Αυτοκρατορία των Σελευκιδών

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Αυτοκρατορία των Σελευκιδών
312 π.Χ.63 π.Χ.
Seleucid301BC.png
ΧώραΑυτοκρατορία των Σελευκιδών
ΠρωτεύουσαΣελεύκεια η επί του Τίγρη, Βαβυλώνα και Αντιόχεια
Γλώσσεςαρχαία ελληνικά
ΘρησκείαΑρχαία ελληνική θρησκεία
Πολίτευμαμοναρχία
Έκταση4.000.000 τετραγωνικό χιλιόμετρο
Πληθυσμός35.000.000
Γεωγραφικές συντεταγμένες33°5′40″N 44°31′20″E
Χάρτης όπου εικονίζεται η έκταση της Αυτοκρατορίας των Σελευκιδών (με κίτρινο χρώμα).

Η Αυτοκρατορία των Σελευκιδών (αρχαία ελληνικά: Βασιλεία τῶν Σελευκιδῶν) ήταν ένα από τα Ελληνιστικά κράτη, που προήλθαν ύστερα από την κατάτμηση της αυτοκρατορίας των κτήσεων του Μεγάλου Αλεξάνδρου, από τους Επιγόνους. Το κράτος, που περιήλθε στον Σέλευκο τον Α΄ εκ του οποίου και έλαβε το όνομα αναπτύχθηκε τελικά σε ολόκληρη αυτοκρατορία, που περιλάμβανε την κεντρική Ανατολία, την Μεσοποταμία, την Φοινίκη, την Παλαιστίνη, την Περσία, το Τουρκμενιστάν, το Αφγανιστάν, το Πακιστάν, το Παμίρ και την Πενταποταμία (Παντζάμπ, Ινδία). Διήρκεσε από το 312 μέχρι και το 64 π.Χ..

Αρχικά ο Σέλευκος ανέλαβε σατράπης της Βαβυλώνας. Όμως το 316 αναγκάσθηκε να την εγκαταλείψει, όταν ο Αντίγονος Α΄ του έκανε έλεγχο επί των προσόδων της περιοχής. Τότε αντιδρώντας ο Σέλευκος συμμάχησε με τους Κάσσανδρο Λυσίμαχο και Πτολεμαίο κατά του Αντιγόνου. Οι δε κάτοικοι της περιοχής ενθυμούμενοι την άριστη συμπεριφορά του, από την περίοδο της σατραπείας του, έσπευσαν και συστρατεύθηκαν μαζί με τον Σέλευκο όπου και το 312 π.Χ. ανακατέλαβε την Βαβυλώνα. Από τότε αρχίζει και ουσιαστικά ν΄ αναπτύσσεται το Βασίλειο των Σελευκιδών, που έφθασε στη πλήρη ακμή του να είναι ολόκληρη αυτοκρατορία.

Η αυτοκρατορία ήταν ένα ελληνικό κράτος[1] [2] στη Δυτική Ασία το οποίο υπήρχε κατά την Ελληνιστική Περίοδο από το 312 π.Χ. έως το 63 π.Χ. Η Αυτοκρατορία των Σελευκιδών ιδρύθηκε από τον Μακεδόνα στρατηγό Σέλευκο Α΄ Νικάτορα, μετά τον διαμελισμό της Μακεδονικής Αυτοκρατορίας (η οποία είχε αρχικά ιδρυθεί από τον Μέγα Αλέξανδρο).[3][4][5][6]

Αφού του δόθηκε η περιοχή της Μεσοποταμίας και της Βαβυλωνίας το 321 π.Χ., σύμφωνα με τη συμφωνία του Τριπαραδείσου, ο Σέλευκος Α΄ άρχισε να επεκτείνει το κράτος του, για να συμπεριλάβει τα εδάφη της Εγγύς Ανατολής, που περιλαμβάνουν τις περιοχές, που σήμερα ανήκουν στο σημερινό Ιράκ, το Ιράν, το Αφγανιστάν και τη Συρία, περιοχές που ήταν υπό τον έλεγχο της Μακεδονικής Αυτοκρατορίας. Στην ακμή της, η Αυτοκρατορία των Σελευκιδών, αποτελούταν από εδάφη, που κάλυπταν την Μικρά Ασία, την Περσία, το Λεβάντε, το σημερινό Ιράκ, Κουβέιτ, Αφγανιστάν και τμήματα του Τουρκμενιστάν .

Η αυτοκρατορία των Σελευκιδών ήταν σημαντικό κέντρο του ελληνιστικού πολιτισμού. Τα ελληνικά έθιμα και γλώσσα είχαν προνομιούχα θέση στο νέο αυτό κράτος. Η μεγάλη ποικιλία των τοπικών παραδόσεων ήταν ανεκτή από την κυβέρνηση των Σελευκιδών, ενώ η αστική ελληνόφωνη ελίτ ήταν η κυρίαρχη πολιτική τάξη. Η ελίτ αυτή ενισχύθηκε με την σταθερή άφιξη μεταναστών από την Ελλάδα.[6][7][8][9] Τα δυτικά εδάφη της αυτοκρατορίας αμφισβητήθηκαν επανειλημμένα από την δυναστεία των Πτολεμαίων στην Αίγυπτο —ένα αντίπαλο ελληνιστικό κράτος. Στα ανατολικά, η σύγκρουση με τον αρχαίο Ινδό ηγεμόνα Τσαντραγκούπτα της Αυτοκρατορίας των Μαουρύα το 305 π.Χ. οδήγησε στην εκχώρηση μεγάλων εκτάσεων δυτικά του Ινδού στους Μαουρύα, αλλά και στη σύναψη πολιτικής συμμαχίας των Σελευκιδών με τους Μαουρύα.

Στις αρχές του δεύτερου αιώνα π.Χ., ο Αντίοχος Γ΄ ο Μέγας προσπάθησε να επεκτείνει τη δύναμη και την εξουσία των Σελευκιδών στην κυρίως Ελλάδα, αλλά οι προσπάθειές του απέτυχαν λόγω της συνασπισμένης δύναμης, που παρέταξε η Ρωμαϊκή Δημοκρατία και οι Έλληνες σύμμαχοί της. Οι Σελευκίδες αναγκάστηκαν να πληρώσουν βαριές πολεμικές αποζημιώσεις και να παραιτηθούν από κάθε εδαφική αξίωση δυτικά του Ταύρου στη νότια Μικρά Ασία, σηματοδοτώντας την αρχή της σταδιακής κατάρρευσης της αυτοκρατορίας των Σελευκιδών. Ο Μιθριδάτης Α΄ της Παρθίας κατέκτησε πολλά από τα εναπομείναντα ανατολικά εδάφη της αυτοκρατορίας των Σελευκιδών στα μέσα του δεύτερου αιώνα π.Χ., ενώ το ανεξάρτητο ελληνικό βασίλειο της Βακτριανής συνέχισε να ακμάζει στα βορειοανατολικά. Η αυτοκρατορία των Σελευκιδών έγινε μια σκιά του εαυτού της, καθώς περιορίστηκε στη Συρία και τις γύρω περιοχές. Τα τελευταία εδάφη των Σελευκιδών κατακτήθηκαν από τον Τιγράνη τον Μέγα της Αρμενίας το 83 π.Χ. και είκοσι χρόνια αργότερα το κράτος των Σελευκιδών προσαρτήθηκε στη Ρώμη από τον στρατηγό Πομπήιο το 63 π.Χ.

Ονομασία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Σύγχρονες πηγές, όπως ένα διάταγμα προς τιμήν του Αντίοχου Α΄, το οποίο γράφτηκε στο Ίλιο της Ηπείρου, ορίζουν το κράτος των Σελευκιδών τόσο ως αυτοκρατορία ( αρχή) όσο και ως βασίλειο (βασιλεία). Ομοίως, οι ηγεμόνες των Σελευκιδών περιγράφονταν ως βασιλιάδες της Βαβυλωνίας. [10]

Ξεκινώντας από τον 2ο αιώνα π.Χ., οι αρχαίοι συγγραφείς αναφέρονταν στον ηγεμόνα των Σελευκιδών με ονομασίες όπως Βασιλιάς της Συρίας, Ηγεμόνας της Ασίας, κ.ά.[11] Η τεκμηρίωση της παραπάνω άποψης, δηλαδή ότι οι Σελευκίδες αυτοτιτλοφορούνταν σαν βασιλείς της Συρίας, προέρχεται από την επιγραφή του Αντίγονου γιου του Μενόφιλου, ο οποίος περιέγραψε τον εαυτό του ως «στρατηγού του Αλέξανδρου, βασιλιά της Συρίας». Επίσης ονομάζει τον Αλέξανδρο Βάλα ή τον Αλέξανδρο Β΄ Ζαβίνα ως ηγεμόνα. [12]

Ιστορία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Διαμελισμός της αυτοκρατορίας του Αλεξάνδρου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Αλέξανδρος, ο οποίος κατέκτησε με γρήγορες κινήσεις Περσική Αυτοκρατορία του Δαρείου Γ΄, πέθανε νέος το 323 π.Χ., άφησε πίσω του μια μεγάλη αυτοκρατορία, η οποία μόλις άρχιζε να εξελληνίζεται, χωρίς διάδοχο. Η αυτοκρατορία τέθηκε υπό την εξουσία ενός αντιβασιλέα, του Περδίκκα, και τα εδάφη μοιράστηκαν μεταξύ των στρατηγών του Αλεξάνδρου, οι οποίοι έγιναν σατράπες, κατά τη συμφωνία της Βαβυλώνας. Όλα έγιναν την ίδια χρονιά.

Άνοδος του Σέλευκου[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι στρατηγοί του Αλέξανδρου, γνωστοί ως διάδοχοι, αγωνίστηκαν μετά το θάνατό του για την εξουσία στα εδάφη, που κατέκτησε ο Αλέξανδρος. Ο Πτολεμαίος Α΄ Σωτήρ, πρώην στρατηγός και στη συνέχεια σατράπης της Αιγύπτου, ήταν ο πρώτος, που αμφισβήτησε τη συμφωνία της Βαβυλώνας. Η εξέλιξη των γεγονότων οδήγησε στον θάνατο του Περδίκκα. Η εξέγερση του Πτολεμαίου οδήγησε στην επαναδιαπραγμάτευση των όρων με τους οποίους διαιρέθηκε η αυτοκρατορία, καταλήγοντας στη συμφωνία του Τριπαράδεισου το 320 π.Χ. Ο Σέλευκος, ο οποίος ήταν «Αρχηγός των εταίρων», και χιλιάρχης έλαβε τη Βαβυλωνία και, από εκείνο το σημείο, άρχισε να επεκτείνει την περιοχή κυριαρχίας του. Ο Σέλευκος εγκαταστάθηκε στη Βαβυλώνα το 312 π.Χ., έτος που χρησιμοποιείται από τους ιστορικούς, για να δηλώσει την ημερομηνία ίδρυσης της Αυτοκρατορίας των Σελευκιδών.

Βαβυλωνιακός Πόλεμος (311–309 π.Χ.)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η επέκταση του κράτους του Σέλευκου απείλησε τα ανατολικά σύνορα του κράτους του Αντιγόνου Α΄ στην Ασία. Ο Αντίγονος, μαζί με τον γιο του Δημήτριο Α΄ της Μακεδονίας, ηγήθηκαν ανεπιτυχώς μιας εκστρατείας για την προσάρτηση της Βαβυλώνας. Η νίκη του Σέλευκου εξασφάλισε την Βαβυλώνα για το κράτος του Σέλευκου, αλλά και τη νομιμότητα της ύπαρξης του κράτους των Σελευκιδών. Κυβέρνησε όχι μόνο τη Βαβυλωνία, αλλά ολόκληρο το τεράστιο ανατολικό τμήμα της αυτοκρατορίας του Αλεξάνδρου.

Πόλεμος Σελευκιδών-Μαουρυανών (305–303 π.Χ.)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στην περιοχή του Παντζάμπ, ο Τσαντραγκούπτα Μαουρύα (ο Σανδρόκοττος των αρχαίων πηγών) ίδρυσε την Αυτοκρατορία των Μαουρύα το 321 π.Χ. Ο Τσαντραγκούπτα κατέκτησε την αυτοκρατορία των Νάντα στη Μαγκάντα. Έπειτα μετέφερε την πρωτεύουσα του στη Παταλιπούτρα. Ο Τσαντραγκούπτα στη συνέχεια έστρεψε την προσοχή του στην κοιλάδα του Ινδού και το 317 π.Χ. κατέκτησε τις ελληνικές σατραπείες, που εγκαταλείφθηκαν μετά τον θάνατο του Αλέξανδρου. Αναμένοντας μια αντιπαράθεση, ο Σέλευκος συγκέντρωσε τον στρατό του και βάδισε κατά μήκος του Ινδού. Λέγεται ότι ο Τσαντραγκούπτα θα μπορούσε να είχε συγκεντρώσει 600.000 άνδρες και 9.000 πολεμικούς ελέφαντες.[13]

Η ιστορική βιβλιογραφία βεβαιώνει ότι ο Τσαντραγκούπτα έλαβε, μέσω και της υπογραφής μιας συνθήκης, μια τεράστια περιοχή δυτικά του Ινδού, συμπεριλαμβανομένου του Ινδοκούς, του σύγχρονου Αφγανιστάν και της επαρχίας Βελουχιστάν του Πακιστάν.[14] [15] Από αρχαιολογικής απόψεως, ενδείξεις της κυριαρχίας του Μαουρύα, όπως οι επιγραφές των ηδίκτων του Ασόκα, έχουν βρεθεί ακόμη και μέχρι την Κανταχάρ στο νότιο Αφγανιστάν.

Marriage
"Ο Τσαντραγκούπτα Μαουρύα διασκεδάζει τη νύφη του από τη Βαβυλώνα": μια εικαστική ερμηνεία της συμφωνίας γάμου μιας Μακεδόνισσας πριγκίπισσας ή της κόρης του Σελεύκου και του Τσαντραγκούπτα Μαουρύα, γεγονός που περιγράφεται από τον Αππιανό .

Γενικά πιστεύεται ότι ο Τσαντραγκούπτα παντρεύτηκε την κόρη του Σέλευκου, ή μια μακεδόνισσα πριγκίπισσα, για να επισημοποιήσει μια συμμαχία των δύο κρατών. Ο Τσαντραγκούπτα σαν αντάλλαγμα έδωσε στον Σέλευκο 500 πολεμικούς ελέφαντες,[16][17][18][19][20] ένα στρατιωτικό πλεονέκτημα που έπαιξε αποφασιστικό ρόλο στη νίκη του Σέλευκου στην μάχη της Ιψού το 301 π.Χ. Εκτός από αυτή τη συνθήκη, ο Σέλευκος έστειλε έναν πρεσβευτή, τον Μεγασθένη, στην αυλή του Τσαντραγκούπτα, και αργότερα τον Δείμαχο, στον γιο του Τσαντραγκούπτα, Μπιντουσάρα, πάλι στην αυλή του Τσαντραγκούπτα, στη Παταλιπούτρα (η Παταλιπούτρα βρίσκεται στην ίδια θέση με τη σημερινή Πάτνα στην πολιτεία Μπιχάρ). Ο Μεγασθένης έγραψε λεπτομερείς περιγραφές για την Ινδία και τη βασιλεία του Τσαντραγκούπτα, οι οποίες εν μέρει διασώθηκαν από το έργο του Διόδωρου του Σικελιώτη. Αργότερα ο Πτολεμαίος Β΄ Φιλάδελφος, ο ηγεμόνας της Πτολεμαϊκής Αιγύπτου και σύγχρονος του Ασόκα του Μεγάλου, καταγράφεται επίσης από τον Πλίνιο τον Πρεσβύτερο ότι έστειλε έναν πρεσβευτή ονόματι Διονύσιο στην αυλή των Μαουρύα.

Άλλα εδάφη που παραχωρήθηκαν πριν από το θάνατο του Σέλευκου στους Μαουρύα ήταν η Γεδρωσία στα νοτιοανατολικά του ιρανικού οροπεδίου και, στα βόρεια αυτής, η Αραχωσία στη δυτική όχθη του Ινδού ποταμού.

Επέκταση προς τα δυτικά[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Μετά τη νίκη του και του Λυσίμαχου επί του Αντίγονου Μονόφθαλμου στην μεγάλης σημασίας μάχη της Ιψού το 301 π.Χ., ο Σέλευκος ανέλαβε τον έλεγχο της ανατολικής Μικράς Ασίας και της βόρειας Συρίας.

Στην Μικρά Ασία, ίδρυσε μια νέα πρωτεύουσα στην Αντιόχεια στον Ορόντη, δίνοντας της το όνομα του πατέρα του. Μια εναλλακτική πρωτεύουσα ιδρύθηκε στην Σελεύκεια την επί του Τίγρη, βόρεια της Βαβυλώνας. Η αυτοκρατορία του Σέλευκου έφτασε στο απόγειο της εδαφικής της επέκτασης μετά την νίκη του Σέλευκου επί του πρώην συμμάχου του Λυσιμάχου, στο Κουροπέδιο το 281 π.Χ.. Μετά ο Σέλευκος επεκτάθηκε και προς την δυτική Μικρά Ασία. Ήλπιζε να καταλάβει τα εδάφη του Λυσίμαχου στην Ευρώπη – κυρίως τη Θράκη και ακόμη και την ίδια τη Μακεδονία, αλλά δολοφονήθηκε από τον Πτολεμαίο Κεραυνό κατά την απόβαση του στην Ευρώπη.

Ο γιος και διάδοχός του, Αντίοχος Α΄ Σωτήρ, κληρονόμησε ένα τεράστιο βασίλειο, που καταλάμβανε σχεδόν όλη την ασιατική επικράτεια της Αυτοκρατορίας, αλλά αντιμέτωπος με τον Αντίγονο Β΄ Γονατά στη Μακεδονία και τον Πτολεμαίο Β΄ Φιλάδελφο στην Αίγυπτο, αποδείχθηκε ότι δεν μπόρεσε να συνεχίσει την προσπάθεια επέκτασης του κράτους των Σελευκιδών. Έπειτα άρχισε η εδαφική συρρίκνωση του κράτους.

Διάσπαση των εδαφών της Κεντρικής Ασίας[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Στη Βακτρία, ο σατράπης Διόδοτος αξίωσε την ανεξαρτησία της περιοχής για να σχηματίσει το ελληνικό βασίλειο της Βακτριανής γύρω στο 245 π.Χ.
Δραχμή που έκοψε ο Βαχμπάρζ, ο οποίος πιστεύεται ότι ξεκίνησε να αυτονομεί τη Περσία από την Αυτοκρατορία των Σελευκιδών. Το νόμισμα δείχνει στην πίσω όψη έναν Αχαιμενίδη βασιλιά να σκοτώνει έναν εξοπλισμένο άνθρωπο, πιθανόν Έλληνα ή Μακεδόνα στρατιώτη. [21] [22] Αυτό πιθανώς αναφέρεται στα γεγονότα που αναφέρει ο Πολύαινος (Στρατ. 7.40), κατά τον οποίο ο Βαχμπάρζ (Οβορζός) λέγεται ότι σκότωσε 3000 Σελευκίδες αποίκους. [23] [21] [22]

Ο Αντίοχος Α΄ (βασίλεψε το 281-261 π.Χ.) και ο διάδοχός του Αντίοχος Β΄ Θεός (βασίλευσε το 261-246 π.Χ.) αντιμετώπισαν προκλήσεις στα δυτικά σύνορα της αυτοκρατορίας, συμπεριλαμβανομένων των επαναλαμβανόμενων πολέμων με τον Πτολεμαίο Β΄ και μιας Κελτικής εισβολής στη Μικρά Ασία — αποσπώντας την προσοχή του από την διατήρηση του ελέγχου στο ανατολικό κομμάτι της αυτοκρατορίας. Προς το τέλος της βασιλείας του Αντιόχου Β΄, διάφορες επαρχίες διεκδίκησαν ταυτόχρονα την ανεξαρτησία τους, όπως η Βακτρία και η Σογδιανή υπό τον Διόδοτο, η Καππαδοκία υπό τον Αριαράθη Γ΄ και η Παρθία υπό τον Ανδραγόρα. Λίγα χρόνια αργότερα, ο τελευταίος ηττήθηκε και σκοτώθηκε από τον Αρσάκη – εδραιώνοντας τον έλεγχο του δεύτερου στη περιοχή και δημιουργώντας το κράτος της Παρθικής Αυτοκρατορίας.

Ο Διόδοτος, κυβερνήτης της Βακτριανής επικράτειας, διεκδίκησε την ανεξαρτησία της περιοχής του γύρω στο 245 π.Χ., αν και η ακριβής ημερομηνία δεν είναι γνωστή, για να σχηματίσει το ελληνικό βασίλειο της Βακτριανής. Αυτό το βασίλειο χαρακτηριζόταν από μια πλούσια ελληνιστική παράδοση και επρόκειτο να συνεχίσει να κυριαρχεί στη Βακτριανή μέχρι περίπου το 125 π.Χ., όταν υπέκυψε στην εισβολή των βόρειων νομάδων. Ένας από τους ελληνοβακτριανούς βασιλιάδες, ο Δημήτριος Α΄ της Βακτριανής, εισέβαλε στην Ινδία γύρω στο 180 π.Χ. για να σχηματίσει το Ινδοελληνικό βασίλειο.

Οι ηγεμόνες της Περσίας, οι Φραταράκες, φαίνεται επίσης ότι είχαν μερικώς αυτονομηθεί από τους Σελευκίδες κατά τον 3ο αιώνα π.Χ., ιδιαίτερα από την εποχή του Βαχμπάρζ και μετά. Αργότερα θα έπαιρναν απροκάλυπτα τον τίτλο των Βασιλέων της Περσίδας, πριν γίνουν υποτελείς της νεοσύστατης Πάρθικης Αυτοκρατορίας.[21] [22]

Ο Σελευκίδης σατράπης της Παρθίας, Ανδραγόρας, διεκδίκησε πρώτος την ανεξαρτησία του, ενώ παράλληλα αποσχίστηκε από την Βακτρία. Λίγο αργότερα, ωστόσο, ένας αρχηγός της φυλής των Πάρθων, ο Αρσάκης, εισέβαλε στην επικράτεια των Πάρθων γύρω στο 238 π.Χ., για να σχηματίσει τη δυναστεία των Αρσακιδών της Παρθίας, από την οποία προήλθε η Παρθική Αυτοκρατορία.

Ο γιος του Αντίοχου Β΄ Σέλευκος Β΄ Καλλίνικος ανέβηκε στο θρόνο γύρω στο 246 π.Χ. Ο Σέλευκος Β΄ υπέστη συντριπτική ήττα στο Τρίτο Συριακό Πόλεμο εναντίον του Πτολεμαίου Γ΄ της Αιγύπτου και στη συνέχεια έπρεπε να εμπλακεί σε εμφύλιο πόλεμο εναντίον του αδελφού του Αντίοχου Ιέρακα. Εκμεταλλευόμενες την κατάσταση, η Βακτρία και η Παρθία αποσχίστηκαν από την αυτοκρατορία. Και στη Μικρά Ασία, η δυναστεία των Σελευκιδών φαινόταν να έχανε τον έλεγχο των εδαφών της: οι Γαλάτες είχαν εδραιωθεί πλήρως στη Γαλατία, ημιανεξάρτητα ημιεξελληνισμένα βασίλεια είχαν εδραιωθεί στη Βιθυνία, τον Πόντο και την Καππαδοκία και η πόλη της Περγάμου στα δυτικά διεκδίκησε την ανεξαρτησία της υπό τη Δυναστεία των Ατταλιδών.  Η οικονομία των Σελευκιδών άρχισε να δείχνει τις πρώτες αδυναμίες της, καθώς οι Γαλάτες ανεξαρτητοποιήθηκαν και η Πέργαμος κατέλαβε τις παράκτιες πόλεις στη Μικρά Ασία. Κατά συνέπεια, οι ανεξαρτητοποιήσεις αυτές κατάφεραν να εμποδίσουν εν μέρει την επαφή των Σελευκιδών με τη Δύση. [24]

Ανόρθωση (223–191 π.Χ.)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ασημένιο νόμισμα του Αντίοχου Γ΄ του Μέγα.
Η Αυτοκρατορία των Σελευκιδών το 200 π.Χ. (πριν από την επέκταση τους στην Μικρά Ασία και την Ελλάδα).

Η ανόρθωση των Σελευκιδών ξεκίνησε όταν ο νεότερος γιος του Σέλευκου Β΄, ο Αντίοχος Γ΄ ο Μέγας, ανέλαβε τον θρόνο το 223 π.Χ. Αν και αρχικά ηττήθηκε στον Τέταρτο Συριακό Πόλεμο κατά της Αιγύπτου, επειδή ηττήθηκε στη Μάχη της Ραφίας (217 π.Χ.), ο Αντίοχος τελικά έγινε ο σπουδαιότερος Σελευκίδης αυτοκράτορας μετά τον Σέλευκο Α΄. Πέρασε τα επόμενα δέκα χρόνια ταξιδεύοντας στα ανατολικά μέρη της επικράτειάς του και έφερε εξεγερμένες περιοχές όπως η Παρθία και η Βακτριανή πιο κοντά στους Σελευκίδες, καθώς οι περιοχές αυτές επανεντάχθηκαν στην αυτοκρατορία, τουλάχιστον υπό το καθεστώς μιας ονομαστικής υποταγής στην αυτοκρατορία. Κέρδισε πολλές φορές, όπως, π.χ. στη μάχη του όρους Λάβου και στη Μάχη του Άρειου. Πολιόρκησε τη Βακτριανή πρωτεύουσα. Μιμήθηκε ακόμη και τον Σέλευκο προχωρώντας με εκστρατεία στην Ινδία, όπου συναντήθηκε με τον βασιλιά Σοφαγασήνο λαμβάνοντας πολεμικούς ελέφαντες, ίσως σύμφωνα με την υπάρχουσα συνθήκη και συμμαχία που καθορίστηκαν μετά τον πόλεμο Σελευκιδών-Μαουρυανών πριν από σχεδόν 90 χρόνια.

Ο Πολύβιος (11.34) είναι η μόνη πηγή που κάνει αναφορά στον Σοφαγασήνο:

Αυτός [ο Αντίοχος] διέσχισε τον Ινδικό Καύκασο (τον Παροπαμισό) (Ινδοκούς) και κατέβηκε στην Ινδία, όπου ανανέωσε την φιλία του με τον Σοφαγασήνο, τον βασιλιά των Ινδών. Έλαβε περισσότερους ελέφαντες, μέχρι που έφτασε να έχει εκατόν πενήντα ελέφαντες. Αφού για ακόμη μια φορά εφοδίασε τα στρατεύματα του, ξεκίνησε και πάλι να πορεύεται προσωπικά με τον στρατό του: αφήνοντας στον Ανδροσθένη της Κυζίκου το καθήκον να μεταφέρει στη πατρίδα τον θησαυρό τον οποίο αυτός ο βασιλιάς συμφώνησε να του παραδώσει.[25] Έχοντας περάσει την Αραχωσία και διασχίσει τον ποταμό Ενύμανθο, έφτασε στην Καρμανία μέσω της Δραγγηνής, και επειδή είχε φτάσει χειμώνας, τοποθέτησε τους στρατιώτες του σε χειμερινά στρατόπεδα [για να διαχειμάσουν].[26]

Όταν επέστρεψε στο δυτικό τμήμα της αυτοκρατορίας το 205 π.Χ., ο Αντίοχος διαπίστωσε ότι με το θάνατο του Πτολεμαίου Δ΄, η κατάσταση φαινόταν πλέον ευνοϊκή για μια άλλη εκστρατεία στο δυτικό ελληνικό κόσμο. Ο Αντίοχος και ο Φίλιππος Ε΄ της Μακεδονίας συνήψαν στη συνέχεια μια συμφωνία, για να μοιράσουν τις κτήσεις των Πτολεμαίων εκτός από αυτές, που βρίσκονταν στην Αίγυπτο. Στον Πέμπτο Συριακό Πόλεμο, οι Σελευκίδες έδιωξαν τον Πτολεμαίο Ε΄ από την Κοίλη Συρία. Η μάχη του Πανείου (200 π.Χ.) μεταβίβασε οριστικά τον έλεγχο αυτών των περιοχών από τους Πτολεμαίους στους Σελευκίδες. Ο Αντίοχος φάνηκε, τουλάχιστον, να έχει αποκαταστήσει το Βασίλειο των Σελευκιδών στις παλιές του δόξες.

Επέκταση στην Ελλάδα και πόλεμος με τη Ρώμη[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η εδαφική απομειωμένη αυτοκρατορία (με τίτλο: Συρία, Βασίλειο των Σελευκιδών) και τα διευρυμένα κράτη της Περγάμου και της Ρόδου, μετά την ήττα του Αντίοχου Γ΄ από τους Ρωμαίους. Είναι τα σύνορα των κρατών της περιοχής γύρω στο 188 π.Χ.

Μετά την ήττα του άλλοτε συμμάχου του Φιλίππου από τη Ρώμη το 197 π.Χ., ο Αντίοχος βρήκε την ευκαιρία να επεκταθεί στην Ελλάδα. Ενθαρρυμένος από τον εξόριστο Καρχηδόνιο στρατηγό Αννίβα και κάνοντας συμμαχία με τη δυσαρεστημένη Αιτωλική Συμπολιτεία, ο Αντίοχος ξεκίνησε μια εισβολή στον Ελλήσποντο. Με τον τεράστιο στρατό του στόχευε να καθιερώσει την αυτοκρατορία των Σελευκιδών ως την κορυφαία δύναμη στον ελληνικό κόσμο, αλλά αυτά τα σχέδια έβαλαν την αυτοκρατορία σε τροχιά σύγκρουσης με τη νέα ανερχόμενη δύναμη της Μεσογείου, τη Ρωμαϊκή Δημοκρατία. Στις μάχες των Θερμοπυλών (191 π.Χ.) και της Μαγνησίας (190 π.Χ.), οι δυνάμεις του Αντιόχου υπέστησαν ηχηρές ήττες. Ο Αντίοχος αναγκάστηκε να συνάψει ειρήνη και να υπογράψει τη Συνθήκη της Απάμειας (188 π.Χ.), όπου οι Σελευκίδες έπρεπε να πληρώσουν μια μεγάλη αποζημίωση, να υποχωρήσουν από την Μικρά Ασία και να μην επιχειρήσουν ποτέ ξανά να επεκτείνουν την επικράτεια τους δυτικά της συνοριογραμμής, που συμφωνήθηκε, δηλαδή δυτικά της οροσειράς του Ταύρου. Το Βασίλειο της Περγάμου και η Δημοκρατία της Ρόδου, σύμμαχοι της Ρώμης στον πόλεμο, κέρδισαν τα πρώην εδάφη των Σελευκιδών στην Μικρά Ασία. Ο Αντίοχος πέθανε το 187 π.Χ. ενώ εκστράτευε στα ανατολικά, όπου προσπάθησε να αποσπάσει χρήματα, για να πληρώσει την βαριά πολεμική αποζημίωση, που του ζητήθηκε.

Ρωμαϊκή εξουσία, Παρθία και Ιουδαία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Ελληνιστικός Πρίγκιπας, ένα χάλκινο άγαλμα που αρχικά πιστευόταν ότι αρχικά παρουσίαζε κάποιον Σελευκίδη ή τον Άτταλο Β΄ της Περγάμου, σήμερα θεωρείται ότι είναι το πορτρέτο ενός Ρωμαίου στρατηγού, φτιαγμένο από έναν Έλληνα καλλιτέχνη που ζούσε και εργαζόταν στη Ρώμη τον 2ο αιώνα π.Χ.

Η βασιλεία του γιου του και διαδόχου του Σέλευκου Δ΄ Φιλοπάτορα (187–175 π.Χ.) χαρακτηρίστηκε σε μεγάλο βαθμό από προσπάθειες, για να καταβληθεί η μεγάλη αποζημίωση και ο Σέλευκος τελικά δολοφονήθηκε από τον υπουργό του Ηλιόδωρο.

Ο μικρότερος αδελφός του Σέλευκου, ο Αντίοχος Δ΄ Επιφάνης, κατέλαβε τον θρόνο. Προσπάθησε να αποκαταστήσει τη δύναμη και το κύρος των Σελευκιδών με έναν επιτυχημένο πόλεμο ενάντια στον παλιό εχθρό της αυτοκρατορίας, την Πτολεμαϊκή Αίγυπτο, όπου αρχικά πέτυχε τον στόχο του καθώς οι Σελευκίδες νίκησαν στις μάχες και απώθησαν τον αιγυπτιακό στρατό πίσω στην Αλεξάνδρεια. Καθώς ο βασιλιάς σχεδίαζε πώς να ολοκληρώσει τον πόλεμο, ενημερώθηκε ότι Ρωμαίοι επίτροποι, με επικεφαλής τον ανθύπατο Γάιο Ποπίλιο Λάινα, πλησίαζαν και ζητούσαν συνάντηση με τον βασιλιά των Σελευκιδών. Ο Αντίοχος συμφώνησε, αλλά όταν τα δύο μέρη συναντήθηκαν και ο Αντίοχος άπλωσε το χέρι του φιλικά προς τους Ρωμαίους, ο Ποπίλιος έδωσε στον Αντίοχο τους παπύρους στους οποίους ήταν γραμμένη η εντολή της Συγκλήτου και του είπε να το διαβάσει. Η εντολή της Συγκλήτου απαιτούσε να ματαιώσει την επίθεσή του στην Αλεξάνδρεια και να σταματήσει αμέσως τον πόλεμο κατά του Πτολεμαίου. Όταν ο βασιλιάς είπε ότι θα καλούσε τους φίλους του στο συμβούλιο και θα σκεφτόταν τι έπρεπε να κάνει, ο Ποπίλιος έκανε έναν κύκλο στην άμμο γύρω από τα πόδια του βασιλιά με το ραβδί, που κουβαλούσε και του είπε: «Πριν βγεις από αυτόν τον κύκλο δώσε μου μια απάντηση, για να την ανακοινώσω ενώπιον της Γερουσίας». Για μερικές στιγμές δίστασε, επειδή έμεινε έκπληκτος με την επιτακτική διαταγή, που του ήρθε και τελικά απάντησε: «Θα κάνω ό,τι νομίζει σωστό η Γερουσία». Στη συνέχεια, επέλεξε να αποσυρθεί στην επικράτεια του αντί να βάλει την αυτοκρατορία σε πόλεμο με τη Ρώμη ξανά. [27]

Στο ταξίδι της επιστροφής του, σύμφωνα με τον Ιώσηπο, έκανε μια εκστρατεία στην Ιουδαία, κατέλαβε την Ιερουσαλήμ με τη βία, σκότωσε πολλούς, που υποστήριξαν τον Πτολεμαίο, και έστειλε τους στρατιώτες του να λεηλατήσουν τη περιοχή χωρίς έλεος. Επίσης, προκάλεσε ζημιά στον Δεύτερο Ναό και διέκοψε τη συνεχή πρακτική της προσφοράς μιας καθημερινής θυσίας εξιλέωσης, για τρία χρόνια και έξι μήνες. [28]

Το τελευταίο μέρος της βασιλείας του χαρακτηρίστηκε από περαιτέρω αποσύνθεση της Αυτοκρατορίας παρά τις μέγιστες προσπάθειές του για το αντίθετο. Αποδυναμωμένη οικονομικά, στρατιωτικά και λόγω της απώλειας τους κύρους της, η Αυτοκρατορία έγινε ευάλωτη στους επαναστάτες στις ανατολικές περιοχές της αυτοκρατορίας, οι οποίοι άρχισαν να υπονομεύουν περαιτέρω την αυτοκρατορία ενώ οι Πάρθοι κατέλαβαν τα παλιά περσικά εδάφη. Οι επιθετικές δραστηριότητες εξελληνισμού του Αντιόχου προκάλεσαν μια πλήρους κλίμακας ένοπλη εξέγερση στην Ιουδαία —την Επανάσταση των Μακκαβαίων. [29] Οι προσπάθειες για αντιμετώπιση τόσο των Πάρθων όσο και των Εβραίων καθώς και για τη διατήρηση του ελέγχου των επαρχιών ταυτόχρονα αποδείχθηκαν ότι ξεπερνούσε τις δυνάμεις της εξασθενημένης αυτοκρατορίας. Ο Αντίοχος πέθανε κατά τη διάρκεια μιας στρατιωτικής εκστρατείας κατά των Πάρθων το 164 π.Χ.

Εμφύλιος πόλεμος και περαιτέρω αποσύνθεση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Νόμισμα του Αντιόχου Δ΄ Επιφανή .
Η Σελευκιδική Συρία στις αρχές του 124 π.Χ. υπό τον Αλέξανδρο Β΄ Ζαβίνα, κυβερνούσε τότε ολόκληρη τη χώρα εκτός από την πόλη της Πτολεμαΐδας στη Φοινικία.

Μετά το θάνατο του Αντίοχου Δ΄ Επιφανή, η Αυτοκρατορία των Σελευκιδών γινόταν όλο και πιο ασταθής. Οι συχνοί εμφύλιοι πόλεμοι έκαναν την κεντρική εξουσία τουλάχιστον αδύναμη. Ο μικρός γιος του Επιφανούς, Αντίοχος Ε΄ Ευπάτωρ, ανατράπηκε για πρώτη φορά από τον γιο του Σέλευκου Δ΄, Δημήτριο Α΄ Σωτήρα το 161 π.Χ. Ο Δημήτριος Α΄ προσπάθησε να αποκαταστήσει την εξουσία των Σελευκιδών ιδιαίτερα στην Ιουδαία, αλλά ανατράπηκε το 150 π.Χ. από τον Αλέξανδρο Βάλα – έναν απατεώνα ο οποίος (με την αιγυπτιακή υποστήριξη) ισχυρίστηκε ότι ήταν γιος του Επιφανούς. Ο Αλέξανδρος Βάλας βασίλεψε μέχρι το 145 π.Χ., όταν ανατράπηκε από τον γιο του Δημήτριου Α΄, Δημήτριο Β΄ Νικάτωρα. Ωστόσο, ο Δημήτριος Β΄ αποδείχθηκε ανίκανος να ελέγξει ολόκληρο το βασίλειο. Ενώ κυβέρνησε τη Βαβυλωνία και την ανατολική Συρία από τη Δαμασκό, τα απομεινάρια των υποστηρικτών του Βάλα – τα οποία αρχικά υποστήριξαν τον γιο του Βάλα Αντίοχο ΣΤ΄ και στη συνέχεια τον σφετεριστή στρατηγό Διόδοτο Τρύφωνα – κατάφεραν να διατηρήσουν τις θέσεις τους στην Αντιόχεια.

Εν τω μεταξύ, η αποσύνθεση της Αυτοκρατορίας συνεχίστηκε με γοργό ρυθμό. Μέχρι το 143 π.Χ., οι Εβραίοι υπό τους Μακκαβαίους είχαν εδραιώσει πλήρως την ανεξαρτησία τους. Η παρθική επέκταση συνεχίστηκε επίσης. Το 139 π.Χ., ο Δημήτριος Β΄ ηττήθηκε σε μάχη από τους Πάρθους και αιχμαλωτίστηκε. Μέχρι εκείνη τη στιγμή, ολόκληρο το ιρανικό οροπέδιο είχε χαθεί στους Πάρθες.

Ο αδερφός του Δημήτριου Νικάτορος, Αντίοχος Ζ΄ Σιδήτης, ανέλαβε τον θρόνο μετά τη σύλληψη του αδελφού του. Αντιμετώπισε το τεράστιο έργο της ανόρθωσης μιας παραπαίουσας αυτοκρατορίας, η οποία αντιμετώπιζε απειλές σε πολλαπλά μέτωπα. Η σελευκιδική κατοχή της Κοίλης Συρίας, η οποία κερδήθηκε με πολύ κόπο, απειλήθηκε από τους Εβραίους Μακκαβαίους. Οι κάποτε υποτελείς δυναστείες στην Αρμενία, την Καππαδοκία και τον Πόντο απειλούσαν τις σελευκικές κτήσεις στη Συρία και τη βόρεια Μεσοποταμία. Οι νομάδες Πάρθοι, υπό την ηγεσία του Μιθριδάτη Α΄ της Παρθίας, είχαν κατακτήσει την ορεινή Μηδία και η ρωμαϊκή στρατιωτική επέμβαση στο κράτος των Σελευκιδών ήταν μια διαρκής απειλή. Ο Σιδήτης κατάφερε να ελέγξει τους Μακκαβαίους και να τρομάξει τους δυνάστες της Μικράς Ασίας υποχρεώνοντάς τους, προσωρινά όπως αποδείχτηκε, στους Σελευκίδες. Στη συνέχεια, το 133, στράφηκε ανατολικά με όλο το στρατό του (υποστηριζόμενος από ένα σώμα Εβραίων υπό τον Ασμοναίο Ιωάννη Υρκανό), για να διώξει τους Πάρθους.

Η εκστρατεία του Σιδήτη γνώρισε αρχικά θεαματική επιτυχία, ανακαταλαμβάνοντας τη Μεσοποταμία, τη Βαβυλωνία και τη Μηδία. Το χειμώνα του 130/129 π.Χ., καθώς ο στρατός του διασκορπίστηκε σε χειμερινά στρατόπεδα (με σκοπό να περάσουν το χειμώνα) σε όλη τη Μηδία και την Περσίδα, ο Πάρθης βασιλιάς, Φραάτης Β΄, αντεπιτέθηκε. Προχωρώντας, για να αναχαιτίσει τους Πάρθους έχοντας στη διάθεση του μόνο τα στρατεύματα, που ήταν στην άμεση διάθεση του, έπεσε σε περσική ενέδρα και σκοτώθηκε στη μάχη των Εκβάτανων το 129 π.Χ. Μερικοί τον έχουν περιγράψει σαν τον τελευταίο σπουδαίο Σελευκίδη βασιλιά.

Μετά το θάνατο του Αντίοχου Ζ΄ Σιδήτη, όλες οι ανακτημένες περιοχές στα ανατολικά ανακαταλήφθηκαν από τους Πάρθους. Οι Μακκαβαίοι επαναστάτησαν και πάλι, ο εμφύλιος πόλεμος σύντομα διέλυσε την αυτοκρατορία και οι Αρμένιοι άρχισαν να καταλαμβάνουν τη Συρία από τα βόρεια.

Κατάρρευση (100–63 π.Χ.)[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Το βασίλειο των Σελευκιδών το 87 π.Χ

Μέχρι το 100 π.Χ., η κάποτε πανίσχυρη αυτοκρατορία των Σελευκιδών είχε περιοριστεί στην Αντιόχεια, μερικές συριακές πόλεις και κάτι ελάχιστα παραπάνω. Παρά τη σαφή κατάρρευση της εξουσίας τους και την παρακμή του βασιλείου, οι ευγενείς συνέχισαν να παρεμβαίνουν στην εξουσία. Υπήρχαν περιστασιακές παρεμβάσεις από τα στρατεύματα της Πτολεμαϊκής Αιγύπτου και άλλες εξωτερικές δυνάμεις. Οι Σελευκίδες συνέχιζαν να επιζούν σαν κράτος, επειδή κανένα κράτος δεν ήθελε να τους προσαρτήσει, επειδή οι γύρω δυνάμεις θεωρούσαν την αυτοκρατορία των Σελευκιδών σαν ένα χρήσιμο διαχωριστικό μεταξύ τους. Στους πολέμους στην Μικρά Ασία μεταξύ του Μιθριδάτη ΣΤ΄ του Πόντου και του Σύλλα της Ρώμης, οι δύο ηγέτες έδειξαν αδιαφορία για τους Σελευκίδες.

Ο φιλόδοξος γαμπρός του Μιθριδάτη, ο Τιγράνης ο Μέγας, βασιλιάς της Αρμενίας, ωστόσο, είδε την αναταραχή στην αυτοκρατορία των Σελευκιδών σαν μια ευκαιρία για επέκταση προς νότο. Το 83 π.Χ., μετά από πρόσκληση μιας από τις εμπόλεμες παρατάξεις στους ατελείωτους εμφυλίους πολέμους, που σπάραζαν την παραπαίουσα αυτοκρατορία, εισέβαλε στη Συρία. Σύντομα ο Τιγράνης εδραιώθηκε ως ηγεμόνας της Συρίας, μια κίνηση που ουσιαστικά εξαφάνισε από το χάρτη την Αυτοκρατορία των Σελευκιδών.

Ωστόσο, η κυριαρχία των Σελευκιδών έμελλε να επιβιώσει για λίγο ακόμα. Μετά τις νίκες του ρωμαίου στρατηγού Λουκούλου εναντίον του Μιθριδάτη και του Τιγράνη, το 69 π.Χ. ο Αντίοχος ΙΓ΄ ανέλαβε την διακυβέρνηση ενός μικρού σελευκιδικού κράτους. Ακόμα κι έτσι, οι εμφύλιοι πόλεμοι δεν μπορούσαν να αποτραπούν, καθώς ένας άλλος Σελευκίδης, ο Φίλιππος Β', αμφισβήτησε την κυριαρχία του Αντιόχου και προσπάθησε να σφετεριστεί την εξουσία. Μετά τη ρωμαϊκή κατάκτηση του Πόντου, οι Ρωμαίοι ανησυχούσαν όλο και περισσότερο για τη συνεχή πηγή αστάθειας στη Συρία, η οποία ήταν οι Σελευκίδες. Μόλις ο Μιθριδάτης ηττήθηκε από τον Πομπήιο το 63 π.Χ., ο Πομπήιος ξεκίνησε το έργο της ανακατασκευής της ελληνιστικής Ανατολής, δημιουργώντας νέα βασίλεια-δορυφόρους της Ρώμης και ιδρύοντας επαρχίες. Ενώ τα βασίλεια-δορυφόροι όπως η Αρμενία και η Ιουδαία έλαβαν τη δυνατότητα να συνεχίσουν ως έχουν, με τοπικούς βασιλείς και κάποιο βαθμό αυτονομίας, ο Πομπήιος είδε τους Σελευκίδες ως μια χώρα πολύ επικίνδυνη, για να συνεχίσει να αποτελεί αυτόνομο βασίλειο. Έτσι, αφού ξεμπέρδεψε με τους δύο αντιμαχόμενους πρίγκιπες μετέτρεψε τη Συρία σε ρωμαϊκή επαρχία και έτσι η κατάσταση στη περιοχή σταθεροποιήθηκε.

Πολιτισμός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ο Βαγαδάτης Α΄ (το νόμισμα κόπηκε το 290–280 π.Χ.) ήταν ο πρώτος σατράπης των Σελευκιδών ο οποίος καταγόταν από τις περιοχές που ήλεγχαν και όχι από την Ελλάδα.[30]

Το γεωγραφικό εύρος της αυτοκρατορίας των Σελευκιδών, το οποίο ξεκινούσε από το Αιγαίο και έφτανε μέχρι το σημερινό Αφγανιστάν και Πακιστάν, περιείχε μια μεγάλη ποικιλία λαών και πολιτισμών. Έλληνες, Ασσύριοι, Αρμένιοι, Γεωργιανοί, Πέρσες, Μήδοι, Μεσοποτάμιοι, Εβραίοι και άλλα ζούσαν εντός των ορίων της αυτοκρατορίας των Σελευκιδών. Το τεράστιο μέγεθος της αυτοκρατορίας έδωσε στους ηγεμόνες των Σελευκιδών μια δύσκολη δοκιμασία εξισορρόπησης των σχέσεων των εθνοτήτων με τη κυβέρνηση, για να διατηρηθεί η σταθερότητα του κράτους. Δόθηκε έτσι ένα μείγμα παραχωρήσεων στους τοπικούς πολιτισμούς να διατηρήσουν τις δικές τους πρακτικές, ενώ παράλληλα έλεγχαν και ενοποιούσαν σταθερά τις τοπικές ελίτ κάτω από το λάβαρο των Σελευκιδών.

Η κυβέρνηση ίδρυσε ελληνικές πόλεις και οικισμούς σε όλη την αυτοκρατορία. Ξεκίνησε επίσης ένα πρόγραμμα αποικισμού της αυτοκρατορίας και ενθάρρυνε τη μετανάστευση από τη Μακεδονία και την Ελλάδα. Δημιουργήθηκαν πόλεις και χωριά, που κατοικούνταν από Έλληνες. Σε αυτούς τους Έλληνες δόθηκε γη καλής ποιότητας και απόδοσης και προνόμια. Ως αντάλλαγμα αναμενόταν να υπηρετήσουν στο στρατό του κράτους. Παρά το γεγονός ότι αποτελούσαν μια μικρή μειοψηφία του πληθυσμού της αυτοκρατορίας, αυτοί οι Έλληνες ήταν η ραχοκοκαλιά της αυτοκρατορίας: όντας πιστοί και αφοσιωμένοι σε ένα τεράστιο κράτος, υπηρέτησαν στη συντριπτική τους πλειοψηφία στο στρατό και επάνδρωσαν την κυβέρνηση της χώρας. Σε αντίθεση με την Πτολεμαϊκή Αίγυπτο, οι Έλληνες στην Αυτοκρατορία των Σελευκιδών φαίνεται ότι σπάνια παντρεύονταν μη Έλληνες και αντ' αυτού παντρεύονταν, σε πολύ μεγάλο ποσοστό, Έλληνες από τις πόλεις, που ζούσαν.

Οι διάφοροι μη Έλληνες λαοί της αυτοκρατορίας εξακολουθούσαν να επηρεάζονται από τη διάδοση της ελληνικής σκέψης και του ελληνικού πολιτισμού, ένα φαινόμενο που είναι γνωστό με τον όρο εξελληνισμός. Ιστορικά σημαντικές πόλεις όπως η Αντιόχεια, δημιουργήθηκαν αποκτώντας ελληνικά ονόματα ή μετονομάστηκαν αποκτώντας ελληνικά ονόματα. Επίσης ιδρύθηκαν εκατοντάδες νέες πόλεις για την στήριξη του εμπορίου και χτίστηκαν με βάση τον ελληνικό τρόπο πολεοδομίας.[31] Οι ντόπιες μορφωμένες ελίτ που έπρεπε να συνεργαστούν με την κυβέρνηση έμαθαν την ελληνική γλώσσα, έγραφαν στα ελληνικά, απορρόφησαν ελληνικές φιλοσοφικές ιδέες και συστήνονταν με ελληνικά ονόματα. Μερικές από αυτές τις πρακτικές σιγά σιγά διαδόθηκαν στις κατώτερες τάξεις. Οι ελληνικές ιδέες, η ελληνική γλώσσα και ο ελληνικός πολιτισμός ξεκίνησαν μια σχεδόν 250χρονη διείσδυση στους πολιτισμούς της Εγγύς Ανατολής, της Μέσης Ανατολής και της Κεντρικής Ασίας.

Η ανάμειξη ελληνικών και γηγενών πολιτιστικών, θρησκευτικών και φιλοσοφικών ιδεών γνώρισε ποικίλους βαθμούς επιτυχίας. Το αποτέλεσμα ήταν η ύπαρξη εποχών όπου στην αυτοκρατορία αλλού υπήρχε ειρήνη και αλλού εξέγερση. Γενικά, οι Σελευκίδες επέτρεψαν στις τοπικές θρησκείες να λειτουργούν ανενόχλητες. Για παράδειγμα επέτρεψαν στους Μεσοποτάμιους να εξασκούν ανενόχλητα την βαβυλωνιακή θρησκεία, για να κερδίσουν υποστήριξη.[32] Ωστόσο, μια σπάνια εξαίρεση έγινε ένα από τα πιο τεκμηριωμένα μέρη της ιστορίας των Σελευκιδών: η Εξέγερση των Μακκαβαίων στην Ιουδαία. Ενώ οι περισσότερες κυβερνήσεις των Σελευκιδών είχαν ανεχτεί τον Ιουδαϊσμό, υπό τον βασιλιά Αντίοχο Δ΄ η κυβέρνηση μάλλον απαγόρευσε και περιόρισε την πρακτική του ιουδαϊσμού μετά από μια περίοδο ευνοιοκρατίας, όπου πιθανότατα σε αυτή τη περίοδο πούλησε τη θέση του Αρχιερέα στον πλειοδότη υποψήφιο αγοραστή. Το αποτέλεσμα ήταν η τελική απώλεια του ελέγχου της Ιουδαίας σε ένα ανεξάρτητο Ασμοναϊκό βασίλειο, αποδεικνύοντας το πόσο σωστό είναι για ένα κράτος να μην παρεμβαίνει υπερβολικά στην τοπική θρησκευτική πρακτική.

Στρατός[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Όπως και με τους άλλους μεγάλους ελληνιστικούς στρατούς, ο στρατός των Σελευκιδών οργανώθηκε με τον μακεδονικό τρόπο, όπου το κύριο πολεμικό σώμα του σελευκικού στρατού ήταν η φάλαγγα. Η φάλαγγα ήταν ένας μεγάλος, πυκνός σχηματισμός ανδρών οπλισμένοι με μικρές ασπίδες και τη σάρισα. Αυτός ο σχηματισμός μάχης είχε χρησιμοποιηθεί από τον μακεδονικό στρατό κατά τη βασιλεία του Φιλίππου Β΄ της Μακεδονίας και του γιου του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Δίπλα στη φάλαγγα, οι στρατοί των Σελευκιδών χρησιμοποίησαν μεγάλο αριθμό γηγενών και μισθοφόρων, για να συμπληρώσουν τις ελλείψεις τους σε στρατιωτικές δυνάμεις, οι οποίες ήταν περιορισμένες λόγω της απόστασης από την Μακεδονία, την πατρίδα των Σελευκιδών ηγεμόνων. Το μέγεθος του στρατού των Σελευκιδών κυμαινόταν συνήθως μεταξύ 70.000 και 200.000 στρατιωτών.

Η απόσταση από την Ελλάδα άσκησε πίεση στο στρατιωτικό σύστημα των Σελευκιδών, καθώς βασιζόταν κυρίως στη στρατολόγηση Ελλήνων, για να επανδρώσουν βασικό τμήμα του στρατού. Για να φέρουν περισσότερους Έλληνες στο βασίλειό τους, οι Σελευκίδες ηγεμόνες δημιούργησαν στρατιωτικούς οικισμούς. Οι οικισμοί αυτοί ιδρύθηκαν κυρίως στις βασιλείες του Σέλευκου Α΄ Νικάτορα και Αντίοχου Α΄ Σωτήρος και στη συνέχεια επί Αντίοχου Δ΄ Επιφανούς. Στους στρατιωτικούς εποικιστές δόθηκε γη, «η οποία ποικίλλει σε μέγεθος ανάλογα με την τάξη και το πεδίο του στρατού στο οποίο υπηρετούσε». [33] Εγκαταστάθηκαν σε «αποικίες αστικού χαρακτήρα, που κάποια στιγμή θα μπορούσαν να αποκτήσουν το καθεστώς της πόλης».[34] Σε αντίθεση με τους Πτολεμαίους στρατιωτικούς εποίκους, που ήταν γνωστοί ως κληρούχοι, οι Σελευκίδες έποικοι ονομάζονταν κάτοικοι. Οι έποικοι θα διατηρούσαν τη γη ως δική τους και σε αντάλλαγμα θα υπηρετούσαν στον στρατό των Σελευκιδών, όταν τους καλούσαν. Η πλειοψηφία των οικισμών βρίσκονταν στη Λυδία, τη βόρεια Συρία, τον άνω Ευφράτη και τη Μηδία . Οι Έλληνες ήταν κυρίαρχοι στη Λυδία, τη Φρυγία και τη Συρία. [35] Για παράδειγμα, ο Αντίοχος Γ΄ έφερε Έλληνες από την Εύβοια, την Κρήτη και την Αιτωλία και τους εγκατέστησε στην Αντιόχεια. [36]

Αυτοί οι Έλληνες έποικοι χρησιμοποιήθηκαν, για να σχηματίσουν τις μονάδες της φάλαγγας και του ιππικού των Σελευκιδών. Επιλεγμένοι άνδρες τοποθετήθηκαν στα συντάγματα φρουρών του βασιλείου. Ο υπόλοιπος στρατός των Σελευκιδών αποτελούνταν από ιθαγενείς και μισθοφόρους στρατιώτες, οι οποίοι χρησίμευαν ως ελαφρά βοηθητικά στρατεύματα. Ενώ οι Σελευκίδες ήταν πρόθυμοι να στρατολογήσουν άτομα από λιγότερο κατοικημένες και απομακρυσμένες περιοχές της Αυτοκρατορίας (π.χ. άνδρες από τους Άραβες και τους Εβραίους στο νότο, ή άνδρες ιρανικής καταγωγής από τα ανατολικά και Μικρασιάτες από τον βορρά), γενικά απέφευγαν να στρατολογήσουν αυτόχθονες Σύριους και ιθαγενείς Μεσοποτάμιους (Βαβυλώνιους). Αυτό προφανώς προήλθε κυρίως από την επιθυμία τους να μην εκπαιδεύσουν και να μην εξοπλίσουν τους ανθρώπους, που αποτελούσαν τη συντριπτική πλειοψηφία των κατοίκων στις περιοχές, όπου βρίσκονταν τα εμπορικά και κυβερνητικά κέντρα της Αυτοκρατορίας στην Αντιόχεια και τη Βαβυλώνα, διακινδυνεύοντας εξέγερση. Σε μικρότερο βαθμό, αυτή η επιφυλακτικότητα των Σελευκιδών να εντάξουν τους Μεσοποτάμιους στο στρατό προήλθε από τη συνήθη περιφρόνηση, που τρέφει μια άρχουσα τάξη για έναν κατακτημένο λαό. [37] Μετά από τις εδαφικές απώλειες στη Μικρά Ασία κατά τον Ρωμαιοσελευκιδικό πόλεμο, ο βασιλιάς Αντίοχος Δ΄ υποστήριξε ένα νέο κύμα μετανάστευσης και εποικισμών, για να αντισταθμίσει τις απώλειες στον στρατό του, αλλά και για να βρεθούν αρκετοί Έλληνες, για να στελεχώσουν τις φάλαγγες, που εμφανίστηκαν στη στρατιωτική παρέλαση στη Δάφνη το 166 – 165 π.Χ. Ο Αντίοχος Δ΄ έκτισε 15 νέες πόλεις «και η συσχέτισή τους με το αυξημένο μέγεθος της φάλαγγας... στη Δάφνη είναι πολύ προφανής, για να αγνοηθεί». [38]

Οικονομία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Επειδή οι Σελευκίδες ήταν μια ηγεμονική αυτοκρατορία, μεγάλο μέρος της εκμετάλλευσης του πλούτου των Σελευκιδών δαπανιόταν στη συντήρηση του στρατού.[39][40][41] Αν και το κίνητρο γι' αυτό είναι αρκετά απλό, η αυτοκρατορία των Σελευκιδών είχε μια εξελιγμένη πολιτική οικονομία, που αντλούσε πλούτο από τοπικούς ναούς, πόλεις και βασιλικά κτήματα, πολλά από τα οποία κληρονομήθηκαν από τους Αχαιμενίδες προκατόχους τους. Η πρόσφατη συζήτηση δείχνει ότι οι Σελευκίδες είχαν μια οικονομία της αγοράς.[41] Ωστόσο, τα διαθέσιμα στοιχεία περιορίζουν τις γνώσεις μας για τις οικονομικές δραστηριότητες των Σελευκιδών στην ελληνιστική Εγγύς Ανατολή, δηλαδή στη Συρία, τη Μικρά Ασία και τη Μεσοποταμία. Λίγα είναι γνωστά για την οικονομία των Άνω Σατραπειών.

Νομισματοποίηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Χάλκινο νόμισμα των Σελευκιδών που απεικονίζει τον Αντίοχο Γ΄. Κόπηκε γύρω στο 200 π.Χ.

Το νόμισμα έπαιζε ολοένα και σημαντικότερο ρόλο υπό τους Σελευκίδες. Ωστόσο, θα πρέπει να σημειώσουμε ότι η δημιουργία εσόδων δεν ήταν κάτι καινούργιο στις νεοαποκτηθείσες εκτάσεις τους.[41] Αντίθετα, η εισαγωγή και η ευρεία εφαρμογή του νομίσματος αποδίδεται στις φορολογικές μεταρρυθμίσεις του Δαρείου Α΄ πριν από αιώνες. [41] Ως εκ τούτου, οι Σελευκίδες αποτελούν τον συνεχιστή και όχι τον πρωτοπόρο στη πρακτική της χρήσης του νομίσματος, δηλαδή την πληρωμή της φορολογίας σε ασήμι ή, αν χρειαστεί, σε είδος. [39] Από αυτή την άποψη, οι Σελευκίδες είναι αξιοσημείωτοι, επειδή πλήρωναν τους μισθούς του στρατού τους αποκλειστικά σε ασήμι. [40] Ωστόσο, υπάρχουν δύο σημαντικές εξελίξεις για τα δεδομένα του ελληνικού χώρου, όσον αφορά το νόμισμα, στην εποχή των Σελευκιδών: η υιοθέτηση του «Αττικού Προτύπου» σε ορισμένες περιοχές [41] και η εκλαΐκευση της χρήσης χάλκινων νομισμάτων.[40]

Η υιοθέτηση του αττικού προτύπου δεν ήταν ομοιόμορφη σε ολόκληρο το βασίλειο. Το αττικό πρότυπο χρησιμοποιούνταν ήδη στη Μεσόγειο και πριν τις κατακτήσεις του Αλεξάνδρου. Το αττικό πρότυπο ήταν το προτιμώμενο νόμισμα για τις διακρατικές συναλλαγές. Το αττικό πρότυπο ήταν το κοινά αποδεκτό βάρος των νομισμάτων στην αρχαία Ελλάδα.[40] Ως αποτέλεσμα, οι παράκτιες περιοχές υπό τους Σελευκίδες —η Συρία και η Μικρά Ασία— υιοθέτησαν γρήγορα το νέο πρότυπο. [40] Στη Μεσοποταμία, ωστόσο, επικράτησε το σεκέλ (βάρους 8.33 γραμμάρια αργύρου) έναντι του αττικού προτύπου. [40] Σύμφωνα με τον ιστορικό Ρ. Τζ. φαν ντε Σπεκ, αυτό οφείλεται στην ιδιαίτερη μέθοδο καταγραφής της τιμής, η οποία ευνόησε τις ανταλλαγές έναντι των νομισματικών συναλλαγών. [41] Οι Μεσοποτάμιοι χρησιμοποιούσαν την αξία ενός σεκέλ ως σταθερό σημείο αναφοράς. Το ένα σεκέλ ήταν η βάση πάνω στην οποία δινόταν η ποσότητα ενός αγαθού.[41] [42] Οι ίδιες οι τιμές υπολογίζονταν ως προς το βάρος τους σε ασήμι ανά τόνο.[42] Η ελάχιστη διαφορά βάρους μεταξύ ενός σεκέλ και του δίδραχμου (βάρους 8,6 γρ. αργύρου) δεν μπορούσε να εκφραστεί σε αυτό το σύστημα ανταλλαγής. Και η χρήση ενός ελληνικού τετράδραχμου θα ήταν «μια πολύ βαριά ονομασία για το καθημερινό εμπόριο», προφανώς λόγω του βάρους του.[41]

Τα χάλκινα νομίσματα, τα οποία χρονολογούνται από τα τέλη του πέμπτου και τέταρτου αιώνα, διαδόθηκαν ως «καταπιστευματικό» νόμισμα το οποίο διευκόλυνε τις «μικρής κλίμακας ανταλλαγές» στην ελληνιστική περίοδο. [41] [40] Ήταν κυρίως ένα νόμιμο νόμισμα το οποίο κυκλοφορούσε μόνο γύρω από τους τόπους παραγωγής του· ωστόσο, το μεγάλο νομισματοκοπείο των Σελευκιδών στην Αντιόχεια κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Αντιόχου Γ΄ (το οποίο ο νομισματιστής Άρθουρ Χόουτον βαφτίζει "Το πείραμα της Συρίας και της Κοίλης Συρίας") άρχισε να κόβει χάλκινα νομίσματα (με βάρος 1.25 με 1.5 γραμμάριο), τα οποία κυκλοφορούσαν σε μεγαλύτερη έκταση.[43] Οι λόγοι πίσω από αυτό το πείραμα παραμένουν ασαφείς. Ωστόσο, ο Σπεκ σημειώνει μια χρόνια έλλειψη αργύρου στην αυτοκρατορία των Σελευκιδών. [41] Μάλιστα, η μεγάλη απόσυρση αργύρου από τον σατράπη από τον Αντίοχο Α΄ σημειώνεται από τους Βαβυλώνιους: "οι αγορές στη Βαβυλώνα και σε άλλες πόλεις γίνονταν με ελληνικά χάλκινα νομίσματα." [41] Αυτό ήταν άνευ προηγουμένου, διότι «στα επίσημα έγγραφα [τα χάλκινα νομίσματα] δεν έπαιζαν κανένα ρόλο». [41] Η χρήση χάλκινων νομισμάτων ήταν σημάδι «δυσκολίας» για τους Σελευκίδες. [41] Ωστόσο, η χαμηλή ονομαστική αξία των χάλκινων νομισμάτων σήμαινε ότι χρησιμοποιούνταν παράλληλα με την ανταλλαγή, καθιστώντας την δημοφιλές και επιτυχημένο μέσο ανταλλαγής. [40]

Γεωργία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Η γεωργία, όπως και οι περισσότερες οικονομίες πριν τον 19ο αιώνα, αποτελούσε τη βάση της οικονομίας των Σελευκιδών. Ένα 80 με 90% του πληθυσμού των Σελευκιδών απασχολούνταν στη γεωργία[39] υπό κάποια μορφή, καθώς εργαζόταν στις επικρατούσες γεωργικές δομές, που οι Σελευκίδες κληρονόμησαν από τους νεοβαβυλωνιακούς και Αχαιμενίδες προκατόχους τους. [40] Οι άνθρωποι εργάζονταν σε κτήματα, που ανήκαν σε ναούς, στα χωριά, στις πόλεις και στα βασιλικά κτήματα. Πρέπει να διευκρινίσουμε ότι ο όρος πόλεις, σύμφωνα με τον Σπεκ, στους Σελευκίδες, είχε την ίδια σημασία με τους υπόλοιπους Έλληνες.[39] Ανεξάρτητα, η γεωργική παραγωγή διέφερε από περιοχή σε περιοχή. Αλλά γενικά, οι πόλεις παρήγαγαν: «σιτηρά, ελιές και ελαιόλαδο, κρασί…σύκα, τυριά από αιγοπρόβατα, [και] κρέας». [40] Στη Μεσοποταμία, η παραγωγή από τα κτήματα των ναών περιελάμβανε: "κριθάρι, χουρμάδες, μουστάρδα, κάρδαμο, σουσάμι και μαλλί"· Η Μεσοποταμία, ως περιοχή-πυρήνας της αυτοκρατορίας των Σελευκιδών, ήταν και η πιο παραγωγική. [41] [39]

Η τιμή του κριθαριού και των χουρμάδων ανά τόνο

Νέα στοιχεία δείχνουν ότι η παραγωγή σιτηρών στη Μεσοποταμία, υπό τους Σελευκίδες, υπόκειτο στις δυνάμεις της προσφοράς και της ζήτησης, βασικά στοιχεία της σημερινής οικονομίας της αγοράς.[41] Οι παραδοσιακές «πρωτογονιστικές» αφηγήσεις για την αρχαία οικονομία υποστηρίζουν ότι δεν είχε κάποια μορφή οικονομίας της αγοράς. Ωστόσο, τα βαβυλωνιακά αστρονομικά ημερολόγια δείχνουν ένα υψηλό βαθμό ενσωμάτωσης των τιμών του κριθαριού των χουρμάδων στις διαθέσεις της αγοράς. Αυτό συνέβαινε και στη Βαβυλωνία της εποχής των Σελευκιδών. [42] Αν οι τιμές των προϊόντων ξεπερνούσαν τα 370 γραμμάρια αργύρου ανά τόνο στη Σελευκιδική Μεσοποταμία, τότε κάτι τέτοιο θεωρούταν σημάδι πείνας. Επομένως, σε περιόδους πολέμου, βαριάς φορολογίας και αποτυχίας των καλλιεργειών, οι τιμές αυξάνονται δραστικά. Σε ένα ακραίο παράδειγμα, ο Σπεκ πιστεύει ότι οι επιδρομές των Αραβικών φυλών στη Βαβυλωνία προκάλεσαν την αύξηση των τιμών του κριθαριού στα 1.493 γραμμάρια αργύρου ανά τόνο τον Μάιο του 124 π.Χ. [42] Ο μέσος Μεσοποτάμιος αγρότης, αν δούλευε σε κτήμα κάποιου ναού, για να λάβει κάποιο μισθό, θα έπαιρνε 1 σεκέλ. «Το ένα σεκέλ ήταν ένας λογικός μηνιαίος μισθός με τον οποίο μπορούσε κανείς να αγοράσει ένα κορ σιτηρών= 180 [λίτρα]». [42] Αν και αυτή η αύξηση φαίνεται τραγική, πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι η Μεσοποταμία της εποχής των Σελευκιδών ήταν σε μεγάλο βαθμό σταθερή και οι τιμές των προϊόντων παρέμειναν χαμηλές. [41] Ωστόσο, με την ενθάρρυνση του αποικισμού των εδαφών της αυτοκρατορίας με Έλληνες και την ανάκτηση γης με σκοπό να ενισχυθεί η προμήθεια της χώρας με σιτηρά, το ερώτημα, εάν αυτή η μέθοδος διατήρησε τεχνητά σταθερές τις τιμές είναι αβέβαιο. [41]

Οι Σελευκίδες συνέχισαν επίσης την παράδοση της διατήρησης των πλωτών οδών της Μεσοποταμίας. Επειδή αποτελούσε τη μεγαλύτερη πηγή κρατικού εισοδήματος, οι Σελευκίδες βασιλείς διαχειρίζονταν ενεργά την άρδευση, την ανάκτηση γης και τον πληθυσμό της Μεσοποταμίας. [41] Μάλιστα, συχνά σκάβονταν κανάλια λόγω της έκδοσης βασιλικών διαταγμάτων. Γι' αυτό μερικά ονομάζονται και κανάλια του Βασιλιά.[39] Για παράδειγμα, η κατασκευή του καναλιού Παλλακόττα μπόρεσε να ελέγξει τη στάθμη του νερού του Ευφράτη. Ο Αρριανός στην Ανάβαση 7.21.5, γράφει ότι η κατασκευή του καναλιού απαιτούσε «πάνω από δύο μήνες εργασίας από περισσότερους από 10.000 Ασσύριους». [39]

Ρόλος του κράτους-πολιτική οικονομία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Ως ηγεμονική αυτοκρατορία, η κύρια έγνοια του κράτους ήταν η συντήρηση του μεγάλου του στρατού μέσω της αποκόμισης πλούτου από τρεις κύριες πηγές:[40] τον φόρο υποτελείας από αυτόνομες πόλεις και ναούς και τον αναλογικό φόρο γης από βασιλική γη. [44] [45] Ο ορισμός της «βασιλικής γης» παραμένει αμφισβητούμενος. Αν και όλοι συμφωνούν ότι οι πόλεις δεν αποτελούν βασιλική γη, ορισμένοι παραμένουν αβέβαιοι για το καθεστώς της γης, ή όπως έχει μεταφραστεί εδώ, κτημάτων που ανήκαν σε ναούς.[46] [44] Παρά ταύτα, ο σελευκιδικός τρόπος εξόρυξης των πόρων, σε αντίθεση με προηγούμενα καθεστώτα, θεωρείται πιο «επιθετικός» και «αρπακτικός». [45] [47]

Θεωρητικά, το κράτος των Σελευκιδών ήταν μια απόλυτη μοναρχία η οποία δεν αναγνώριζε την ατομική ιδιοκτησία με τη σύγχρονη έννοια. [46] Κάθε κομμάτι γης, το οποίο δεν ανήκε στις πόλεις ή στους ναούς, θεωρούνταν προσωπική ιδιοκτησία του ιδιοκτήτη της.[46] Επομένως, κάθε κομμάτι γης, που δεν ανήκε στις πόλεις ή στους ναούς ήταν βασιλική γη και ήταν δυνατή η φορολόγηση της από το κράτος με την υποχρέωση καταβολής άμεσου φόρου από τον ιδιοκτήτη στο κράτος. Εδώ, υπήρχε ο «αναλογικός φόρος γης», δηλαδή ένας φόρος του οποίου το ποσό, που έπρεπε να καταβληθεί εξαρτιόταν από το μέγεθος του οικοπέδου. Τον φόρο εισέπραττε ο τοπικός διοικητής (ή Σατράπης) και τον απέστειλε στην πρωτεύουσα. [44] Ωστόσο, δεν υπάρχουν στοιχεία για το ποσό, που έπρεπε να πληρώσουν οι φορολογούμενοι καλλιεργητές σε οποιαδήποτε δεδομένη περιοχή.

Ο φόρος υποτελείας πληρωνόταν από πόλεις και ναούς. Αν και η καταβολή αυτού του φόρου ήταν ετήσια υποχρέωση, το ποσό που έπρεπε να πληρώσουν οι πόλεις και οι ναοί αυξανόταν σημαντικά κατά την διάρκεια του πολέμου. Κατά τη διάρκεια ενός εμφυλίου πολέμου το 149 π.Χ., ο Δημήτριος Β΄ απαίτησε από την επαρχία της Ιουδαίας να πληρώσει 300 τάλαντα ασημίου, φόρος ο οποίος ήταν βαρύς στη προκειμένη περίπτωση.[44] Αλλά η απαίτηση καταβολής υψηλού φόρου από τους Ιουδαίους το 149 π.Χ. δεν ήταν μια μεμονωμένη περίπτωση. Στην πραγματικότητα, τα Βαβυλωνιακά Αστρονομικά Ημερολόγια του 308/7 π.Χ. σημειώνουν την επιβολή φόρου 50% στη συγκομιδή, που προερχόταν από τα κτήματα του ναού Σαμάς.[46] Ωστόσο, ο ετήσιος φόρος υποτελείας ήταν «μια από καιρό αποδεκτή και αδιαμφισβήτητη πρακτική». [47] Επίσης, η βασιλική γη χαριζόταν συχνά από το κράτος σε πόλεις και ναούς. Αυτό γινόταν ίσως με την προϋπόθεση ότι ως αντάλλαγμα για τη παραχώρηση οι πόλεις και οι ναοί θα επέστρεφαν στο κράτος μεγαλύτερο ποσοστό από τις εισπράξεις τους.[46] [45]

Ωστόσο, στην εποχή των Σελευκιδών, η κλοπή των θρησκευτικών θησαυρών από το κράτος ήταν συνηθισμένο φαινόμενο — σε αντίθεση με παλαιότερες εποχές. [47] Αν και οι Σελευκίδες βασιλείς γνώριζαν και εκτιμούσαν την ιερότητα των θρησκευτικών θησαυρών, η κλοπή των θησαυρών των ναών ήταν ένα όπλο αντιμετώπισης των «βραχυπρόθεσμων δημοσιονομικών περιορισμών». [47] Για παράδειγμα, η λεηλασία του Ναού Αναχίτ στα Εκβάτανα από τον Αντίοχο Γ΄, τον βοήθησε να προμηθευτεί 4000 ασημένια τάλαντα, τα οποία χρησιμοποίησε, για να χρηματοδοτήσει μια εκστρατεία του στην Ανατολή.[47]

Είναι δύσκολο να πιστέψουμε ότι αυτοί οι μονάρχες που ήξεραν αρκετά [καλά] να υποκλίνονται ενώπιον του Ναμπού, να ψήνουν τούβλα για τον Εσαγκίλ και να επιβάλλουν τους κανονισμούς του κοσέρ στην Ιερουσαλήμ, γνώριζαν τους πολιτικούς κινδύνους της αφαίρεσης των θησαυρών του Δεύτερου Ναού. Το πιθανότερο είναι ότι γνώριζαν το ρίσκο αλλά τους πήραν ούτως ή άλλως.

Μια εξέγερση το 169 π.Χ. κατά τη διάρκεια της εκστρατείας του Αντιόχου Γ΄ στην Αίγυπτο καταδεικνύει ότι αυτά τα ρίσκα, που έπαιρναν οι ηγεμόνες και άρπαζαν θησαυρούς από τους ναούς είχε κάποιες φορές αρνητικά αποτελέσματα.[45] Η ολοένα και πιο τολμηρή παρέμβαση στους θησαυρούς των ναών οφείλεται, σε μεγάλο βαθμό, στον διορισμό επαρχιακών αρχιερέων από τον ίδιο τον μονάρχη.[45] [39] Συχνά οι διορισμένοι αρχιερείς ήταν οι ευνοούμενοι της βασιλικής αυλής.[39] Τα προνόμια αυτών των αρχιερέων ήταν καθαρά διοικητικά. Ουσιαστικά χρησίμευαν για τη συλλογή φόρου για το κράτος. [45] Δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι «οι γηγενείς ελίτ φοβούνταν πολύ ότι η άφιξη ενός Σελευκίδη αξιωματούχου θα μπορούσε γρήγορα να καταλήξει στην αρπαγή των θησαυρών του Ναού». [47]

Ακαδημαϊκή συζήτηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Οι ερμηνείες, που έχουν γίνει για την δομή της οικονομίας των Σελευκιδών από τα τέλη του 19ου αιώνα και έπειτα ανήκουν στο μοντερνιστικό ή στο πρωτογονιστικό στρατόπεδο.[41] [40] Από τη μια πλευρά, η μοντερνιστική άποψη -που συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με τους Μάικλ Ροστόφτσεφ και Έντουαρντ Μέγιερ- υποστηρίζει ότι οι οικονομίες της ελληνιστικής εποχής εδραιώνονταν πάνω στις αγορές, οι οποίες λειτουργούσαν με βάση την ρύθμιση των τιμών. Οι οικονομίες της ελληνιστικής εποχής χαρακτηρίζονταν και από καπιταλιστικές επιχειρήσεις, που εξήγαγαν προϊόντα σε μεγάλες αποστάσεις, σε «πλήρως νομισματικοποιημένες αγορές». [40] Από την άλλη πλευρά, η πρωτογονιστική άποψη -που συνδέεται με τους Μ.Ι. Φίνλεϊ, Καρλ Πόλανι και Καρλ Μπύχερ- ερμηνεύει τις αρχαίες οικονομίες ως έχουσες μια «αυταρχική» φύση με ελάχιστη έως καθόλου αλληλεπίδραση μεταξύ τους. Ωστόσο, η πιο πρόσφατη συζήτηση έχει επικρίνει αυτές τις προσεγγίσεις, επειδή βασίζονται σε ελληνοκεντρικές πηγές.[39] [48]

Η πρόσφατη συζήτηση έχει απορρίψει αυτές τις παραδοσιακές διχοτομίες.[41] [40] [48] Σύμφωνα με τους Σπεκ και Ρέγκερ, η τρέχουσα άποψη είναι ότι η οικονομία των Σελευκιδών -και οι ελληνιστικές οικονομίες ευρύτερα- ήταν εν μέρει προσανατολισμένες στην αγορά και εν μέρει νομισματικοποιημένες. [41] Ενώ η αγορά υπόκειτο στις δυνάμεις της προσφοράς και της ζήτησης, η πλειονότητα των προϊόντων εξακολουθούσε να καταναλώνεται από τους παραγωγούς τους και, ως εκ τούτου, ήταν «αόρατα» στον παρατηρητή. [41] [40]

Κατάλογος ηγεμόνων[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Βιβλιογραφία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Περαιτέρω ανάγνωση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  • G. G. Aperghis, The Seleukid Royal Economy. The Finances and Financial Administration of the Seleukid Empire, Cambridge, 2004.
  • Laurent Capdetrey, Le pouvoir séleucide. Territoire, administration, finances d'un royaume hellénistique (312-129 avant J.C.). (Collection "Histoire"). Rennes: Presses Universitaires de Rennes, 2007.
  • D. Engels, Benefactors, Kings, Rulers. Studies on the Seleukid Empire between East and West, Leuven, 2017 (Studia Hellenistica 57).
  • A. Houghton, C. Lorber, Seleucid Coins. A Comprehensive Catalogue, Part I, Seleucus I through Antiochus III, With Metrological Tables by B. Kritt, I-II, New York – Lancaster – London, 2002.
  • R. Oetjen (ed.), New Perspectives in Seleucid History, Archaeology and Numismatics: Studies in Honor of Getzel M. Cohen, Berlin – Boston: De Gruyter, 2020.
  • Michael J. Taylor, Antiochus the Great (Barnsley: Pen and Sword, 2013).

Εξωτερικοί σύνδεσμοι[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

Παραπομπές[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]

  1. Niknami, Kamal-Aldin· Hozhabri, Ali (2020). Archaeology of Iran in the Historical Period (στα Αγγλικά). Springer Nature. σελίδες viii. ISBN 978-3-030-41776-5. 
  2. Eckstein, Arthur M. (2009). Mediterranean Anarchy, Interstate War, and the Rise of Rome (στα Αγγλικά). University of California Press. σελ. 106. ISBN 978-0-520-25992-8. 
  3. Jones, Kenneth Raymond (2006). Provincial reactions to Roman imperialism: the aftermath of the Jewish revolt, A.D. 66–70, Parts 66–70. University of California, Berkeley. σελ. 174. ISBN 978-0-542-82473-9. ... and the Greeks, or at least the Greco-Macedonian Seleucid Empire, replace the Persians as the Easterners. 
  4. Society for the Promotion of Hellenic Studies (London, England) (1993). The Journal of Hellenic studies, Volumes 113–114. Society for the Promotion of Hellenic Studies. σελ. 211. The Seleucid kingdom has traditionally been regarded as basically a Greco-Macedonian state and its rulers thought of as successors to Alexander. 
  5. Baskin, Judith R.· Seeskin, Kenneth (2010). The Cambridge Guide to Jewish History, Religion, and Culture. Cambridge University Press. σελ. 37. ISBN 978-0-521-68974-8. The wars between the two most prominent Greek dynasties, the Ptolemies of Egypt and the Seleucids of Syria, unalterably change the history of the land of Israel…As a result the land of Israel became part of the empire of the Syrian Greek Seleucids. 
  6. 6,0 6,1 Glubb, John Bagot (1967). Syria, Lebanon, Jordan. Thames & Hudson. σελ. 34. In addition to the court and the army, Syrian cities were full of Greek businessmen, many of them pure Greeks from Greece. The senior posts in the civil service were also held by Greeks. Although the Ptolemies and the Seleucids were perpetual rivals, both dynasties were Greek and ruled by means of Greek officials and Greek soldiers. Both governments made great efforts to attract immigrants from Greece, thereby adding yet another racial element to the population. 
  7. Steven C. Hause· William S. Maltby (2004). Western civilization: a history of European society. Thomson Wadsworth. σελ. 76. ISBN 978-0-534-62164-3. The Greco-Macedonian Elite. The Seleucids respected the cultural and religious sensibilities of their subjects but preferred to rely on Greek or Macedonian soldiers and administrators for the day-to-day business of governing. The Greek population of the cities, reinforced until the second century BC by immigration from Greece, formed a dominant, although not especially cohesive, elite. 
  8. Victor, Royce M. (2010). Colonial education and class formation in early Judaism: a postcolonial reading. Continuum International Publishing Group. σελ. 55. ISBN 978-0-567-24719-3. Like other Hellenistic kings, the Seleucids ruled with the help of their "friends" and a Greco-Macedonian elite class separate from the native populations whom they governed. 
  9. Britannica, Seleucid kingdom, 2008, O.Ed.
  10. Sherwin-White, Susan M.· Kuhrt, Amélie (1993). From Samarkhand to Sardis: A New Approach to the Seleucid Empire. University of California Press. σελ. 40. ISBN 978-0-520-08183-3. 
  11. Nigel Wilson (2013). Encyclopedia of Ancient Greece. σελ. 652. ISBN 9781136788000. 
  12. Kosmin 2014, σελ. 112.
  13. Pliny, Natural History VI, 22.4
  14. Vincent A. Smith (1972).
  15. Clark, Walter Eugene (1919). «The Importance of Hellenism from the Point of View of Indic-Philology». Classical Philology 14 (4): 297–313. doi:10.1086/360246. https://archive.org/details/sim_classical-philology_1919-10_14_4/page/297. 
  16. Vijay Katchroo.
  17. William Hunter.
  18. C. D. Darlington.
  19. Tarn, W. W. (1940). «Two Notes on Seleucid History: 1. Seleucus' 500 Elephants, 2. Tarmita». Journal of Hellenic Studies 60: 84–94. doi:10.2307/626263. 
  20. Partha Sarathi Bose (2003).
  21. 21,0 21,1 21,2 Engels, David (201). «Iranian Identity and Seleucid Allegiance: Vahbarz, the Frataraka and Early Arsacid Coinage». Στο: K. Erickson. The Seleukid Empire, 281–222 BC: War within the Family (στα Αγγλικά). Swansea. σελίδες 173–196. 
  22. 22,0 22,1 22,2 Erickson, Kyle (2018). The Seleukid Empire 281–222 BC: War Within the Family (στα Αγγλικά). ISD LLC. σελ. 175. ISBN 9781910589953. 
  23. Kosmin, Paul J. (2018). Time and Its Adversaries in the Seleucid Empire (στα Αγγλικά). Harvard University Press. σελ. 207. ISBN 9780674976931. 
  24. Castrén, Paavo (2011). Uusi antiikin historia (στα Φινλανδικά). Otava. σελ. 244. ISBN 978-951-1-21594-3. 
  25. Kosmin 2014, σελίδες 35–36.
  26. Polybius, Histories, Book 11, 1889, p 78, trans. Friedrich Otto Hultsch, Evelyn Shirley Shuckburgh
  27. «Livy's History of Rome». mu.edu. 
  28. Flavius Josephus, The War of the Jews 1.1§2
  29. Chanukah, Shabbat 21b, Babylonian Talmud
  30. «History of Iran: Seleucid Empire». iranchamber.com. 
  31. Kosmin 2014.
  32. Julye Bidmead, The Akitu Festival: Religious Continuity and Royal Legitimation in Mesopotamia, 143.
  33. Head, 1982, p.20
  34. Chaniotis, 2006, p.86
  35. Head, 1982, p.23
  36. Chaniotis, 2006, p.85
  37. Bar-Kochva, Bezalel (1989). Judas Maccabaeus: The Jewish Struggle Against the Seleucids. Cambridge University Press. σελ. 95–111. ISBN 0521323525. 
  38. Griffith, 1935, p.153
  39. 39,0 39,1 39,2 39,3 39,4 39,5 39,6 39,7 39,8 39,9 van der Spek, Robartus Johannes (2000). "The Seleucid State and the Economy" In Production and Public Powers in Antiquity. Cambridge: Cambridge Philological Society Supplementary. σελίδες 27–36. ISBN 978-0906014257. 
  40. 40,00 40,01 40,02 40,03 40,04 40,05 40,06 40,07 40,08 40,09 40,10 40,11 40,12 40,13 40,14 Reger, Gary (2003). "The Economy" in "A Companion to the Hellenistic World" by Andrew Erskine. Malden, Massachusetts: Blackwell Publishing Limited. σελίδες 331–353. ISBN 978-1-4051-3278-7. 
  41. 41,00 41,01 41,02 41,03 41,04 41,05 41,06 41,07 41,08 41,09 41,10 41,11 41,12 41,13 41,14 41,15 41,16 41,17 41,18 41,19 41,20 41,21 van der Spek, Robartus Johannes (2004). «Palace, Temple and Market in Seleucid Babylonia». Topoi: 303–332. http://dj4real.com/9150078. 
  42. 42,0 42,1 42,2 42,3 42,4 van der Spek, Robartus Johannes (2014). "The Volatility of Prices of Barley and Dates in Babylon in the Third and Second Centuries BC." In Documentary Sources in Ancient Near Eastern and Greco-Roman Economic History, by Heather D. Baker and Michael Jursa. Oxford and Philadelphia: Oxbow Books. σελίδες 234–259. 
  43. Houghton, Arthur (2003). «Some Observations on Coordinated Bronze Currency Systems in Seleucid Syria and Phoenicia». Israel Numismatic Journal 15: 35–47. https://www.academia.edu/8883704. 
  44. 44,0 44,1 44,2 44,3 Mittwoch, A. (1955). «Tribute and Land-tax in Seleucid Judaea». Biblica 36. No.3 (3): 352–361. https://www.jstor.org/stable/42619061. 
  45. 45,0 45,1 45,2 45,3 45,4 45,5 Gilles, Gorre· Honigman, Sylvie (Ιανουαρίου 2013). Egitto: Dai Faraoni Agli Arabi." Kings, Taxes and High Priests: Comparing the Ptolemaic and Seleukid Policies. Milan: Dipartimento di Studi letterari, filologicie linguistici dell'Università degli Studi di Milano. σελίδες 105–119. ISBN 978-8862276412. 
  46. 46,0 46,1 46,2 46,3 46,4 van der Spek, Robartus Johannes (1993). "New Evidence on Seleucid Land Policy". In De Agricultura: In Memoriam Pieter Willem de Neeve, by Heleen Sancisi-Weerdenburg and Pieter Willem de Neeve. Amsterdam: J. C. Gieben. σελίδες 303–332. ISBN 978-90-50-63070-2. 
  47. 47,0 47,1 47,2 47,3 47,4 47,5 Taylor, Michael J. (2014). «Sacred Plunder and the Seleucid Near East». Greece & Rome 62 (2): 222–241. doi:10.1017/S0017383514000175. https://www.jstor.org/stable/43297500. 
  48. 48,0 48,1 Aphergis, Gerassmimos George (October 2008). «The Seleucid Economy». The Classical Review 58 (2): 520–522. https://www.jstor.org/stable/20482569.