Ποντιακή διάλεκτος

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Ποντιακά
Ρωμαίικα
Ταξινόμηση Ινδοευρωπαϊκές Γλώσσες
Κατάσταση
Επίσημη γλώσσα σε καμία χώρα
Κώδικες γλώσσας
ISO 639-2 ine
ISO 639-3 pnt
SIL PNT

H ποντιακή διάλεκτος ή ποντιακή γλώσσα[2][3] είναι η γλώσσα των Ποντίων που κατοικούσαν στις νότιες-νοτιοανατολικές ακτές και στα ρωσικά και γεωργιανικά παράλια της Μαύρης Θάλασσας. Σήμερα ομιλούνται από τους απογόνους των προσφύγων που κατέφυγαν στην Ελλάδα είτε μετά τη Συνθήκη της Λωζάνης, είτε μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ. Στη σημερινή Τουρκία εντοπίζονται ακόμη μερικές εστίες όπου ομιλείται η ποντιακή.

Ταξινόμηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Θεωρείται ότι προέρχεται από την τοπική όψιμη ελληνιστική Κοινή σε χώρο με ιωνικό υπόστρωμα. Το λεξιλόγιό της έχει επηρεαστεί από την τουρκική και από γλώσσες του Καυκάσου, των οποίων η επίδραση δεν έχει διακριβωθεί μέχρι τώρα.

Επίσης δέχτηκε επιδράσεις από το λεξιλόγιο των Γενουατών και των Βενετσιάνων της Τραπεζούντας. Ωστόσο οι ξένες λέξεις εξελληνίστηκαν και εντάχθηκαν στο κλιτικό σύστημα της ελληνικής γλώσσας.[4]

Με βάση την ταξινόμηση του Μ. Τριανταφυλλίδη, ο οποίος στηρίχθηκε κυρίως στην εγγύτητα προς τη Νεοελληνική Κοινή, μπορούμε να διακρίνουμε τρεις ομάδες ιδιωμάτων εντός τής διαλέκτου: α) οινουντιακά ιδιώματα (με αυξημένη νεοελληνική επίδραση μέσω της Κωνσταντινουπόλεως), β) τραπεζουντιακά ιδιώματα (μικρότερη νεοελληνική επίδραση), γ) χαλδιώτικα ιδιώματα (με αυξημένη τουρκική επίδραση).

Όσον αφορά στον θεμελιώδη διαχωρισμό των ελληνικών διαλέκτων με κριτήριο τον φωνηεντισμό (τη διατήρηση ή στένωση των ατόνων φωνηέντων), η διάλεκτος δεν μπορεί να ενταχθεί καθ' ολοκληρίαν σε μία από τις τρεις βασικές ομάδες ιδιωμάτων (βόρεια, ημιβόρεια, νότια), διότι τα τραπεζουντιακά και χαλδιώτικα έχουν ημιβόρειο φωνηεντισμό (χάνουν τα άτονα [i], [u], αλλά δεν παρουσιάζουν στένωση των ατόνων [e], [o]: π.χ. κόρ', πεγάδ', γίν'νταν), ενώ τα οινουντιακά διατηρούν αλώβητο (νότιο) φωνηεντισμό (π.χ. κόρη, πεγάδιν, γίνουνταν).

Χαρακτηριστικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η σχετική γεωγραφική και γλωσσική απομόνωση του Πόντου, οδήγησε στη διατήρηση αρκετών αρχαϊκών στοιχείων, όπως:

  • Η διατήρηση της αρχαίας προφοράς του η ως ε. Π.χ. πεγάδιν = πηγάδι, κεπία = κήποι, νύφε = νύφη, εμέτερον = ημέτερον.
  • Η διατήρηση της αρχαίας προφοράς του ω ως ο, όπου η Κοινή ελληνική έχει ου. Π.χ. ζωμίν = ζουμί, καρβώνι = κάρβουνο, ρωθώνι = ρουθούνι.
  • Η χρήση ψιλών συμφώνων (κ,π,τ) αντί δασέων (χ,φ,θ), ένδειξη της Ιωνικής προέλευσης της διαλέκτου. Π.χ. ασπαλίζω=ασφαλίζω, σπίγγω=σφίγγω.
  • Η χρήση του Ιωνικής προέλευσης 'κι<οὐκὶ=οὐχί, αντί για το νεοελληνικό δεν<οὐδέν.
  • Η διατήρηση πολλών αρχαϊκών στοιχείων στο τυπικό της γλώσσας, με χαρακτηριστικότερα:
    • Τη διατήρηση της κατάληξης της ονομαστικής των ουδετέρων ονομάτων σε -ιον. Π.χ. παιδίον = παιδί, χωρίον = χωριό.
    • Τη διατήρηση της κατάληξης των θηλυκών επιθέτων σε -ος. Π.χ. η άλαλος, η άνοστος, η έμορφος.
    • Τη μετάπτωση της κατάληξης της γενικής πτώσης του ενικού αριθμού των αρσενικών ονομάτων από -ον σε -ος. Π.χ. ο νέον > τη νέονος, ο πάππον > τη πάππονος, ο λύκον > τη λύκονος, ο Τούρκον > τη Τούρκονος.
    • Την κατάληξη της προστακτικής των ρημάτων σε -ον. Π.χ. γράψον = γράψε, άψον (του ρ. άφτω<ἀνάπτω) = άναψε, ποίσον (<ποίησον) = φτιάξε.
    • Τον σχηματισμό της μέσης φωνής των ρημάτων σε -ούμαι. Π.χ. ανακατούμαι, σκοτούμαι, στεφανούμαι.
    • Τον σχηματισμό του αορίστου της παθητικής φωνής σε -θα. Π.χ. εγαπέθα = αγαπήθηκα, εκοιμέθες = κοιμήθηκες, εστάθεν = στάθηκε, σταμάτησε.
    • Τον σχηματισμό της προστακτικής του αορίστου σε -θετε. Π.χ. εγαπέθετε, εκοιμέθετε, εστάθετε.
    • Τη σποραδική χρήση του απαρεμφάτου. Π.χ. εποθανείναι, μαθείναι, κόψ'ναι, ράψ'ναι, χαρίσ'ναι, αγαπέθην, κοιμεθήν).
    • Τον αρχαιότροπο τονισμό των ονομάτων στην κλητική πτώση. Π.χ. άδελφε, Νίκολα, Μάρια.
    • Τη σποραδική χρήση του ας αντί του να. Π.χ. δος με ας φάγω.
  • Η διατήρηση πολλών αρχαϊκών στοιχείων στο λεξιλόγιο. Π.χ. σεύτελον <ιων. σεῦτλον = τεύτλον, ξύγαλαν < οξύγαλαν = γιαούρτι.
  • Η διατήρηση του γένους ονομάτων. Π.χ. η τραγωδία = το τραγούδι.

Η απομόνωση αυτή επέδρασε και στη μη περαιτέρω εξέλιξη διάφορων γλωσσικών τύπων, οι οποίοι μετεξελίχθηκαν στα νεοελληνικά, και σε άλλες αλλαγές, όπως:

  • Η διατήρηση ασυνίζητων τύπων. Π.χ. καρδία = καρδιά, λαλία = λαλιά, παιδία = παιδιά, ψωμία = ψωμιά, χωρίον = χωριό.

Αναπτύχθηκαν ακόμη φθόγγοι οι οποίοι δεν υπάρχουν στα νεοελληνικά, ενώ άλλαξε και η προφορά ορισμένων γραμμάτων, όπως:

  • Η συνίζηση των φωνηεντικών συμπλεγμάτων ια και εα, εξελίχθηκε στον φθόγγο ä, που προφέρεται ως φωνήεν μεταξύ του ε και του α. Π.χ. όλä = όλα, οσπίτä = σπίτια, λεοντάρä = λιοντάρια, τραγωδ΄äνος = τραγουδιστής, κιφάλä = κεφάλια, θέλετ' äτο < θέλετε ατό = θέλετε αυτό, το θέλετε, ομ΄äζω < ομοιάζω = μοιάζω.
  • Η συνίζηση του φωνηεντικού συμπλέγματος ιο, εξελίχθηκε στον φθόγγο ö, που προφέρεται ως φωνήεν μεταξύ του ε και ο. Π.χ. τελ΄öνω = τελειώνω, ĥ΄öνιν = χιόνι.
  • Το γράμμα σ όταν ακολουθείται από κε ή κι προφέρεται ως š, δηλαδή ως παχύ σ. Π.χ. šκεπάζω, šκίζω, šκύλος.
  • Το γράμμα χ όταν ακολουθείται από ε ή ι προφέρεται ως ĥ, δηλαδή ως παχύ χ. Π.χ. ĥέρι, ĥαιρετώ, ĥίλä = χίλια.
  • Διαφορετική προφορά παρατηρείται και στα γράμματα:
    • ζ που προφέρεται ως ž, δηλαδή ως παχύ ζ. Π.χ. χαλάžä = χαλάζια, žαγκώνω = σκουριάζω.
    • ξ που προφέρεται ως κ+š (παχύ σ). Π.χ. κšύνω < εκĥύνω = χύνω.
    • ψ που προφέρεται ως π+š (παχύ σ). Π.χ. πšη = ψυχή.

Γεωγραφική εξάπλωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ιστορία της ελληνικής γλώσσας
(δείτε επίσης: Ελληνικό αλφάβητο)
Πρωτοελληνική (περ. 2000 π.Χ.)
Μυκηναϊκή (περ. 1600–1200 π.Χ.)
Αρχαία ελληνική (περ. 800–300 π.Χ.)
Διάλεκτοι:
Αιολική, Αρκαδοκυπριακή,
ΑττικήΙωνική, Δωρική, Παμφυλιακή, Ομηρική
Πιθανή διάλεκτος: Μακεδονική

Ελληνιστική Κοινή (περ. από 330 π.Χ. ως 330)
Μεσαιωνική ελληνική (περ. 700–1700)
Νέα ελληνική γλώσσα (από το 1700)
Ιδιώματα: Δημοτική, Καθαρεύουσα
Διάλεκτοι:
Καππαδοκική, Κατωιταλική , Κρητική, Κυπριακή, Ποντιακή, Ρωμανιώτικη, Τσακωνική

Άλλες μορφές (από 19ο/20ό αιώνα)

Ελληνικός κώδικας Μπράιγ,
Ελληνική νοηματική γλώσσα,
Κώδικας Μορς

Ήταν αρχικά η γλώσσα των Ελλήνων (Πόντιοι) που κατοικούσαν στις νότιες ακτές της Μαύρης Θάλασσας, κυρίως στην σημερινή Τουρκία αλλά και στην Αρμενία και την Γεωργία. Ο 18ος και ο 19ος αιώνας χαρακτηρίζονται από μεταναστευτικά ρεύματα στη νότια Ρωσία στον Καύκασο.[5] Μετά τη Συνθήκη της Λωζάνης οι Έλληνες των ακτών της Τουρκίας μετανάστευσαν κυρίως στην Ελλάδα, αλλά και σε χώρες της Σοβιετικής Ένωσης ή της Δυτική Ευρώπης. Παρέμειναν στην Τουρκία εξισλαμισμένοι ή κρυπτοχριστιανοί Έλληνες του Πόντου, οι απόγονοι των οποίων, μιλούν μέχρι σήμερα τα ελληνικά της περιοχής του 'Οφεως (Of) της Τραπεζούντας, μια υποδιάλεκτο της ποντιακής.[6]

Στην Ελλάδα μιλιέται σήμερα σε διάφορες περιοχές, σε μεγαλύτερο βαθμό στην Μακεδονία (π.χ. Θεσσαλονίκη, Κιλκίς, Δράμα, Πτολεμαΐδα, Γιαννιτσά, Βέροια).

Oι Πόντιοι στον κόσμο[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ομιλητές της ποντιακής διαλέκτου υπάρχουν σήμερα στις παρακάτω χώρες:

Μετά το κύμα μετανάστευσης από τις χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης προς την Ελλάδα κατά τη δεκαετία του 90 ο αριθμός των ομιλητών έχει αυξηθεί στην Ελλάδα, ενώ μειώθηκε στις χώρες προέλευσης των μεταναστών.

Μιλιέται συνήθως ως μητρική ή δεύτερη γλώσσα παράλληλα με την εκάστοτε επίσημη γλώσσα κάθε χώρας. Στον ελλαδικό χώρο ο αριθμός των ομιλητών βρίσκεται σε μείωση, υπό την πίεση της επίσημης Ελληνικής.

Η ποντιακή γλώσσα στη σημερινή Τουρκία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Υπάρχουν αναφορές, όπως η πρόσφατη (1996) του Τούρκου συγγραφέα Ομέρ Ασάν, σχετικά με την ύπαρξη σημαντικού αριθμού μουσουλμάνων ομιλητών της γλώσσας στον σύγχρονο Πόντο. Σύμφωνα με τον παραπάνω συγγραφέα, ο οποίος είναι επίσης ομιλητής της Ποντιακής, σήμερα στον Πόντο η γλώσσα μιλιέται από τουλάχιστον 5.000 άτομα σε 60 περίπου χωριά της περιοχής της Τραπεζούντας, αλλά και αλλού, από εσωτερικούς μετανάστες της Τουρκίας[εκκρεμεί παραπομπή]. Σε 5.000 περίπου υπολογίζονται οι ομιλητές και από την Ιωάννα Σιταρίδου[7].

Ο καθηγητής Νέας Ελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, Πίτερ Μάκριτζ, περιγράφει τα ελληνικά της περιοχής του 'Οφεως της Τραπεζούντας ως υποδιάλεκτο της Ποντιακής, η οποία περιέχει ανεπτυγμένο αρχαίο ελληνικό λεξιλόγιο, αλλά και αρχαία γραμματικά χαρακτηριστικά. Περιγράφει την τεράστια εντύπωση που του έκαναν τα αρχαία και μεσαιωνικά χαρακτηριστικά της υποδιαλέκτου των μουσουλμάνων, όπως πχ η χρήση του αρχαίου ελληνικού αρνητικού μορίου «ου», ενώ οι χριστιανοί Πόντιοι λένε «'κ».[6]

Επίσημη κατάσταση της γλώσσας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δεδομένης της παραδοσιακής ιδεολογικής ταύτισης των ποντιακών ελίτ με την κυρίαρχη ελλαδοκεντρική κουλτούρα, που αποδεικνύεται από την απαγόρευση χρήσης των τοπικών διαλέκτων στο Φροντιστήριο Τραπεζούντας, πριν από τη δεύτερη δεκαετία του 20ού αιώνα οι διάφορες ποντιακές διάλεκτοι της βόρειας ακτής της Μικράς Ασίας δεν έτυχαν επιστημονικής ή λογοτεχνικής καλλιέργειας. Η γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου και η αναγκαστική μετεγκατάσταση του κύριου σώματος των ποντιόφωνων στην Ελλάδα, που ακολουθήθηκε από την απαγόρευση της επίσημης χρήσης των διαλέκτων αυτών από το ελληνικό κράτος καθώς και η διάσπαση των ποντιακών κοινοτήτων, επέφεραν ισχυρό πλήγμα στη ζωτικότητα των ποντιακών διαλέκτων των εν Ελλάδι Ποντίων. Αυτές διατηρήθηκαν μόνο στην ΕΣΣΔ, όπου έχαιραν λογοτεχνικής καλλιέργειας και διδασκαλίας στο σοβιετικό εκπαιδευτικό σύστημα. Οι πρώτες προσπάθειες κανονικοποίησης της ποντιακής γλώσσας από τον Κώστα Τοπχαρά και η χρήση της στο περιοδικό Κομυνιςτις αναιρέθηκαν στις 21 Απριλίου 1934, όταν κατά την 1η Πανενωσιακή Ελληνική Σύσκεψη στη Μόσχα αποφασίστηκε η υιοθέτηση της δημοτικής ως επίσημης φιλολογικής γλώσσας των Ελλήνων της Σοβιετικής Ένωσης.[8]

Έκτοτε η ποντιακή διάλεκτος δεν έχει αποτελέσει αντικείμενο κανονικοποίησης ή διδασκαλίας από κανέναν δημόσιο ή ιδιωτικό οργανισμό με αποτέλεσμα να θεωρείται οριστικά στα πρόθυρα εξαφάνισης.[9][7] Παρ' όλα αυτά, πολλοί Σύλλογοι και οργανώσεις τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό, διατηρούν και μεταλαμπαδεύουν την ποντιακή διάλεκτο μέσω μαθημάτων, βιβλίων, συνεδρίων και άλλων δραστηριοτήτων. Η πιο συνηθισμένη μέθοδος διδασκαλίας σήμερα, είναι η προφορική.

Γραφή[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η Ποντιακή δεν έχει κάποια επίσημη γραφή. Συνήθως γράφεται με το ελληνικό αλφάβητο, κάποιες φορές με την προσθήκη κάποιων διακριτικών ώστε να αποδίδεται καλύτερα η προφορά της γλώσσας, όπως πχ: σ̌ ζ̌ ξ̌ ψ̌ για τα φωνήματα [ʃ], [ʒ], [kʃ], [pʃ], α̈ και ο̈ για τα φωνήματα [æ], [ø]. Οι αυτόχθονες, πληθυσμοί της περιοχής του 'Οφεως της Τραπεζούντας, που μιλούν τη γλώσσα ως μητρική γλώσσα, δίχως να έχουν μάθει ποτέ το ελληνικό αλφάβητο χρησιμοποιούν το σύγχρονο τουρκικό αλφάβητο. Αναλόγως χρησιμοποιείται το κυριλλικό αλφάβητο στη Ρωσία.
Στη Σοβιετική Ένωση της δεκαετίας του 1920, χρησιμοποιήθηκε για λίγο διάστημα το λεγόμενο ελληνικό φωνητικό αλφάβητο, μια απλοποιημένη εκδοχή του ελληνικού αλφαβήτου. Καταργούνται πχ οι τόνοι και διατηρείται μονάχα το ι για το φώνημα [i], ενώ το η χάνεται και το υ προφέρεται [u] και αντικαθιστά το ου.[10] Ο παρακάτω πίνακας δεν δείχνει «επίσημα αλφάβητα», αλλά δείχνει διάφορες προσπάθειες καταγραφής της γλώσσας από ομηλιτές της εκτός Ελλάδας.

Φωνητικό
αλφάβητο
Τουρκικό
αλφάβητο
Ρωσικό
αλφάβητο
IPA Παράδειγμα
Α α A a А а [a] ρομεικα, romeyika, ромейика
Β β V v В в [v] κατιβενο, kativeno, кативено
Γ γ Ğ ğ Г г [ɣ] [ʝ] γανεβο, ğanevo, ганево
Δ δ DH dh Д д [ð] δοντι, dhonti, донти
Ε ε E e Е е [e] εγαπεςα, eğapesa, егапеса
Ζ ζ Z z З з [z] ζαντος, zantos, зантос
ΖΖ ζζ J j Ж ж [ʒ] πυρζζυας, burjuvas, буржуас
Θ θ TH th С с, Ф ф, Т т [θ] θεκο, theko, теко
Ι ι İ i И и [i] τοςπιτοπον, tospitopon, тоспитопон
Κ κ K k К к [k] καλατζεμαν, kalaceman, калачеман
Λ λ L l Л л [l] λαλια, laliya, лалиа
Μ μ M m М м [m] μανα, mana, мана
Ν ν N n Н н [n] ολιγον, oliğоn, олигон
Ο ο O o О о [o] τεμετερον, temeteron, теметерон
Π π P p П п [p] εγαπεςα, eğapesa, егапеса
Ρ ρ R r Р р [ɾ] ρομεικα, romeyika, ромейка
Σ ς S s С с [s] καλατζεπςον, kalacepson, калачепсон
ΣΣ ςς Ş ş Ш ш [ʃ] ςςερι, şeri, шери
Τ τ T t Т т [t] νοςτιμεςα, nostimesa, ностимеса
ΤΣΣ τσσ C c Ч ч [dʒ] καλατζεμαν, kalaceman, калачеман
Τςς τςς Ç ç Ц ц [tʃ] μανιτςα, maniça, маница
Υ υ U u У у [u] νυς, nus, нус
Φ φ F f Ф ф [f] εμορφα, emorfa, эморфа
Χ χ H, KH (sert H) Х х [x] χαςον, hason, хасон

Βλέπε Επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Αναφορές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Peter Mackridge (1990). «The Pontic dialect: a corrupt version of ancient Greek?». Journal of Refugee studies 4 (4): 335-339. http://www.academia.edu/2070232/The_Pontic_dialect_a_corrupt_version_of_ancient_Greek. 
  2. «Pontic, a language og Greece». Ethnologue. https://www.ethnologue.com/language/pnt. 
  3. «Both Tsakonian and Pontic diverge significantly enough from the rest of Greek to merit consideration now as separate languages (though they are still clearly Hellenic).» στο Keith Brown (επιμ.), Concise Encyclopedia of Languages of the World. Οξφόρδη, Elsevier, 2009. σελ. 465.
  4. Φάνης Μαλκίδης, Κοινωνία και Γλώσσα των Ποντίων, εισήγηση στο Διεθνές Συνέδριο «Γλώσσα και κοινωνία» της Φιλολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου του Μινσκ της Λευκορωσίας, 1-2/12/2006. Ανακτήθηκε 7/03/2014.
  5. Christopher Moseley: Encyclopedia of the world's endangered languages, Abingdon 2007. σελ. 265.
  6. 6,0 6,1 omerasan.com: PREFACE - By Peter Mackridge
  7. 7,0 7,1 7,2 Against all odds: archaic Greek in a modern world (University of Cambridge, 1 July 2010)
  8. Αγτζίδης, Βλάσης, «Μνήμη, ταυτότητα και ιδεολογία στον ποντιακό ελληνισμό» στο Το τραύμα και οι πολιτικές της μνήμης, ενδεικτικές όψεις των συμβολικών πολέμων για την Ιστορία και τη Μνήμη. Ταξιδευτής, Αθήνα, 2010. σελ. 210.
  9. «UNESCO Atlas of the World's Languages in Danger». http://www.unesco.org/languages-atlas/index.php?hl=en&page=atlasmap. Ανακτήθηκε στις 3/09/2015. 
  10. Τοπχαράς, Κ.: Ι Γραματικι Τι Ρομεικυ Τι Ποντεικυ Τι Γλοςας, σελ. 2-5.

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]