Δ΄ Σταυροφορία
Η Δ΄ Σταυροφορία (1202 - 1204), στην οποία συμμετείχαν κυρίως Γάλλοι ιππότες καθώς και Βενετοί ναυτικοί και στρατιώτες, είχε αρχικά ως στόχο την επανάκτηση των Ιεροσολύμων. Παρά τις έντονες αντιρρήσεις του Πάπα και σε πλήρη αντίθεση με το ιδεώδες της σταυροφορίας, αντ’ αυτού καταλήφθηκε και λεηλατήθηκε η χριστιανική Κωνσταντινούπολη. Το γεγονός αυτό βάθυνε τον διχασμό μεταξύ της ελληνορθόδοξης Ανατολής και της ρωμαιοκαθολικής Δύσης.
Ιστορικό πλαίσιο
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Στα μέσα του 12ου αιώνα σχεδόν το ένα έβδομο από τους περισσότερο από μισό εκατομμύριο κατοίκους της Κωνσταντινούπολης ήταν λατινικής (δυτικοευρωπαϊκής) καταγωγής. Επρόκειτο κυρίως για εμπόρους από τις ναυτικές δημοκρατίες του Αμάλφι, της Γένοβας, της Πίζας και της Δημοκρατίας της Βενετίας. Οι έμποροι αυτοί διέθεταν προνόμια, τα οποία η βυζαντινή κυβέρνηση είχε αναγκαστεί σε περιόδους ανάγκης να παραχωρήσει στους ιταλούς έναντι στρατιωτικής υποστήριξης. Η προνομιακή μεταχείριση των λατίνων, η αλαζονική τους συμπεριφορά και οι συνεχείς μεταξύ τους εχθροπραξίες υποδαύλιζαν το μίσος του βυζαντινού πληθυσμού. Στις αρχές του 1171, κατά τη διάρκεια ταραχών, καταστράφηκε η συνοικία των Γενοβέζων εμπόρων στην περιοχή Πέρα, στην απέναντι πλευρά του Κεράτιου Κόλπου. Οι δράστες δεν ταυτοποιήθηκαν ποτέ, ωστόσο ο αυτοκράτορας Μανουήλ Α΄ Κομνηνός κατηγόρησε τους Βενετούς. Ως συνέπεια, στις 12 Μαρτίου 1171 σε ολόκληρη την αυτοκρατορία συνελήφθησαν όλοι οι έμποροι της Βενετίας, φυλακίστηκαν και δημεύθηκε η περιουσία τους. Μόνο λίγοι κατόρθωσαν να διαφύγουν.
Η Βενετική Δημοκρατί θεώρησε το κύμα των συλλήψεων ως κήρυξη πολέμου. Ήδη το καλοκαίρι εξοπλίστηκε πολεμικός στόλος 120 πλοίων, ο οποίος υπό τη διοίκηση του δόγη Βιτάλε Β΄ Μικιέλ απέπλευσε τον Σεπτέμβριο του 1171. Ο στόλος περιέπλευσε την Πελοπόννησο και κοντά στην Εύβοια συνάντησε βυζαντινούς διπλωμάτες, οι οποίοι ζήτησαν διαπραγματεύσεις. Ο Βιτάλε Μικιέλ συναίνεσε, έστειλε πρεσβεία στην Κωνσταντινούπολη και πέρασε τον χειμώνα με τον στόλο του στη Χίο. Όταν οι απεσταλμένοι επέστρεψαν από την Κωνσταντινούπολη την άνοιξη του 1172, ήταν σαφές ότι ο Μανουήλ Κομνηνός δεν είχε καμία πρόθεση να αλλάξει τη στάση του. Χρησιμοποίησε τις υποτιθέμενες διαπραγματεύσεις ως πρόσχημα για να κερδίσει χρόνο και να ενισχύσει τη βυζαντινή αμυντική γραμμή. Τους βενετούς διπλωμάτες τους είχε μεταχειριστεί με εξευτελιστικό τρόπο, ενδεχομένως ο Ενρίκο Ντάντολο, που ανήκε στην πρεσβεία, τυφλώθηκε κατά τη διάρκεια αυτής της αποστολής. Επίθεση κατά του Βυζαντίου, ωστόσο, δεν μπορούσε πλέον να πραγματοποιηθεί, καθώς τον χειμώνα του 1171/72 ξέσπασε επιδημία στα υπερπλήρη πλοία και θέρισε χιλιάδες. Οι λίγοι επιζώντες δεν ήταν πλέον ικανοί να διεξαγάγουν πόλεμο. Η εκστρατεία κατέληξε σε καταστροφή. Ταπεινωμένος, ο Βιτάλε Μικιέλ επέστρεψε στη Βενετία, χρησιμοποιήθηκε ως αποδιοπομπαίος τράγος και κατηγορήθηκε. Πριν ακόμη διεξαχθεί η δίκη, δολοφονήθηκε με στιλέτο από έναν Βενετό ονόματι Μάρκο Καζόλο, ο οποίος στη συνέχεια απαγχονίστηκε.
Οι σχέσεις μεταξύ των άλλοτε συμμάχων, του Βυζαντίου και της Βενετίας, επλήγησαν μόνιμα από αυτά τα γεγονότα. Ούτε η ειρήνη που συνήφθη το 1177 μεταξύ των δύο πλευρών μπόρεσε να το αλλάξει αυτό. Το 1182, ως αποτέλεσμα αναταραχών γύρω από τη διαδοχή στον θρόνο, ο Ανδρόνικος Α΄ Κομνηνός, ο οποίος μέχρι τότε ζούσε εξόριστος στις ακτές του Εύξεινου Πόντου, κατέλαβε την εξουσία. Ακόμη πριν από την άφιξή του στην Κωνσταντινούπολη, κατά τη λεγόμενη «σφαγή των Λατίνων», δολοφονήθηκε σχεδόν ολόκληρος ο «λατινικός» πληθυσμός της πόλης (στην οποία εξακολουθούσαν να ζουν Γενοβέζοι και άτομα απτη Πίζα) και οι συνοικίες τους πυρπολήθηκαν.
Τον Αύγουστο του 1189 ο αυτοκράτορας Ισαάκιος Β΄ Άγγελος αρνήθηκε στο γερμανικό στρατό της Γ΄ Σταυροφορίας υπό τον Φρειδερίκο Βαρβαρόσσα τη διέλευση, παρότι προηγουμένως είχε υποσχεθεί την ελεύθερη πορεία και τη μεταφορά μέσω του Ελλήσποντου. Είχε συνάψει μυστική συμφωνία με τον σουλτάνο Σαλαντίν, με σκοπό να καθυστερήσει όσο το δυνατόν περισσότερο την προέλαση των σταυροφόρων. Μόνο μετά την κατάληψη και λεηλασία πολυάριθμων βυζαντινών πόλεων και κάστρων και αφού απειλήθηκε ακόμη και η ίδια η Κωνσταντινούπολη, επέτρεψε ο Ισαάκιος Β΄ Άγγελος τον Μάρτιο του 1190 τη μεταφορά των σταυροφόρων στη Μικρά Ασία.
Το 1195 ο αυτοκράτορας Ισαάκιος Β΄ ανατράπηκε από τον αδελφό του Αλέξιο Γ΄. Με την άνοδό του στον θρόνο συνεχίστηκε η παρακμή της αυτοκρατορικής εξουσίας στο βυζαντινό κράτος. Αρχικά η Τραπεζούντα αποσπάστηκε από την αυτοκρατορία, ενώ στη συνέχεια ο Λέων Σγουρός ίδρυσε μια ηγεμονία στην κεντρική Ελλάδα με κέντρο την Κόρινθο. Ο Αλέξιος παρακολουθούσε τις εξελίξεις ανήμπορος και το Βυζάντιο έχασε τη θέση του ως ευρωπαϊκή δύναμη. Όταν ο αρμένιος ηγεμόνας Λέων Β΄ ανακηρύχθηκε στην Κιλικία βασιλιάς του νέου κράτους της Μικρής Αρμενίας, δεν ζήτησε την αναγνώρισή του από τον κοντινό αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης, αλλά από τον γερμανό αυτοκράτορα Ερρίκο ΣΤ΄ και τον πάπα Κελεστίνο Γ΄. Ακόμη πιο ολέθρια από την απώλεια πολιτικής επιρροής αποδείχθηκε για το Βυζάντιο η απώλεια της θαλασσοκρατορίας του. Αφού το μεγαλύτερο μέρος του αυτοκρατορικού στόλου είχε καταστραφεί το 1186 από τους Νορμανδούς κοντά στην Κύπρο, το Βυζαντινό κράτος διέθετε πλέον μόλις 20 πλοία. Με αυτόν τον στόλο δεν ήταν καν δυνατόν να διατηρηθεί η Θάλασσα του Μαρμαρά απαλλαγμένη από πειρατές. Ως αποτέλεσμα, το θαλάσσιο εμπόριο – η κυριότερη πηγή εσόδων της Κωνσταντινούπολης – μειώθηκε δραστικά.
Από το 1195 ο γερμανός αυτοκράτορας Ερρίκος ΣΤ΄ σχεδίαζε μια σταυροφορία, η οποία πιθανότατα θα οδηγούσε στην επέκταση της κυριαρχίας του σε ολόκληρη την ανατολική Μεσόγειο. Ωστόσο, ο Ερρίκος απεβίωσε το 1197, σε ηλικία 32 ετών, ενώ ακόμη συγκεντρωνόταν στη Μεσσήνη της Ιταλίας ο στόλος της σταυροφορίας του.
Η Σταυροφορία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Προετοιμασίες
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Τον Αύγουστο του 1198 ο πάπας Ιννοκέντιος Γ΄, χωρίς κάποιο ιδιαίτερο έναυσμα (όπως, για παράδειγμα, η ήττα στο Χαττίν, που είχε αποτελέσει την αφορμή για την Γ΄ Σταυροφορία), κάλεσε με την παπική βούλα Post miserabile Ierusolimitane σε νέα σταυροφορία για την ανακατάληψη του Λεβάντε. Μετά τις περιορισμένες μόνο επιτυχίες της Γ΄ Σταυροφορίας και της σταυροφορίας του Ερρίκου ΣΤ΄, το μεγαλύτερο μέρος της Παλαιστίνης και ιδίως η Ιερουσαλήμ παρέμεναν ακόμη στην κατοχή των μουσουλμάνων Αγιουβίδων. Ο πάπας επικέντρωσε αρχικά το κάλεσμά του στη βόρεια Γαλλία και σκόπευε να προσελκύσει κυρίως μικρότερους ηγεμόνες (βλ. Α΄ Σταυροφορία). Ανάμεσα στους πρώτους που – έπειτα από κήρυγμα του Φουλκ ντε Νεγί – έλαβαν τον σταυρό συγκαταλέγονταν ο Θεοβάλδος Γ΄ της Καμπανίας, ο οποίος έως τον θάνατό του θεωρούνταν ανεπίσημος αρχηγός της σταυροφορίας, ο Λουδοβίκος του Μπλουά, ο Βαλδουίνος της Φλάνδρας και του Αινώ, καθώς και ο Ούγος Δ΄ του Σαιν-Πολ.

Λαμβάνοντας υπόψη τις εντάσεις με το Βυζάντιο που είχαν προκύψει κατά την Γ΄ Σταυροφορία, φαίνεται ότι από την αρχή υπήρξε συμφωνία να ακολουθηθεί ο θαλάσσιος δρόμος προς τους Αγίους Τόπους. Γι’ αυτόν τον λόγο απεστάλησαν πρέσβεις – ανάμεσά τους και ο Γοδεφρείδος Βιλλεαρδουίνος, χρονικογράφος της Τέταρτης Σταυροφορίας – για διαπραγματεύσεις στις μεγάλες ιταλικές λιμενικές πόλεις. Ύστερα από κάποιο διάστημα επιτεύχθηκε συμφωνία με τη Βενετία, η οποία δήλωσε πρόθυμη να οργανώσει τη μεταφορά περίπου 33.000 ανδρών και να εξοπλίσει επιπλέον δικό της στόλο με 50 γαλέρες. Ως αντάλλαγμα, ο γηραιός δόγης Ενρίκο Ντάντολο διαπραγματεύθηκε την καταβολή 85.000 μάρκων αργύρου καθώς και το ήμισυ των εδαφών που επρόκειτο να κατακτηθούν. Στις 29 Ιουνίου 1202 ο στόλος σκόπευε να αποπλεύσει. Επίσημος στόχος της σταυροφορίας παρέμενε, όπως πάντοτε, η Ιερουσαλήμ, όμως σε ένα μυστικό πρόσθετο πρωτόκολλο οι σταυροφόροι συμφώνησαν στην κατάληψη της Αιγύπτου. Με τον τρόπο αυτόν επρόκειτο να κατακτηθεί πρώτα ο πυρήνας της επικράτειας των Αγιουβίδων, πριν από την τελική επίθεση κατά του κύριου στόχου. Οι σταυροφόροι πίστευαν ότι η Παλαιστίνη δεν θα μπορούσε να διατηρηθεί χωρίς την Αίγυπτο. Μετά τον θάνατο του Θεοβάλδου της Καμπανίας τον Μάιο του 1201, εξελέγη αρχηγός ο μόλις αφιχθείς Βονιφάτιος ο Μομφερρατικός. Στις αρχές Οκτωβρίου του 1202 η σταυροφορία μπόρεσε να ξεκινήσει.
Η κατάκτηση της Ζάρα
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Για τη Βενετία ολόκληρη η επιχείρηση αποτελούσε ένα ιδιαίτερα ριψοκίνδυνο εγχείρημα. Η πόλη διέθεσε πάνω από 200 πλοία, που είχαν κτηθεί πρόσφατα και είχαν αφαιρεθεί από το δικό της εμπορικό ναυτικό. Κανένα από αυτά δεν μπορούσε να πληρωθεί εκ των προτέρων από τους σταυροφόρους. Σε περίπτωση αποτυχίας της εκστρατείας, η Βενετία θα χρεοκοπούσε. Επιπλέον, το εγχείρημα ήταν αμφιλεγόμενο εντός της πόλης, καθώς η Βενετία διατηρούσε καλές εμπορικές σχέσεις με τους Σαρακηνούς. Όταν τελικά εμφανίστηκε μόνο το ένα τρίτο από τους αναμενόμενους 34.000 σταυροφόρους την ημερομηνία αναχώρησης, οι Βενετοί προέβλεψαν την αποτυχία της εκστρατείας. Απαιτούσαν ακόμη την πλήρη συμπεφωνημένη αμοιβή, την οποία οι σταυροφόροι εκείνη τη στιγμή δεν μπορούσαν να καταβάλουν. Συμφωνήθηκε λοιπόν να καταληφθεί η πόλη της Δαλματίας Ζάρα, (το σημερινό Ζάνταρ) για την οποία η Βενετία ήταν πρόθυμη να δεχθεί αναβολή της οφειλής. Μετά από δύο εβδομάδες πολιορκίας, η πόλη καταλήφθηκε στα τέλη του Νοεμβρίου του 1202. Τα λάφυρα της κατάκτησης συμψηφίστηκαν με τα χρέη των σταυροφόρων. Λόγω της προχωρημένης εποχής, ο στόλος πέρασε τον χειμώνα στη Ζάρα.
Στροφή κατά του Βυζαντίου
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Ο πρίγκιπας Αλέξιος Δ΄ Άγγελος, γιος του ανατραπέντος Ισαάκιου Β΄ και ανιψιός του Αλέξιου Γ΄, έφτασε στη Ζάρα στις 20 ή 25 Απριλίου. Εκείνη την περίοδο είχε ήδη ληφθεί η απόφαση να κατευθυνθεί η σταυροφορία προς την Κωνσταντινούπολη. Η ιδέα να εισβάλλουν η Σταυροφόροι στη Κωνσταντινούπολη «ήταν παλαιότερη και προερχόταν από τους ίδιους τους σταυροφόρους. Είχε τις ρίζες της στις συνομιλίες της Βερόνα και υπό την πίεση του Φίλιππου της Σουηβίας […] και οι βαρόνοι είχαν σπεύσει να ενημερώσουν τον πάπα ότι μια τέτοια επιχείρηση θα διευκόλυνε την ανακατάληψη των Αγίων Τόπων». Οι σταυροφόροι φαίνεται ότι πληροφορήθηκαν τα παραπάνω μόνο όταν η πληροφορία έφτασε στο χειμερινό στρατόπεδο στη Ζάρα τον Ιανουάριο του 1203. Ο πρίγκιπας Αλέξιος είχε μάταια ζητήσει βοήθεια από τον πάπα Ιννοκέντιο Γ΄, αλλά πέτυχε την υποστήριξη του γαμπρού του, του βασιλιά Φίλιππου της Σουηβίας, και του Βονιφάτιου του Μομφερρατικού, αρχηγού των Σταυροφόρων. Ο Βονιφάτιος έφτασε στους σταυροφόρους ασυνήθιστα αργά, αφού είχε ήδη υποσχεθεί στον Αλέξιο Δ΄ ότι με τη βοήθεια των σταυροφόρων θα επανέφερε τον πατέρα του στον θρόνο. Όπως και κατά την κατάκτηση της Ζάρα, οι γνώμες για την αποδοχή της προσφοράς ήταν διχασμένες. Πολλοί αρνήθηκαν και εγκατέλειψαν τον στρατό, αλλά οι κύριοι ηγέτες, μεταξύ των οποίων ο Βονιφάτιος ο Μομφερρατικός, ο Λουδοβίκος του Μπλουά, ο Βαλδουίνος της Φλάνδρας και του Αινώ και ο Ούγος Δ΄ του Σαιν-Πολ, συμφώνησαν.
Ο πάπας Ιννοκέντιος Γ΄ είχε απαγορεύσει ρητά στους σταυροφόρους τον πόλεμο κατά χριστιανών, ειδικά κατά της Ζάρα, που τότε ανήκε στον ούγγρο βασιλιά, ο οποίος είχε ο ίδιος υποσχεθεί να υποστηριξεί τη σταυροφορία. Ο πάπας τιμώρησε τους Βενετούς, τους οποίους θεωρούσε υπεύθυνους για την εκτροπή με αφορισμό, αλλά η επιστολή δεν έφτασε στους σταυροφόρους καθώς παρελήφθη από τους ηγέτες της σταυροφορίας. Τα πρώτα πλοία απέπλευσαν από τη Ζάρα ήδη στις 7 Απριλίου προς την Κωνσταντινούπολη. Ο Βονιφάτιος ο Μομφερρατικός είχε υποσχεθεί στους σταυροφόρους πλούσια ανταμοιβή για την επαναφορά του Ισαάκιου Β΄ στον θρόνο: 200.000 αργυρές μάρκες, τον εφοδιασμό του στρατού για ένα χρόνο και 10.000 στρατιώτες για βοήθεια στην ανακατάληψη της Ιερουσαλήμ. «[…] και ο μωρός νεαρός (εννοείται ο Αλέξιος) σήκωσε το κεφάλι σε συμφωνία», σχολίασε ο Νικήτας Χωνιάτης.[χρειάζεται καλύτερη πηγή] Συνέχισαν για το Δυρράχιο, όπου ο πρίγκιπας Αλέξιος έγινε δεκτός ως εκπρόσωπος του νόμιμου αυτοκράτορα. Στην Κέρκυρα υπήρξε αντίσταση του πληθυσμού μόλις πληροφορήθηκε τις προθέσεις των σταυροφόρων. Στις 24 Μαΐου 1203 εγκατέλειψαν το νησί και μέσω της Εύβοιας έφτασαν στον Ελλήσποντο, όπου καταλήφθηκε η Άβυδος. Στη συνέχεια απέπλευσαν για την Κωνσταντινούπολη, την οποία έφτασαν στις 24 Ιουνίου 1203. Ξεκίνησε μια περίοδος διαπραγματεύσεων, αλλά σύντομα έγινε σαφές ότι ο Αλέξιος Γ΄ δεν θα παραιτούνταν εύκολα και τα δικαιώματα του Αλέξιου Δ΄ στον θρόνο έπρεπε να επιβληθούν στρατιωτικά.
Πρώτη άλωση της Κωνσταντινούπολης
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Οι πρώτες μικρότερες συγκρούσεις στην ξηρά και στη θάλασσα δεν είχαν κάποιο αποτέλεσμα. Οι αμυνόμενοι Βυζαντινοί έκλεισαν την είσοδο στον Κεράτιο Κόλπο με αλυσίδα. Ωστόσο, οι Βενετοί και οι υπόλοιποι σταυροφόροι κατόρθωσαν να διασπάσουν το φράγμα και στρατοπέδευσαν πλέον ακριβώς μπροστά από την πόλη. Σε μια πρώτη επίθεση στις 17 Ιουλίου 1203, οι Βενετοί επικεντρώθηκαν στο αδύναμο σημείο των οχυρώσεων της Κωνσταντινούπολης, δηλαδή στο σχετικά ελαφρά οχυρωμένο θαλάσσιο τείχος προς τον Κεράτιο Κόλπο. Κατάφεραν, από πύργους που είχαν ανεγείρει πάνω στα πλοία τους, να κυριεύσουν ένα τμήμα του τείχους. Αντίθετα, το γαλλικό στράτευμα, το λεγόμενο φραγκικό στράτευμα, που επιτέθηκε στα δυτικά στα Θεοδοσιανά τείχη, αναγκάστηκε να υποχωρήσει και καταδιώχθηκε από τα στρατεύματα του Αλέξιου Γ΄. Αναμένοντας γενική σύγκρουση, οι Βενετοί αποσύρθηκαν από το καταληφθέν τμήμα του τείχους, αφού προηγουμένως είχαν βάλει φωτιά στις παρακείμενες συνοικίες της πόλης. Ωστόσο, δεν ακολούθησε ανοιχτή μάχη, καθώς ο βυζαντινός αυτοκράτορας υποχώρησε.
Παρότι η κατάσταση σε καμία περίπτωση δεν φαινόταν απελπιστική, ο Αλέξιος Γ΄ διέφυγε στη Θράκη. Με την πράξη αυτή κατέρρευσε η αντίσταση των πολιορκημένων. Ο τυφλός Ισαάκιος Β΄, ο οποίος από την καθαίρεσή του βρισκόταν φυλακισμένος, επανήλθε στον θρόνο με πρωτοβουλία των Βυζαντινών. Επρόκειτο για επιδέξιο ελιγμό, καθώς πλέον δεν υπήρχε λόγος για περαιτέρω συγκρούσεις. Στα τέλη Ιουλίου οι αρχηγοί των σταυροφόρων έγιναν δεκτοί στην πόλη και ο Ισαάκιος Β΄ αναγνώρισε τις υποσχέσεις που είχε δώσει στους σταυροφόρους μέσω του γιου του Αλέξιου, ο οποίος μάλιστα ανακηρύχθηκε συναυτοκράτορας την 1η Αυγούστου. Μέχρι την εκπλήρωση αυτών των δεσμεύσεων, οι Φράγκοι και οι Βενετοί στρατοπέδευαν έξω από την πόλη και σχεδίαζαν την εκστρατεία προς τον πραγματικό στόχο της επιχείρησης: την Αίγυπτο.
Νέο πραξικόπημα
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]Οι σταυροφόροι ανέμεναν πλέον την εκπλήρωση των υποσχέσεων που τους είχαν δοθεί. Ο Ισαάκιος Β΄, ωστόσο, αποδείχθηκε ανίκανος να εξοφλήσει τα χρέη του ή ακόμη και να συγκροτήσει το στράτευμα που είχε υποσχεθεί για την κατάκτηση της Παλαιστίνης. Έτσι, οι Λατίνοι παρέμειναν στην Κωνσταντινούπολη και, με κάθε μέρα που περνούσε, η αναταραχή αυξανόταν. Σημειώθηκαν επανειλημμένες επιθέσεις και αντεπιθέσεις Βυζαντινών εναντίον λατίνων εμπόρων, οι οποίοι στη συνέχεια εγκατέλειψαν τις συνοικίες τους και κατέφυγαν στο στρατόπεδο των σταυροφόρων. Έγιναν προσπάθειες να πληγεί ο βενετικός στόλος με πυρπολικά πλοία, οι οποίες όμως απέτυχαν. Από την πλευρά τους, οι Φράγκοι λεηλατούσαν την πόλη και τα περίχωρα. Ο σταυροφορικός στρατός αντιμετώπιζε ολοένα σοβαρότερα προβλήματα ανεφοδιασμού, και οι επιτάξεις όξυναν την εχθρότητα του ντόπιου πληθυσμού τόσο απέναντι στους Λατίνους όσο και απέναντι στον, κατά τα φαινόμενα, σύμμαχό τους αυτοκράτορα Ισαάκιο Β΄. Η αντιδημοτικότητα του ανίκανου ζεύγους εξουσίας, Ισαάκιου Β΄ και Αλέξιου Δ΄, αυξανόταν συνεχώς. Στις 28 Ιανουαρίου 1204 μια συνέλευση της γερουσίας και του κλήρου εξέλεξε ως αυτοκράτορα τον Νικόλαο Καναβό, όμως ήδη τον Φεβρουάριο ο αρχηγός της βυζαντινής παράταξης, Αλέξιος Ε΄ Μούρτζουφλος, ανακήρυξε τον εαυτό του νέο αυτοκράτορα. Οι προκάτοχοί του, Αλέξιος Δ΄ και Νικόλαος, δολοφονήθηκαν, ενώ και ο Ισαάκιος Β΄ πέθανε λίγο αργότερα υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες, πιθανότατα επίσης από το χέρι του Αλέξιου Ε΄. Ο τελευταίος, επιπλέον, αρνήθηκε κάθε πληρωμή προς τους σταυροφόρους και τους διέταξε να εγκαταλείψουν αμέσως την πόλη και την αυτοκρατορία, επί των οποίων μάλιστα προέβαλλε αξίωση εξουσίας.
Άλωση και λεηλασία της Κωνσταντινούπολης
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Χωρίς επαρκή εφόδια και εξοπλισμό, οι σταυροφόροι δεν μπορούσαν να συνεχίσουν τη πορεία τους στην Αίγυπτο. Δεν ήταν επίσης διατεθειμένοι να επιστρέψουν στην πατρίδα τους χωρίς λάφυρα. Πλέον διέθεταν ακόμη και κίνητρο και στόχο για να επιτεθούν στη χριστιανική πόλη: να αντικαταστήσουν την αθετήσασα τις υποσχέσεις της ελληνική εξουσία με μια λατινική κυριαρχία. Η έφοδος κατά της Κωνσταντινούπολης προετοιμάστηκε με προσοχή. Επιστολή του πάπα, η οποία απαγόρευε εκ νέου μια τέτοια επίθεση, παρεμποδίστηκε και δεν κοινοποιήθηκε.
Τον Μάρτιο του 1204 οι συμμετέχουσες δυνάμεις υπέγραψαν συμφωνία (τη λεγόμενη Partitio Terrarum Imperii Romaniae) σχετικά με τη διανομή της λείας και των βυζαντινών εδαφών σε περίπτωση νίκης. Σύμφωνα με αυτήν, οι Βενετοί θα λάμβαναν τα τρία όγδοα, οι σταυροφόροι επίσης τα τρία όγδοα και ο νέος, υπό διορισμό, ηγεμόνας του Βυζαντίου το ένα τέταρτο της λείας, έως ότου εξοφληθούν τα χρέη των Φράγκων. Κάθε περαιτέρω λάφυρο θα μοιραζόταν ισομερώς. Συμφωνήθηκε επίσης ότι ο μελλοντικός λατινικός αυτοκράτορας θα εκλεγόταν από έξι βενετούς και έξι φράγκους εκλέκτορες. Επιπλέον, ορίστηκε ότι η παράταξη που δεν θα παρείχε τον αυτοκράτορα θα είχε ως αντιστάθμισμα το δικαίωμα να διορίσει έναν από τους δικούς της στη θέση του πατριάρχη.
Η πρώτη σοβαρή επίθεση κατά των τειχών της Κωνσταντινούπολης πραγματοποιήθηκε στις 9 Απριλίου 1204. Τα θαλάσσια τείχη στον Κεράτιο Κόλπο, τα οποία είχε ενισχύσει ο Αλέξιος Ε΄, άντεξαν αυτή τη φορά στις επιθέσεις των Βενετών. Ακόμη και ύστερα από πολλές ώρες δεν επιτεύχθηκε αποτέλεσμα, και έτσι προς το βράδυ οι άνδρες και ο εξοπλισμός αποσύρθηκαν από τα τείχη και μεταφέρθηκαν στην άλλη πλευρά του Κεράτιου Κόλπου. Στις 12 Απριλίου ακολούθησε νέα επίθεση. Αυτή τη φορά κατέστη δυνατή η κατάληψη ορισμένων πύργων του θαλάσσιου τείχους. Οι επιτιθέμενοι, ύστερα από σκληρές μάχες, άνοιξαν από το εσωτερικό μία από τις πύλες της πόλης και κατόρθωσαν να εδραιωθούν στη λιμενική συνοικία ακριβώς πίσω από το τείχος. Και πάλι έβαλαν φωτιά σε ορισμένα σπίτια, προκαλώντας μεγάλη πυρκαγιά.

Ωστόσο, η έκβαση της μάχης δεν είχε ακόμη κριθεί, καθώς οι Βυζαντινοί εξακολουθούσαν να ελέγχουν το μεγαλύτερο μέρος της πόλης. Τη νύχτα προς τις 13 Απριλίου, όμως, ο Αλέξιος Ε΄ τράπηκε εσπευσμένα σε φυγή, με αποτέλεσμα να καταρρεύσει η οργανωμένη αντίσταση στην πόλη. Ο φυγάς αυτοκράτορας συνελήφθη, τυφλώθηκε και στη συνέχεια θανατώθηκε. Οι σταυροφόροι είχαν πλέον τον έλεγχο της Κωνσταντινούπολης. Ακολούθησε τριήμερη λεηλασία, κατά τη διάρκεια της οποίας πολλοί κάτοικοι κακοποιήθηκαν, βιάστηκαν ή σκοτώθηκαν. Καλλιτεχνικοί θησαυροί αιώνων αρπάχθηκαν, πολύτιμες εικόνες και ψηφιδωτά καταστράφηκαν, ενώ δεκάδες λείψανα κάθε είδους αφαιρέθηκαν και στη συνέχεια διασκορπίστηκαν σε ολόκληρη την Ευρώπη. Ο ιππότης και αυτόπτης μάρτυρας Ροβέρτος του Κλαρί περιγράφει την έφοδο στο παλαιό αυτοκρατορικό παλάτι στο λιμάνι του Παλάτι του Βουκολέοντα και το παρεκκλήσι των λειψάνων των βυζαντινών αυτοκρατόρων ως εξής:
«Ακόμη και οι μεντεσέδες και τα μάνταλα των θυρών ήταν από ασήμι, και δεν υπήρχε εκεί κίονας που να μην είναι από ίασπι ή πορφυρίτη ή από πολύτιμους λίθους. Σε αυτό το παρεκκλήσι βρέθηκαν εξαιρετικά πλούσια λείψανα, διότι βρέθηκαν δύο τεμάχια από τον αληθινό σταυρό του Χριστού, τόσο μεγάλα όσο το πόδι ενός άνδρα και περίπου όσο μισή οργυιά σε μήκος, […] καθώς και το σίδερο της λόγχης με την οποία ο Κύριός μας τρυπήθηκε στο πλευρό, δύο καρφιά που είχαν καρφωθεί στο μέσο των χεριών του και στο μέσο των ποδιών του, ο χιτώνας που φορούσε και που του αφαιρέθηκε όταν τον οδήγησαν στον Γολγοθά και […] το ευλογημένο στέμμα με το οποίο είχε στεφθεί.»
— Jesus-Tafel Hesemann, Hesemann, 1999, S. 238, παράθεση του Ροβέρτου του Κλαρί: The Conquest of Constantinople. Νέα Υόρκη, σ. 103 (βλ. Ακάνθινος στέφανος και Τίμιος Σταυρός)
Σε αντίθεση με τους Φράγκους, που συνέλεγαν αδιακρίτως χρυσά κοσμήματα και τα έλιωναν, οι Βενετοί έστειλαν στην πόλη ομάδες ειδικών στην τέχνη, οι οποίοι εντόπισαν και εξασφάλισαν τα πολυτιμότερα αντικείμενα. Πολλά από αυτά κοσμούν μέχρι σήμερα το Παλάτι των Δόγηδων στη Βενετία. Η συνολική αξία της λείας εκτιμάται σε περίπου 900.000 αργυρές μάρκες.
Ο Βιλεαρδουίνος παρατηρεί ότι «από την εποχή της δημιουργίας του κόσμου, ποτέ, σε καμία πόλη, δεν κατακτήθηκαν τόσα λάφυρα».[1] Μετά από αυτή την Σταυροφορία, όλη η δυτική Ευρώπη κοσμήθηκε με τους θησαυρούς της Κωνσταντινούπολης, ενώ οι περισσότερες από τις εκκλησίες της Δυτικής Ευρώπης απέκτησαν μέρος από τα «ιερά λείψανα» της πόλης. Το μεγαλύτερο μέρος των λειψάνων, που βρίσκονταν σε μοναστήρια της Γαλλίας, καταστράφηκαν κατά τη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης (1789). Τα τέσσερα ορειχάλκινα άλογα που αποτελούσαν ένα από τα καλύτερα στολίδια του Ιπποδρόμου της Κωνσταντινούπολης, μεταφέρθηκαν από τον Δάνδολο στην Βενετία, όπου και διακοσμούν σήμερα την εξώθυρα του καθεδρικού ναού του Αγίου Μάρκου.
Συνέπειες της Δ΄ Σταυροφορίας
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Σύμφωνα με τη συμφωνία, τα κατακτηθέντα εδάφη μοιράστηκαν μεταξύ των νικητών. Ένα υπολειμματικό τμήμα της πρώην Βυζαντινής Αυτοκρατορίας μετατράπηκε στη Λατινική Αυτοκρατορία. Ο πρώτος της αυτοκράτορας, ο Βαλδουίνος της Φλάνδρας και του Αινώ, είχε πλέον μόνο μία κατεστραμμένη πόλη ως πρωτεύουσα, την κάποτε λαμπρότερη μητρόπολη της χριστιανοσύνης. Το λατινικό Βασίλειο της Θεσσαλονίκης στα ανατολικά της Βόρειας και Κεντρικής Ελλάδας, καθώς και διάφορες ηγεμονίες και δουκάτα στην Πελοπόννησο και στα νησιά του Αιγαίου, υπάγονταν τυπικά στον λατινικό αυτοκράτορα στην Κωνσταντινούπολη. Η Κρήτη και ένα μικρό τμήμα της δυτικής Πελοποννήσου, σημαντικό για μια ναυτική δύναμη (Μεθώνη και Κορώνη), δόθηκαν ως αποικία στη Βενετία. Επιπλέον, η Βενετία απέκτησε στη δυτική Ελλάδα την «Κέρκυρα και τα Ιόνια νησιά, διάφορες βάσεις διασκορπισμένες στο Αιγαίο, τον έλεγχο της Καλλίπολης και του Ελλήσποντου και, το κυριότερο, τα τρία όγδοα της Κωνσταντινούπολης, συμπεριλαμβανομένων των λιμανιών και των αποθηκών, που ήταν οι ακρογωνιαίοι λίθοι του εμπορικού πλούτου».[2]
Ορισμένα άλλα εδάφη καταλήφθηκαν από κράτη που διαδέχτηκαν τη Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, όπως το Δεσποτάτο της Ηπείρου στα βορειοδυτικά της Ελλάδας, η Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας υπό τον Αλέξιο Α΄ Κομνηνό και η Αυτοκρατορία της Νίκαιας με τον Θεόδωρο Α΄ Λάσκαρη. Η Λατινική Αυτοκρατορία υπήρξε από την ίδρυσή της στρατιωτικά αδύναμη: μόλις ένα χρόνο μετά την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης, ο αυτοκράτορας Βαλδουίνος Α΄ υπέστη ήττα από τους Βούλγαρους υπό τον τσάρο Καλογιάν στη μάχη της Αδριανούπολης. Ο Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγος, κατάφερε το 1261 να ανακαταλάβει την Κωνσταντινούπολη αστραπιαία. Παρ’ όλα αυτά, η Βυζαντινή Αυτοκρατορία δεν μπόρεσε να ανακτήσει το κύρος που είχε πριν από την Δ΄ Σταυροφορία. Το «οχυρό» του Βυζαντίου, που για πάνω από 500 χρόνια προστάτευε την Ευρώπη από την επέκταση των μουσουλμάνων, είχε πλέον χάσει σημαντικά από την αντοχή του. Ακολούθησε μια οθωμανική πορεία κατακτήσεων, η οποία σταμάτησε μόνο μετά τη μάχη του Έβρου, τη μάχη του Κοσσυφοπεδίου, τη μάχη της Νικόπολης και τη μάχη του Μόχατς κατά την πρώτη πολιορκία της Βιέννης. Για τους Οθωμανούς, η κατάληψη της Κωνσταντινούπολης τον 15ο αιώνα ήταν απλώς θέμα χρόνου. Η πόλη έπεσε το 1453.
Οι θηριωδίες κατά τη λεηλασία της Κωνσταντινούπολης διατάραξαν σε μεγάλο βαθμό τις σχέσεις των ορθοδόξων Χριστιανών με τη Δυτική Ευρώπη, κατάσταση που διατηρήθηκε σε κάποιο βαθμό έως και σήμερα. Παρά την εκ των υστέρων έντονη καταδίκη των γεγονότων από τον πάπα, το χάσμα μεταξύ καθολικής και ορθόδοξης εκκλησίας, που υπήρχε από τον 11ο αιώνα, έγινε αξεπέραστο, καθώς οι θεολογικές προσπάθειες συμφιλίωσης μετά από τέτοιες εμπειρίες δεν ήταν πλέον αποδεκτές από τους ορθόδοξους. Το ίδιο ισχύει και για τη Ρωσία, η οποία μετά την Δ΄ Σταυροφορία και τη μογγολική εισβολή στην Ευρώπη τον 13ο αιώνα απομακρύνθηκε από τη Δύση.
Όταν έγινε γνωστό στους Αγίους Τόπους ότι η Δ΄ Σταυροφορία δεν θα έφτανε τους μουσουλμανικούς εχθρούς στην Αίγυπτο και την Παλαιστίνη, ο βασιλιάς Αμωρί Β΄ της Ιερουσαλήμ επέκτεινε για έξι ακόμα χρόνια τη συνθήκη εκεχειρίας του 1198 με τον σουλτάνο των Αγιουβίδων, Αλ-Άντιλ Α΄, που έληγε το 1204.
Πηγές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- Το Χρονικόν του Μόρεως, ολόκληρο το κείμενο
- Die Eroberung von Konstantinopel durch die Kreuzfahrer im Jahre 1204 von Gottfried von Villehardouin, Marschall der Champagne nach der Ausgabe von P. Paris übersetzt und herausgegeben von Franz Getz. Λειψία 1915.
- Νικήτας Χωνιάτης: Die Kreuzfahrer erobern Konstantinopel. Mit einem Anhang übersetzt, eingeleitet und erklärt von Franz Grabler. Γκρατς/Βιένη/Κολωνία 1958; Γκρατς 1971; Βερολίνο/Νέα Υόρκη 1975.
- Gerhard E. Sollbach (Hrsg.): Chroniken des Vierten Kreuzzugs (1202–1204). Die Augenzeugenberichte von Geoffroy de Villehardouin und Robert de Clari. Pfaffenweiler 1998, ISBN 3-8255-0159-0.
- Konstantinopel 1204. Die Hystoria Constantinopolitana des Gunther von Pairis und andere Berichte vom Vierten Kreuzzug. Lateinisch / Deutsch. Übersetzt und kommentiert von Gernot Krapinger. Hiersemann, Στουτγάρτη 2020, ISBN 978-3-7772-2022-2.
Βιβλιογραφία
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- Michael Angold: The Fourth Crusade. Event and Context. Harlow u. a. 2003, ISBN 0-582-35610-5.
- Ernle Bradford: The great betrayal. Constantinople, 1204. White Lion Publishers, London 1975, ISBN 978-0-85617-078-2.
- Τζωρτζ Δημακόπουλος: Colonizing Christianity. Greek and Latin Religious Identity in the Era of the Fourth Crusade. Fordham University Press, New York 2019.
- Nikolas Jaspert: Die Kreuzzüge. WBG, Darmstadt 2004, ISBN 3-534-15129-1.
- Ralph-Johannes Lilie: Byzanz und die Kreuzzüge. Kohlhammer, Stuttgart 2004, ISBN 3-17-017033-3.
- Peter Lock: The Franks in the Aegean, 1204–1500. Longman, London/New York 1995, ISBN 0-582-05140-1.
- Werner Maleczek: Petrus Capuanus. Kardinal, Legat am Vierten Kreuzzug, Theologe. Wien 1988.
- Georg Ostrogorsky: Byzantinische Geschichte 324 bis 1453. C. H. Beck, München 2006, ISBN 3-406-39759-X.
- Jonathan Phillips: The Fourth Crusade and the sack of Constantinople. Viking, New York 2004, ISBN 978-0-670-03350-8.
- Donald E. Queller, Thomas F. Madden: The Fourth Crusade. The Conquest of Constantinople. University of Pennsylvania Press, Philadelphia 1997, ISBN 0-8122-1713-6.
- Kenneth M. Setton (Hrsg.): A History of the Crusades. Band 2, University of Wisconsin Press, Madison 2006, ISBN 0-299-04844-6 (Online).
- Ludwig Streit: Venedig und die Wendung des vierten Kreuzzuges gegen Konstantinopel. Anklam 1887, Reprint o.O o. J. (2010).
Παραπομπές
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]- ↑ La Conquete de constantinople. Έκδοση de Wailly, παρ. 250, σελ. 147. (γαλλικά)
- ↑ Roger Crowley: Venedig erobert die Welt. Die Dogen-Republik zwischen Macht und Intrige. Konrad Theiss, Stuttgart 2011, ISBN 978-3-8062-2519-8, S. 114.
Εξωτερικοί σύνδεσμοι
[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Πολυμέσα σχετικά με το θέμα Fourth Crusade στο Wikimedia Commons
