Φάρασα

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Φάρασα
Τοποθεσία στον χάρτη της χώρας
Τοποθεσία στον χάρτη της χώρας
Χώρα Τουρκία
Διοικητική διαίρεση Γιαχιαλί

Βαρασός ή Φάρασα (τουρκ. Farasa ή Fharasa και σήμερα Camlica) είναι χωριό στην Επαρχία Καισάρειας της Τουρκίας, με πληθυσμό 411 κάτοικους.[1] Βρίσκεται 89 χλμ. νότια της Καισάρειας και 103 χλμ. βόρεια-βορειοανατολικά των Αδάνων, στις βορειοανατολικές πλαγιές ανώνυμου πρόβουνου του Αλά-ντάγ και 2,5 χλμ. δυτικά του ποταμού Ζαμάντη.

 Τοποθεσία και ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το χωριό του Βαρασού είναι κτισμένο στο βάθος μιας μεγάλης και βαθιάς χαράδρας που χωρίζει τον Ταύρο από τον Αντίταυρο, πάνω στην ράχη και τις πλαγιές λοφίσκου, η νότια άκρη του οποίου καταλήγει σε δύο απόκρημνους και απότομους βράχους που οι ρίζες τους αποτελούν μέρος της δεξιάς όχθης του ποταμού Ζαμάντη. Τα βράχια και τα βουνά ολόγυρα από την βαθιά αυτή χαράδρα είναι απόκρημνα αφήνοντας μόνο έξη σημεία εισόδου, έτσι ώστε το μέρος να αποτελεί φυσικό οχυρό και ασφαλές καταφύγιο στις διάφορες επιδρομές. Πάνω στον αριστερό βράχο και στην άκρη του που είναι προς το ποτάμι ήταν κτισμένος ο «Γαλάς» (κάστρο) του χωριού. Ο Βαρασός αναγάγει την αρχή του στα προχριστιανικά χρόνια και πρέπει ο αρχαίος οικισμός να ήταν μέσα στον χώρο του κάστρου και γύρω απ’ αυτό. Κατά την φαρασιώτικη παράδοση, σε άγνωστη χρονικά εποχή μουσουλμάνοι επιδρομείς Άραβες ή Τούρκοι με αρχηγό κάποιον Γήραλη κυρίευσαν την περιοχή. Τότε όσοι από τους κατοίκους πρόλαβαν κρύφτηκαν στα δάση και τις σπηλιές των γύρω βουνών για να γλιτώσουν, οι υπόλοιποι είτε σφαγιάστηκαν, είτε πάρθηκαν σκλάβοι, ενώ οι κατακτητές γκρέμισαν τα χωριά και τους οικισμούς, τους ναούς και τα μοναστήρια και φυσικά και τα κάστρα που αποτελούσαν το καταφύγιο των κατοίκων και προστάτευαν την περιοχή. Όσοι από τους κατοίκους γλίτωσαν μαζί με αυτούς από τα υπόλοιπα χωριά αλλά και άλλους προερχόμενους από γειτονικές περιοχές και την νοτιότερη Κιλικία, μετά το πέρασμα του κινδύνου μαζεύτηκαν και ξαναέχτισαν τον Βαρασό εγκαταλείποντας τις προηγούμενες εστίες τους.

Η επιλογή του συγκεκριμένου χώρου έγινε λόγω του δυσπρόσιτου και φυσικού οχυρού του τόπου με τις ελάχιστες ελεγχόμενες διαβάσεις προς αυτόν. Το χτίσιμο του νέου οικισμού έγινε στον χώρο κάτω από το παλαιό κεντρικό κάστρο και πάνω στις γκρεμισμένες εξωτερικές ζώνες του και έξω απ’ αυτές, κόβοντας το «πιτένι» (πευκοδάσος) που βρισκόταν ολόγυρα. Μάλιστα κατά την παράδοση αρκετά σπίτια είχαν στύλους από αυτά τα πεύκα μαζί με τις ρίζες τους έως και την Ανταλλαγή. Σύμφωνα με μαρτυρίες φαίνεται ότι οι ντόπιοι κάτοικοι πρέπει να έχτισαν τα σπίτια τους στον «Κάτου Μεχά» (Κάτω μαχαλά) που είναι κάτω και γύρω από το παλιό κάστρο και αυτοί που ήρθαν αργότερα από τα υπόλοιπα χωριά και οικισμούς έχτισαν τα σπίτια τους στον «Πάνου Μεχά» (Πάνω μαχαλά). Με το πέρασμα του χρόνου και όταν ηρέμησαν αρκετά τα πράγματα και σταμάτησαν οι επιδρομές και οι λεηλασίες, επειδή ο πληθυσμός είχε αυξηθεί και η περιοχή που είναι ορεινή δεν μπορούσε να τον θρέψει αρκετά, αλλά και επειδή τα μεγάλα σιδηροπαραγωγικά ορυχεία βρισκόντουσαν σε τοποθεσίες μακριά από τον Βαρασό, άρχισε σιγά-σιγά η μετακίνηση του πληθυσμού στις παλιές τοποθεσίες που υπήρχαν πριν χωριά ή είχαν καλλιεργήσιμες εκτάσεις ή ήταν κοντά σε κάποια σημαντική φλέβα μεταλλεύματος. Έτσι δημιουργήθηκαν τα υπόλοιπα έξι ελληνόφωνα φαρασιώτικα χωριά Αφσάρι, Κίσκα, Σατής, Τσουχούρι, Φκώσι και Ξουρδζάϊδι.

Διοικητικά ήταν μουχταρλίκι και υπάγονταν στο μουδουρλίκι του Γιαχγιαλή (Αχγιαβούδες), στο μουτεσαριφλίκι της Καισάρειας και στο βαλελίκι της Άγκυρας, ενώ εκκλησιαστικά ανήκε στην μητρόπολη Καισάρειας.Η οικονομία του παλαιότερα στηριζόταν στην εξόρυξη, επεξεργασία και το εμπόριο του σιδήρου, αργότερα όμως με το κλείσιμο των ορυχείων οι εναπομείναντες κάτοικοι στράφηκαν στην γεωργία, το εμπόριο, την εξάσκηση διαφόρων τεχνών σαν γυρολόγοι και την οικιακή κτηνοτροφία και μελισσοκομία. Επίσης μετανάστευαν κυρίως εποχιακά στα Άδανα και το Σίσι όπου και απασχολούνταν σε γεωργικές εργασίες για την συμπλήρωση του οικογενειακού εισοδήματος.

Ήταν το κεντρικό κεφαλοχώρι μιας ευρείας περιφέρειας της Ν.Α. Καππαδοκίας που εκτείνονταν πάνω στις οροσειρές και τα υψίπεδα των Ταύρου και Αντίταυρου. Από το κεφαλοχώρι αυτό του Βαρασού (Φάρασα) το οποίο αναφέρεται ως μεγάλη κωμόπολη ήδη κατά τον 17ο αιώνα στην μεγάλη τουρκική Γεωγραφία Τζουχανιμά, πήρε και ολόκληρη αυτή η ευρεία περιφέρεια την ονομασία της. Σε αυτήν περιλαμβάνονταν χωριά και οικισμοί ελληνικά, τούρκικα, αρμένικα, φαρσάχικα (κουρδικά), τσερκέζικα, τουρκομάνικα, περπέρικα (αλλαξοπίστων Αρμενίων) και αφσάρικα.

Οι υπόλοιπες κοινότητες των Φαράσων τις οποίες το Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών χαρακτηρίζει ως «Αποικίες Φαράσων» ήταν: το Αφσάρι (τουρκ. Avsar-koy) Αφσάρι, η Κίσκα (τουρκ. Kiske, η αρχαία Κισκισσός) Κίσκα, ο Σατής ή το Σατί (τουρκ. Sati) Σατί, το Τζουχούρι ή Τσουχούρι (τουρκ. Cuhur-koy ή Cuhur-yurt) Τσουχούρι, το Φκώσι ή Γαρσατί (τουρκ. Pos-gara-koy ή Gara-tepe ή Mansurlu, η αρχαία Γαρσανδός) Φκώσι και το Ξουρδζάϊδι (τουρκ. Gara-koy) Ξουρδζάιδι το οποίο εγκαταλείφθηκε κατά το 1875. Οι κοινότητες αυτές μιλούσαν μια ελληνοκαππαδοκική διάλεκτο που την ονόμαζαν «βαρασώτ’κα» ή «ρωμά’κα». Στα Φάρασα ανήκαν επίσης και τα τουρκόφωνα χωριά: Γαριπτσάς ή Κουρούμζα (τουρκ. Curumze) Κουρούμζα, Ταστσί (τουρκ. Tasci) Ταστσί, Χοστσά Χοστσά, Μπεσκαρντάς (τουρκ. Besgardas) Μπεσκαρντάς και Παχδζαδζούχι Παχδζαδζούχι που είχαν ελληνικό κυρίως πληθυσμό. Επίσης και οι οικισμοί Κοτσχισάρ (Kochisar), Κίρσεχιρ (Kirsehir) και Τσαϊρλίκ (Cerlik). Αξίζει ν’ αναφερθεί ότι η τοπική παράδοση και ιστορία αναγνωρίζει την ύπαρξη στην περιοχή και αρκετών μουσουλμανικών χωριών [Παραζυέμη, Άνου και Κάτου Τελέλτες (Ντελέλοι), Τζαχηρού (ή Τσαχηρού), Γιαχγιαλή (Αγχιαβούδες) κ.α.], οι κάτοικοι των οποίων ήταν Έλληνες οι οποίοι αλλαξοπίστησαν κατά διάφορες περιόδους για να γλιτώσουν την ζωή και την περιουσία τους, με τελευταία περίοδο το 1821 περίπου.

Μετά τη διάλυση της Κουρδικής δυναστείας του Κοζάν όπου ανήκε και η φαρασιώτικη περιφέρεια και η οποία διήρκεσε από το 1553 έως το 1876 περίπου, η περιφέρεια των Φαράσων προσαρτήθηκε διοικητικά στο νομό των Αδάνων εκτός του Βαρασού που υπαγόταν στην Καισάρεια, αλλά εκκλησιαστικά όλα τα χωριά εξακολουθούσαν να υπάγονται στην Αρχιεπισκοπή Καισαρείας.

Το 1924 οι κάτοικοί του ήταν Έλληνες ελληνόφωνοι (204 οικογένειες – 583 άτομα) και ελάχιστοι Τούρκοι (3 οικογένειες – 15 άτομα περίπου).

Πληροφορίες για τη γλώσσα και λαογραφικά στοιχεία των Φαράσων βρίσκονται στο βιβλίο «Modern Greek in Asia Minor: a study of the dialects of Siĺli, Cappadocia and Phárasa, with grammar, texts, translations and glossary», Richard McGillivray Dawkins, William Reginald Halliday, University Press, 1916.[2]

Πληθυσμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στατιστικά πληθυσμού ανά έτος
2012 411[3]
2011 413[4]
2000 412[4]
1990 722[4]
1985 715[4]

Αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Πηγές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • Αρχεία Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών.
  • Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών, «Η ΕΞΟΔΟΣ. Τόμος Β΄. Μαρτυρίες ἀπό τίς ἐπαρχίες τῆς Κεντρικῆς καί Νότιας Μικρασίας», Αθήνα 1982.
  • Λαμπρόπουλου Αναστ. Ευάγγελου, "Καππαδοκία - Φάρασα. Τα τραγούδια και οι χοροί των Φαράσων της Καππαδοκίας, μαζί με διάφορα λαογραφικά στοιχεία.", Μεσσήνη, Α΄ έκδοσις 1995, Δ΄ έκδοσις επαυξημένη 2005.
  • Θεοδωρίδη Θεόδωρου πρωτοπρεσβυτέρου, «ΒΑΡΑΣΩΤΙΚΑ ΤΡΑΓΩΔΕ», Αθήνα 1988.
  • Θεοδωρίδη Θεόδωρου πρωτοπρεσβυτέρου, «ΧΥΤΑΤΕ ΝΑ ΥΠΑΜΕ ΣΟΝ ΕΖ- ΒΑΣΙΛΗ», Αθήνα 1972
  • Ασβέστη Β. Μαρίας, «Ἐπαγγελματικές ἀσχολίες τῶν κατοίκων τῆς Καππαδοκίας», Επικαιρότητα, Αθήνα 1980.
  • Κάλφογλου Η. Ιωάννη, «Ζινδζιδερέκι Ἰωάννης Πρόδρομος μοναστηρί γιαχότ, Μονή Φλαβιανών καί περί Καππαδοκίας», Κωνσταντινούπολη 1898 (στα καραμανλήδικα).
  • Καρολίδου Π., «Γλωσσάριον συγκριτικόν ἑλληνοκαππαδοκικῶν λέξεων, ἤτοι ἡ ἐν Καππαδοκία λαλουμένη ἑλληνική διάλεκτος καί τά ἐν αὐτῇ σωζόμενα ἴχνη τῆς ἀρχαίας Καππαδοκικῆς γλῶσσης», Σμύρνη 1885.
  • Λαμπρόπουλου Αναστ. Ευάγγελου, "Καππαδοκία - Φάρασα. Τα τραγούδια και οι χοροί των Φαράσων της Καππαδοκίας, μαζί με διάφορα λαογραφικά στοιχεία.", Μεσσήνη, Α΄ έκδοσις 1995, Δ΄ έκδοσις επαυξημένη 2005.
  • Ρίζου Σ. Ν., «Καππαδοκικά, ἤτοι δοκίμιον ἰστορικῆς περιγραφῆς τῆς ἀρχαῖας Καππαδοκίας καί ἰδίως τῶν ἐπαρχιῶν Καισάρειας καί Ἰκονίου», Κωνσταντινούπολη 1856.
  • Dawkins, Richard. Halliday, William (1916). Modern Greek in Asia Minor: a study of the dialects of Silli, Cappadocia and Phárasa, with grammar, texts, translations and glossary. University Press.