «The Byzantine Empire suffers a major defeat at the Battle of Manzikert in Eastern Anatolia, opening the interior of Asia Minor to invasion by Sekjuk Turks. This strategic turn began the steady multicentury transformation of Asia Minor from an entirely Christian and Greek-populated centre to a predominantly Muslim and Turkish region.» 
  47. 47,0 47,1 47,2 Suzek, Senem (2008). The decoration of cave churches in Cappadocia under Selçuk rule. Thesis (M.A.)--University of Notre Dame, σελ. 9–11. OCLC 747992800. «These events in themselves alienated the provinces, to such an extent that it has been claimed that the Armenian and Syrian Monophysite communities welcomed Turkish rule which was seen as relief from the oppression of Orthodox Christianity. Military losses in the tenth and eleventh centuries severely disrupted the population of Asia Minor. Two forced migrations of Armenians into Cappadocia have been documented. The first occurred in the tenth century following the Byzantine conquests of Melitene (934), Tarsus (965), and Antioch (969). The second followed the Battle of Malazgirt (Manzikert) in 1071, when many Armenians moved west. As documented by the chronicler Matthew of Edessa, after severe persecutions of the Armenian and Syrian Monophysite non-Calcedonian communities, the Armenian royal families, which included Adom and Abucahl of Vaspuracan and Gagik of Ani, used the opportunity provided by the Selçuk conquest to seek vengeance upon the local Greek Orthodox population. This included the pillage of wealthy estates and the torture and assassination of the Orthodox metropolitan of Kayseri. Kakig was eventually killed by the local Greek landowners.» 
  48. 48,0 48,1 Herrin, Judith ; Saint-Guillain, Guillaume (2011). Identities and Allegiances in the Eastern Mediterranean After 1204. Ashgate Publishing, Ltd, σελ. 181. ISBN 978-1-4094-1098-0. «The geographical distribution of the Greek population in Muslim Asia Minor in the first half of the thirteenth century is not clear. It is not impossible that the Greeks might have constituted and ethnic majority in some large urban centres throughout the Seljuk sultanate of Rum…Probably by the beginning of the thirteenth century most of northern Galatia, Phrygia, southern Paphlagonia, and some inland areas adjacent to the Byzantine Pontos, had been cleared of Greeks. Under the pressure of the Turkmen nomads they had emigrated to Western Anatolia, the Balkans, the Pontos, as well as to the central Anatolian plateau and coastal regions of Lycia and Pamphylia in all likelihood. The Greeks were rather numerous in city centers and rural areas in ancient Lycaonia, Cappadocia and Pamphylia. In north-eastern Anatolia the major cities of Sivas, Erzincan, Erzerum were mostly populated by Armenians and Greeks.» 
  49. Barve, Shashikant V. (1995). Introduction to classical Arabic: a contribution to Islamic and oriental studies. S.V. Barve, σελ. 1–89. OCLC 33161571. «The Seljuk state of Anatolia was thus born under the great-grandson of Saljooq and it was duly recognized as an independent sultanate by the ‘Abbasid caliph. This facilitated massive Turkish migration and settlement in Anatolia and the process of its islamisation and turkification began in full swing. The Greek Christian population began to diminish owing to mass conversions to Islam or slaughter or exile to Greek territories in Europe.» 
  50. 50,0 50,1 Lapidus, Ira Marvin (2002). A History of Islamic Societies. Cambridge University Press, σελ. 250–252. ISBN 978-0-521-77933-3. «The absorption of the former Byzantine empire by Turkish-Muslim conquerors led to the eventual conversion of Anatolia and thus added new territories to the domain of Islam. Before the Turkish migrations, the vast majority of the Greek, Armenian, Georgian, and Syrian populations of Anatolia had been Christian. By the fifteenth century more than 90 percent of the population was Muslim. Some of this change was due to the immigration of a large Muslim population, but in great part it was caused by the conversion of Christians to Islam. These conversions were basically due to the breakdown of Anatolian Christianity through the weakening of the Byzantine state and the Greek Orthodox Church, and the collapse of Anatolian society in the face of Turkish migrations. In the late thirteenth and fourteenth centuries the Turks excluded bishops and metropolitans from their sees. Church revenues and properties were confiscated. Hospitals, schools, orphanages, and monasteries were destroyed or abandoned, and the Anatolian Christian population was left without leadership and social services. The remaining Christian clerics had to turn to Turkish authorities to handle internal disputes on terms that only further weakened Christian institutions. …Byzantine princes, lords, and administrators were tempted to convert to Islam in order to join the Ottoman aristocracy. By the end of the fifteenth century Anatolia was largely Muslim. The Ottoman conquests in the Balkans also established Muslim hegemony over large Christian populations, but did not lead, as in Anatolia, to the substantial assimilation of the regional population to Islam.» 
  51. Pentzopoulos, Dimitri (2002). The Balkan exchange of minorities and its impact on Greece. C. Hurst & Co. Publishers, σελ. 29–30. ISBN 978-1-85065-702-6. http://books.google.gr/books?id=PDc-WW6YhqEC&pg=PA28&dq=%22northern+epirus%22%2Bflorence&hl=el&ei=EJcnTZu-L8eF5Abl7uzXCQ&sa=X&oi=book_result&ct=result&resnum=10&ved=0CEsQ6AEwCQ#v=onepage&q=%22northern%20epirus%22%2Bflorence&f=false. 
  52. Çiğdem Balım-Harding; Meral Güçlü (1999). Turkey. Clio Press, σελ. xxvi. ISBN 978-1-85109-295-6. «During these centuries, other peoples of Anatolia (Greeks, Kurds, Armenians and others) lived with the Turks and shared the land; many adopted the Turkish language, converted to Islam, and came to be known as Turks. The Mongol invasion changed the demography of the Middle East and even central Asia. Turkic tribesmen migrated in large numbers into the Middle East, turkicizing Anatolia, northern Iran and central Eurasia.» 
  53. Thierry, Nicole; Thierry, Jean Michel (1963). Nouvelles églises rupestres de Cappadoce. C. Klincksieck, σελ. viii. OCLC 22265623. «This is the latest of the painted churches, for an inscription states that the donor of the frescoes was Thamar, wife of Basil Giagupes, a Greek feudatory serving the Seljuk Sultan of Konia, Masut II. He was probably the lord of the surrounding district which must have still been strongly Greek.» 
  54. 54,0 54,1 Panzac, Daniel (1995). Histoire économique et sociale de l'Empire ottoman et de la Turquie (1326-1960): actes du sixième congrès international tenu à Aix-en-Provence du 1er au 4 juillet 1992. Peeters Publishers, σελ. 345–6. ISBN 978-90-6831-799-2. «They were known as Karaman Greeks (Karamanlilar or Karamaniyari) and had latterly been turcificated during in culture and language during the reign of Murad III. A good number of them had been converted to Islam.» 
  55. 55,0 55,1 Hanioğlu, M. Şükrü (2010). A Brief History of the Late Ottoman Empire. Princeton University Press, σελ. 36. ISBN 978-0-691-14617-1. «The Ottoman state never sought to impose Turkish on subject peoples…Some ethno-religious groups, when outnumbered by Turks, did accept Turkish vernacular through a gradual process of acculturation. While the Greeks of the Peloponnese, Thessaly, Epirus, Macedonia, Thrace, and west Anatolian littoral continued to speak and write in Greek, The Greeks of Cappadocia (Karaman) spoke Turkish and wrote Turkish in Greek script. Similarly, a large majority of Armenians in the empire adopted Turkish as their vernacular and wrote Turkish in Armenian characters, all efforts to the contrary by the Mkhitarist order notwithstanding. The first novels published in the Ottoman Empire in the mid-nineteenth century were by Armenians and Cappadocian Greeks; they wrote them in Turkish, using the Armenian and Greek alphabets.» 
  56. Day Otis Kellogg, Thomas Spencer Baynes, William Robertson Smith (1903). The Encyclopædia Britannica: A-ZYM. Werner, σελ. 82. OCLC 4704101. «By the Greeks it is still called by its ancient name of Laranda. which was changed by the Turks for its present designation in honour of Karaman, the founder of the Karamanian kingdom.» 
  57. 57,0 57,1 Augustinos, Gerasimos (1992). The Greeks of Asia Minor: confession, community, and ethnicity in the nineteenth century. Kent State University Press, σελ. 18. ISBN 978-0-87338-459-9. «Most of all, the imperial capital drew Greeks from communities deep in the interior. Greek and Turkish-speaking men from the regions of Cappadocia and Karaman settled in the capital, forming enclaves of their native communities.» 
  58. 58,0 58,1 58,2 58,3 58,4 58,5 Daly, Michael; Bodleian Library (1988). The Turkish legacy: an exhibition of books and manuscripts to mark the fiftieth anniversary of the death of the founder of the Turkish Republic, Mustafa Kemal Atatürk. Bodleian Library, σελ. 40. ISBN 978-1-85124-016-6. «…a large number of works were printed in Turkish using the Greek and Armenian alphabets. These were intended for those ethnic Greeks and Armenians who, while retaining their religious allegiance to their respective churches, had lost all knowledge of their own languages and had been assimilated linguistically by their Muslim Turkish neighbours. Turcophone Greeks were known as Karamanlides, after the province of Karaman where many of them lived, although there were also large communities in Istanbul and in the Black Sea region, and printed or manuscript works in Turkish using the Greek alphabet are known as Karamanlidika.» 
  59. Guppy, Henry; John Rylands Library (1956). Bulletin of the John Rylands Library, Volume 38. Manchester University Press, σελ. 27. «Third, the rapid conversion of the country to Islam and Turkish speech — except in the case of some remote villages of Cappadocia which remained Greek-speaking and Christian – can be explained if the former inhabitants had to return as suppliants to the new foundations» 
  60. 60,0 60,1 Horrocks, Geoffrey C. (2010). Greek: A History of the Language and Its Speakers. John Wiley & Sons, σελ. 398. ISBN 978-1-4051-3415-6. «Cappadocia fell immediately under Seljuk control and, with the growth of bilingualism and conversion to Islam, its dialects began to show signs of Turkish influence and later of convergence with the dominant language. After the Greek military disaster of 1922-3 and the deportation of the Christian population to settlements in central and northern Greece, the central and eastern Anatolian varieties fell into what till recently was believed to be terminal decline. In 2005, however, it was discovered that there were descendants of the Cappadocian refugees in central and northern Greece who still spoke their traditional language fluently. The position of Cappadocia remains precarious, but it is certainly not yet extinct.» 
  61. Rodley, Lyn (2010). Cave Monasteries of Byzantine Cappadocia. Cambridge University Press, σελ. 5. ISBN 978-0-521-15477-2. «..medieval place names in the region that can be established are known only from scant references: one Elpidios, Memorophylax of Prokopios, who attended the Council of Chalcedon (451), may have come from Hagios Prokopios (now Urgup, but still called ‘Prokopion’ by the local Greek population in the early years of this century);» 
  62. 62,0 62,1 Nagel Publishers (1968). Turkey. Nagel, σελ. 615. OCLC 3060049. «The Karaman region was for a long time inhabited by Turkish-speaking Orthodox Greeks who wrote Turkish in the Greek script. These Greeks are called Karamanians.» 
  63. 63,0 63,1 Paul J J Sinclair; Gullög Nordquist; Frands Herschend; Christian Isendahl; Laura Wrang (2010). The Urban mind : cultural and environmental dynamics. Uppsala, Sweden : African and Comparative Archaeology, Department of Archaeology and Ancient History, Uppsala University, σελ. 425. ISBN 978-91-506-2175-4. «The roles of various minorities will be dealt with below. The largest minorities developed their own written traditions, creating Graeco-Turkish, Armeno- Turkish, and Judeo-Turkish literatures. In the 16th century, Jewish poets wrote hymns in Hebrew after the model of Ottoman songs and wrote Turkish in Hebrew script. The first literary works in a modern European sense were based on a spoken variety of Turkish and written with Armenian characters. The Karamanlid literature, produced by orthodox Christians, was written in Greek characters. The Judeo-Spanish (Ladino) group cultivated a Romance variety brought to Istanbul and the Balkans by Jews expelled from Spain in 1492. The first descriptions and grammars of Ottoman were written by minority members and foreigners. Ottoman scholars were less interested in the cultivation of Turkish as such, but paid more attention to the Arabic and Persian components of written Ottoman. As described below, the so-called transcription texts produced by various mediators are of high value for reconstructing the development of Turkish spoken varieties.» 
  64. 64,0 64,1 Gökalp, Ziya (1959). Turkish nationalism and Western civilization: selected essays. Columbia University Press, σελ. 131. OCLC 407546. «In Turkey the Karaman Greeks and many Armenians revived their languages after they had been Turkified.» 
  65. 65,0 65,1 65,2 Klaus Roth, Robert Hayden (2011). Migration In, From, and to Southeastern Europe. LIT Verlag Münster, σελ. 65. ISBN 978-3-643-10895-1. «Journalists describing conversion to Islam usually considered the renegade as someone who, by losing his or her religion, was also stepping out of the Greek national community. The act would be usually described as an “eksomosia” (Metarrythmisis 3/15.6.1892; Omonia 16/29.2.1904), an apostasy from the religious oath. It might also be characterized as an “aponenoimeno diavima” (Omonia 10/23.2.1903), a desperate, out of mind action, an expression usually reserved for people who commit suicide. In this understanding, choosing to adopt the Muslim religion was not just an individual choice concerning spiritual matters, but additionally signified giving away “tin thriskeian kai ton ethnismon”, both religion and “national essence” (Metarrythmisis 3/15.6.1892). People who took such a decision were the people who “tourkeuoun”, who “become Turks”, an expression applied even when referring to people shifting to Islam in Egypt (Metarrythmisis 30/12.5.1891; Alitheia 3/15.11.1895). The use of this expression is an example of what has been called “Ottoman thinking”, according to which Muslims and Turks are conflated, and was even popular many years after the dissolution of the Ottoman Empire (Hirschon 2001: 171).» 
  66. Masters, Bruce Alan (2004). Christians And Jews In The Ottoman Arab World: The Roots Of Sectarianism. Cambridge University Press, σελ. 11. ISBN 978-0-521-00582-1. «Throughout most of the Ottoman period, European visitors to the sultans' realms used the label "Turk" indiscriminately to mean any Muslim, regardless of his or her mother tongue. To become Muslim was to "turn Turk.» 
  67. Rodley, Lyn (2010). Cave Monasteries of Byzantine Cappadocia. Cambridge University Press, σελ. 160. ISBN 978-0-521-15477-2. «Many shifts of population in central Anatolia took place before the removal of the Cappadocian Greeks in the 1920s and it is quite possible that the Archangel Monastery was abandoned, perhaps for centuries, and then restored to parochial, rather than monastic, use.» 
  68. Petersen, Andrew (2002). Dictionary of Islamic Architecture. Routledge, σελ. 58. ISBN 978-0-203-20387-3. «Cyprus (Turkish: Kibris; Arabic: Qubrus)…However, in many ways the Ottoman conquest had simply replaced one group of rulers with another, leaving the Greek Orthodox population largely intact. This situation was understood by the Ottoman emperor, Selim I, who after the conquest tried to improve the prosperity of the island by populating it with Greek families from the Kayseri region. Ottoman rule ended with the First World War and from 1918 the island was under British rule until it became independent in the 1950s.» 
  69. 69,0 69,1 Goodwin, Godfrey (1971). A history of Ottoman architecture. Johns Hopkins Press, σελ. 199. ISBN 978-0-8018-1202-6. «He came from the district of Karaman and the Greek lands, but he does not, it is true, specifically call himself a Greek, which, in effect, he no longer was from the moment that he admitted that there was no other God but Allah. Yet after the conquest of Cyprus in 1571, when Selim decided to repopulate the island by transferring Greek families from the Karaman beylik, Sinan intervened on behalf of his family and obtained two orders from the Sultan in council exempting them from deportation. It was Selim I who ordered the first devsirme levy in Anatolia in 1512 and sent Yaya- basis to Karamania and this is probably the year in which Sinan came to Istanbul. Since he was born about 1491, or at the latest in 1492, he was old for a devsirme…» 
  70. 70,0 70,1 Rogers, J. M. (2006). Sinan. I.B.Tauris, σελ. backcover. ISBN 978-1-84511-096-3. «(Sinan) He was born in Cappadocia, probably into a Greek Christian family. Drafted into the Janissaries during his adolescence, he rapidly gained promotion and distinction as a military engineer.» 
  71. 71,0 71,1 71,2 Oberheu, Susanne. Wadenpohl, Michael (2010). Cappadocia. BoD, σελ. 270–1. ISBN 978-3-8391-5661-2. «On May 1st, 1923, the agreement on the exchange of the Turkish and Greek minorities in both countries was published. A shock went through the ranks of the people affected – on both sides. Within a few months they had to pack their belongings and ship them or even sell them. They were to leave their homes, which had also been their great-grandfathers’ homes, they were to give up their holy places and leave the graves of their ancestors to an uncertain fate. In Cappadocia, the villages of Mustafapasa, Urgup, Guzelyurt and Nevsehir were the ones affected most by this rule. Often more than half the population of a village had to leave the country, so that those places were hardly able to survive…The Greeks form Cappadocia were taken to Mersin on the coast in order to be shipped to Greece from there. But they had to leave the remaining part of their belongings behind in the harbor. They were actually promised that everything would be sent after them later, but corrupt officials and numberless thieves looted the crammed storehouses, so that after a few months only a fraction of the goods or even nothing at all arrived at their new home….Today the old houses of the Greek people are the only testimony that reminds us of them in Cappadocia. But these silent witnesses are in danger, too. Only a few families can afford the maintenance of those buildings….» 
  72. 72,0 72,1 Güzelyurt becomes a touristic hub. AKSARAY - Anatolia News Agency. July 17, 2012. http://www.hurriyetdailynews.com/guzelyurt-becomes-a-touristic-hub.aspx?pageID=238&nID=25632&NewsCatID=379. «In the town of Güzelyurt in Aksaray Province in the Central Anatolian region of Turkey, 250-year-old arched stone mansions have been transformed into boutique hotels to serve tourists coming to discover the area’s cultural and historical treasures. The town is an important part of the historical Cappadocia region…Much of the previously large Greek population in Güzelyurt vanished with the population exchange of the 1920s. "With the population exchange in 1924, Greeks and Turks exchanged places. Before the population exchange, rich Greeks dealing with trade in Istanbul had historical mansions in Güzelyurt," Özeş said. Some houses in the town date back 250 years and a few 100-year-old historical houses also exist, according to Özeş. "They have extremely thick walls. The height of the arches is nearly four to five meters. Each of the houses is a work of art creating an authentic environment."» 
  73. Saffron, Inga (2002). Caviar: the strange history and uncertain future of the world's most coveted delicacy. Broadway Books, σελ. 66. ISBN 978-0-7679-0623-4. «Middlemen from Greece, Italy, and the Levant haggled over barrels of the newly popular delicacy. Young, ethnic Greek boys came down from hills of Cappadocia to work in the Istanbul caviar trade.» 
  74. 74,0 74,1 Boulger, Demetrius Charles; East India Association (London, England), Royal Society for India, Pakistan, and Ceylon, Royal India, Pakistan, and Ceylon Society (1887). The Asiatic Quarterly Review, Volumes 3-4. Swan Sonnenshein & Company, σελ. 50–53. OCLC 457113541. «The Cappadocian Greeks have a reputation throughout Asia Minor for energy and commercial activity; there are few towns in which a merchant from Kaisariyeh is not to be found ; and the rocky nature of the country drives even the poorer classes to seek their living elsewhere. Perhaps the most interesting trait in the character of these Greeks is their intense love of their native country; the great ambition of every man is to earn sufficient money to enable him to build a house and settle down in his beloved Cappadocia. The young men go off to Constantinople for a few years, and then return to marry and build a house; a couple of years of married life sees the end of their savings, and they have to revisit the capital, sometimes remaining there ten or fifteen years, to earn sufficient to support themselves and their wives for the remainder of their lives. Each village is connected with some particular guild in Constantinople; one supplies bakals or small storekeepers, another sellers of wine and spirits, another dryers of fish, another makers of caviare, another porters, and so forth…The people have no marked political aspirations such as those which prevail amongst the Greeks of the west coast; they dream, it is true, of a new Byzantine Empire, but any sympathies they can spare from an all-absorbing love of money and gain are devoted to the Russian. The south Cappadocian district, in which St. Gregory of Nazianzus once ministered, shows many signs of growing prosperity ; building is going on, and the people are vacating, for houses above ground, the subterranean villages, to which they owe the preservation of their faith and language. These villages are known by Greek as well as by Turkish names ; in some Greek is spoken by Moslem and Christian, in others a Graeco-Turk jargon, and in others Turkish only; and this mixture is found even in the churches, where the descriptive remarks on the holy pictures are often in Turkish written in Greek characters.» 
  75. 75,0 75,1 Hirschon, Renée (1998). Heirs of the Greek Catastrophe: The Social Life of Asia Minor Refugees in Piraeus. Berghahn Books, σελ. 18. ISBN 978-1-57181-730-3. «Before the expulsion, Greek settlements were both numerous and widespread throughout Asia Minor, indeed throughout most of today’s Turkey. The greatest concentration was in the province of Pontus, on the Black Sea, where the Greek presence goes back for millennia. The western coastal regions and north-western area of Asia Minor were also densly settled with numerous Greek communities in coastal and inland cities and in the countryside. Generally, fewer Greek communities existed in central and southern Asia Minor, but the provinces of Kappadokia and Lykaonia had large numbers of Greek settlements and substantial populations in urban centers such as Kaisaria, Nigde, and Ikonion.» 
  76. 76,0 76,1 76,2 Jones, Adam (2010). Genocide: A Comprehensive Introduction. Taylor & Francis, σελ. 150–151. ISBN 978-0-415-48618-7. «By the beginning of the First World War, a majority of the region’s ethnic Greeks still lived in present-day Turkey, mostly in Thrace (the only remaining Ottoman territory in Europe, abutting the Greek border), and along the Aegean and Black Sea coasts. They would be targeted both prior to and alongside the Armenians of Anatolia and Assyrians of Anatolia and Mesopotamia…The major populations of “Anatolian Greeks” include those along the Aegean coast and in Cappadocia (central Anatolia), but not the Greeks of the Thrace region west of the Bosphorus…A “Christian genocide” framing acknowledges the historic claims of Assyrian and Greek peoples, and the movements now stirring for recognition and restitution among Greek and Assyrian diasporas. It also brings to light the quite staggering cumulative death toll among the various Christian groups targeted…of the 1.5 million Greeks of Asia minor – Ionians, Pontians, and Cappadocians – approximately 750,000 were massacred and 750,000 exiled. Pontian deaths alone totaled 353,000.» 
  77. Vermeule, C. C. (2001). ART AND ARCHAEOLOGY OF ANTIQUITY, Volumes 2-3. Pindar Press, σελ. 243. ISBN 978-1-899828-11-1. «The Cappadocian Greeks of the twentieth century were known not only for their preservation of the ancient tongue but also for the richness of their folktales, legends of saints, kings, heroes, and common folk that often went back through the Byzantine era to Graeco-Roman times. R. M. Dawkins observed that the children whom he met in the villages of Cappadocia preserved among themselves the last traces and broken fragments of the art, each child telling his own special story to the others.» 
  78. Schiffer, Reinhold (1999). Oriental Panorama: British Travellers in 19th Century Turkey. Rodopi, σελ. 269. ISBN 978-90-420-0796-3. «…in 1838 Ainsworth spoke of the regained ease, freedom and prosperity of Cappadocian Greek settlements such as Nevsehir and Incesu and arrived as a verdict which is possibly less remote from the truth than that of British castigators: "The Cappadocian Greeks are, generally speaking, pleasing and unreserved in their manners, and their conversation indicated a very high degree of intelligence and civilization, where there are so few books, and so little education, and consequently, little learning."» 
  79. 79,0 79,1 Taylor, Frederick (2012). Exorcising Hitler: The Occupation and Denazification of Germany. Bloomsbury Publishing, σελ. 59–60. ISBN 978-1-4088-2212-8. «The other large Christian minority in the Turkish sphere of rule was that of the Ottoman Greeks, again totaling around 1.5 million, mostly living near to the west coast of Anatolia, where they had been settled since a millennium before the birth of Christ. Numerous Greeks were to be found also in Istanbul (once, as Constantinople, the capital of the Greek Byzantine Empire), on the Black Sea coast and in the eastern province of Cappadocia, where the long-established but isolated Greek population now spoke a kind of Turkish dialect… The resulting war between the Greeks and Turks, the latter led by their great national hero, General Mustafa Kemal (later honored with the name Kemal Ataturk) ended in a definite and tragically bloody Turkish victory. Many thousands of Greeks were massacred or fled» 
  80. 80,0 80,1 Moseley, Christopher (2007). Encyclopedia Of The World's Endangered Languages. Psychology Press, σελ. 239–40. ISBN 978-0-7007-1197-0. «Cappadocian Greek [100] an outlying dialect of Greek spoken in a few isolated communities in the interior of Cappadocia in central Turkey, notably in Sille (Silli) near Konya, villages near Kayseri, and Faras (Pharasa) and adjacent villages, before the genocide of 1915 and the subsequent population exchanges, after which most survivors settled in Greece.» 
  81. 81,0 81,1 81,2 Midlarsky, Manus I. (2005). The Killing Trap: Genocide in the Twentieth Century. Cambridge University Press, σελ. 342–343. ISBN 978-0-521-81545-1. «Many, (Greeks) however, were massacred by the Turks, especially at Smyrna (today’s Izmir) as the Greek army withdrew at the end of their headlong retreat from central Anatolia at the end of the Greco-Turkish War. Especially poorly treated were the Pontic Greeks in eastern Anatolia on the Black Sea. In 1920, as the Greek army advanced, many were deported to the Mesopotamian desert as had been the Armenians before them. Nevertheless, approximately 1,200,000 Ottoman Greek refugees arrived in Greece at the end of the war. When one adds to the total the Greeks of Constantinople who, by agreement, were not forced to flee, then the total number comes closer to the 1,500,000 Greeks in Anatolia and Thrace. Here, a strong distinction between intention and action is found. According to the Austrian consul at Amisos, Kwiatkowski, in his November 30, 1916, report to foreign minister Baron Burian: “on 26 November Rafet Bey told me: ‘we must finish off the Greeks as we did with the Armenians…’ on 28 November Rafet Bey told me : ‘today I sent squads to the interior to kill every Greek on sight.’ I fear for the elimination of the entire Greek population and a repeat of what occurred last year, Or according to a January 31, 1917, report by Chancellor Hollweg of Austria: The indications are that the Turks plan to eliminate the Greek element as enemies of the state, as they did earlier with the Armenians. The strategy implemented by the Turks is of displacing people to the interior without taking measures for their survival by exposing them to death, hunger, and illness. The abandoned homes are then looted and burnt or destroyed. Whatever was done to the Armenians is being repeated with the Greeks. Massacres most likely did take place at Amisos and other villages in Pontus. Yet given the large number of surviving Greeks, especially relative to the small number of Armenian survivors, the massacres apparently were restricted to Pontus, Smyrna, and selected other ‘sensitive’ regions.» 
  82. Magnarella, Paul J. (1998). Anatolia's loom: studies in Turkish culture, society, politics and law. Isis Press, σελ. 199. ISBN 978-975-428-113-2. «…Greece and Turkey agreed to exchange their “Turkish” and Greek populations. As a consequence, most Christian Greeks living in rural Turkey were exported to Greece. However, the descendants of Anatolian Greeks who had converted to Islam remained, and the cult of Christian saints remained with them.» 
  83. Darke, Diana (2011). Eastern Turkey. Bradt Travel Guides, σελ. 164–5. ISBN 978-1-84162-339-9. «Less visited than most parts of Cappadocia, Guzelyurt (‘Beautiful Place’ in Turkish)…The next thing to visit is the Byzantine Church of St Gregory, built in AD385, restored in 1835, and then converted into a mosque when the Greeks left in the exchange of populations in the 1920s. Known today as Buyuk Kilise Camii (Big Church Mosque), the whitewash on the walls is being removed to reveal the original frescoes. A little further into the valley look out for the Sivisli Kilise (Anargyros Church) with square pillars and a dome with fine frescoes, then the Koc (Ram) Church and the Cafarlar (Rivulets) Church. Monastery Valley, as it is known, continues for 4.5km with fine scenery and panoramas and yet more rock-cut churches, some with interesting architectural features.» 
  84. 84,0 84,1 Ammon, Ulrich (2012). Morphologies in Contact. Akademie Verlag, σελ. 180. ISBN 978-3-05-005701-9. «Even among men, very few people were fully bilingual, as opposed to speakers of Cappadocian, another Asia Minor dialect of Greek origin, where bilingualism was spread among men and women. Cappadocian was spoken in about 32 Greek-speaking settlements in central Asia Minor before 1923, when the exchange of populations between Greece and Turkey took place. Today, there are few remaining native speakers, in certain parts of Northern Greece (in the areas of Karditsa, Volos, Kilkis, Larisa, Thessaloniki, Chalkidiki, Kavala, and Alexadroupoli), all of them descendants from Cappadocian refugees.» 
  85. Oberheu, Susanne. Wadenpohl, Michael (2010). Cappadocia. BoD, σελ. 8. ISBN 978-3-8391-5661-2. «Right up until the last century, Greeks settled down in Cappadocia and helped shape many villages with their beautifully decorated houses… Cappadocia is not only a World Natural Heritage, but also a World Cultural Heritage, and an unusual openness to the world can be perceived here to the present day.» 
  86. Dawkins, R.M. 1916. Modern Greek in Asia Minor. A study of dialect of Silly, Cappadocia and Pharasa. Cambridge: Cambridge University Press. http://archive.org/details/moderngreekinas00hallgoog
  87. 87,0 87,1 Dawkins, R.M. 1916. Modern Greek in Asia Minor. A study of dialect of Silly, Cappadocia and Pharasa. Cambridge: Cambridge University Press.
  88. Armenian General Benevolent Union (1988). Ararat, Volume 29. Armenian General Benevolent Union of America, σελ. 43. OCLC 643827160. «Unlike the Karamanlides – Elia Kazan’s people, the Greeks of Kaisaria in the Anatolian interior who, over the centuries became Turkish-speaking – the Kouvoukliotes were always Grecophones who spoke Turkish with a strong Greek accent. As was natural, their dialect included Turkish words like rahat, bahcheh, dondourmas…., and it differed greatly from the Greek spoken in other villages of the province.» 
  89. Sterrett, John Robert Sitlington ; American School of Classical Studies at Athens (1885). Preliminary report of an archæological journey made in Asia Minor during the summer of 1884. Cupples, Upham, and Co, σελ. 17. OCLC 10889843. «Melegobi is a large and flourishing village, inhabited almost exclusively by Greek-speaking Greeks. The Greeks are numerous all through the western part of Cappadocia, and generally cling to their language with great tenacity, a fact worthy of notice, inasmuch as the Greeks in other parts of Asia Minor speak only Turkish. Instances of Greek-speaking towns are Nigde, Gelvere, Melegobi (Μελοκοπια), and Ortakieui in Soghanli Deressi.» 
  90. 90,0 90,1 Stephen K. Batalden, Kathleen Cann, John Dean (2004). Sowing the word: the cultural impact of the British and Foreign Bible Society, 1804-2004. Sheffield Phoenix Press, σελ. 246. ISBN 978-1-905048-08-3. «Pinkerton had been assured by a number of “worthy” Greeks that “the cruel persecutions of their Mahomedan masters have been the cause of their present state of ignorance, even in regard to their native tongue”. Pinkerton’s interlocutors claimed that there had been a time “when their Turkish masters strictly prohibited the Greeks in Asia Minor even from speaking the Greek language among themselves". Those who disobeyed "this their barbarous command" had had their tongues cut out or had been punished with death. The cutting out of tongues was a commonly held, popular explanation for the abandonment of Greek in favor of Turkish, although there is no evidence that such a practice had ever occurred. “It is”, Pinkerton wrote, “an indisputable fact, that the language of their oppressors has long since almost universally prevailed, and that in a great part of Anatolia even the public worship of the Greeks is now performed in the Turkish tongue”. He appended a list of publications in karamanlidika, five of which he had been able to purchase. He concluded that, in his “humble opinion,”» 
  91. Δέδες, Δ. 1993. Ποιήματα του Μαυλανά Ρουμή. Τα Ιστορικά 10.18–19: 3–22.
  92. Meyer, G. 1895. Die griechischen Verse in Rabâbnâma. Byzantinische Zeitschrift 4: 401–411.
  93. http://www.tlg.uci.edu/~opoudjis/Play/rumiwalad.html
  94. http://www.khamush.com/greek/gr.htm
  95. Andrew Dalby, Siren Feasts, p. 109, 201
  96. Ash, John (2006). A Byzantine journey (2nd έκδοση). London: Tauris Parke Paperbacks. ISBN 9781845113070. «Having inherited pastirma from the Byzantines, the Turks took it with them when they conquered Hungary and Romania,» 
  97. Davidson, Alan (2014). The Oxford Companion to Food. Oxford University Press, σελ. 123. http://books.google.com/books?id=RL6LAwAAQBAJ&lpg=PA123&ots=AImAgVlzGS&dq=byzantine%20pastirma&pg=PA123#v=onepage&q&f=false. Ανακτήθηκε στις 21 October 2014. «This is certainly true of Byzantine cuisine. Dried meat, a forerunner of the pastirma of modern Turkey, became a delicacy.» 
  98. Underwood, Irina Petrosian ; David (2006). Armenian food : fact, fiction & folklore (2nd έκδοση). Bloomington, Ind.: Yerkir Pub.. ISBN 9781411698659. «In Byzantine times, the city was called Caesarea Mazaca. There and throughout Byzantium, the technique called paston was an accepted salt-curing tradition. Turks reintroduced paston as pastirma.» 
  99. Smith, Bruce. Kraig, Andrew (2013). The Oxford Encyclopedia of Food and Drink in America. Oxford University Press. ed.. http://books.google.com/books?id=DOJMAgAAQBAJ&lpg=RA2-PA502&ots=eIpnIpu9KQ&dq=byzantine%20pastirma&pg=RA2-PA502#v=onepage&q&f=false. Ανακτήθηκε στις 21 October 2014. «When the Ottomans settled in Istanbul they also adopted a number of Byzantine dishes, one of which was a form of cured beef called paston and which the Turks called pastirma…It became and remains a specialty of Kayseri in Cappadocia in west central Turkey.» 
  100. Anagnostakis, Ilias (2013). Flavours and Delights. Tastes and Pleasures of Ancient and Byzantine Cuisine. Armos, σελ. 81. «paston or tarichon…Cured meats were either eaten raw or cooked in pasto-mageireia with bulgur and greens, mainly cabbage.» 
  101. Hazel, John (2001). Who's Who in the Roman World. Routledge, σελ. 19. ISBN 978-0-415-22410-9. «Archelaus 1. (Cl BC) was a Greek general from Cappadocia who served MITHRIDATES (3) VI, king of Pontus.» 
  102. Fried, Johannes (2015). The Middle Ages. Harvard University Press, σελ. 10. ISBN 9780674055629. «One of their own number, Bishop Ulfilas, a Goth who originally came from a Greek-Cappadocian family, translated the Holy Gospel into the Gothic vernacular – an enormous undertaking and a work of true genius.» 
  103. Berndt, Dr Guido M (2014). Arianism: Roman Heresy and Barbarian Creed. Ashgate Publishing, Ltd., σελ. 57. ISBN 9781409446590. «Though ulfila may have spoken some Greek in his own family circle, since they were of Greek origin, he is likely to have been able to draw on formal education in both latin and Greek in creating Gothic as a literary language.» 
  104. «Gök Medrese». http://www.gettyimages.com/detail/photo/details-of-gok-madrasah-high-res-stock-photography/164562332. «"The Gok Medrese (Blue Koran school) . The Seljuk building was designed for vizier Fahr ed-Din Ali ben Hussein around 1271 by the Greek architect Kalojan."» 
  105. Speros Vryonis (1981). Studies on Byzantium, Seljuks, and Ottomans, σελ. 282. «"Perhaps the best known of these architects was the Greek from Konya, Kaloyan, who worked on the Ilgin Han in 1267-8 and three years later built the Gök Medrese of Sivas."» 
  106. Werkgroep Coupure, Werkgroep Coupure (2009). De Coupure in Gent. Scheiding en verbinding. Academia Press, σελ. 304. ISBN 9789038213231. «Leonidas-Kestekidès (°1882 Nikede, met Griekse nationaliteit…(Translated: Leonidas Kestekides (° 1882 Nigde of Greek nationality» 
  107. Boinodiris, Stavros (2010). Andros Odyssey: Liberation: (1900-1940). iUniverse, σελ. 22. ISBN 9781440193859. «Prodromos Athanasiades-Bodosakis was born in Bohr, Cappadocia. After the exchange ofpopulations he became a Greek industrialist who in 1934 took over Pyrkal, an armament company and one of the oldest defense industries.» 
  108. Young, Jeff (2001). Kazan: the master director discusses his films : interviews with Elia Kazan. Newmarket Press, σελ. 9. ISBN 978-1-55704-446-4. «He was born on September 7, 1909 to Greek parents living in Istanbul. His father was Yiorgos Kazanjioglou, had fled Kayseri, a small village in Anatolia where for five hundred years the Turks had oppressed and brutalized the Armenian and Greek minorities who had lived there even longer.» 

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Commons logo
Τα Wikimedia Commons έχουν πολυμέσα σχετικά με το θέμα