Φάρασα
| Αυτό το λήμμα παρουσιάζει το θέμα από ελληνική οπτική γωνία ή δίνει δυσανάλογο βάρος στην ελληνική πτυχή ενός παγκόσμιου θέματος. Προσπαθήστε να το ανασκευάσετε ή και να προσθέσετε πληροφορίες έτσι ώστε να καλύπτει πληρέστερα και περισσότερο ουδέτερα το θέμα. Παρακαλούμε δείτε τη σχετική συζήτηση στη σελίδα συζήτησης του λήμματος. |
| Αυτό το λήμμα χρειάζεται μορφοποίηση ώστε να ανταποκρίνεται στις προδιαγραφές μορφοποίησης της Βικιπαίδειας. |
| Το λήμμα παραθέτει τις πηγές του αόριστα, χωρίς παραπομπές. |
Συντεταγμένες: 37°54′54″N 35°28′59″E / 37.91500°N 35.48306°E
| Φάρασα | |
|---|---|
| 37°54′54″N 35°28′59″E | |
| Χώρα | Τουρκία[1] |
| Διοικητική υπαγωγή | Γιαχιαλί[1] |
| Πληθυσμός | 423 (31 Δεκεμβρίου 2021)[2][1] |
| Ζώνη ώρας | Ώρα στην Τουρκία UTC+03:00 (επίσημη ώρα) |
Τα Φάρασα ή Βαρασός (τουρκικά: Çamlıca) είναι χωριό στην Επαρχία Καισάρειας της Τουρκίας, με πληθυσμό 411 κατοίκους.[3] Βρίσκεται 89 χλμ νότια της Καισάρειας και 103 χλμ βόρεια των Αδάνων, στις βορειοανατολικές πλαγιές ανώνυμου όρους του Αλά-ντάγ και στις όχθες του ποταμού Ζαμάντι γνωστός στα ελληνικά ως Καρμαλάς.
Πριν την Μικρασιατική Καταστροφή και την ανταλλαγή πληθυσμών που ακολούθησε, τα Φάρασα ήταν σχεδόν αμιγώς ελληνόφωνο χριστιανικό χωριό και το κεντρικό κεφαλοχώρι μιας ευρείας περιφέρειας της Ν.Α. Καππαδοκίας.
Τοποθεσία και ιστορία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Ο Βαρασός (γνωστός και ως Φάρασα) ήταν κτισμένος στο βάθος μιας μεγάλης και βαθιάς χαράδρας που χωρίζει την οροσειρά του Ταύρου από τον Αντίταυρο. Ο οικισμός εκτεινόταν στη ράχη και τις πλαγιές χαμηλού λόφου, η νότια απόληξη του οποίου κατέληγε σε απόκρημνους βραχώδεις σχηματισμούς που αποτελούσαν μέρος της δεξιάς όχθης του ποταμού Ζαμάντη. Η γεωμορφολογία της περιοχής, με περιορισμένα σημεία πρόσβασης, προσέδιδε στον οικισμό χαρακτηριστικά φυσικού οχυρού.
Σύμφωνα με την τοπική παράδοση, στον αριστερό βράχο, κοντά στην όχθη του ποταμού, υπήρχε οχυρωματική κατασκευή («Γαλάς»), γύρω από την οποία πιθανολογείται ότι αναπτύχθηκε ο αρχαιότερος οικισμός. Η ίδρυση του Βαρασού τοποθετείται σε προχριστιανική περίοδο, ωστόσο οι σχετικές πληροφορίες βασίζονται κυρίως σε προφορικές παραδόσεις και όχι σε αρχαιολογικά τεκμήρια.
Κατά τη φαρασιώτικη παράδοση, σε άγνωστη χρονική περίοδο η περιοχή δέχθηκε επιδρομές μουσουλμανικών πληθυσμών, οι οποίες είχαν ως αποτέλεσμα την καταστροφή οικισμών και τη μετακίνηση μέρους του πληθυσμού σε δυσπρόσιτες περιοχές. Μετά την υποχώρηση των επιδρομών, κάτοικοι της περιοχής, καθώς και πληθυσμοί από γειτονικές περιοχές και τη νότια Κιλικία, επανεγκαταστάθηκαν στον Βαρασό, εγκαταλείποντας παλαιότερες θέσεις κατοίκησης.
Η επιλογή της νέας θέσης σχετίζεται με τη φυσική οχύρωση και τις περιορισμένες διαβάσεις. Ο οικισμός αναπτύχθηκε κάτω από το παλαιό κάστρο και στις εξωτερικές του ζώνες. Σύμφωνα με μαρτυρίες, ο πληθυσμός οργανώθηκε σε δύο συνοικίες: τον «Κάτου Μεχά» (Κάτω Μαχαλά), γύρω από το κάστρο, και τον «Πάνου Μεχά» (Πάνω Μαχαλά), όπου εγκαταστάθηκαν μεταγενέστεροι κάτοικοι.
Με την πάροδο του χρόνου και τη σταδιακή σταθεροποίηση των συνθηκών, η αύξηση του πληθυσμού, σε συνδυασμό με τους περιορισμένους φυσικούς πόρους της ορεινής περιοχής, οδήγησε στη δημιουργία νέων οικισμών σε παλαιότερες θέσεις ή σε περιοχές με καλλιεργήσιμες εκτάσεις ή μεταλλευτικό ενδιαφέρον. Έτσι συγκροτήθηκαν τα υπόλοιπα ελληνόφωνα φαρασιώτικα χωριά: Αφσάρι, Κίσκα, Σατής, Τσουχούρι, Φκώσι και Ξουρδζάιδι.[4]
Διοικητικά, ο Βαρασός αποτέλεσε μουχταρλίκι υπαγόμενο στο μουδουρλίκι Γιαχιαλί, στο μουτεσαριφλίκι Καισάρειας και στο βαλελίκι της Άγκυρας, ενώ εκκλησιαστικά ανήκε στη Μητρόπολη Καισαρείας. Η οικονομία του βασίστηκε αρχικά στην εξόρυξη και επεξεργασία σιδήρου, ενώ μετά τη σταδιακή παύση της μεταλλευτικής δραστηριότητας οι κάτοικοι στράφηκαν στη γεωργία, το εμπόριο, την κτηνοτροφία και εποχιακή εργασία σε περιοχές όπως τα Άδανα.
Ο Βαρασός αποτέλεσε το κεντρικό κεφαλοχώρι ευρείας περιφέρειας της νοτιοανατολικής Καππαδοκίας. Η περιφέρεια αυτή αναφέρεται ήδη από τον 17ο αιώνα στη γεωγραφική πραγματεία «Τζιχαννουμά» ως σημαντική κωμόπολη, από την οποία έλαβε την ονομασία της ολόκληρη η περιοχή των Φαράσων. Στην περιφέρεια περιλαμβάνονταν οικισμοί με πληθυσμούς ελληνόφωνους, τουρκόφωνους, αρμενόφωνους και άλλες εθνογλωσσικές ομάδες.
Μετά την ανταλλαγή πληθυσμών, οι Έλληνες κάτοικοι του Βαρασού εγκατέλειψαν τον οικισμό και στη θέση τους εγκαταστάθηκαν μουσουλμανικές οικογένειες. Το 1924 ο πληθυσμός του χωριού ανερχόταν σε 583 άτομα, εκ των οποίων η συντριπτική πλειονότητα ήταν Έλληνες Καππαδόκες.
Προσωπικότητες
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Πληθυσμός
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]| Στατιστικά πληθυσμού ανά έτος | |
|---|---|
| 2012 | 411[3] |
| 2011 | 413[5] |
| 2000 | 412[5] |
| 1990 | 722[5] |
| 1985 | 715[5] |
Παραπομπές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- 1 2 3 www
.e-icisleri ..gov .tr /Anasayfa /MulkiIdariBolumleri .aspx - ↑ data
.tuik ..gov .tr /Bulten /Index?p=Adrese-Dayali-Nufus-Kayit-Sistemi-Sonuclari-2021-45500 - 1 2 «[YerelNET] ÇAMLICA KÖYÜ». www.yerelnet.org.tr. Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 5 Μαρτίου 2016. Ανακτήθηκε στις 3 Δεκεμβρίου 2015.
- ↑ Θεοδωρίδης Θεόδωρος, «Βαρασώτικα Τραγώδε», Αθήνα 1988, σ. 6.
- 1 2 3 4 «Αρχειοθετημένο αντίγραφο». Αρχειοθετήθηκε από το πρωτότυπο στις 5 Μαρτίου 2016. Ανακτήθηκε στις 3 Δεκεμβρίου 2015.
Πηγές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- Αρχεία Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών.
- Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών, «Η ΕΞΟΔΟΣ. Τόμος Β΄. Μαρτυρίες ἀπό τίς ἐπαρχίες τῆς Κεντρικῆς καί Νότιας Μικρασίας», Αθήνα 1982.
- Λαμπρόπουλου Αναστ. Ευάγγελου, "Καππαδοκία - Φάρασα. Τα τραγούδια και οι χοροί των Φαράσων της Καππαδοκίας, μαζί με διάφορα λαογραφικά στοιχεία.", Μεσσήνη, Α΄ έκδοσις 1995, Δ΄ έκδοσις επαυξημένη 2005.
- Θεοδωρίδη Θεόδωρου πρωτοπρεσβυτέρου, «ΒΑΡΑΣΩΤΙΚΑ ΤΡΑΓΩΔΕ», Αθήνα 1988.
- Θεοδωρίδη Θεόδωρου πρωτοπρεσβυτέρου, «ΧΥΤΑΤΕ ΝΑ ΥΠΑΜΕ ΣΟΝ ΕΖ- ΒΑΣΙΛΗ», Αθήνα 1972
- Ασβέστη Β. Μαρίας, «Ἐπαγγελματικές ἀσχολίες τῶν κατοίκων τῆς Καππαδοκίας», Επικαιρότητα, Αθήνα 1980.
- Κάλφογλου Η. Ιωάννη, «Ζινδζιδερέκι Ἰωάννης Πρόδρομος μοναστηρί γιαχότ, Μονή Φλαβιανών καί περί Καππαδοκίας», Κωνσταντινούπολη 1898 (στα καραμανλήδικα).
- Καρολίδου Π., «Γλωσσάριον συγκριτικόν ἑλληνοκαππαδοκικῶν λέξεων, ἤτοι ἡ ἐν Καππαδοκία λαλουμένη ἑλληνική διάλεκτος καί τά ἐν αὐτῇ σωζόμενα ἴχνη τῆς ἀρχαίας Καππαδοκικῆς γλῶσσης», Σμύρνη 1885.
- Λαμπρόπουλου Αναστ. Ευάγγελου, "Καππαδοκία - Φάρασα. Τα τραγούδια και οι χοροί των Φαράσων της Καππαδοκίας, μαζί με διάφορα λαογραφικά στοιχεία", Μεσσήνη, Α΄ έκδοσις 1995, Δ΄ έκδοσις επαυξημένη 2005.
- Ρίζου Σ. Ν., «Καππαδοκικά, ἤτοι δοκίμιον ἰστορικῆς περιγραφῆς τῆς ἀρχαῖας Καππαδοκίας καί ἰδίως τῶν ἐπαρχιῶν Καισάρειας καί Ἰκονίου», Κωνσταντινούπολη 1856.
- Dawkins, Richard· Halliday, William (1916). Modern Greek in Asia Minor: a study of the dialects of Silli, Cappadocia and Phárasa, with grammar, texts, translations and glossary. University Press. Ανακτήθηκε στις 25 Αυγούστου 2012.